Τα βιβλία που περιμένουν υπομονετικά στα ράφια με τα αδιάβαστα ανυπομονούν να ξημερώσει εκείνη η ημέρα που θα είναι η κατάλληλη για να διαβαστούν. Όλα θέλουν την κατάλληλη στιγμή για να ξεδιπλώσουν τη μαγεία που κρύβουν στις σελίδες τους. Όλα εκτός από τα χιουμοριστικά βιβλία που είναι πάντα επίκαιρα και ευπρόσδεκτα. Δεν υπάρχει στιγμή που να μην είσαι έτοιμος να δεχτείς ένα έξυπνο αστείο, μια σαρκαστική κουβέντα, το πνευματώδες χιούμορ. Όταν είσαι στις μαύρες η διάθεσή σου μπορεί να φτιάξει, όταν έχεις κέφι τότε μπορεί να αποκτήσεις ακόμη περισσότερο. Έτσι, λοιπόν, αυτό το βιβλίο διαβάζεται οποιαδήποτε στιγμή, όπου και αν βρίσκεσαι, σε όποια ψυχολογική κατάσταση. Γιατί ξέρουμε όλοι ότι ηλίθιοι υπάρχουν παντού γύρω μας, είναι αυτοί οι ίδιοι που μπορεί να μας χαλάσουν την ημέρα ή να μας τη φτιάξουν, γιατί η ηλιθιότητα καταντάει αστεία ορισμένες φορές που έχεις αντοχές να την ανεχτείς.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018
Περί ανθρώπινης ηλιθιότητας
Τα βιβλία που περιμένουν υπομονετικά στα ράφια με τα αδιάβαστα ανυπομονούν να ξημερώσει εκείνη η ημέρα που θα είναι η κατάλληλη για να διαβαστούν. Όλα θέλουν την κατάλληλη στιγμή για να ξεδιπλώσουν τη μαγεία που κρύβουν στις σελίδες τους. Όλα εκτός από τα χιουμοριστικά βιβλία που είναι πάντα επίκαιρα και ευπρόσδεκτα. Δεν υπάρχει στιγμή που να μην είσαι έτοιμος να δεχτείς ένα έξυπνο αστείο, μια σαρκαστική κουβέντα, το πνευματώδες χιούμορ. Όταν είσαι στις μαύρες η διάθεσή σου μπορεί να φτιάξει, όταν έχεις κέφι τότε μπορεί να αποκτήσεις ακόμη περισσότερο. Έτσι, λοιπόν, αυτό το βιβλίο διαβάζεται οποιαδήποτε στιγμή, όπου και αν βρίσκεσαι, σε όποια ψυχολογική κατάσταση. Γιατί ξέρουμε όλοι ότι ηλίθιοι υπάρχουν παντού γύρω μας, είναι αυτοί οι ίδιοι που μπορεί να μας χαλάσουν την ημέρα ή να μας τη φτιάξουν, γιατί η ηλιθιότητα καταντάει αστεία ορισμένες φορές που έχεις αντοχές να την ανεχτείς.
Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017
"Μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη"
Ο Ιταλός Nuccio Ordine καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας μετά το υπέροχο "Χρησιμότητα του άχρηστου" έρχεται να μας υπενθυμίσει για άλλη μια φορά πόσο σημαντικός και αναγκαίος είναι ο πολιτισμός στην καθημερινότητα του ανθρώπου μέσω του νέου του βιβλίο "Οι κλασικοί στη ζωή μας" που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα. Σε έναν κόσμο που κυριαρχούν η τεχνολογία και οι έξυπνες μηχανές, που όλα αυτοματοποιούνται κι όλοι τρέχουν για να βγάλουν περισσότερα χρήματα με τα οποία θα τους δίνεται η ευκαιρία να καταναλώνουν περισσότερο, ο Ordine συνεχίζει να πιστεύει στον άνθρωπο, στη μόρφωση, στην παιδεία και στην τέρψη της ψυχής και του νου μέσω της λογοτεχνίας και του πολιτισμού εν γένει. Μάχεται για να υπενθυμίζει σε εμάς και σε εκείνους που διαχειρίζονται κράτη, τη σπουδαιότητα των παραμελημένων ανθρωπιστικών επιστημών, την αναγκαιότητα της δημόσιας παιδείας και εκείνων που τη διδάσκουν.
Μέσα σε μόλις 50 σελίδες αναφέρεται στο ρόλο του εκπαιδευτικού στη σημερινή σύγχρονη κοινωνία και στην ανάγκη των μαθητών να διδάσκονται από καλούς δασκάλους κι όχι από την τεχνολογία και τα γκάτζετ που αυτή προσφέρει. Ξεχάσαμε ότι η τεχνολογία είναι ένα βοηθητικό εργαλείο στη μάθηση και φτάσαμε οι κυβερνήσεις να δαπανούν περισσότερα αγοράζοντας άχρηστο τεχνολογικό εξοπλισμό που σε λίγα χρόνια θα είναι απαρχαιωμένος από ό,τι δαπανούν για να προσλάβουν μόνιμους εκπαιδευτικούς. Αναφέρεται ακόμη στη λανθασμένη σύνδεση της μαθησιακής δραστηριότητας με την απόκτηση επαγγέλματος, γεγονός που το ονομάζει επαγγελματοποίηση. Τονίζει την ανάγκη διαφοροποίησης της διαδικασίας της μάθησης από τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές. Γιατί το σχολείο δεν είναι χρηματιστηρίο και η παιδεία δεν είναι επιχείρηση. Ένας μαθητής μπορεί να μάθει ότι με το χρήμα εξαγοράζει κανείς τα πάντα, όλα εκτός από τη γνώση:
"διότι η γνώση είναι καρπός μιας επίπονης κατάκτησης και μιας ατομικής προσπάθειας που κανείς δεν μπορεί να καταβάλει στη θέση μας"
Ενώ η καθεαυτή πράξη της διδασκαλίας είναι μια μορφή αντίστασης και διαφοροποίησης από τους νόμους της αγοράς, των επιχειρήσεων και του κέρδους. Για οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή πάντα κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις. Αν είσαι ο αγοραστής, χάνεις χρήματα και κερδίζεις το προϊόν, ενώ το αντίθετο συμβαίνει αν είσαι ο επιχειρηματίας. Ο εκπαιδευτικός όμως μπορεί να δώσει τη γνώση του χωρίς να τη χάσει, αντίθετα μπορεί να κερδίσει περισσότερη.
Ο συγγραφέας του βιβλίου μας προτρέπει να διαβάσουμε ξανά και πιο προσεκτικά τους κλασικούς. Γιατί εκεί υπάρχουν όλες οι απαντήσεις που ψάχνουμε. Στα βιβλία. Στις βιβλιοθήκες. Όλη η γνώση των προηγούμενων χιλιάδων ετών μας περιμένει. Ο Ordine, σαν ένας καλός εκπαιδευτικός μας βοηθά να φιλτράρουμε τη γνώση και να φτάσουμε πιο εύκολα στα βιβλία που χρειαζόμαστε, σε εκείνα τα πιο σπουδαία που πρέπει να διαβάσουμε. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια συνήθιζε να διαβάζει στους πρωτοετείς φοιτητές του ένα απόσπασμα από κάποιο πεζό ή έμμετρο λογοτεχνικό έργο και στη συνέχεια να τα αναλύει. Με χαρά παρατηρούσε τα έδρανα κάθε εβδομάδα να γεμίζουν περισσότερο από φοιτητές κι άλλων τμημάτων που από περιέργεια ερχόντουσαν για να ακούσουν. Να γνωρίσουν ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, έναν κλασικό συγγραφέα που έπρεπε να είχαν ήδη διαβάσει. Αυτά τα λογοτεχνικά αποσπάσματα γεμίζουν τις υπόλοιπες σελίδες αυτού του βιβλίου. Ένα ακόμη βιβλίο για βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν. Τα εξώφυλλα όλων των βιβλίων που αναφέρονται, αποσπάσματα των οποίων ο συγγραφέας διάβαζε στους φοιτητές τους, θα τα βρείτε στο παραπάνω βίντεο κι είναι αυτά που αποτελούν τη μία μικρή ιδανική βιβλιοθήκη του νου.
Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016
Περί θνητότητας
Είναι δύσκολο να μιλά κανείς για τον θάνατο. Όλοι μας έχουμε βιώσει ή θα βιώσουμε κάποια στιγμή τον θάνατο κοντινών μας ανθρώπων. Η απώλεια. Ένα γεγονός που αποθηκεύεται στο νου και σε ακολουθεί για πάντα. Η θλίψη. Σου υπενθυμίζει την ύπαρξή της και στην πιο μεγάλη χαρά. Η αναγκαιότητα της απώλειας και της θλίψης που επιφέρει δεν σου επιτρέπει να κάνεις τίποτα άλλο παρά να συμβιβαστείς μαζί της. Αποδέχεσαι τη ζωή που αναπόφευκτα περιλαμβάνει και τον θάνατο. Ακόμη κι αν σταθούμε τόσο τυχεροί και δεν βιώσουμε τον θάνατο άλλων, σίγουρα κάποια στιγμή θα βιώσουμε τον δικό μας.
Αλήθεια πώς θα θέλαμε να είναι εκείνες οι τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο είτε αυτός προέλθει από γεράματα είτε σε μικρότερη ηλικία από κάποια ανίατη ασθένεια; Θα ήμασταν σε θέση να υπομείνουμε τα πάντα με την ελπίδα ότι θα ζήσουμε μερικά χρόνια παραπάνω ή θα απολαμβάναμε το διάστημα που μας απομένει με την προϋπόθεση να καταπίνουμε μερικές χούφτες χάπια για να γίνεται ο πόνος πιο ανεκτός;
Αυτό ακριβώς το ερώτημα μελετά αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο. Αν και γραμμένο από χειρούργο ιατρό, είναι γραμμένο με τρόπο κατανοητό αλλά και επιστημονικό συνάμα, η εκλαϊκευμένη επιστήμη σε όλο της το μεγαλείο με την εγγύηση της ποιοτικής έκδοσης από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ο Atul Gawande ζει και εργάζεται στην Αμερική και ως εκ τούτου περιγράφει μια κατάσταση πολύ πιο εξελιγμένη από τη δική μας αναφορικά με την γηριατρική, τα νοσοκομεία, τις υπηρεσίες που προσφέρονται στους ασθενείς και στους ηλικιωμένους. Αξιοζήλευτες παροχές που όλοι θα θέλαμε να είχαμε. Παρ' όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει ίδιο ανεξαρτήτως παροχών που μπορούν να σου προσφερθούν. Πότε είναι έτοιμος κάποιος να αποδεχτεί το γεγονός ότι πεθαίνει; Μπορεί κάποιος να αποδεχτεί ότι θα είναι ανήμπορος να αυτοεξυπηρετηθεί; Όταν ο θάνατος πλησιάζει το πως το βιώνει ο καθένας είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό κι η ιατρική οφείλει να μεσολαβήσει.
Ο Ατούλ Γκαουαντέ στο βιβλίο "Εμείς οι θνητοί" παραθέτει παραδείγματα από την εμπειρία του ως γιατρός με ηλικιωμένους και ασθενείς σε τελικό στάδιο. Δεν διστάζει να αναφερθεί και στο θάνατο του πατέρα του, απομονώνοντας εν μέρει τη συναισθηματική φόρτιση που αυτό προκαλεί. Παρουσιάζει τον άνθρωπο στο χειρότερο στάδιο της ανθρώπινης φύσης του. Στο στάδιο αυτό ως γιατρός προσπαθεί να σωπάσει και να ακούσει το ίδιο τον άνθρωπο, να κατανοήσει τις επιθυμίες του και τις ανάγκες του για να μπορέσει να τις υπηρετήσει. Εξάλλου, οι πιο σπουδαίες επιθυμίες είναι αυτές που έρχονται όταν η φθορά σε κυριεύει.
Είναι δύσκολο να μιλά κανείς για τον θάνατο ακόμη κι όταν αυτός είναι γιατρός. Κι αν είναι δύσκολο να μιλάς και να γράφεις το ίδιο δύσκολο είναι και να διαβάζεις. Λέξεις θλιμμένες που σε ταράζουν μόνο στο άκουσμά τους. Όμως σίγουρα αξίζει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο και χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να το γνωρίσω μέσα από την εκπομπή Διαβάζοντας της Κατερίνας Μαλακατέ. Τυχαίνει πάντοτε τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία να μην είναι λογοτεχνικά.
Υ.Γ. Το βιβλίο συνοδεύεται άνετα με διακοπή τσιγάρου (έστω ολιγοήμερη), την κατανάλωση άφθονων φυσικών χυμών, φρούτων καθώς και λαχανικών εποχής, την έναρξη κάποιας αθλητικής δραστηριότητας και λοιπές ενέργειες που δίνουν την ελπίδα για μακροζωία...
Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016
Η βιβλιοθήκη ενός βιβλιοκριτικού
Οι εκδόσεις Πατάκη είχαν αναφέρει σε παλαιότερη δημοσίευσή τους ότι μετά την μεγάλη επιτυχία των βιβλίων της E. L. James είχαν την οικονομική δυνατότητα να εκδώσουν βιβλία λιγότερο εμπορικά περισσότερο ποιοτικά. Συγκεκριμένα είχαν αναφερθεί στην έκδοση των απάντων του πολύ αγαπημένου λογοτέχνη Χ. Λ. Μπόρχες που είχαν μείνει δίχως εκδότη μετά το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων. Πράγμα που έπραξαν και τα άπαντά του τα τελευταία χρόνια ξανακυκλοφορούν στην ελληνική αγορά εμπλουτίζοντας τη βιβλιοπαραγωγή με τις σκέψεις και τις λέξεις του μεγάλου συγγραφέα. Οι εκδόσεις Πατάκη όμως εξακολουθούν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα με τις ποιοτικές εκδοτικές επιλογές τους αλλά και την τυπογραφική αισθητική τους.
Λόγος για το νεοεκδοθέν βιβλίο με αρθρογραφία του George Steiner με τίτλο "Περί λόγου, τέχνης και ζωής". Ο αυστριακής καταγωγής Στάινερ γεννημένος το μακρινό 1929 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία σε μεγάλα πανεπιστήμια ενώ συνεργάστηκε με τα καλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες συντάσσοντας λογοτεχνικές κριτικές και όχι μόνο. Έχει εκδώσει πολλούς τίτλους δοκιμίων λογοτεχνικού ενδιαφέροντος πολλοί από τους οποίους έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, να ξαναθυμηθούμε το ολιγοσέλιδο μεγάλο βιβλιοβιβλίο με τίτλο "Η σιωπή των βιβλίων".
