Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Συγγραφείς παιδικών βιβλίων

Κοιτάζοντας την παιδική βιβλιοθήκη που σιγά σιγά χτίζουμε παρατήρησα ότι σχεδόν όλα τα βιβλία είναι ξένων συγγραφέων. Κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Ένας εκδοτικός οίκος που εκδίδει έναν ξένο και μάλλον άκρως επιτυχημένο συγγραφέα παίρνει μηδενικό ρίσκο έκδοσης. Σαφώς είναι ωραίο να γνωρίζουμε υπέροχα έργα διαφορετικών κουλτουρών, αλλά από την άλλη κάπως πρέπει να αναδειχθεί η εγχώρια πολιτιστική δημιουργία και να διαδωθεί εκτός συνόρων. Ο εκδοτικός οίκος είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή επιχείρηση και αυτός είναι ο μαγικός κόσμος της εκδοτικής βιομηχανίας που πάντα θα θαυμάζω.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Σκέψεις βιβλιοθηκονομικές


Κάθε φορά που καθιερώνω κάποιο όνομα συγγραφέα κοιτώ να είμαι πολύ προσεκτική. Ξέρω ότι η κάθε λέξη προσδιορίζει ένα πρόσωπο, έναν άνθρωπο, ένα συγγραφέα. Φαινομενικά είναι ένα όνομα που μπαίνει σε μια βάση δεδομένων και συνδέεται με κάποιον τίτλο αλλά ουσιαστικά είναι ένας άνθρωπος που περνάει στην αθανασία.  


Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

Λίγες ακόμη λέξεις για την Κική Δημουλά

Όταν εργαζόμουν στο βιβλιοπωλείο είχε μόλις κυκλοφορήσει η μπλε ποιητική της συλλογή με τον τίτλο "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως". Είχε τρομερές πωλήσεις από την πρώτη ημέρα που είχε έρθει στο μαγαζί. Αναρωτιόμασταν πως μπορεί μια ποιητική συλλογή να έχει τόσες πωλήσεις και μάλιστα από τις πρώτες ημέρες κυκλοφορίας της. Για να μην πηγαινοερχόμαστε και για να εξυπηρετούνται ευκολότερα οι πελάτες είχαμε βάλει μια μεγάλη ντάνα στο πρώτο τραπέζι στην είσοδο του Ελευθερουδάκη η οποία χαμήλωνε και εμείς ψηλώναμε πολλές φορές ημερησίως. 

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Υπάρχει ανισότητα στον κόσμο του βιβλίου;



Μιας και διανύω περίοδο που διαβάζω μανιωδώς αγγλικά κείμενα θα σας παρουσιάσω μια είδηση που επέλεξα να διαβάζω ξανά και ξανά κι έχει τελικά καταφέρει να με διχάσει. Το 2015 η συγγραφέας Kamila Shamsie που κατάγεται από το Πακιστάν αλλά ζει στην Αγγλία, αποφάσισε να κάνει ένα κάλεσμα προς τους εκδότες της Αγγλίας. Καθώς το 2018 είναι ένα εορταστικό έτος στο Ηνωμένο Βασίλειο γιατί κλείνουν 100 χρόνια από τότε που οι γυναίκες άρχισαν να ψηφίζουν, αποφάσισε να κάνει μία πρόταση για να εορταστεί λίγο παραπάνω το γυναικείο φύλο. Ζήτησε, λοιπόν, το έτος 2018 να ονομαστεί "year of publishing women" και όλοι εκδότες να εκδίδουν και να μεταφράζουν μόνο γυναίκες συγγραφείς. Με αυτόν τον τρόπο, είπε, θα εξισορροπηθεί κάπως η ανισότητα που υπάρχει προς το γυναικείο φύλο.

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Ο κόσμος του Τσβάιχ


Ο Στέφαν Τσβάιχ, αυτός ο αγαπημένος συγγραφέας, έχει γράψει, λέει, ένα κείμενο με τον τίτλο "Το βιβλίο ως είσοδος στον κόσμο"...

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Για τον Βασίλη Κρεμμυδά


Ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο πριν ακριβώς μια εβδομάδα, αφήνοντας ευτυχώς πίσω του πολλά βιβλία, ιστορικά κυρίως, αλλά και αυτοβιογραφικά ακόμη και κάποια παιδικά. Αναμφισβήτητα άφησε σπουδαίο ιστορικό έργο. Έφυγε με ένα μυαλό ακμαίο και δύο κατεστραμμένους πνεύμονες.

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Ο κόσμος του βιβλίου, μιας συγγραφέας απαντάει


Για πρώτη φορά μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω ένα βιβλίο που θα κατέτασσα στα αμιγώς βιβλία αισθηματικής λογοτεχνίας. Μια κατηγορία που το μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού προτιμά να διαβάζει και πολύ συγγραφείς θέλουν να γράφουν γι' αυτό. Είναι γιατί μάλλον ο έρωτας, όπως λέει και η ίδια συγγραφέας, Όλγα Λιάρατζη, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Το Όταν δάκρυσε ο Βόσπορος εκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεις Πηγή και σε λίγους μήνες επανεκδόθηκε. Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας ζουν στην Πόλη και είναι μέρος όλων των πολέμων και ταραχών που διαδραματίστηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Πολεμούν, ερωτεύονται αλλά προπαντός επιβιώνουν σε όποια δραματική κατάσταση τους επιφυλάσσει η μοίρα. Λυτή γραφή, ευκολοδιάβαστη υπόθεση που σε παρασύρει σε ένα διαφορετικό από την καθημερινότητα σου κόσμου.
Η βορειοελλαδίτισσα συγγραφέας είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αρχαιολογίας και Τέχνης του ΑΠΘ και εργάστηκε ως φιλόλογος. Είχα την τύχη να επικοινωνήσω μαζί της και να μου απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις μου... 

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Τετράδια ονείρων


Για εμάς που αγαπούμε τον ύπνο, ο κόσμος των ονείρων είναι μια εξαιρετική διέξοδος από την πραγματικότητα, βέβαια μετά την ανάγνωση. Ό,τι κι αν συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο δυσάρεστο κι αν αυτό είναι, έρχεται η νύχτα να σε οδηγήσει στο όνειρο. Ακόμη κι αν είναι εφιάλτης, έχεις την τύχη να ξυπνήσεις. Λυπάμαι τους ανθρώπους που όταν ξυπνούν δεν έχουν τίποτα να αφηγηθούν από την ονειρική ζωή, πως γίνεται να ξεχνούν όλα αυτά τα απίθανα που έζησαν κοιμώμενοι;

Να δεις που όσοι δεν μπορούν να αφηγηθούν όνειρα, αδυνατούν να αφηγηθούν και κομμάτια της πραγματικής τους ζωής. Ούτε λόγος για φανταστικές ιστορίες. Να μου το θυμηθείς ότι έχω δίκαιο.

Θυμάμαι ακόμη όνειρα που είδα πριν πολλά χρόνια, κάποια σχεδόν προφητικά, ενώ δεν λείπουν οι φορές που αδυνατώ να θυμηθώ αν κάτι έγινε στα αλήθεια ή ήταν απλά παιχνίδι της φαντασίας μου που έζησα σε κάποιον βαθύ ύπνο ξεκούρασης. Έτσι λοιπόν τα όνειρα είναι για εμένα απαραίτητα στον ανθρώπινο βίο. Πόσο μάλλον αν αυτά προέρχονται από τη φαντασία της Ζυράννας Ζατέλη κι είναι καταγεγραμμένα δια χειρός της;

Ξέροντας να παίζει με τις λέξεις και να φτιάχνει ταξιδιάρικες προτάσεις, τα όνειρά της θα έχουν σίγουρα μια κάποια μαγεία με ονειρική φαντασία. Πράγματι, αν μη τι άλλο, είναι παράξενα όνειρα.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Τα χρώματα του ποιητή