Στο νεοεκδοθέν βιβλίο συγκεντρώνονται 28 άρθρα από τα 130 που είχαν δημοσιευθεί μεταξύ των ετών 1967-1997 στο περιοδικό New Yorker. Τα περισσότερα αναφέρονται σε λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς αλλά και σε ιστορικά γεγονότα, σε πολιτική, φιλοσοφία και τέχνη φανερώνοντας, αναπτύσσοντας και αναλύοντας το ευρύ γνωστικό πεδίο του Στάινερ. Θα σταθώ κυρίως στις κριτικές λογοτεχνίας καθώς ίσως να είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο εμπνευσμένες βιβλιοκριτικές που καταφέρνουν να σταθούν από μόνες τους σαν μικρές μελέτες, μικρά δοκίμια περί λόγου και τέχνης, μικρά διαμαντάκια ενός μεγάλου πνεύματος. Με αφορμή κάποιο βιβλίο ή όλο το συγγραφικό έργο ενός συγγραφέα ο Στάινερ ξαναθυμάται μεγάλα ονόματα συγγραφέων, φιλοσόφων, πολιτικών, παραθέτει, συγκρίνει, αναλύει από τη σκοπιά ενός μελετητή ή γιατί όχι κι ενός λογοτέχνη. Εκατοντάδες τίτλοι βιβλίων περνάν από τα μάτια του αναγνώστη, χιλιάδες σελίδες πνευματικού έργου συνοψίζονται σε λίγες γραμμές υπενθυμίζοντάς σου πόσα βιβλία που οφείλεις να έχεις διαβάσει δεν έχεις διαβάσει ακόμα. Ονόματα όπως Γετρούδη Στάιν, Τζορτζ Όργουελ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σίγκμουντ Φρόιντ, Νόαμ Τσόμσκι και τόσα άλλα περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά σου, όχι μόνο τα ονόματα αλλά στιγμές από τη ζωή τους, τα έργα τους, τις θεωρίες και τις απόψεις τους φανερώνοντας έναν ακούραστο μελετητή, έναν επιστήμονα της τέχνης, έναν προσεκτικό αναγνώστη, ένα λάτρη της καλής λογοτεχνίας, θυμίζοντάς σου ξανά και ξανά πόσο φτωχή είναι η βιβλιοθήκη του πνεύματος σου.
Αξίζει να ειπωθούν δύο λόγια για την ούτως ή άλλως δύσκολη δουλειά του μεταφραστή όταν αυτή είναι επιτυχημένη. Η αναζήτηση δεκάδων βιβλίων ούτως ώστε η μετάφραση των παραθέσεων να ανταποκρίνεται στις ελληνικές εκδόσεις (πολλές εξαντλημένες) είναι μια επιπλέον δυσκολία που προσφέρει σε εμάς τους αναγνώστες ακόμη περισσότερους τίτλους σημαντικών βιβλίων. Κι αν κάποιος κάποτε με ξαναρωτήσει τι βιβλία πρέπει να διαβάσω θα τον συμβουλεύσω να ανατρέξει στα άρθρα του Στάινερ που κρύβουν αυτόν το γνωσιακό πλούτο.
Αυτά είναι μόνο κάποια από τα βιβλία που αναφέρονται στα άρθρα του, όλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχεις διαβάσει:
Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015
Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης
Έλαβα από τον φίλο Μαραμπού μια ανάρτηση αφιερωμένη στον πολύ αγαπημένο ποιητή της εφηβικής μου ηλικίας Κ. Γ. Καρυωτάκη. Οι στοίχοι του μου κρατούσαν συντροφιά νύχτες πολλές πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ήταν ένα βιβλιαράκι με επιμέλεια Τέλλου Άγρα με συλλογές ποιημάτων του που σαν να το είχα μάθει απ' έξω. Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν τόσο σε έχει αγγίξει σε αυτήν την ιδιαίτερη ηλικία. Σε αντίθεση με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη που ποτέ δεν με άγγιξε, με άγγιξαν όμως τα συναισθήματα που ένιωθε γι' αυτόν. Και μιας που βρίσκομαι στην γενέτηρα πόλη της θα βάλω και μια εικόνα που ήθελα από καιρό να αναρτήσω αλλά δεν έβρισκα αφορμή.
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και
διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του
Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες” (και
κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε
μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά
ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά
διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες
τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη.
Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση
ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο
ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα
στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!
Πρώτα όμως οι λέξεις του Μαραμπού:
Η κουλτούρα είναι ό,τι μένει όταν τα' χουμε όλα
ξεχάσει. Αυτή η φράση αποδίδεται στον Αντρέ Μαλρώ και μας λέει πως όταν
κοπάσουν τα πάθη και οι ίντριγκες, οι πολεμικές και τα μαχαιρώματα, θα
θυμόμαστε μόνο εκείνο που είχε την αντοχή και τις αντιστάσεις να φτάσει ως
εμάς. Όσοι ακούν το όνομα “Καρυωτάκης” σήμερα, συνήθως αγνοούν τον λυσσαλέο
πόλεμο και την λασπολογία που δέχθηκε από κριτικούς και συγγραφείς της γενιάς
του. Η λέξη “καρυωτακισμός” είχε φτάσει να γίνει "συνώνυμη της εύκολης
στιχουργίας, της φτηνής αισθηματολογίας και της αδιέξοδης μεμψιμοιρίας".
Η πεισιθάνατη ποίηση του Καρυωτάκη λοιδορήθηκε γιατί
μια κοινωνία που βγήκε από έναν πόλεμο και ετοιμαζόταν να μπει σε έναν νέο, δεν
ήθελε πλέον να ακούει άλλο για θανάτους. Η σήψη του σώματος (Ωχρά σπειροχαίτη)
αλλά κυρίως η σήψη του πνεύματος, τον καθόρισε ποιητικά και τον έθεσε σε ένα
περιθώριο να θαυμάζει τα οράματά του που έρχονταν με ταχύτητα να επαληθευτούν!
Την ποιητική του όμως κάθε άλλο παρά σάπια μπορούσες να την χαρακτηρίσεις.
Χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή φόρμα, ενσωμάτωσε κάποιες μοντέρνες πινελιές
που ξεχωρίζουν και εντυπωσιάζουν ακόμα και τώρα. Η γλώσσα του έδειχνε τόσο
ελεύθερη όσο θα έδειχνε και μέσα στα χαλαρά όρια ενός ελεύθερου στίχου,
διανθισμένη με μια αριστοκρατική ειρωνεία που αποδεκάτιζε τις συντηρητικές
συνειδήσεις με τόση ευκολία και χάρη φέρνοντας στην επιφάνεια την αμηχανία των
αναγνωστών του πριν την σαρωτική απαξίωση. "Ένας ήσυχος και μετρημένος υπάλληλος
που μεταβάλλεται σε μαχητικό συνδικαλιστή, ένας σωστός δημοτικιστής που νοθεύει
την γλώσσα του με καθαρευουσιανισμούς, ένας ευγενικός θλιμμένος ποιητής που
εξεγείρεται και σατιρίζει με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις φέρνει σε
δύσκολη θέση ακόμα και τους παλιούς του φίλους."
"
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και
διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του
Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες” (και
κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε
μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά
ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά
διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες
τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη.
Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση
ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο
ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα
στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!
ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει,
δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το
φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό
σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ'
αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι
Εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες που θα
διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε
νοσταλγούνε
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη
λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και
μοχθούνε
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
Ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας μοιρασμένη
Επανέρχομαι, ίσως και σε μια πιο σταθερή βάση μιας και γυρεύω εκφραστική διέξοδο και ανακούφιση, και άλλη καλύτερη από τις Βολτίτσες μας, δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω να πιάσω πάλι το νήμα των βιβλιοβιβλίων και όλα όσα έχουν να κάνουν με τον έντυπο πολιτισμό που τόσα έχει προσφέρει και εξακολουθεί να το κάνει, όχι ότι δεν πιστεύω και στις απαράμιλλες δυνατότητες του ηλεκτρονικού και ψηφιακού κόσμου. Το αντίθετο μάλιστα, απτή απόδειξη είναι οι αγαπημένες Βολτίτσες. Λέω, το λοιπόν, να κάνω πως τάχα μου τάχα ότι υπάρχει ένας χώρος όπου εκεί, τα πληγωτικά του ιδιωτικού και δημόσιου βίου που τελειωμό δεν έχουν και κοπανάνε αλύπητα γκρεμιστικά όλες τις γενιές, δεν έρχονται σε πρώτη μοίρα, σιγούν προσωρινά επιλεκτικά για λίγο.
Παράγραφος.
Από τις φροντισμένες εκδόσεις
Κίχλη και την σειρά με τ’ όνομα «Τα Αστέρια/Αφορισμοί» κυκλοφόρησε τον Απρίλιο
του 2015 ένα βιβλίο που εμπίπτει πλήρως στην κατηγορία των στοχευμένων βιβλιοβιβλίων.
Οι σαράντα πέντε σελίδες του, γραμμένες σε πολυτονικό, κλείνουν Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της
λογοτεχνίας γραμμένες από τον μεταφραστή, κινηματογραφιστή και λογοτεχνικό
κριτικό μικρομηκά κινηματογραφιστή και πεζογράφο, τον πολύπλευρο Αχιλλέα Κυριακίδη.
Πριν μπω στο ψαχνό της δομής και των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται το βιβλίο
πόσο χαίρομαι, με κάποια δόση αυταρέσκειας είναι αλήθεια το ομολογώ, που
γίνονται αναφορές σε πολλά άλλα βιβλιοβιβλία, ξενόγλωσσα και ελληνικά. Μερικά
από αυτά οι Βολτίτσες έχουν εντοπίσει και αναρτήσει παρουσιάσεις και σκέψεις
(μια παρότρυνση για να κάνετε το blog
άνω
κάτω να τα βρείτε…) . Τα άλλα θα σπεύσει να τα ψάξει, να τα διαβάσει και να πει
λογάκια (μια σχεδόν υπόσχεση).
Δομή με μέρη και περιεχόμενα δεν
υπάρχει, όμως, η θεματολογία είναι διακριτή και συγκεντρωμένη μαζί. Μέσα στον
όρο λογοτεχνία περιλαμβάνονται πολλά και διάφορα. Πρώτος εμφανίζεται στην σκηνή
ο απαραίτητος αναγνώστης, η διαδικασία της ανάγνωσης και η σχέση μεταξύ
συγγραφέα αναγνώστη. Ακολουθούν ζητήματα περί λογοτεχνίας, μυθοπλασίας,
καλλιτεχνικής δημιουργίας, αναλογιών ανάμεσα στο μυθιστόρημα, το διήγημα, το
δοκίμιο, την ποίηση. Ανοικτό και το ερώτημα για την δεύτερη ανάγνωση, σκεπτικισμός
για την ηλεκτρονική ανάγνωση και πλήθος αναφορών για την μετάφραση, την
πιστότητα στο πρωτότυπο κείμενο, την διάδραση συγγραφέα μεταφραστή.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι
μερικά από αυτά τα κείμενα, δυο γραμμές, κοφτές προτάσεις, όμορφες εικόνες,
λόγια ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων, πλησιάζουν την μορφή χαϊκού. Συχνή
χρήση του παρενθετικού λόγου προσπαθεί να αποδώσει το πολύπλοκο και σύνθετο,
δευτερεύουσες συγγενικές προσεγγίσεις που μπερδεύονται ανάλογα.
Κλείνοντας ένας μικρός μεζές για να ανοίξει η όρεξη και να
ανέβει η αυτοπεποίθηση των αναγνωστών: «Όταν ο αναγνώστης δημιουργεί, ο
συγγραφέας σωπαίνει.» στην σελίδα 8 και στο αυτί του γενναιόδωρου οπισθόφυλλου.
Στην θέση του επίμετρου ένα λογοπαίγνιο που μαρτυρά μια ψυχοπνευματική δοκιμασία
και παιδεμό των μορφών ανθρώπινης έκφρασης: «Στο κάτω κάτω της γραφής υπάρχει
πάντα ένας μικρός πόνος».
Αυτός ο πόνος, που δεν είναι πάντα μικρός, είναι η παρηγοριά,
η εκτόνωση, η κληρονομιά που λάβαμε και εκείνη που μπορεί να αφήσουμε.
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014
Η χρησιμότητα του πολιτισμού
Διαβάζοντας μία συνέντευξη του νέου διευθυντή της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην οποία αναφερόταν στην ελλειπή κρατική χρηματοδότηση και στα διάφορα οικονομικά προβλήματα της μεγαλύτερης και σημαντικότερης βιβλιοθήκης αυτής της χώρας, στην τελευταία πρόταση προέτρεπε την ανάγνωση ενός βιβλίου με τον τίτλο Η χρησιμότητα του αχρήστου. Ένα εξαιρετικό βιβλίο που αν δεν είχα διαβάσει αυτή τη συνέντευξη ίσως να μην είχα καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Το λιτό εξώφυλλό του δεν μαρτυρεί τίποτα από το περιεχόμενό του κι ας είναι ένα βιβλίο που φιγουράρει στις βιτρίνες και στις προβολές των μεγάλων βιβλιοπωλείων, δεν θα μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον.
Ο Ιταλός ακαδημαϊκός Νούτσιο Όρντινε με τρόπο απλό παρουσιάζει την χρησιμότητα των ουμανιστικών γνώσεων που τείνουν να θεωρηθούν άχρηστες καθώς δεν φέρνουν κέρδος στα ακαδημαϊκά ιδρύματα αφού η έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες κάθε άλλο παρά κερδοφόρες είναι σε αντίθεση με την έρευνα στις τεχνολογικές ή στις θετικές επιστήμες. Παράλληλα, αναφέρεται στη χρησιμότητα των υπηρεσιών πληροφόρησης, των μουσείων, των βιβλιοθηκών και των αρχείων αλλά και γενικότερα της τέχνης για την ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος και την ολοκλήρωση της καλλιέργειας του νου. Παραθέτοντας δεκάδες αποσπάσματα από κείμενα των σημαντικότερων εκπροσώπων του πνεύματος ανά τους αιώνες, τεκμηριώνει τη χρησιμότητα της λογοτεχνίας και αποσυνδέει την κουλτούρα και τον πολιτισμό από το χρηματικό κέρδος.
"Η ζωή ενός μουσείου ή μιας αρχαιολογικής ανασκαφής, όπως επίσης αυτή ενός αρχείου και μιας βιβλιοθήκης, είναι ένας θησαυρός που η κοινότητα οφείλει να συντηρεί με κάθε κόστος" ακόμη και αν από αυτή δεν βγάζει κάποιο άμεσο χρηματικό κέρδος.