Πρέπει να έχω λιώσει πολλές σόλες παπουτσιών περπατώντας στους αθηναϊκούς δρόμους και σίγουρα θα συνεχίσω. Είναι που το κέντρο της πρωτεύουσας κάθε φορά μου προσφέρει νέες εκπλήξεις και συναισθήματα. Έτσι ένα συννεφιασμένο μεσημεράκι τα βήματά μου με οδήγησαν στις εκδόσεις Γαβριηλίδη στην Αγ. Ειρήνη. Μπήκα σε ένα υπέροχο νεοκλασικό και δεν κατάλαβα που ακριβώς μπήκα, σε ένα σπίτι, σε ένα βιβλιοπωλείο, σε ένα τυπογραφείο, σε μια εταιρεία, σε μία καφετέρια ή σε ένα κτίριο που τα συγκεντρώνει όλα αυτά. Ένιωσα αόρατη, ένιωσα ότι είμαι ένα φάντασμα που παρακολουθεί τις ζωές των άλλων καθώς εργάζονται. Με άφησαν όλοι στην ησυχία μου να νιώθω όπως θέλω καθώς αναζητούσα το σκοπό της επίσκεψής μου. Μόνο για μια στιγμή πρέπει να με είδε κάποιος, τότε που η μύτη μου σχεδόν ακουμπούσε έναν πίνακα και θέλησε να μου φωτίσει τον κόσμο.

Ένας καλλιτέχνης μπορεί να είναι δύο φορές καλλιτέχνης. Όχι γιατί είναι ένας αγαπημένος μου συγγραφέας και ποιητής αλλά γιατί αυτός μπορεί να είναι και ζωγράφος. Ο Αργύρης Χιόνης, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που θέλησε να φύγει νωρίς για να γλιτώσει, εκτός από τις υπέροχες λέξεις που άφησε πίσω του, μας άφησε και υπέροχα χρώματα. Αυτά που επισκέφθηκα ένα συννεφιασμένο μεσημεράκι καθώς περπατούσα τους χιλιοπερπατημένους δρόμους της Αθήνας. Σε αυτό το υπέροχο νεοκλασικό εκεί στον πρώτο όροφο έκατσα λίγο να ξαποστάσω στις άναρχα τοποθετημένες άδειες καρέκλες που μαρτυρούσαν μια ξεχασμένη εκδήλωση και να θαυμάσω τους πίνακες του ποιητή. Σε κάποιον διέκρινα μια ιστορία, λίγο από ένα παραμύθι, σε κάποιον διέκρινα τον εαυτό μου, σε όλους διέκρινα τον ποιητή.

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

"Μια μικρή ιδανική βιβλιοθήκη"


Librarian's Slidely by Slidely Slideshow

Ο Ιταλός Nuccio Ordine καθηγητής ιταλικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας μετά το υπέροχο "Χρησιμότητα του άχρηστου" έρχεται να μας υπενθυμίσει για άλλη μια φορά πόσο σημαντικός και αναγκαίος είναι ο πολιτισμός στην καθημερινότητα του ανθρώπου μέσω του νέου του βιβλίο "Οι κλασικοί στη ζωή μας" που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα.  Σε έναν κόσμο που κυριαρχούν η τεχνολογία και οι έξυπνες μηχανές, που όλα αυτοματοποιούνται κι όλοι τρέχουν για να βγάλουν περισσότερα χρήματα με τα οποία θα τους δίνεται η ευκαιρία να καταναλώνουν περισσότερο, ο Ordine συνεχίζει να πιστεύει στον άνθρωπο, στη μόρφωση, στην παιδεία και στην τέρψη της ψυχής και του νου μέσω της λογοτεχνίας και του πολιτισμού εν γένει. Μάχεται για να υπενθυμίζει σε εμάς και σε εκείνους που διαχειρίζονται κράτη, τη σπουδαιότητα των παραμελημένων ανθρωπιστικών επιστημών, την αναγκαιότητα της δημόσιας παιδείας και εκείνων που τη διδάσκουν.

Μέσα σε μόλις 50 σελίδες αναφέρεται στο ρόλο του εκπαιδευτικού στη σημερινή σύγχρονη κοινωνία και στην ανάγκη των μαθητών να διδάσκονται από καλούς δασκάλους κι όχι από την τεχνολογία και τα γκάτζετ που αυτή προσφέρει. Ξεχάσαμε ότι η τεχνολογία είναι ένα βοηθητικό εργαλείο στη μάθηση και φτάσαμε οι κυβερνήσεις να δαπανούν περισσότερα αγοράζοντας άχρηστο τεχνολογικό εξοπλισμό που σε λίγα χρόνια θα είναι απαρχαιωμένος από ό,τι δαπανούν για να προσλάβουν μόνιμους εκπαιδευτικούς. Αναφέρεται ακόμη στη λανθασμένη σύνδεση της μαθησιακής δραστηριότητας με την απόκτηση επαγγέλματος, γεγονός που το ονομάζει επαγγελματοποίηση. Τονίζει την ανάγκη διαφοροποίησης της διαδικασίας της μάθησης από τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές. Γιατί το σχολείο δεν είναι χρηματιστηρίο και η παιδεία δεν είναι επιχείρηση. Ένας μαθητής μπορεί να μάθει ότι με το χρήμα εξαγοράζει κανείς τα πάντα, όλα εκτός από τη γνώση: 

"διότι η γνώση είναι καρπός μιας επίπονης κατάκτησης και μιας ατομικής προσπάθειας που κανείς δεν μπορεί να καταβάλει στη θέση μας"

Ενώ η καθεαυτή πράξη της διδασκαλίας είναι μια μορφή αντίστασης και διαφοροποίησης από τους νόμους της αγοράς, των επιχειρήσεων και του κέρδους. Για οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή πάντα κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις. Αν είσαι ο αγοραστής, χάνεις χρήματα και κερδίζεις το προϊόν, ενώ το αντίθετο συμβαίνει αν είσαι ο επιχειρηματίας. Ο εκπαιδευτικός όμως μπορεί να δώσει τη γνώση του χωρίς να τη χάσει, αντίθετα μπορεί να κερδίσει περισσότερη.

Ο συγγραφέας του βιβλίου μας προτρέπει να διαβάσουμε ξανά και πιο προσεκτικά τους κλασικούς. Γιατί εκεί υπάρχουν όλες οι απαντήσεις που ψάχνουμε. Στα βιβλία. Στις βιβλιοθήκες. Όλη η γνώση των προηγούμενων χιλιάδων ετών μας περιμένει. Ο Ordine, σαν ένας καλός εκπαιδευτικός μας βοηθά να φιλτράρουμε τη γνώση και να φτάσουμε πιο εύκολα στα βιβλία που χρειαζόμαστε, σε εκείνα τα πιο σπουδαία που πρέπει να διαβάσουμε. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια συνήθιζε να διαβάζει στους πρωτοετείς φοιτητές του ένα απόσπασμα από κάποιο πεζό ή έμμετρο λογοτεχνικό έργο και στη συνέχεια να τα αναλύει. Με χαρά παρατηρούσε τα έδρανα κάθε εβδομάδα να γεμίζουν περισσότερο από φοιτητές κι άλλων τμημάτων που από περιέργεια ερχόντουσαν για να ακούσουν. Να γνωρίσουν ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, έναν κλασικό συγγραφέα που έπρεπε να είχαν ήδη διαβάσει. Αυτά τα λογοτεχνικά αποσπάσματα γεμίζουν τις υπόλοιπες σελίδες αυτού του βιβλίου. Ένα ακόμη βιβλίο για βιβλία που αξίζουν να διαβαστούν. Τα εξώφυλλα όλων των βιβλίων που αναφέρονται, αποσπάσματα των οποίων ο συγγραφέας διάβαζε στους φοιτητές τους, θα τα βρείτε στο παραπάνω βίντεο κι είναι αυτά που αποτελούν τη μία μικρή ιδανική βιβλιοθήκη του νου.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Η Ιστανμπούλ του Παμούκ