Σε μια κοινωνία που κρίνει ως χρήσιμο οτιδήποτε κερδοφόρο ο Όρντινε χρησιμοποιεί τα λόγια λογοτεχνών, φιλοσόφων και επιστημόνων, χρησιμοποιεί δηλαδή την παγκόσμια σοφία, για να θυμίσει ότι ο πολιτισμός δεν λειτουργεί με τους νόμους των επιχειρήσεων, το ίδιο και τα πανεπιστήμια.
Εξαιρετική μελέτη που δεν θα έπρεπε να λείπει από καμία βιβλιοθήκη.
Ο Ιταλός ακαδημαϊκός Νούτσιο Όρντινε με τρόπο απλό παρουσιάζει την χρησιμότητα των ουμανιστικών γνώσεων που τείνουν να θεωρηθούν άχρηστες καθώς δεν φέρνουν κέρδος στα ακαδημαϊκά ιδρύματα αφού η έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες κάθε άλλο παρά κερδοφόρες είναι σε αντίθεση με την έρευνα στις τεχνολογικές ή στις θετικές επιστήμες. Παράλληλα, αναφέρεται στη χρησιμότητα των υπηρεσιών πληροφόρησης, των μουσείων, των βιβλιοθηκών και των αρχείων αλλά και γενικότερα της τέχνης για την ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος και την ολοκλήρωση της καλλιέργειας του νου. Παραθέτοντας δεκάδες αποσπάσματα από κείμενα των σημαντικότερων εκπροσώπων του πνεύματος ανά τους αιώνες, τεκμηριώνει τη χρησιμότητα της λογοτεχνίας και αποσυνδέει την κουλτούρα και τον πολιτισμό από το χρηματικό κέρδος."Η ζωή ενός μουσείου ή μιας αρχαιολογικής ανασκαφής, όπως επίσης αυτή ενός αρχείου και μιας βιβλιοθήκης, είναι ένας θησαυρός που η κοινότητα οφείλει να συντηρεί με κάθε κόστος" ακόμη και αν από αυτή δεν βγάζει κάποιο άμεσο χρηματικό κέρδος.
Σε μια κοινωνία που κρίνει ως χρήσιμο οτιδήποτε κερδοφόρο ο Όρντινε χρησιμοποιεί τα λόγια λογοτεχνών, φιλοσόφων και επιστημόνων, χρησιμοποιεί δηλαδή την παγκόσμια σοφία, για να θυμίσει ότι ο πολιτισμός δεν λειτουργεί με τους νόμους των επιχειρήσεων, το ίδιο και τα πανεπιστήμια.
Εξαιρετική μελέτη που δεν θα έπρεπε να λείπει από καμία βιβλιοθήκη.
Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014
Η μηχανή του σφάλματος
Ο Μαραμπού διάβασε ένα πολύ ιδιαίτερο δοκίμιο που μιλά για τη χαρά της ανάγνωσης, μπαίνει στο μυαλό του αναγνώστη και αφηγείται τι συμβαίνει εκεί και φυσικά έστειλε εντυπώσεις:
Ο Μάριο Λαβατζέτο, Ιταλός θεωρητικός της λογοτεχνίας,
γνωρίζοντας προφανώς, ότι σπανίως μια ανάγνωση αρχίζει και τελειώνει στα στενά
όρια της αναγνωστικής απόλαυσης, ξεκινά ν' αναπλάσει την ιστορία μιας
ανάγνωσης, συνεπικουρούμενος (εδώ, η επίδραση του μεγάλου Καλβίνο γίνεται
αντιληπτή με ένα φευγαλέο βλεφάρισμα του νου!) από έναν φανταστικό αναγνώστη,
“αρκεί να είναι υπομονετικός και να μην αφήνει κατά μέρος όλα όσα ξεφεύγουν από
τη λογική της γραμμικής διαδοχής των γεγονότων”. Στοχεύουν λοιπόν τον Μπαλζάκ
και το διήγημά του “La Grande Breteche”, το οποίο υπέστη πολλές επεμβάσεις από το συγγραφέα του
και πολλές “μετακινήσεις” μέσα στην πελώρια Ανθρώπινη κωμωδία του, κατά
τη διάρκεια των επανεκδόσεων. Γιατί συνέβη αυτό, φανταστικέ αναγνώστη;
Πόσες και πόσες φορές, αναγνώστες δεν στοχάστηκαν πάνω
στα βιβλία που διάβασαν; Δεν είναι αναγκαίο να γίνει, είναι όμως θεμιτό. Πολλές
φορές θέλεις να πας την ανάγνωση ένα βήμα παραπέρα, να σκεφτείς τους λόγους για
τους οποίους ο συγγραφέας επέλεξε μια συγκεκριμένη αφηγηματική τεχνική, να
μαντέψεις ποια πρόσωπα μπορεί να κρύβονται πίσω από τα “πρόσωπα”, ή τουλάχιστον
να ψέξεις με την ησυχία σου τον συγγραφέα για τα μύρια όσα σφάλματα στα οποία
υπέπεσε, αναθεματίζοντας την φήμη που τον τυλίγει, όταν εσύ θα μπορούσες να
γράψεις σαφώς πολύ καλύτερα από αυτόν!
Ο Μάριο Λαβατζέτο, Ιταλός θεωρητικός της λογοτεχνίας,
γνωρίζοντας προφανώς, ότι σπανίως μια ανάγνωση αρχίζει και τελειώνει στα στενά
όρια της αναγνωστικής απόλαυσης, ξεκινά ν' αναπλάσει την ιστορία μιας
ανάγνωσης, συνεπικουρούμενος (εδώ, η επίδραση του μεγάλου Καλβίνο γίνεται
αντιληπτή με ένα φευγαλέο βλεφάρισμα του νου!) από έναν φανταστικό αναγνώστη,
“αρκεί να είναι υπομονετικός και να μην αφήνει κατά μέρος όλα όσα ξεφεύγουν από
τη λογική της γραμμικής διαδοχής των γεγονότων”. Στοχεύουν λοιπόν τον Μπαλζάκ
και το διήγημά του “La Grande Breteche”, το οποίο υπέστη πολλές επεμβάσεις από το συγγραφέα του
και πολλές “μετακινήσεις” μέσα στην πελώρια Ανθρώπινη κωμωδία του, κατά
τη διάρκεια των επανεκδόσεων. Γιατί συνέβη αυτό, φανταστικέ αναγνώστη;
Ο φανταστικός αναγνώστης αφού διαβάσει (μαζί με μας) την
ιστορία της “Grande Breteche”, αναλαμβάνει να δώσει λύση στα ερωτήματα που
ανακύπτουν, ελάχιστα σίγουρος για τις απαντήσεις.
(...) πίσω από κάθε συνείδηση αναγνώστη – ακόμα και από
την πιο οξυδερκή και συνετή – υπάρχει μια ερευνητική ροπή που την αυξάνει το
ρεαλιστικό κείμενο, καθώς ξεδιπλώνει όλους τους μηχανισμούς των ιστορικών ή
ψευδο-ιστορικών αναφορών. Οι λέξεις προβάλλουν την πραγματικότητα σαν σκιά,
ταυτόχρονα όμως παραπέμπουν οι ίδιες σε μια πραγματικότητα, σε ένα σύνολο
“πραγμάτων”˙ έχουν μια προέλευση, ή τουλάχιστον κουβαλούν μέσα τους την
πληθωρική μνήμη της προέλευσής τους.
Ξεκινάει λοιπόν, μια “αστυνομική έρευνα” προς διαλεύκανση
του μυστηρίου: ερευνώνται πηγές, τα χειρόγραφα του συγγραφέα για τυχόν
σβησίματα ή τρεμουλιάσματα και δισταγμούς του
χεριού και του μυαλού, αναζητούνται στοιχεία μέσα στην
αλληλογραφία με τους συγγενείς του, οτιδήποτε θα ενοχοποιήσει τον αδίστακτο
δημιουργό. Θα κοροϊδέψει εμάς ο Μπαλζάκ, σκεφτόμαστε χαιρέκακα, παρασυρμένοι
από την αλαζονεία του φανταστικού αναγνώστη, λησμονώντας φαίνεται ότι,
(...) το λογοτεχνικό κείμενο είναι από τη φύση του
“σπογγώδες” και απορροφά, στη διάρκεια της μακρόχρονης ύπαρξής του, μια μεγάλη
ποσότητα σημασιών που δεν είχαν προβλεφθεί στην “γραφή” του (ή και που είναι
αρχικά “ξένες” προς αυτή), χωρίς να είναι δυνατόν να το αποκαταστήσουμε στην
πρωτογενή μορφή του απλώς στύβοντάς το ή στεγνώνοντάς το στον ήλιο.
“Η μηχανή του σφάλματος” είναι ένα όμορφο δοκίμιο για
όσα, λίγο ή πολύ, σκέφτεται κάθε βιβλιόφιλος ύστερα από μία ανάγνωση.
Συνταιριάζει πολλά και διαφορετικά είδη γραφής, περιέχει πολλά αποσπάσματα από
κείμενα του Μπαλζάκ (συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας της “Grande Breteche”), αλληλογραφία, βιογραφία και φυσικά δοκιμιακό λόγο,
στιβαρό και ουσιώδη, κάτι που αποδεικνύεται και από τις πολλές σελίδες
βιβλιογραφικών αναφορών για ένα βιβλίο σχετικά μικρής έκτασης. Μπορεί να μην
τρέξετε στα βιβλιοπωλεία για να το αγοράσετε, αν όμως πέσει τυχαία στα χέρια
σας, σίγουρα θα το διαβάσετε ως το τέλος, απολαμβάνοντας παράλληλα τρεις
διαδοχικές αρωματικές κούπες καφέ – προς τιμήν του σπουδαίου Μπαλζάκ, που έπινε
πενήντα καφέδες την μέρα, για να μπορεί να γράψει όλα αυτά τα σπουδαία, που
εμείς οι τωρινοί αναγνώστες, ερχόμαστε να αποδομήσουμε σε μια πρωινή συνάντησή
μας σε ένα βιβλιοπωλείο-καφέ!
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014
Νύχτες που μύριζαν θάνατο
Ο Μαραμπού θέλησε να μας μιλήσει για έναν εκδοτικό οίκο που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Αν και δεν είναι τόσο γνωστός, έχει σημαντικό εκδοτικό έργο κυρίως εξαιτίας των εκδόσεων των απάντων του Νίτσε. Εξάλλου ο πολυγραφότατος εκδότης του φανερώνει την ποιότητα τόσο των κειμένων που γράφει όσο των βιβλίων που εκδίδει.
Ο Κώστας Δεσποινιάδης διευθύνει τις ιδιαίτερες και
καλαίσθητες εκδόσεις Πανοπτικόν, καθώς και το ομώνυμο περιοδικό με τα ενδιαφέροντα
άρθρα του. Η ιδιαιτερότητα των εκδόσεων έγκειται μόνο στην ομορφιά και το
ενδιαφέρον που φέρουν τα κείμενά τους και δεν υποδηλώνει καμιά συγγραφική
παθογένεια και δυσκαμψία του λόγου. Τα άπαντα του Νίτσε βρήκαν ακόμα ένα
καινούριο μοντέρνο σπίτι και αυτό χαροποιεί άπαντες. Η πρώτη γνωριμία μου όμως
με τις εκδόσεις, έγινε με το σημαντικό δοκίμιο του Δεσποινιάδη “Φραντς Κάφκα, ο
ανατόμος της εξουσίας”, στο οποίο γίνεται λόγος για τις σχέσεις που είχε ο
Κάφκα με τους αναρχικούς κύκλους της Πράγας και πώς αυτές υπεισέρχονται στο
λογοτεχνικό του σύμπαν, μια διάσταση που οι επίσημοι κριτικοί του έργου του
επιμένουν να αγνοούν.
Έντονα Κάφκα θυμίζουν και τα μικρά κείμενα που
συγκεντρώνει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο βιβλίο του με τον ποιητικότατο τίτλο,
“Νύχτες που μύριζαν θάνατο”. Οι επιρροές του Κάφκα είναι κάτι περισσότερο από
εμφανείς. Κλειστοφοβικό περιβάλλον, περίκλειστα δωμάτια και πόρτες φυτεμένες
στο ύπαιθρο, υπαρξιακή αγωνία, άγνοια για το τι συμβαίνει και ταυτόχρονα
υποταγή σε αυτό που συμβαίνει, μεταμορφώσεις και όνειρα. Ο Κώστας Δεσποινιάδης
εντούτοις, δεν προβαίνει σε μια στείρα μίμηση του μεγάλου δασκάλου αλλά έχει
αφομοιώσει την ουσία και την έχει φιλτράρει μέσα από τις δικές του εμπειρίες
και το δικό του προσωπικό ύφος. Ακολουθούν δύο χαρακτηριστικές “καφκικές”
ιστορίες:
Ο Κώστας Δεσποινιάδης διευθύνει τις ιδιαίτερες και
καλαίσθητες εκδόσεις Πανοπτικόν, καθώς και το ομώνυμο περιοδικό με τα ενδιαφέροντα
άρθρα του. Η ιδιαιτερότητα των εκδόσεων έγκειται μόνο στην ομορφιά και το
ενδιαφέρον που φέρουν τα κείμενά τους και δεν υποδηλώνει καμιά συγγραφική
παθογένεια και δυσκαμψία του λόγου. Τα άπαντα του Νίτσε βρήκαν ακόμα ένα
καινούριο μοντέρνο σπίτι και αυτό χαροποιεί άπαντες. Η πρώτη γνωριμία μου όμως
με τις εκδόσεις, έγινε με το σημαντικό δοκίμιο του Δεσποινιάδη “Φραντς Κάφκα, ο
ανατόμος της εξουσίας”, στο οποίο γίνεται λόγος για τις σχέσεις που είχε ο
Κάφκα με τους αναρχικούς κύκλους της Πράγας και πώς αυτές υπεισέρχονται στο
λογοτεχνικό του σύμπαν, μια διάσταση που οι επίσημοι κριτικοί του έργου του
επιμένουν να αγνοούν.