Αυτό το βιβλίο ήταν ένα από τα βιβλία της βαλίτσας που είχε ταξιδέψει μαζί μου με σκοπό να συντροφεύσει τις ημέρες μου στην Κωνσταντινούπολη. Την πρώτη φορά που ταξίδεψα εκεί το "Κάτι παράξενο στο νου μου", το τελευταίο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ, μόλις είχε εκδοθεί στα τούρκικα και το εξώφυλλό του βρισκόταν σε όλα τα βιβλιοπωλεία αλλά και σε μια τεράστια αφίσα πάνω στην Ιστικλάλ. Τη δεύτερη φορά που πήγα η ελληνική έκδοση ήταν μαζί μου. Θα ήθελα να το είχα διαβάσει εκεί και θα το είχα διαβάσει αν δεν είχα φύγει εκτάκτως μετά τα πολιτικά γεγονότα του καλοκαιριού που μας πέρασε. Αυτός ο Παμούκ μπορεί με τόση δεξιοτεχνία να εσωκλείσει στις σελίδες των βιβλίων του ένα κάτι από την Πόλη του. Μα αυτή η Πόλη είναι πράγματι ό,τι πιο όμορφο έχω αντικρίσει τα τελευταία 31 χρόνια. Είναι η πόλη που όλοι πρέπει να επισκεφθούν έστω και μία φορά στη ζωή τους, να περιπλανηθούν ασκόπως στα σοκάκια της, να μυρίσουν τις μυρωδιές της, να φωτογραφίσουν τα χρώματά της, να γευτούν τα φαγητά της. Η ομορφιά βέβαια της Κωνσταντινούπολης αναπόφευκτα συνδέεται και με την ιστορία της. Όλοι οι πολιτισμοί που έχουν περάσει από εκεί έχουν αφήσει τα ίχνη τους τόσο στην κουλτούρα των ανθρώπων όσο και στην εικόνα της. Βέβαια, αν ζούσα εκεί κι ήμουν συγγραφέας δεν θα μπορούσα παρά να έγραφα γι' αυτήν όπως ο Παμούκ, όχι βέβαια με τη δεξιοτεχνία του νομπελίστα. Για το συγγραφέα αυτόν, η Πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός, οι γειτονιές μιλάνε, τα κτίρια αφηγούνται ιστορίες, η νύχτα ψιθυρίζει, οι τάφοι ουρλιάζουν. Κι αν μια πόλη είναι ζωντανή, τότε αυτή είναι η Κωνσταντινούπολη, η οποία ζει πάντα μια έντονη ζωή που τη στιγματίζει, όπως και τα πολλά εκατομμύρια των κατοίκων της.



Αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να το είχα διαβάσει εκεί γιατί θα είχα περπατήσει με παραπάνω όρεξη τις γειτονιές που αναφέρονται και θα είχα μάθει κάτι λίγα για την ιστορία των σπιτιών τους και για τον τρόπο που αυτά κτιστήκαν. Επίσης, θα είχα δοκιμάσει τον μποζά που τόσο αναφέρεται στο βιβλίο κι εγώ διαβάζοντας γι' αυτόν δεν έχω να το συνδέσω με καμία γεύση. Ο μποζάς, όπως περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου, είναι ένα παραδοσιακό ασιατικό ρόφημα, που παρασκευάζεται από βρασμένο κεχρί, είναι πηχτό, μυρίζει όμορφα, έχει μουντό κιτρινωπό χρώμα και περιέχει λίγο αλκοόλ. Παλαιότερα ήταν ο μόνος τρόπος για να το καταναλώσουν οι μουσουλμάνοι αλκοόλ, καθώς ήταν κάτι που τους το απαγόρευε η θρησκεία τους, γι' αυτό κανείς μποζατζής δεν παραδεχόταν ότι ο μποζάς του περιέχει αλκοόλ. Σερβίρεται με στραγάλια και κανέλα. Το θυμάμαι να βρίσκεται σε μπουκάλια στα σούπερ μάρκετ και να μην καταλαβαίνω διόλου το περιεχόμενο τους, αλλά ο ήρωας του βιβλίου που είναι πλανόδιος πωλητής και περιφέρεται στα σοκάκια και στις γειτονιές της πόλης φωνάζοντας μποοζαά όταν δοκίμασε αυτό που πωλείται σε μπουκάλι του φάνηκε σαν χαλασμένο. Αν ήμουν εκεί όταν διάβαζα την ιστορία του, σίγουρα θα είχα επιδιώξει να πιω μποζά κι όχι εκείνο που πωλείται στο σούπερ μάρκετ, θα είχα αναζητήσει το αυθεντικό στη συνοικία Βεφά στο Εμίνονου, θα το είχα δοκιμάσει κι ας μην μου άρεσε όσο το αϊράνι ή το σαλέπι ή φυσικά το εξαιρετικό τσάι τους.