Έντονα Κάφκα θυμίζουν και τα μικρά κείμενα που
συγκεντρώνει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο βιβλίο του με τον ποιητικότατο τίτλο,
“Νύχτες που μύριζαν θάνατο”. Οι επιρροές του Κάφκα είναι κάτι περισσότερο από
εμφανείς. Κλειστοφοβικό περιβάλλον, περίκλειστα δωμάτια και πόρτες φυτεμένες
στο ύπαιθρο, υπαρξιακή αγωνία, άγνοια για το τι συμβαίνει και ταυτόχρονα
υποταγή σε αυτό που συμβαίνει, μεταμορφώσεις και όνειρα. Ο Κώστας Δεσποινιάδης
εντούτοις, δεν προβαίνει σε μια στείρα μίμηση του μεγάλου δασκάλου αλλά έχει
αφομοιώσει την ουσία και την έχει φιλτράρει μέσα από τις δικές του εμπειρίες
και το δικό του προσωπικό ύφος. Ακολουθούν δύο χαρακτηριστικές “καφκικές”
ιστορίες:
Το όνειρο
Συχνά βλέπω το ίδιο βασανιστικό όνειρο.
Κάθομαι στη μοναδική καρέκλα ενός άδειου, ψυχρού
δωματίου.
Περπατώντας αργά, μπαίνει ο πατέρας μου˙ είναι γερασμένος, ντυμένος
στα μαύρα, σαν πεθαμένος – μ' όλο που ολοζώντανος – και με κοιτά επιτιμητικά.
«Ποτέ δεν έγινες ο γιος που θα ήθελα», μου λέει με τόνο
αυστηρό και συνάμα με κάποιο παράπονο.
Τον κοιτάω στα μάτια, κι όλο θέλω να του πω πως κι αυτός
ποτέ δεν ήταν ο πατέρας που θα ήθελα, μα ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου,
και πάνω εκεί πάντα ξυπνάω.
Ένα παιδικό χέρι
Βλέπω συχνά στον ύπνο μου άλλοτε πως έχω μεταμορφωθεί σε
μια ακρίδα (ένα παιδικό χέρι με κρατά απ' τα πόδια, με πετά σ' ένα περιφραγμένο
κοτέτσι, οι κότες με κυνηγάνε, κάνω απελπισμένους σάλτους, γεμάτος αγωνία, για
να γλυτώσω ώσπου μια απ' αυτές με αρπάζει με το ράμφος της), άλλοτε πως έχω
μεταμορφωθεί σε μυρμήγκι (το ίδιο παιδικό χέρι κρατά ένα μεγεθυντικό φακό,
συγκεντρώνει επάνω μου τις ακτίνες του ήλιου καίγοντάς με), και άλλοτε πως έχω
μεταμορφωθεί σε μια μικρή γκρι σαύρα (που πάλι το ίδιο παιδικό χέρι προσπαθεί
να με πνίξει σε έναν κουβά γεμάτο νερό).
Πάντα ξυπνάω λυπημένος κι εύχομαι να μπορούσα να γυρίσω
τον χρόνο πίσω.
Αν μη τι άλλο, είναι εκδόσεις καμωμένες με μεράκι. Είναι
γραμμένες με λίγα λόγια αλλά λένε πολλά περισσότερα στους αναγνώστες που θα
κάνουν τον κόπο να τις ξεφυλλίσουν. Αγαπούν τον λόγο και περιμένουν αναγνώστες
με ανάλογα αισθήματα και πρόθυμα μάτια.
Κυριακή 10 Αυγούστου 2014
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής
Ο Μαραμπού που ευχαριστιέται τη φύση και τη θάλασσα και διαβάζει πολύ, έστειλε μερικές σκέψεις για ένα βιβλίο που από όσα αναφέρει μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον.
Για τον Γιώργο Ιωάννου άκουσα πρώτη φορά όταν σπούδαζα στην Θεσσαλονίκη όπου ένας καθηγητής μας, που του είχε μεγάλη εκτίμηση και αγάπη, μας παρότρυνε συνεχώς να τον διαβάσουμε. Επειδή τότε έκανα τα πρώτα αναγνωστικά μου βήματα, όλη η λογοτεχνία του παρελθόντος έσκασε πάνω μου σαν κύμα παρασέρνοντας την παρότρυνση του καθηγητή χωρίς όμως να σβήσει όλα τα ίχνη από την άμμο.
Κοιτούσα πολλές φορές αυτό το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο και τελικά ενέδωσα.
Και μόνο, ο τίτλος του, είναι μεγάλος πειρασμός. Εδώ πέρα συγκεντρώνονται 28
συνεντεύξεις του Γιώργου Ιωάννου σε εφημερίδες και περιοδικά που έδωσε στο
διάστημα 1974-1985. Αυτό που εντυπωσιάζει με την πρώτη ματιά, είναι η
εξαιρετική προφορική ικανότητα του συγγραφέα, η τόσο συγκροτημένη σκέψη, που
θαρρείς πως δουλεύτηκε ωσάν να επρόκειτο για απαιτητικό γραπτό κείμενο. Σε
σημείο που σε κάνει να αναρωτηθείς, μήπως οι συνεντεύξεις των συγχρόνων
συγγραφέων έχουν εκφυλιστεί ή απλώς ότι ο Γιώργος Ιωάννου διέθετε μια σπουδαία
ικανότητα του λόγου; Νομίζω, ισχύουν και τα δύο!
Τα θέματα των συνεντεύξεων
πέρα από τα αναμενόμενα, εκείνα για την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, τις αναφορές
στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, την ζωή και την οικογένειά του, επεκτείνονται και
σε απόψεις για την μοναξιά, τον έρωτα, την δύναμη της γλώσσας και τις έριδες
που δημιουργούνται ανάμεσα στους συγγραφείς και τον τρόπο που τους
αντιμετωπίζει ο Γιώργος Ιωάννου. Αυτά τα
τελευταία, είναι τα πλέον απολαυστικά! Τα θέματα των συνεντεύξεων
αλληλοκαλύπτονται κάπως, όχι όμως σε βαθμό κορεσμού, ίσα ίσα για να γίνουν
κτήμα μέσω της επανάληψης, όχι στείρας, όταν αυτός που τα επαναλαμβάνει είναι ο
Γιώργος Ιωάννου.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την άποψη του Γιώργου Ιωάννου για τις μεγάλες
πόλεις και την μοναξιά. Προτιμά τις μεγάλες πόλεις, γιατί παρότι πολύ
μοναχικός, μπορεί ανά πάσα στιγμή να βγει έξω και να χαθεί μέσα στους
ανθρώπους, στην ανωνυμία του πλήθους, που θα του δώσει την αίσθηση της
ανθρώπινης και ζεστής παρουσίας. Σιχαίνεται την ερημία της φύσης, που έχει φάει
με το κουτάλι στις τόσες μεταθέσεις του ως εκπαιδευτικός, την αδυνατότητα να
συναντήσει γύρω του ανθρώπους. Στις μεγάλες πόλεις μπορείς να γίνεις ό,τι
ονειρεύεσαι για τον εαυτό σου, είναι το κλείσιμο του ανθρώπου, το θεληματικό
και ευχάριστο, στον εαυτό του. Και στην οικοδόμηση της δικής του άποψης για την
ζωή. Αναπόφευκτα, κάτι θυσιάζεις με αυτόν τον τρόπο, ταυτόχρονα όμως
κερδίζεις και κάτι. Όταν ρωτάται: Το αίσθημα της συλλογικότητας όμως που
χάνεται, η κάλυψη της μεγάλης οικογένειας – πολιτικής η θρησκευτικής – δεν σ'
αφήνουν περισσότερο έκθετο, περισσότερο ευάλωτο; , ο Γιώργος
Αυτές οι συνεντεύξεις
είναι μεγάλη απόλαυση, σε κάνουν να θες αμέσως να διαβάσεις τα βιβλία του,
παράλληλα όμως, σου δίνουν την αίσθηση ότι τα έχεις μόλις διαβάσει! Για το
τέλος αντιγράφω ένα απολαυστικό απόσπασμα για το διαχρονικό πρόβλημα με το
οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη κάθε λογοτεχνική γενιά.
(...) πρώτα πρώτα νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά πρόσωπα τα οποία
ακούγονται και εκτιμώνται παρ' αξίαν. Έχουν δηλαδή καταφέρει, με τον ένα ή με
τον άλλον τρόπο να θεωρούνται σπουδαίοι, ενώ δεν είναι. (...) Γιατί βλέπω ότι
έχουν θεριέψει οι μετριότητες και μάλιστα τείνουν να γίνουν κατάσταση και σχολή
ολόκληρη. Η σχολή της ασάφειας και της αταλαντοσύνης. Αντιμετωπίζουμε τον
κίνδυνο να ξεχασθεί η έννοια και η ύπαρξη λογοτεχνικού ταλέντου. Έχουν πάρα
πολλοί άνθρωποι μορφωθεί και μπορούν να στήσουν δυο πράγματα σε κείμενο. Ε,
λοιπόν, αυτό βαφτίζεται αμέσως σε λογοτεχνικό κείμενο. Μαστιζόμεθα από μη
λογοτέχνες οι οποίοι παριστάνουν τους λογοτέχνες. Και αυτό το πράγμα γίνεται
δεκτό, διότι υπάρχουν ολόκληρες χορωδίες οι οποίες αναπέμπουν ύμνους.
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014
Εξομολογήσεις ενός Άγγλου βιβλιοφάγου
Ο Μαραμπού διάβασε ένα εξαιρετικό, μου φαίνεται, βιβλιαράκι από μια σειρά των εκδόσεων Printa που συγκεντρώνει μόνο αριστουργηματικά κείμενα, και μας έστειλε εντυπώσεις.
Ο Thomas De Quincey (1785-1859) έγινε γνωστός κυρίως για το
βιβλίο του Οι εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου. Εκτός όμως από
οπιοφάγος υπήρξε και βιβλιοφάγος, και αυτές οι συνδηλώσεις εξάρτησης που
υπονοούνται, γαληνεύουν την καρδιά κάθε αναγνώστη που αναγνώρισε κάποτε στον
εαυτό του σημάδια ενός έντονου ψυχικού μαρτυρίου. Γιατί αν το όπιο καταπράυνε
τους σωματικούς του πόνους, τα βιβλία αποτέλεσαν την ασπίδα της ψυχικής του
υγείας, παρά την εξαρτησιογόνο διάθεση που αμφότερα τα σκευάσματα περιείχαν.
Οι Επιστολές σε
έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί, δεν είναι ένα βιβλίο
στείρου διδακτισμού, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει από τον – ελαφρώς
κακόγουστο – τίτλο του. Αντιθέτως, σκορπίζει ολόγυρα την χαρά της γνώσης,
εκείνης που δεν μπαίνει σε καλούπια, είναι ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο του παλιού
καλού καιρού, μεγάλης νοηματικής συμπύκνωσης και υψηλής περιεκτικότητας σε
σκέψεις.
Η γλώσσα του είναι απαράμιλλα όμορφη και αν σας φανεί
λίγο στυφή, μην ξεχνάτε ότι βγήκε από ένα κελάρι σχεδόν 200 χρόνων και πρέπει
να του δώσετε τον χρόνο να “αναπνεύσει” στο τώρα, για να μπορέσει να αναδείξει
όλα τα λεπτά του αρώματα!
Στα νιάτα μου δεν μπορούσα να μπω σε κάποια μεγάλη
βιβλιοθήκη, ας πούμε εκατό χιλιάδων τόμων, χωρίς να με κατακλύσει ένα
συναίσθημα οδύνης και πνευματικής ταραχής, που θύμιζε τα δάκρυα τα οποία έχυνε
ο Ξέρξης όταν ατενίζοντας τον τεράστιο στρατό του σκεφτόταν ότι σε εκατό χρόνια
δεν θα υπήρχε ψυχή ζώσα. Εμένα, σε σχέση με τα βιβλία, θα με κατέκλυζε το ίδιο
συναίσθημα την ημέρα του θανάτου μου. Εδώ, είπα μέσα μου, υπάρχουν εκατό
χιλιάδες βιβλία, που ακόμα και το χειρότερό τους θα μπορούσε ν' αποτελέσει για
μένα πηγή χαράς και γνώσης˙ μόνο που κατά πάσα πιθανότητα θα κληθώ στους
ουρανούς προτού προλάβω να βγάλω το μέλι ούτε από το ένα εκατοστό αυτής της
κυψέλης. Είμαι σίγουρος ότι και απ' το δικό σας μυαλό περνά συχνά η ίδια σκέψη
(...) σας διαβεβαιώνω ότι μιλάω για την πιο αληθινή βάσανο που είναι δυνατό να
υπάρξει ποτέ.
Αυτά τα μικρά θεωρητικά δοκίμια σε μορφή επιστολών,
δημιουργούν μία συμπαγή θεωρία της λογοτεχνίας, πολύ πριν οι σύγχρονες θεωρίες
κάνουν την εμφάνισή τους.
Σ' αυτό το έργο ο Ντε Κουίνσι υπογραμμίζει τη σημασία της
μελέτης των γλωσσών καθώς και των φιλοσόφων, και χωρίζει τη λογοτεχνία σε δύο μεγάλες
κατηγορίες: τη λογοτεχνία της γνώσης, πραγματική, αναλυτική, και τη λογοτεχνία
της δύναμης, που συγκινεί και μεταμορφώνει τον κόσμο. Τα δικά του κείμενα,
ονειρικά, λαβυρινθώδη και εξαίσια, τον τοποθετούν αμέσως μεταξύ των οπαδών της
δεύτερης.
Από την κερκίδα της ίδιας πλευράς, ζητωκραυγάζω και εγώ
με όλη μου την δύναμη!
Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014
Δύσκολες γεννήσεις…
Όλο με παρακινεί, δηλαδή μου γκρινιάζει η Librarian, «γράψε, γράψε για το blog μας, όλο το αμελείς τον τελευταίο καιρό». Και δεν είναι ότι δεν το θέλω, το ζήτημα του χρόνου είναι και ήταν πάντα πιεστικό. Είναι, το έχω ψυχολογήσει, ότι η λεγόμενη κρίση κάπως με επηρέασε, με χάλασε, με ξεθεμελιώνει ύπουλα γκρεμίζοντας, ακυρώνοντας σκέψεις. Προσπαθώ να στέκομαι ή καλύτερα γραπώνομαι από πράγματα να μην γλιστρήσω πιο αλλού.
Μεγάλη χαρά μου έδωσε ο πίνακας της Μαριέλας από την έκθεση «Καφές και ανάγνωση». Καφέ δεν πίνω, από διάβασμα εντάξει. Τον παρέλαβα χτες με μια γελαστή κουβέντα πάνω σε θέματα αγαπημένα. Δεν τον κρέμασα ακόμη, τον ακούμπησα απέναντι από το κρεβάτι μου, σε ένα ράφι. Τον κοίταζα για παρηγοριά το βράδυ που τσούλησε πολύ αργά με την βροχή να χτυπάει όπου βρει, τον κοιτάζω και τώρα με την χαρά της νέας πρόσκτησης που ανεβάζει τα κουράγια.