Ο Μεβλούτ αφήνει το χωριό το 1969 και μαζί με τον πατέρα του εγκαθίσταντο στην Ιστανμπούλ (λίγο μετά δηλαδή από όταν έφυγε ο δικός μου πατέρας από την Πόλη). Πηγαίνει σχολείο και πλάι στον πατέρα του μαθαίνει την τέχνη του πλανόδιου πωλητή πουλώντας αρχικά γιαούρτι και στη συνέχεια μποζά. Στο γάμο του ξάδελφού του ερωτεύεται δύο μαύρα μάτια που για μόνο μια στιγμή συνάντησε τυχαία. Επί τρία χρόνια της γράφει γράμματα κι όταν τελειώνει το στρατιωτικό αποφασίζει να κλέψει το κορίτσι που είχε ερωτευτεί. Έχοντας παραπλανηθεί από τον ξάδερφό του κλέβει λάθος κορίτσι, τη μεγαλύτερη αδερφή της, αλλά χωρίς να τον πολυαπασχολεί κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο και δύο όμορφες κόρες. Αλλάζει διάφορα επαγγέλματα αλλά πάντα στο τέλος κάθε ημέρας επιλέγει να βγει στους δρόμους για να πουλήσει τον μποζά του και να συνομιλήσει με τους κατοίκους και τις γειτονιές της Πόλης και τελικά για να συνομιλήσει με τον ίδιο του τον εαυτό. Γύρω από αυτήν την κεντρική ιστορία, πολλοί άνθρωποι εμπλέκονται σε αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημα με την πολυπρόσωπη αφήγηση. Παρουσιάζονται καλοί και κακοί άντρες, είτε πονηροί είτε ζηλιάρηδες, είτε εθνικιστές είτε κομουνιστές, γυναίκες με μαντίλα και χωρίς, είτε που καπνίζουν και πίνουν αλκοόλ είτε που μένουν σπίτι και υπηρετούν τις οικογένειές τους. Εντέλει παρουσιάζονται πολλοί χαρακτήρες, αλλά περισσότερο από όλα παρουσιάζονται οι συνήθειες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, οι γειτονιές και η ιστορία τους, οι πάντα έντονες πολιτικές καταστάσεις και οι επιπτώσεις τους και κυρίως το επάγγελμα του πλανόδιου πωλητή.

Για άλλη μια φορά άργησα πολύ να πάρω την απόφαση να ξεκινήσω την ανάγνωση ενός βιβλίου 700 σελίδων αλλά αφού το ξεκίνησα δεν το μετάνιωσα, εν αντιθέσει θεώρησα ότι έκανα μία καλή αγορά που με συντρόφευσε για πολλές ημέρες. Είναι το δεύτερο βιβλίο του Παμούκ που διαβάζω και θα ήθελα πολύ να διαβάσω το "Χιόνι" ή το "Με λένε κόκκινο" γι' αυτό αν κάποιος επιθυμεί ανταλλαγή είμαι στη διάθεσή του, είμαι ανοιχτή βέβαια και σε άλλες προτάσεις βιβλίων ανταλλαγής με σχετικό θέμα.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Για την Γεωργία Σάνδη


Γεωργία Σάνδη (1804-1876), ένας ιδιαίτερος, μορφωμένος, ανοιχτόμυαλος, φιλελεύθερος άνθρωπος που έζησε σε μια εποχή που δεν ήταν κατάλληλη για εκείνη. Όμως δεν ανέχθηκε την οπισθοδρομική κοινωνία στην οποία ζούσε, αντέδρασε, προσπάθησε να την αλλάξει. Το μεγαλύτερο λάθος της: ήταν γυναίκα μορφωμένη, γυναίκα σκεπτόμενη. Καμιά φορά τυχαίνει να ξέρουμε τόσα πολλά για τη ζωή ενός συγγραφέα κι όμως να μην έχουμε διαβάσει τίποτα δικό του. Αυτό να σημαίνει άραγε ότι η προσωπικότητα ενός λογοτέχνη υπερίσχυσε του έργου του; Το μόνο σίγουρο είναι ότι η προσωπικότητά της και η ιδιοσυγκρασία της είναι αυτά που έμειναν στην ιστορία, ο τρόπος που ντυνόταν, που φερόταν, ο χωρισμός από τον πρώτο άντρα της και οι μετέπειτα συχνές εναλλαγές ερωτικών συντρόφων. Η ιδιαίτερη σχέση της με τον Σοπέν που έχει αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτηση, έχει απασχολήσει και τον κινηματογράφο μέσω της ταινίας Impromptu. Έζησε ως καλλιτέχνης και συναναστράφηκε με τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής της, οι οποία την σέβονταν και αναγνώριζαν την αξίας της.