Το βιβλίο που ήθελα να παρουσιάσω σήμερα είναι του Francis Haskell (1928-2000) που δίδαξε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κοντά τριάντα χρόνια. Τα θέματα που τον τράβηξαν και μελέτησε έφεραν νέες ματιές: η ιστορία του γούστου –τι μας αρέσει, τι μας ευχαριστεί, πότε και πώς συμβαίνει το μαζικό φαινόμενο του συρμού- και η κοινωνιολογία του πολιτισμού. Το βιβλίο του γραμμένο το 1988 αλλά φρεσκομεταφρασμένο τον Σεπτέμβριο του 2013 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθιερωμένες ως ΠΕΚ για συντομία και χαϊδευτικά τιτλοφορείται Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης (μετάφραση Παναγιώτης Ιωάνου). Δεν είναι βαρύ ούτε στριφνό στην κατανόησή του. Είναι έκδοση φροντισμένη με καλοτυπωμένη εικονογράφηση, τόσο συνδεδεμένη με το αντικείμενο που επεξεργάζεται τόσο απαραίτητη για να φτιάξει κανείς αίσθηση. Ως πρώτο βιβλίο τέχνης ο Χάσκελ καθιερώνει την πολύχρονη προσπάθεια με την πρωτοβουλία του συλλέκτη Πιέρ Κροζά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με συγγραφέα τον Πιέρ-Ζαν Μαριέτ που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1729. Το βιβλίο τέχνης, όρος ασαφής από μόνος του, καλείται να διαχειρίζεται τον έντυπο χώρο που διαθέτει με ισομέρεια ανάμεσα στο κείμενο και την απεικόνιση στην οποία αναφέρεται. Δεν είναι απλή συρραφή εικονογραφημένων εκτυπώσεων. Σήμερα, πολλά μπορεί να είναι αυτονόητα, στο ξεκίνημά τους όμως δεν ήταν. Άνοιξαν δρόμο, θέσπισαν, όρισαν κάτι καινοφανές. Απαραίτητη η συμβολή των τεχνικών επιτευγμάτων, χωρίς αυτά τα προχωρήματα, τις κατακτήσεις δεν θα ήταν δυνατή η ύπαρξη του βιβλίου τέχνης. Η δημοσιοποίηση των βασιλικών, αριστοκρατικών ιδιωτικών συλλογών που απευθύνονταν σε ένα μεγαλύτερο κοινό, που μπορούσαν να γίνουν ορατές, όχι απευθείας αλλά με όχημα το έντυπο. Μια κατάκτηση με φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Διαφωτισμού γιατί πετύχαινε μια μεγαλύτερη διευρυμένη επικοινωνία κατορθωμάτων του πολιτισμού και της διανόησης, η έννοια του κοσμοπολιτισμού χωρίς σύνορα ήταν παρούσα, και χαλάρωνε την καθιερωμένη ιεραρχία. Καταλήγοντας, τα βιβλία παίρνουν χίλιες μορφές, έχουν κάνει και φέρνουν τόσα εμπλουτιστικά στην ζωή μας που δεν μπορεί παρά να είναι θαυμαστά. Και μοιραστικά.
Μεγάλη χαρά μου έδωσε ο πίνακας της Μαριέλας από την έκθεση «Καφές και ανάγνωση». Καφέ δεν πίνω, από διάβασμα εντάξει. Τον παρέλαβα χτες με μια γελαστή κουβέντα πάνω σε θέματα αγαπημένα. Δεν τον κρέμασα ακόμη, τον ακούμπησα απέναντι από το κρεβάτι μου, σε ένα ράφι. Τον κοίταζα για παρηγοριά το βράδυ που τσούλησε πολύ αργά με την βροχή να χτυπάει όπου βρει, τον κοιτάζω και τώρα με την χαρά της νέας πρόσκτησης που ανεβάζει τα κουράγια.
Το βιβλίο που ήθελα να παρουσιάσω σήμερα είναι του Francis Haskell (1928-2000) που δίδαξε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κοντά τριάντα χρόνια. Τα θέματα που τον τράβηξαν και μελέτησε έφεραν νέες ματιές: η ιστορία του γούστου –τι μας αρέσει, τι μας ευχαριστεί, πότε και πώς συμβαίνει το μαζικό φαινόμενο του συρμού- και η κοινωνιολογία του πολιτισμού. Το βιβλίο του γραμμένο το 1988 αλλά φρεσκομεταφρασμένο τον Σεπτέμβριο του 2013 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθιερωμένες ως ΠΕΚ για συντομία και χαϊδευτικά τιτλοφορείται Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης (μετάφραση Παναγιώτης Ιωάνου). Δεν είναι βαρύ ούτε στριφνό στην κατανόησή του. Είναι έκδοση φροντισμένη με καλοτυπωμένη εικονογράφηση, τόσο συνδεδεμένη με το αντικείμενο που επεξεργάζεται τόσο απαραίτητη για να φτιάξει κανείς αίσθηση. Ως πρώτο βιβλίο τέχνης ο Χάσκελ καθιερώνει την πολύχρονη προσπάθεια με την πρωτοβουλία του συλλέκτη Πιέρ Κροζά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με συγγραφέα τον Πιέρ-Ζαν Μαριέτ που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1729. Το βιβλίο τέχνης, όρος ασαφής από μόνος του, καλείται να διαχειρίζεται τον έντυπο χώρο που διαθέτει με ισομέρεια ανάμεσα στο κείμενο και την απεικόνιση στην οποία αναφέρεται. Δεν είναι απλή συρραφή εικονογραφημένων εκτυπώσεων. Σήμερα, πολλά μπορεί να είναι αυτονόητα, στο ξεκίνημά τους όμως δεν ήταν. Άνοιξαν δρόμο, θέσπισαν, όρισαν κάτι καινοφανές. Απαραίτητη η συμβολή των τεχνικών επιτευγμάτων, χωρίς αυτά τα προχωρήματα, τις κατακτήσεις δεν θα ήταν δυνατή η ύπαρξη του βιβλίου τέχνης. Η δημοσιοποίηση των βασιλικών, αριστοκρατικών ιδιωτικών συλλογών που απευθύνονταν σε ένα μεγαλύτερο κοινό, που μπορούσαν να γίνουν ορατές, όχι απευθείας αλλά με όχημα το έντυπο. Μια κατάκτηση με φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Διαφωτισμού γιατί πετύχαινε μια μεγαλύτερη διευρυμένη επικοινωνία κατορθωμάτων του πολιτισμού και της διανόησης, η έννοια του κοσμοπολιτισμού χωρίς σύνορα ήταν παρούσα, και χαλάρωνε την καθιερωμένη ιεραρχία. Καταλήγοντας, τα βιβλία παίρνουν χίλιες μορφές, έχουν κάνει και φέρνουν τόσα εμπλουτιστικά στην ζωή μας που δεν μπορεί παρά να είναι θαυμαστά. Και μοιραστικά.
Τρίτη 26 Μαρτίου 2013
Λόγια για την εθνική εορτή, με βιβλιοθήκες
Και επειδή δεν ταίριαξε η ανάρτηση της Καθαρής Δευτέρας είπα να ταιριάζει, κάπως να είναι στο πλαίσιο, με την εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου 1821 η επόμενη ανάρτηση. Προσφέρουν οι γιορτές την αφορμή να σκεφτούμε, να θυμηθούμε και να δούμε τα πράγματα με νέα οπτική. Να παρακολουθήσουμε την πορεία του περιεχομένου του εορτασμού μέσα στο χρόνο. Ακόμα, να βάλουμε νέες παραμέτρους και διαστάσεις, σκεπτικισμό και αναθεώρηση. Μας δίνουν την ευκαιρία να ανατοποθετηθούμε απέναντι στο παρελθόν σε σχέση με το παρόν. Όλα αυτά και άλλα. Θρησκευτικές και μη γιορτές δεν τις θεσμοθετούμε απλά για να επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια, να αναμασάμε τα τσιμεντοποιημένα στερεότυπα που προκύπτουν, συμπεριφορές και ιδέες που κάποτε βρίσκονταν σε αρμονία με τις επιταγές άλλων καιρών. Γιατί τότε οι γιορτές, όχι μόνον χάνουν το ενδιαφέρον τους, γίνονται βαρετές επαναλήψεις αλλά ακόμα στέκονται εμπόδιο για εκείνη την νέα αυτογνωστκή συλλογική αντίληψη που μας οδηγεί στο μέλλον.
Ροκανίζω, αργά είναι αλήθεια τα βιβλία του παζαριού της πλατείας Κοτζιά.
Μεταξύ άλλων, προς το ποσό των τριών ευρώ, με τράβηξε μια προσεγμένη ανατύπωση του 1991 από τις εκδόσεις Εκάτη, χωρίς άλλες προσθήκες, σχόλια, πρόλογο, επεξηγηματικές σημειώσεις και τα παρεμφερή των επανεκδόσεων, του βιβλίου του Δ. Βικέλα, με τίτλο Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν. Επιστολές που απεύθυνε στον Γάλλο φίλο του Πολ Όλλεντορφ κατά την διάρκεια ταξιδιού στην Ελλάδα την Άνοιξη του 1884, και ο ντε Σεν Ιλέρ τον παρακίνησε να δημοσιεύσει και στα ελληνικά. Εξήντα γεμάτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση και σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, ο Βικέλας κάνει συγκρίσεις, παρατηρεί με ενδιαφέρον τις αλλαγές συμπεριφορών, καταγράφει τα σημάδια ανάπτυξης στους τομείς των μεταφορών, της γεωργίας, του εμπορίου, των τεχνών και επιστημών. Από τον θεματικό πλούτο των αναφορών, όπως όλοι στο σημείο αυτό καταλαβαίνουμε, επικεντρώνομαι σε μνείες για βιβλιοθήκες. Ναι, υπάρχουν και βιβλιοθήκες ή μάλλον καλύτερα ευχή δημιουργίας βιβλιοθηκών.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι γινόταν μια κουβέντα για τις ανασκαφές και τα ευρήματά τους σε όλη την Ελλάδα. Μια μερίδα υποστήριζε ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα θα έπρεπε να συγκεντρώνονται στην Αθήνα, κυρίως για λόγους ασφαλείας. Στον αντίποδα, η άλλη μερίδα διατεινόταν πως θα έπρεπε να παραμένουν στους χώρους τους και εκεί επιτόπου να δημιουργούνται μουσεία και παραθέτω «δεν θα είναι ο εις έκαστον Μουσείον σχηματισμός βιβλιοθήκης, περιεχούσης ικανά βοηθήματα διά τας πρώτας των αρχαιολογούντων μελέτας» (σ. 157). Οι βιβλιοθήκες των μουσείων θα αποτελούσαν κίνητρο για τους επιστήμονες ώστε να επιθυμούν να πηγαίνουν και να παραμένουν στους τόπους των ανασκαφών, εφόσον θα μπορούσαν να εργαστούν με σύγχρονες συνθήκες έρευνας. Ιδέα λογική και χρήσιμη και ίσως να είχε αποδώσει αν είχε εφαρμοστεί. Αφορμή για την πρόταση του Βικέλα ήταν η επίσκεψή του στους χώρους της Ολυμπίας. Σπουδαίες και περίφημες είναι οι βιβλιοθήκες των ξένων αρχαιολογικών σχολών στην Αθήνα, της Γαλλικής και της Βρετανικής αλλά και των μεταγενέστερων, με κορυφαία την πλούσια και αυστηρή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη που είναι ανοικτή με ευρύτατο ωράριο και στους Έλληνες μελετητές.
Δανείζομαι τα υπερήφανα και συγκινητικά λόγια του Βικέλα για το τέλος της ανάρτησης και μέσα στο πνεύμα της επετείου του ’21 «Το κατ’ εμέ, θα αποθάνω με πίστιν ακλόνητον εις το μέλλον της Ελλάδος. Δεν αρνούμαι ότι ζηλεύω τους μετά πεντήκοντα εκατόν έτη συμπολίτας μου (δηλαδή εμάς!!), αλλ’ όταν σκέπτωμαι πώς οι πατέρες των πατέρων ημών διεβίωσαν, εν τω μέσω της αδημονίας και της πικρίας δουλικών ημερών, παρηγορούμαι ότι ανήκω εις την πρώτην γενεάν των επί της γης ελευθέρας γεννηθέντων Ελλήνων.» (σ. 200).
Ροκανίζω, αργά είναι αλήθεια τα βιβλία του παζαριού της πλατείας Κοτζιά.
Μεταξύ άλλων, προς το ποσό των τριών ευρώ, με τράβηξε μια προσεγμένη ανατύπωση του 1991 από τις εκδόσεις Εκάτη, χωρίς άλλες προσθήκες, σχόλια, πρόλογο, επεξηγηματικές σημειώσεις και τα παρεμφερή των επανεκδόσεων, του βιβλίου του Δ. Βικέλα, με τίτλο Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν. Επιστολές που απεύθυνε στον Γάλλο φίλο του Πολ Όλλεντορφ κατά την διάρκεια ταξιδιού στην Ελλάδα την Άνοιξη του 1884, και ο ντε Σεν Ιλέρ τον παρακίνησε να δημοσιεύσει και στα ελληνικά. Εξήντα γεμάτα χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση και σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, ο Βικέλας κάνει συγκρίσεις, παρατηρεί με ενδιαφέρον τις αλλαγές συμπεριφορών, καταγράφει τα σημάδια ανάπτυξης στους τομείς των μεταφορών, της γεωργίας, του εμπορίου, των τεχνών και επιστημών. Από τον θεματικό πλούτο των αναφορών, όπως όλοι στο σημείο αυτό καταλαβαίνουμε, επικεντρώνομαι σε μνείες για βιβλιοθήκες. Ναι, υπάρχουν και βιβλιοθήκες ή μάλλον καλύτερα ευχή δημιουργίας βιβλιοθηκών.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι γινόταν μια κουβέντα για τις ανασκαφές και τα ευρήματά τους σε όλη την Ελλάδα. Μια μερίδα υποστήριζε ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα θα έπρεπε να συγκεντρώνονται στην Αθήνα, κυρίως για λόγους ασφαλείας. Στον αντίποδα, η άλλη μερίδα διατεινόταν πως θα έπρεπε να παραμένουν στους χώρους τους και εκεί επιτόπου να δημιουργούνται μουσεία και παραθέτω «δεν θα είναι ο εις έκαστον Μουσείον σχηματισμός βιβλιοθήκης, περιεχούσης ικανά βοηθήματα διά τας πρώτας των αρχαιολογούντων μελέτας» (σ. 157). Οι βιβλιοθήκες των μουσείων θα αποτελούσαν κίνητρο για τους επιστήμονες ώστε να επιθυμούν να πηγαίνουν και να παραμένουν στους τόπους των ανασκαφών, εφόσον θα μπορούσαν να εργαστούν με σύγχρονες συνθήκες έρευνας. Ιδέα λογική και χρήσιμη και ίσως να είχε αποδώσει αν είχε εφαρμοστεί. Αφορμή για την πρόταση του Βικέλα ήταν η επίσκεψή του στους χώρους της Ολυμπίας. Σπουδαίες και περίφημες είναι οι βιβλιοθήκες των ξένων αρχαιολογικών σχολών στην Αθήνα, της Γαλλικής και της Βρετανικής αλλά και των μεταγενέστερων, με κορυφαία την πλούσια και αυστηρή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη που είναι ανοικτή με ευρύτατο ωράριο και στους Έλληνες μελετητές.
Δανείζομαι τα υπερήφανα και συγκινητικά λόγια του Βικέλα για το τέλος της ανάρτησης και μέσα στο πνεύμα της επετείου του ’21 «Το κατ’ εμέ, θα αποθάνω με πίστιν ακλόνητον εις το μέλλον της Ελλάδος. Δεν αρνούμαι ότι ζηλεύω τους μετά πεντήκοντα εκατόν έτη συμπολίτας μου (δηλαδή εμάς!!), αλλ’ όταν σκέπτωμαι πώς οι πατέρες των πατέρων ημών διεβίωσαν, εν τω μέσω της αδημονίας και της πικρίας δουλικών ημερών, παρηγορούμαι ότι ανήκω εις την πρώτην γενεάν των επί της γης ελευθέρας γεννηθέντων Ελλήνων.» (σ. 200).Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012
Μία διαφορετική ιστορία του κόσμου
Ο αυστριακός θεωρητικός τέχνης Ernst Hans Josef Gombrich έγινε ευρύτατα γνωστός από την εισαγωγή του στην ιστορία της τέχνης, με τον τίτλο το Χρονικό της Τέχνης. Ένα βιβλίο που μοιράζεται ως σύγγραμμα σε αρκετές σχολές και που αρκετοί το διάβασαν ως ύλη σε σχετικά μαθήματα, κι εγώ ανάμεσά τους. Ένα βιβλίο που αξίζει να υπάρχει σε βιβλιοθήκες ανθρώπων που τα ενδιαφέροντά τους άπτονται σε τέτοιου είδους θέματα.
Ωστόσο, πριν από αυτό το βιβλίο είχε προηγηθεί η συγγραφή του βιβλίου Μικρή ιστορία του κόσμου.
Το 1935 ο Gombrich έχοντας τελειώσει τις σπουδές του από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, άνεργος και χωρίς καμία προοπτική για εργασία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, συνομιλώντας με έναν φίλο του εκδότη τον Walter Neurath (αργότερα ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Thames & Hudson) του πρότεινε να ρίξει μια ματιά σε ένα ιστορικό βιβλίο που προορίζονταν για παιδιά για να το μεταφράσει στα γερμανικά. Ο Gombrich δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένος με το βιβλίο αφού θεώρησε ότι ακόμη και εκείνος θα μπορούσε να γράψει κάτι καλύτερο.Εκείνη την περίοδο ασχολούνταν με τη διδακτορική του διατριβή και είχε βαρεθεί να γράφει και να διαβάζει επιστημονικά κείμενα οπότε τον ενθουσίαζε η ιδέα να αφηγηθεί με απλό τρόπο, χωρίς πομπώδεις λέξεις και βιβλιογραφικές παραπομπές, γεγονότα του παρελθόντος.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η συγγραφή της Μικρής ιστορίας του κόσμου ενός βιβλίου που δικαίως βρίσκεται στις λίστες με τα ευπώλητα και έχει μεταφραστεί σε πάνω από 18 γλώσσες. Το βιβλίο περιλαμβάνει με ένα μοναδικό τρόπο την ιστορία της ανθρωπότητας από την παλαιολιθική έως τη σύγχρονη εποχή.
Σίγουρα δεν θα ικανοποιήσει όσους επιθυμούν να διαβάσουν με επιστημονικό τρόπο, με ακριβής χρονολογίες και ονόματα την ιστορία αλλά θα συνεπάρει όσους θέλουν να κάνουν μια διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας.
Φυσικά δε λείπει η ιστορία της γραφής.
Παραθέτω λίγα λόγια για να γίνει πιο αντιληπτό το ύφος:
Μ-Π-Ο-Ρ-Ω Ν-Α Δ-Ι-Α-Β-Α-Ζ-Ω
Πως το κάνεις αυτό; "Μα ακόμα κι ένα παιδί της πρώτης δημοτικού ξέρει την απάντηση" θα πεις. "Συλλαβίζω τις λέξεις". Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό; "Λοιπόν βλέπεις ότι υπάρχει ένα Μ, ένα Π, ένα Ο, ένα Ρ και ένα Ω και καταλαβαίνεις ότι γράφει "μπορώ". Και με 24 γράμματα μπορείς να γράψεις τα πάντα". Τα πάντα; Ναι, τα πάντα! Σε όλες τις γλώσσες; Λίγο πολύ ναι, αν και το λατινικό αλφάβητο έχει 26 γράμματα.
Δεν είναι εκπληκτικό αυτό; Με 24 απλά σημάδια, που το καθένα τους αποτελείται από μία ή δύο γραμμές, μπορούμε να γράψουμε οτιδήποτε - εμπνευσμένο ή ανόητο, αγαθό ή δαιμονικό. Για τους αρχαίους Αιγύπτιους όμως δεν ήταν τόσο εύκολο νε γραφούν με ιερογλυφικά. Ούτε και για τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν τη σφηνοειδή γραφή, γιατί εφευρίσκονταν ολοένα και περισσότερα νέα σημάδια, που το καθένα τους δεν αντιστοιχούσε σ' ένα γράμμα, αλλά σε μία τουλάχιστον συλλαβή. Η σκέψη όμως ότι κάθε σημάδι αντιπροσωπεύει ένα μόνο φθόγγο, και πως από 24 σημάδια μπορεί κανείς να φτιάξει όποια λέξη διανοηθεί, ήταν κάτι εντελώς καινούριο, μια πρωτάκουστη εφεύρεση που έγινε από ανθρώπους που έγραφαν πολύ. Όχι μόνο ιερά κείμενα και ύμνους, αλλά κάθε λογής γράμματα, συμβόλαια, αποδείξεις.
Οι εφευρέτες αυτοί ήταν έμποροι. Έμποροι που ταξίδευαν στα πέρατα των θαλασσών και αντάλλασσαν και εξήγαν αγαθά απ' όλο τον κόσμο σε όλον τον κόσμο. Ζούσανε πολύ κοντά στους Εβραίους, στα λιμάνια της Τύρου και της Σιδώνας, πόλεων πολύ μεγάλων και πιο ισχυρών από την Ιερουσαλήμ, που στην κίνηση και στη ζωντάνια έμοιαζαν αρκετά με τη Βαβυλώνα. Μόνο που οι Φοίνικες ήταν λιγότερο πολεμοχαρείς. Για τις κατακτήσεις τους προτιμούσαν να χρησιμοποιούν άλλα μέσα.
Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012
Γράμματα σε ένα νέο...
Και καθώς ήμουν απορροφημένη από το
βιβλίο μου, διαβάζοντας με τα δοκίμια του Robert Louis Stevenson, έρχεται
αφορμή να επισπεύσω την ανάρτηση πριν ακόμη φτάσω στην τελευταία σελίδα.
Πρόκειται για ένα ακόμη αριστούργημα που έχει ενταχθεί στη σειρά "Στις
πηγές της γνώσης" με υπεύθυνο τον Καρτάκη των εκδόσεων Printa. Ο τίτλος του
βιβλίου που κρατώ στα χέρια μου είναι ενός εκ των δοκιμίων που περιέχει: Περί της
ηθικής του συγγραφικού επαγγέλματος. Ένας αιώνας
και μερικές ακόμη δεκαετίες έχουν περάσει από το θάνατο του συγγραφέα του νησιού των
θησαυρών, του συγγραφέα που αποκαλεί εργοδότη
του το ευρύ κοινό, κι όμως τα
λόγια του θα είναι πάντα επίκαιρα. Δώδεκα δοκίμια περιλαμβάνει,
επιλεγμένα από τον υπεύθυνο της σειράς, ένα εκ των οποίων αγαπημένο από τον
αγαπημένο Μπόρχες με τίτλο "Περί ονείρων", αδιάβαστο ακόμη.
Τα παρακάτω
αποσπάσματα είναι δανεισμένο από το Γράμμα σ' έναν νέο
που προτίθεται να σταδιοδρομήσει στο χώρο της τέχνης.
Λίγα λόγια του για το
χρήμα:
Ο συγγραφέας, όμως, έχει να αντιμετωπίσει τη διπλή ατυχία
τού να πληρώνεται πενιχρά όταν μπορεί να δουλέψει, και να μην μπορεί να
δουλέψει όταν γεράσει. Πρόκειται, επομένως, για έναν τρόπο ζωής που σίγουρα θα
σας οδηγήσει σε αδιέξοδο. Γιατί ο συγγραφέας (παρά τα κάποια τρανταχτά
παραδείγματα περί του αντιθέτου) πρέπει να περιμένει πως θα 'ναι
κακοπληρωμένος. Ο Tennyson και ο Montepin κατόρθωσαν να εισπράττουν παχυλότατες αμοιβές, όμως δεν
μπορούμε όλοι να ελπίζουμε πως θα γίνουμε σαν αυτούς. Έαν επιλέξετε κάποια
τέχνη για επάγγελμα, θα πρέπει εξαρχής να βγάλετε τελείως από το μυαλό σας
οποιαδήποτε επιθυμία για χρήματα. Το μόνο που λογικά δικαιούστε να αναμένετε,
εάν έχετε κάποιο ταλέντο και εφόσον είστε αρκούντως φιλόπονος, είναι ένα
εισόδημα αντίστοιχο με αυτό που κερδίζει ένας υπάλληλος, με το ένα δέκατο ή
ίσως το ένα εικοστό του δικού σας ψυχικού κόστους. Και ούτε έχετε δικαίωμα να
ελπίζετε σε κάτι περισσότερο. Η ανταμοιβή σας βρίσκεται σε ό,τι σας προσφέρει η
ζωή σας και όχι σε ό,τι σας προσφέρει το επάγγελμά σας - η πραγματική αμοιβή,
εδώ, είναι η ίδια η δουλειά.
Θα έχει γίνει ίσως αντιληπτό πως δεν δείχνω ιδιαίτερη
κατανόηση για τις συνήθεις μεμψιμοιρίες των καλλιτεχνικών κύκλων. Ίσως να μη
θυμούνται ποιο είναι το μεροκάμματο κάποιου που δουλεύει στα χωράφια, ή μήπως
θαρρούν πως δεν χωρεί σύγκριση; Ίσως να ξέχασαν πόσο λιτή ήταν η ζωή του Millet, ή μήπως νομίζουν πως, επειδή έχουν μικρότερο ταλέντο,
δικαιολογούνται να μην έχουν και τις ίδιες αρετές; Αλλά σ' ένα τουλάχιστον σημείο
δεν χωρεί καμία αμφιβολία: αν κάποιος δεν είναι ολιγαρκής, δεν έχει καμία
δουλειά στο χώρο της τέχνης...
Λίγα λόγια του για τη
φήμη:
Τα εγκώμια, θα μου πείτε, είναι θεσπέσια τροφή. Και εάν
μεν εννοείτε τις επιδοκιμασίες και τα ενθαρρυντικά λόγια από τους άλλους
καλλιτέχνες, τότε πράγματι αναφέρεστε σε μία από τις ουσιαστικότερες και
διαρκέστερες απολαύσεις στη σταδιοδρομία ενός καλλιτέχνη. Αλλά εάν το μυαλό σας
πηγαίνει στους επαίνους του κοινού ή των εφημερίδων, τότε να είστε βέβαιος πως
τρέφετε φρούδες ελπίδες. Είναι αλήθεια πως σε ορισμένα ειδικευμένα και
περιορισμένης κυκλοφορίας έντυπα, το έργο ενός συγγραφέα, για παράδειγμα,
τυγχάνει της δέουσας κριτικής, και συχνά τον επαινούν πολύ περισσότερο από ό,τι
αξίζει, καμιά φορά για ιδιότητες ή χαρακτηριστικά που ο ίδιος καυχιόταν πως
αποφεύγει, και άλλοτε πάλι από κυρίες ή κυρίους που αρνήθηκαν στον εαυτό τους
το προνόμιο να διαβάσουν προηγουμένως το έργο του. Πάντως, εάν κάποιος
νοιάζεται για τέτοιου είδους επαίνους, θα πρέπει να υποθέσουμε πως νοιάζεται
εξίσου και γι' αυτό που συχνά τους συνοδεύει και που πάντα τους ακολουθεί: τη
φριχτή γελοιοποίηση.
Αχ, πόσο διαφορετική θα ήταν αυτή η χώρα αν όλοι είχαμε επισκεφτεί μια βιβλιοθήκη και είχαμε πάρει
από τα ράφια με τα "αζήτητα" ένα βιβλίο κλασικό-διαχρονικό γεμάτο
λέξεις με σκέψεις...
Σάββατο 5 Μαΐου 2012
Ένα παλιό τυπογραφείο
Νιώθω ότι γεμίσαμε αράχνες – τουλάχιστον όχι στο μυαλό –
θέλω να πιστεύω.
Μερικές λέξεις με παρακίνησαν να τραβήξω από τη στοίβα
των αναβαλλόμενων αναρτήσεων ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο γεμάτο βιβλιοιστορίες που μου έμαθαν και με
διασκέδασαν, άλλος ένας καλός φίλος που θέλω να έχω μαζί στα ταξίδια μου.
Η ιστορία ενός τυπογραφείου έχει να αφηγηθεί την ιστορία
όλων των βιβλίων που τυπώθηκαν στα μηχανήματά του αλλά κυρίως των ανθρώπων που
κρύβονται πίσω από τις χάρτινες σελίδες: συγγραφέων, επιμελητών, μεταφραστών,
εκδοτών, καλλιτεχνών και τόσων άλλων.
Το τυπογραφείο των αδελφών Ταρουσόπουλου λειτούργησε για
περισσότερο από έναν αιώνα τυπώνοντας βιβλία ανυπόμονων συγγραφέων και
ξυλογραφίες υπομονετικών χαρακτών.
Πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι συνεργάζονταν
με σκοπό τη δημιουργία ενός καλαίσθητου βιβλίου κάτω από συνθήκες εντελώς
διαφορετικές από τις σημερινές.