Επιτέλους έφτασε η στιγμή να διαβάσω μερικές λέξεις της.
Τυχαία συναντήθηκα με μία προσφορά του τίτλου "Ημερολόγιο της καρδιάς", από την οποία δεν μπορούσα να μην επωφεληθώ. Όπως φανερώνει και ο τίτλος του βιβλίου, περιέχει αποσπάσματα από τα ημερολόγια της, καθώς και επιστολές που αντάλλασσε με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ αποδεικνύοντας την φιλία και τον αλληλοσεβασμό που έτρεφαν. Την έκδοση του ημερολογίου προλογίζει η εγγονή της Ορόρ Σάνδη που προφανώς είχε και την ευθύνη της έκδοσης των προσωπικών σκέψεων της γιαγιάς της. Πρόκειται για διάσπαρτες σημειώσεις που κρατούσε η Σάνδη, οι οποίες εκτείνονται μεταξύ των ετών 1833-1840 αλλά και τα έτη 1852 και 1868. Είναι η εποχή που είναι 30 ετών, έχει αποκτήσει φήμη, έχει φέρει στον κόσμο δύο παιδιά και ο αποτυχημένος γάμος της λήγει οριστικά μέσω διαζυγίου. Είναι πια ελεύθερη να ζήσει και να ερωτεύεται. Για έρωτα και αγάπη μιλούν οι περισσότερες προσωπικές της σημειώσεις. Αρχικώς, ερωτεύεται τον 24χρονο Μισέ και φεύγουν για τη Βενετία, εκεί αρρωσταίνει και ερωτεύεται τον γιατρό της, αλλά μετά επανασυνδέεται με τον πρώην της, ο οποίος όμως είναι ψυχρός απέναντί της κι εκείνη μετανιώνει και το μόνο που την κρατά για να μην αυτοκτονήσει είναι τα παιδιά της... Οι τόσες εναλλαγές ερωτικών συντρόφων και ο τόσος έρωτας με κάνουν να πλήττω αφόρητα αλλά δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ τη συγγραφική της δεξιοτεχνία, τον λυρισμό και την απαράμιλλη χάρη. Εξάλλου πρόκειται για προσωπικές σκέψεις που ενδεχομένως να μην ήθελε να εκδοθούν.

Αν δεν δώσουμε σημασία στους έρωτές της (εξάλλου και το ότι είναι ελεύθερη να ερωτεύεται ήταν, για την εποχή εκείνη, ένας τρόπος ανεξαρτησίας και αντίδρασης σε μια καταπιεστική κοινωνία που η γυναίκα προορίζεται να είναι η μητέρα των παιδιών της και η σύζυγος του πατέρα των παιδιών της) παρακολουθούμε μέσω των σκέψεων της ένα κομμάτι της καθημερινότητάς της και του ιδιαίτερου κύκλου της. Αγαπά τη μουσική και μιλά συχνά για αυτήν, εξάλλου συνδέεται με στενή φιλία (και όχι μόνο) με τον Λιστ που αργότερα της γνωρίζει τον Σοπέν. Ακούει τον καλό της φίλο να παίζει πιάνο και μέσω των σκέψεων της φανταζόμαστε ότι στο δίπλα δωμάτιο βρίσκεται ο Λιστ και δημιουργεί μουσική.
Και φυσικά βρίσκονται αναφορές για τη θέση της γυναίκας:

"Είναι κάτι καθαγιασμένο, ένας νόμος της φύσης, όχι η αγάπη της αδυναμίας για τη δύναμη αλλά η αγάπη της δύναμης για την αδυναμία. Γι' αυτό, το ανθρώπινο θηλυκό αγαπάει τα μικρά του, γι' αυτό θα έπρεπε κι ο άντρας να αγαπάει τη γυναίκα. Σκέφτηκε όμως να καθαγιάσει με νόμους δουλείας την αναπόφευκτη εξάρτησή της κι έτσι, αντίο γλυκύτητα κι ελευθερία του έρωτα. Ποια γυναίκα θα αποζητούσε την πνευματική ζωή, αν της πρόσφεραν τη ζωή της καρδιάς; Είναι τόσο γλυκό να σ' αγαπούν! Ωστόσο, τις κακομεταχειρίζονται, τις χαρακτηρίζουν ηλίθιες ή τις εγκαταλείπουν, περιφρονούν την αμάθειά τους, ειρωνεύονται τη γνώση τους. Στον έρωτα τους συμπεριφέρονται όπως σε πόρνες, στη συζυγική φιλία όπως σε υπηρέτριες. Δεν τις αγαπούν, τις χρησιμοποιούν, και τις εκμεταλλεύονται κι ελπίζουν να τις υποτάξουν με το νόμο της αφοσίωσης".  