Οι τυπογράφοι δε δεν φημίζονταν για τη μακροβιότητα τους
καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν τη φλεβίτιδα από την ορθοστασία καθώς και τον
καρκίνο του στομάχου από την εισπνοή αντιμονίου και μολύβδου.
Για τέτοιες συνθήκες μιλάμε.
Ξεπερνώντας τις δυσκολίες και κυνηγώντας το χρόνο – τις
περισσότερες φορές πιο αργά από ό,τι θα ήθελαν συγγραφείς σαν τον Σεφέρη που
βιάζονταν να δουν τα βιβλία τους στα χέρια των αναγνωστών – εκατοντάδες τίτλοι
τυπώθηκαν αναδεικνύοντας το μεράκι των Ταρουσόπουλων και τον πλούτο του
τυπογραφικού υλικού που διέθεταν. Υπήρχαν στο τυπογραφείο τους, λέγεται, 2.200 είδη τυπογραφικών
στοιχείων που έφθαναν σε συνολικό βάρος τους 18 τόνους.
Ο τυπογράφος είναι ένας μάστορας που πρωτίστως τον
ενδιαφέρει η εικόνα και συχνά έρχονταν σε ρήξη με τους συγγραφείς. Με πικρία αλλά
και με δόση χιούμορ αναφέρει ο Σεφέρης στις
Μέρες του τις αλλαγές που πρότεινε ο τυπογράφος στο κείμενο για να
διευκολύνει το έργο του:
«Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τούτο το στοίχο που
περισσεύει;».
Αφορμή για τον ανάγνωση του βιβλίου του Κάσδαγλη ήταν το
αφιέρωμα που πραγματοποίησε το ΜΙΕΤ στο βιβλιοπωλείο του για το τυπογραφείο των αδελφών
Ταρουσόπουλου.
Δε ξέρω αν η έκθεση υπάρχει ακόμα, εξάλλου εκθέσεις που
αντιμετωπίζουν το βιβλίο σαν μουσειακό αντικείμενο και το φυλακίζουν μέσα σε
βιτρίνες επιτρέποντας την οπτική επαφή μόνο δύο σελίδων, δεν είναι του γούστου
μου. Σίγουρα όμως τα βιβλία που τυπώθηκαν μέχρι το 1969, έτος που έπαψε να
λειτουργεί το τυπογραφείο, υπάρχουν στις βιβλιοθήκες περιμένοντας ακόμα αναγνώστες και βιβλιόφιλους.
Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011
Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο
Δε συνηθίζω να γράφω για βιβλία πολυδιαφημισμένα, όχι για κανέναν άλλο λόγο απλά γιατί ό,τι θα μπορούσα να πω έχει ήδη ειπωθεί. Κάνω μια μικρή εξαίρεση, τη δεύτερη για το συγκεκριμένο βιβλίο μιας που για πρώτη φορά αγοράζω ένα βιβλίο που βρίσκεται πρώτο στις λίστες με τα ευπώλητα για εβδομάδες. Για άλλη μια φορά το πρώτο που με τράβηξε στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ο τίτλος του καθώς και ο συγγραφέας.
"Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο" του Άρτουρ Σοπενχάουερ. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αι. πρώτος σε πωλήσεις, ποιος θα το πίστευε. Να όμως που η καλή προώθηση ενός βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο μπορεί να κάνει θαύματα (και η καλή τιμή του). Εκτός από την προώθηση που παίζει αναμφίβολα σπουδαίο ρόλο για την ελληνική επιτυχία του βιβλίου ευθύνεται και η έκδοση επιμελημένη έτσι ώστε να απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι σε ένα εξειδικευμένο κοινό. Το σχόλια του μεταφραστή και του εκδότη της αγγλικής έκδοσης περί περικοπής και παράληψης σημείων που θεωρήθηκαν ακατάλληλα και όχι γενικού ενδιαφέροντος εξηγούν και δικαιολογούν εν μέρη την εμπορική του επιτυχία. Μια τεχνική που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη εφόσον φυσικά δε θίγει τις πρωτότυπες ιδέες και γίνεται αφορμή ώστε να μπουν διεθνώς οι λέξεις (ή κάποιες από τις λέξεις) του Γερμανού φιλόσοφου στα σπίτια του ευρέως αναγνωστικού κοινού. Τεχνική που ακολουθούν και άλλοι τίτλοι των εκδόσεων Πατάκη αυτής της σειράς.
"Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο" του Άρτουρ Σοπενχάουερ. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αι. πρώτος σε πωλήσεις, ποιος θα το πίστευε. Να όμως που η καλή προώθηση ενός βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο μπορεί να κάνει θαύματα (και η καλή τιμή του). Εκτός από την προώθηση που παίζει αναμφίβολα σπουδαίο ρόλο για την ελληνική επιτυχία του βιβλίου ευθύνεται και η έκδοση επιμελημένη έτσι ώστε να απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι σε ένα εξειδικευμένο κοινό. Το σχόλια του μεταφραστή και του εκδότη της αγγλικής έκδοσης περί περικοπής και παράληψης σημείων που θεωρήθηκαν ακατάλληλα και όχι γενικού ενδιαφέροντος εξηγούν και δικαιολογούν εν μέρη την εμπορική του επιτυχία. Μια τεχνική που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη εφόσον φυσικά δε θίγει τις πρωτότυπες ιδέες και γίνεται αφορμή ώστε να μπουν διεθνώς οι λέξεις (ή κάποιες από τις λέξεις) του Γερμανού φιλόσοφου στα σπίτια του ευρέως αναγνωστικού κοινού. Τεχνική που ακολουθούν και άλλοι τίτλοι των εκδόσεων Πατάκη αυτής της σειράς.
Στο ειρωνικό και αρκετά χιουμοριστικό δοκίμιο διακρίνεται η πεσιμιστική θέση του Σοπενχάουερ γύρω από την ανθρώπινη φύση που διακατέχει ολόκληρη τη φιλοσοφία του. Επιθυμία του ήταν να προστατέψει τους αναγνώστες του από τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούν οι υπόλοιποι (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαφημιστές κ.ο.κ.) ούτως ώστε να επιβληθούν. Στην ουσία διδάσκει την "Εριστική διαλεκτική που είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς - και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις τους - είτε έχει δίκαιο είτε άδικο", έτσι ώστε να αναγνωρίζονται τα κακόβουλα τεχνάσματα όσων σκοπίμως θέλουν να φαίνεται πως έχουν πάντα δίκαιο. Για τον λόγο αυτόν ο ίδιος αντιμετώπισε το κείμενό του ως ένα σύγγραμμα με ειρωνική διάθεση και περισσότερο ως μια προειδοποίηση με παραδείγματα παρά μία διδαχή.
Κυριακή 13 Μαρτίου 2011
Καταστροφές
Η προηγούμενη ανάρτηση έκανε πάσα, όπως έχουν να λένε τα περάσματα από την μια κουβέντα στην άλλη, φράση δανεική από τα ομαδικά αθλήματα, στο θέμα του ηλεκτρονικού βιβλίου. Όμως, δεν ήρθε και πάλι ο καιρός του. Ο καιρός με τους σεισμούς και τα τσουνάμι και τις συνέπειές τους το παραμερίζουν, φέρνοντας στην πρώτη γραμμή αισθήματα απόγνωσης και αδιέξοδου, γεννώντας σκέψεις.
Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι φυσικές καταστροφές είναι άγνωστες στον πλανήτη Γη και τους κατοίκους τους ανάμεσά τους και τον άνθρωπο, ον λογικό που δεν οσμίζεται την συμφορά πριν φτάσει αλλά προσπαθεί να την εξηγήσει, να την αποδώσει, να μελετήσει τα χαρακτηριστικά της, να καταμετρήσει, να εξάγει συμπεράσματα μετά. Τραύμα της Ευρώπης υπήρξε ο Μεγάλος Σεισμός, ο επονομαζόμενος της Λισσαβόνας το 1755. Με ισχύ 9 της κλίμακας Μερκάλι, έπληξε μεγάλα τμήματα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Βόρειας Αφρικής, ισοπέδωσε την πρωτεύουσα με το κοσμοπολίτικο λιμάνι της Λισαβόνας όπου χάθηκαν 15.000-60.000 ψυχές και από την καταστροφή αυτής της πόλης πήρε επιλεκτικά το όνομά της. Ο Βολταίρος συγκλονισμένος από τον σεισμό έγραψε την γνωστή επιστολή όπου αναρωτιόταν αν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Η σοφία και η το αίσθημα δικαίου του Θεού τέθηκαν σε αμφισβήτηση και η Φύση έδειξε ότι δεν είναι μόνον καλή και αγαθή. Και αν πριν από τον σεισμό της Λισαβόνας οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι φυσικές καταστροφές έρχονταν σαν τιμωρία για τις όποιες αμαρτίες τους, ο Διαφωτισμός που διαχώρισε την φύση από την ηθική της κοινωνίας βρήκε πρόσφορο έδαφος ώστε να στηρίξει την επιχειρηματολογία του.
Στην φυσική καταστροφολογία ήρθε να προστεθεί και εκείνη του ανθρώπου, στους Παγκόσμιους Πολέμους αλλά και σε όλους του πολέμους που συνεχίζονται αδιάκοπα σε διάφορα μήκη και πλάτη με απίστευτη αγριότητα, δεν χρειάζεται να παρατεθούν παραδείγματα, είναι πολλά, συνεχιζόμενα και κοντά στην γειτονιά μας ορισμένα, μια βόρεια, μια ανατολικά, μια νότια…
Η καταστροφολογία και το μέλλον της ανθρωπότητας είναι στο επιστημονικό τραπέζι. Να, λοιπόν, μερικά βιβλία που αναφέρονται στο θέμα, έτσι για να εμβαθύνουμε την τηλεοπτική εικόνα και καναλική κουβέντα.
Πρώτο διαβασμένο το W.G. Sebald, Η φυσική ιστορία της καταστροφής, μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα που αξίζει για την περιδιάβαση στον χρόνο, τις αναζητήσεις και τις διατυπώσεις του. Τόσο μου άρεσε που το δάνεισα σχεδόν χωρίς επιστροφή μα τώρα λυπάμαι που μαζί με το βιβλίο έχασα τις υπογραμμίσεις και τα σημαδάκια μου. Άλλο του Jean-Pierre Dupuy γραμμένο το 2005, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2008 με τίτλο Ελάσσων μεταφυσική των τσουνάμι, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου και πάλι από τις εκδόσεις Άγρα. Μιλάει για την Λισαβόνα, την Σουμάτρα, τους Δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, το Άουσβιτς, την Χιροσίμα, τους φιλοσόφους Λάιμπνιτς, Ρουσσώ, Βολταίρο. Ο συγγραφέας το 2002 είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο με τίτλο Για μια πεφωτισμένη καταστροφολογία: όταν το αδύνατο είναι βέβαιο (αμετάφραστο νομίζω στα ελληνικά) που ξαναβγήκε το 2004. Εδώ έχω τις υπογραμμίσεις μου, τις διατρέχω, ξαναθυμάμαι και επιλέγω να παραθέσω εκείνη με το πιο σταθερό χέρι, με την πιο βαθειά μολυβιά. Λέει για την πυρηνική βόμβα: «Γιατί χρησιμοποιήθηκε η βόμβα; Πολύ απλά, γιατί υπήρχε. Η ύπαρξή της και μόνον αποτελεί απειλή, ή μάλλον υπόσχεση χρησιμοποίησής της… Διότι, άπαξ και ξεπεραστούν ορισμένα όρια, η δύναμή μας να πράττουμε υπερβαίνει κατά πολύ την ικανότητά μας να αισθανόμαστε και να φανταζόμαστε» (σ. 111).
Λίγο άσχετο αλλά μου κολλάει εδώ, είναι γιατί μου αρέσουν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας που δείχνουν την διαχείριση νέων τεχνικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και τα διλήμματα που βάζουν, τα όρια που μετατοπίζονται στην κινούμενη άμμο του μέλλοντος από τον Νέμο στο υποβρύχιό του, τον δόκτορα Νο αντιμέτωπο με τον Τζέιμς Μποντ, τον δικαστή Ντρεντ (με τον Σταλλόνε χμ! δεν ντρέπομαι το ομολογώ), Μπλέιντ Ράνερς, και βάλε.
Κλείνω με το βιβλίο του δημοσιογράφου Nicholas Shrady Ο Μεγάλος Σεισμός: καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισαβόνα το 1755, μετάφραση Ξενοφών Γιαταγάνας, εκδόσεις Κριτική, 2010, το 2008 κυκλοφόρησε στα αγγλικά.
Το παρελθόν βρίσκεται στο παρόν και το παρόν είναι το κοντινότερο βήμα στο μέλλον. Η διαχείριση καταστροφών δεν είναι μόνον τα προληπτικά μέτρα, τα σενάρια φυγής, αποφυγής και διαφυγής αλλά και η διαχείριση των αισθημάτων, των πιστεύω, πιο βαθιών επιδράσεων.
Βιβλία έχει η ανάρτηση, για βιβλιοβιβλία δεν είναι και ας μην σχολιάσω την ομοιότητα στα εξώφυλλα.
Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι φυσικές καταστροφές είναι άγνωστες στον πλανήτη Γη και τους κατοίκους τους ανάμεσά τους και τον άνθρωπο, ον λογικό που δεν οσμίζεται την συμφορά πριν φτάσει αλλά προσπαθεί να την εξηγήσει, να την αποδώσει, να μελετήσει τα χαρακτηριστικά της, να καταμετρήσει, να εξάγει συμπεράσματα μετά. Τραύμα της Ευρώπης υπήρξε ο Μεγάλος Σεισμός, ο επονομαζόμενος της Λισσαβόνας το 1755. Με ισχύ 9 της κλίμακας Μερκάλι, έπληξε μεγάλα τμήματα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Βόρειας Αφρικής, ισοπέδωσε την πρωτεύουσα με το κοσμοπολίτικο λιμάνι της Λισαβόνας όπου χάθηκαν 15.000-60.000 ψυχές και από την καταστροφή αυτής της πόλης πήρε επιλεκτικά το όνομά της. Ο Βολταίρος συγκλονισμένος από τον σεισμό έγραψε την γνωστή επιστολή όπου αναρωτιόταν αν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Η σοφία και η το αίσθημα δικαίου του Θεού τέθηκαν σε αμφισβήτηση και η Φύση έδειξε ότι δεν είναι μόνον καλή και αγαθή. Και αν πριν από τον σεισμό της Λισαβόνας οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι φυσικές καταστροφές έρχονταν σαν τιμωρία για τις όποιες αμαρτίες τους, ο Διαφωτισμός που διαχώρισε την φύση από την ηθική της κοινωνίας βρήκε πρόσφορο έδαφος ώστε να στηρίξει την επιχειρηματολογία του.
Στην φυσική καταστροφολογία ήρθε να προστεθεί και εκείνη του ανθρώπου, στους Παγκόσμιους Πολέμους αλλά και σε όλους του πολέμους που συνεχίζονται αδιάκοπα σε διάφορα μήκη και πλάτη με απίστευτη αγριότητα, δεν χρειάζεται να παρατεθούν παραδείγματα, είναι πολλά, συνεχιζόμενα και κοντά στην γειτονιά μας ορισμένα, μια βόρεια, μια ανατολικά, μια νότια…
Η καταστροφολογία και το μέλλον της ανθρωπότητας είναι στο επιστημονικό τραπέζι. Να, λοιπόν, μερικά βιβλία που αναφέρονται στο θέμα, έτσι για να εμβαθύνουμε την τηλεοπτική εικόνα και καναλική κουβέντα.

Πρώτο διαβασμένο το W.G. Sebald, Η φυσική ιστορία της καταστροφής, μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα που αξίζει για την περιδιάβαση στον χρόνο, τις αναζητήσεις και τις διατυπώσεις του. Τόσο μου άρεσε που το δάνεισα σχεδόν χωρίς επιστροφή μα τώρα λυπάμαι που μαζί με το βιβλίο έχασα τις υπογραμμίσεις και τα σημαδάκια μου. Άλλο του Jean-Pierre Dupuy γραμμένο το 2005, κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2008 με τίτλο Ελάσσων μεταφυσική των τσουνάμι, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου και πάλι από τις εκδόσεις Άγρα. Μιλάει για την Λισαβόνα, την Σουμάτρα, τους Δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, το Άουσβιτς, την Χιροσίμα, τους φιλοσόφους Λάιμπνιτς, Ρουσσώ, Βολταίρο. Ο συγγραφέας το 2002 είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο με τίτλο Για μια πεφωτισμένη καταστροφολογία: όταν το αδύνατο είναι βέβαιο (αμετάφραστο νομίζω στα ελληνικά) που ξαναβγήκε το 2004. Εδώ έχω τις υπογραμμίσεις μου, τις διατρέχω, ξαναθυμάμαι και επιλέγω να παραθέσω εκείνη με το πιο σταθερό χέρι, με την πιο βαθειά μολυβιά. Λέει για την πυρηνική βόμβα: «Γιατί χρησιμοποιήθηκε η βόμβα; Πολύ απλά, γιατί υπήρχε. Η ύπαρξή της και μόνον αποτελεί απειλή, ή μάλλον υπόσχεση χρησιμοποίησής της… Διότι, άπαξ και ξεπεραστούν ορισμένα όρια, η δύναμή μας να πράττουμε υπερβαίνει κατά πολύ την ικανότητά μας να αισθανόμαστε και να φανταζόμαστε» (σ. 111).
Λίγο άσχετο αλλά μου κολλάει εδώ, είναι γιατί μου αρέσουν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας που δείχνουν την διαχείριση νέων τεχνικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και τα διλήμματα που βάζουν, τα όρια που μετατοπίζονται στην κινούμενη άμμο του μέλλοντος από τον Νέμο στο υποβρύχιό του, τον δόκτορα Νο αντιμέτωπο με τον Τζέιμς Μποντ, τον δικαστή Ντρεντ (με τον Σταλλόνε χμ! δεν ντρέπομαι το ομολογώ), Μπλέιντ Ράνερς, και βάλε.
Κλείνω με το βιβλίο του δημοσιογράφου Nicholas Shrady Ο Μεγάλος Σεισμός: καταστροφή, δέος και ορθολογισμός στη Λισαβόνα το 1755, μετάφραση Ξενοφών Γιαταγάνας, εκδόσεις Κριτική, 2010, το 2008 κυκλοφόρησε στα αγγλικά.
Το παρελθόν βρίσκεται στο παρόν και το παρόν είναι το κοντινότερο βήμα στο μέλλον. Η διαχείριση καταστροφών δεν είναι μόνον τα προληπτικά μέτρα, τα σενάρια φυγής, αποφυγής και διαφυγής αλλά και η διαχείριση των αισθημάτων, των πιστεύω, πιο βαθιών επιδράσεων.
Βιβλία έχει η ανάρτηση, για βιβλιοβιβλία δεν είναι και ας μην σχολιάσω την ομοιότητα στα εξώφυλλα.
Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010
Λόγια
Και το σκηνικό της κάθετης πτώσης, αβεβαιότητας και φόβου συνεχίζεται, επιτείνεται μάλιστα, με την αδιάκοπη ροή γεγονότων απρόβλεπτων που ανακοινώνονται, αποκαλύπτονται και συμβαίνουν. Είμαστε, λοιπόν, θεατές-μάρτυρες που μπερδεμένοι, μουδιασμένοι πηγαιοερχόμαστε, εκτελώντας μηχανικά την καθημερινότητά μας. Ανήκουμε στην μερίδα των παθητικών δεκτών που περιμένουμε να πάθουμε ό,τι θα πάθουν όλοι αφού βρισκόμαστε μαζί πάνω στο ίδιο καράβι ή ανήκουμε στην ομάδα που εμποδίζει τα καράβια να δέσουν στον Πειραιά, πιστεύοντας ότι έτσι διορθώνουμε τα μύρια κακά του συστήματος εκμετάλλευσης ή ανήκουμε στην ομάδα που δείχνουν με το δάχτυλο ψάχνοντας υπεύθυνους, ένοχους… Δημιουργικά όλα αυτά; Αποτελεσματικά; Δεν νομίζω. Και τότε τι;
Θα δανειστώ τα λόγια και την στάση του Howard Zinn, ομότιμου καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης των ΗΠΑ, γεννημένου το 1922 στην Νέα Υόρκη. Λόγια που είπε ο ίδιος στην Ελλάδα, στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας και την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, πέρσι, τον Μάιο του 2009. Τίτλος της ομιλίας του ήταν «Η δράση των πολιτών ως προϋπόθεση της δημοκρατίας» (εκδόσεις Αιώρα, Δεκέμβριος 2009), άρα και μόνο από τον τίτλο καταλαβαίνουμε ότι απαιτείται η δράση των ατόμων που αποτελούν την πόλη, την κοινωνία για να πλησιάσουμε την δημοκρατία, όχι στα λόγια, σαν ταμπέλα, σαν διαδικασία μαγειρεμένη και μάλιστα προμαγειρεμένη. Η βία, ακόμα και η δικαιολογημένη δεν συγκαταλέγεται στις επιλογές του γιατί «η βία από τη φύση της δηλητηριάζει την ψυχή του ανθρώπου που την χρησιμοποιεί».
Και από εδώ και κάτω απλά θα παραθέσω χωρίς ενδιάμεσα σχόλια ή αναδιατυπώσεις:
«Και αυτό που μας μαθαίνει η Ιστορία είναι ότι ακόμα και η πιο μικρή δράση έχει σημασία. Είναι σημαντικό να το ξέρουμε, γιατί συχνά ο κόσμος πιστεύει ότι πρέπει να κάνει κάτι ηρωικό για να αλλάξουν τα πράγματα. Ε, λοιπόν, ναι, υπάρχουν κάποιοι που κάνουν ηρωικές πράξεις αλλά οι περισσότεροι δεν κάνουν ηρωικές πράξεις. Δεν είναι οι ηρωικές πράξεις που φέρνουν τα κοινωνικά κινήματα. Τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα, που πετυχαίνουν κάτι, εμφανίζονται επειδή εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν μικρά πράγματα και σε συγκεκριμένες στιγμές στην Ιστορία όλα αυτά τα μικρά πράγματα αθροίζονται και τότε κάτι καλό συμβαίνει, τότε έρχεται η αλλαγή.»
Και παρόλο που μόλις είπα ότι δεν θα σχολιάσω μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες χειροκροτημάτων. Εκεί που καθόμαστε σε ένα, όποιο να είναι ακροατήριο, ακούγεται από κάπου ένα χειροκρότημα. Άλλοτε, ανάλογα, παρασέρνει το σύνολο και μεταδίδεται από άκρη σε άκρη, άλλοτε μένει μοναχικό και απομονωμένο, άλλοτε πιάνει εκεί κοντά ένα γύρο και σύντομα σβήνει, σαν οι διπλανοί από ντροπή μα χωρίς πίστη προς αυτόν που ξεκίνησε να ακολούθησαν. Έτσι κάπως φτιάχνω και τον μηχανισμό διάδοσης των μικρών μη ηρωικών πράξεων, αθόρυβων μα υπαρκτών που μπορούν συμβάλλουν στην κοινωνική γαλήνη και να εξαπλωθούν και να εδραιωθούν.
Ο Zinn έκλεισε την ομιλία λέγοντας:
«Και κάτι ακόμα: αν συμμετέχετε σ’ ένα κίνημα , έστω και με την πιο μικρή πράξη, αν συμμετέχετε στον αγώνα για μια πραγματική δημοκρατία, είτε η προσπάθεια αυτή στεφτεί άμεσα με επιτυχία είτε όχι, είτε κερδίσετε μια νίκη είτε όχι, αύριο ή την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο μήνα, απλώς και μόνο με τη συμμετοχή σας στον αγώνα, η ζωή σας θα γίνει καλύτερη, θα αποκτήσει νόημα, η ζωή σας θα γίνει πιο ενδιαφέρουσα.»
Αυτό που εμείς λέμε καβαφική «Ιθάκη», ότι η διαδρομή, η προσπάθεια είναι εξίσου σημαντική αν όχι και πιο από την τελική άφιξη στο νησί των στόχων.
Και αν η ανακούφιση είναι δουλειά των φιλοσόφων, ανακούφιση βρίσκω εδώ από έναν ιστορικό που αντλεί από το παρελθόν και εμπλέκεται ενεργά στο παρόν.
Αυτή η ανάρτηση δεν είναι βιβλιοβιβλιοανάρτηση, το ξέρω μην νομίζετε, αλλά δεν μου έβγαινε αλλιώς.
Θα δανειστώ τα λόγια και την στάση του Howard Zinn, ομότιμου καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης των ΗΠΑ, γεννημένου το 1922 στην Νέα Υόρκη. Λόγια που είπε ο ίδιος στην Ελλάδα, στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας και την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, πέρσι, τον Μάιο του 2009. Τίτλος της ομιλίας του ήταν «Η δράση των πολιτών ως προϋπόθεση της δημοκρατίας» (εκδόσεις Αιώρα, Δεκέμβριος 2009), άρα και μόνο από τον τίτλο καταλαβαίνουμε ότι απαιτείται η δράση των ατόμων που αποτελούν την πόλη, την κοινωνία για να πλησιάσουμε την δημοκρατία, όχι στα λόγια, σαν ταμπέλα, σαν διαδικασία μαγειρεμένη και μάλιστα προμαγειρεμένη. Η βία, ακόμα και η δικαιολογημένη δεν συγκαταλέγεται στις επιλογές του γιατί «η βία από τη φύση της δηλητηριάζει την ψυχή του ανθρώπου που την χρησιμοποιεί».
Και από εδώ και κάτω απλά θα παραθέσω χωρίς ενδιάμεσα σχόλια ή αναδιατυπώσεις:
«Και αυτό που μας μαθαίνει η Ιστορία είναι ότι ακόμα και η πιο μικρή δράση έχει σημασία. Είναι σημαντικό να το ξέρουμε, γιατί συχνά ο κόσμος πιστεύει ότι πρέπει να κάνει κάτι ηρωικό για να αλλάξουν τα πράγματα. Ε, λοιπόν, ναι, υπάρχουν κάποιοι που κάνουν ηρωικές πράξεις αλλά οι περισσότεροι δεν κάνουν ηρωικές πράξεις. Δεν είναι οι ηρωικές πράξεις που φέρνουν τα κοινωνικά κινήματα. Τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα, που πετυχαίνουν κάτι, εμφανίζονται επειδή εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν μικρά πράγματα και σε συγκεκριμένες στιγμές στην Ιστορία όλα αυτά τα μικρά πράγματα αθροίζονται και τότε κάτι καλό συμβαίνει, τότε έρχεται η αλλαγή.»
Και παρόλο που μόλις είπα ότι δεν θα σχολιάσω μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες χειροκροτημάτων. Εκεί που καθόμαστε σε ένα, όποιο να είναι ακροατήριο, ακούγεται από κάπου ένα χειροκρότημα. Άλλοτε, ανάλογα, παρασέρνει το σύνολο και μεταδίδεται από άκρη σε άκρη, άλλοτε μένει μοναχικό και απομονωμένο, άλλοτε πιάνει εκεί κοντά ένα γύρο και σύντομα σβήνει, σαν οι διπλανοί από ντροπή μα χωρίς πίστη προς αυτόν που ξεκίνησε να ακολούθησαν. Έτσι κάπως φτιάχνω και τον μηχανισμό διάδοσης των μικρών μη ηρωικών πράξεων, αθόρυβων μα υπαρκτών που μπορούν συμβάλλουν στην κοινωνική γαλήνη και να εξαπλωθούν και να εδραιωθούν.
Ο Zinn έκλεισε την ομιλία λέγοντας:
«Και κάτι ακόμα: αν συμμετέχετε σ’ ένα κίνημα , έστω και με την πιο μικρή πράξη, αν συμμετέχετε στον αγώνα για μια πραγματική δημοκρατία, είτε η προσπάθεια αυτή στεφτεί άμεσα με επιτυχία είτε όχι, είτε κερδίσετε μια νίκη είτε όχι, αύριο ή την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο μήνα, απλώς και μόνο με τη συμμετοχή σας στον αγώνα, η ζωή σας θα γίνει καλύτερη, θα αποκτήσει νόημα, η ζωή σας θα γίνει πιο ενδιαφέρουσα.»
Αυτό που εμείς λέμε καβαφική «Ιθάκη», ότι η διαδρομή, η προσπάθεια είναι εξίσου σημαντική αν όχι και πιο από την τελική άφιξη στο νησί των στόχων.
Και αν η ανακούφιση είναι δουλειά των φιλοσόφων, ανακούφιση βρίσκω εδώ από έναν ιστορικό που αντλεί από το παρελθόν και εμπλέκεται ενεργά στο παρόν.
Αυτή η ανάρτηση δεν είναι βιβλιοβιβλιοανάρτηση, το ξέρω μην νομίζετε, αλλά δεν μου έβγαινε αλλιώς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