Αυτή ήταν η Γεωργία Σάνδη, μια γυναίκα που μιλούσε για την αγάπη και τον ερώτα, ενώ φορούσε παντελόνια και εισέβαλε σε χώρους που ανήκαν κατηγορηματικά σε άντρες, ενώ παράλληλα πρόδιδε τον έρωτα πριν προλάβει να την προδώσει εκείνος πρώτος.

Όμορφη συνάντηση ελπίζω να ξανασυμβεί στο μέλλον. Πάντα με μαγεύουν οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, ίσως γιατί αυτή η εποχή είναι μακριά αλλά παράλληλα πολύ κοντά μας.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Η βιβλιοθήκη ενός βιβλιοκριτικού



Οι εκδόσεις Πατάκη είχαν αναφέρει σε παλαιότερη δημοσίευσή τους ότι μετά την μεγάλη επιτυχία των βιβλίων της E. L. James είχαν την οικονομική δυνατότητα να εκδώσουν βιβλία λιγότερο εμπορικά περισσότερο ποιοτικά. Συγκεκριμένα είχαν αναφερθεί στην έκδοση των απάντων του πολύ αγαπημένου λογοτέχνη Χ. Λ. Μπόρχες που είχαν μείνει δίχως εκδότη μετά το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων. Πράγμα που έπραξαν και τα άπαντά του τα τελευταία χρόνια ξανακυκλοφορούν στην ελληνική αγορά εμπλουτίζοντας τη βιβλιοπαραγωγή με τις σκέψεις και τις λέξεις του μεγάλου συγγραφέα. Οι εκδόσεις Πατάκη όμως εξακολουθούν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα με τις ποιοτικές εκδοτικές επιλογές τους αλλά και την τυπογραφική αισθητική τους.

Λόγος για το νεοεκδοθέν βιβλίο με αρθρογραφία του George Steiner με τίτλο "Περί λόγου, τέχνης και ζωής". Ο αυστριακής καταγωγής Στάινερ γεννημένος το μακρινό 1929 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία σε μεγάλα πανεπιστήμια ενώ συνεργάστηκε με τα καλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες συντάσσοντας λογοτεχνικές κριτικές και όχι μόνο. Έχει εκδώσει πολλούς τίτλους δοκιμίων λογοτεχνικού ενδιαφέροντος πολλοί από τους οποίους έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, να ξαναθυμηθούμε το ολιγοσέλιδο μεγάλο βιβλιοβιβλίο με τίτλο "Η σιωπή των βιβλίων".

Στο νεοεκδοθέν βιβλίο συγκεντρώνονται 28 άρθρα από τα 130 που είχαν δημοσιευθεί μεταξύ των ετών 1967-1997 στο περιοδικό New Yorker. Τα περισσότερα αναφέρονται σε λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς αλλά και σε ιστορικά γεγονότα, σε πολιτική, φιλοσοφία και τέχνη φανερώνοντας, αναπτύσσοντας και αναλύοντας το ευρύ γνωστικό πεδίο του Στάινερ. Θα σταθώ κυρίως στις κριτικές λογοτεχνίας καθώς ίσως να είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο εμπνευσμένες βιβλιοκριτικές που καταφέρνουν να σταθούν από μόνες τους σαν μικρές μελέτες, μικρά δοκίμια περί λόγου και τέχνης, μικρά διαμαντάκια ενός μεγάλου πνεύματος. Με αφορμή κάποιο βιβλίο ή όλο το συγγραφικό έργο ενός συγγραφέα ο Στάινερ ξαναθυμάται μεγάλα ονόματα συγγραφέων, φιλοσόφων, πολιτικών, παραθέτει, συγκρίνει, αναλύει από τη σκοπιά ενός μελετητή ή γιατί όχι κι ενός λογοτέχνη. Εκατοντάδες τίτλοι βιβλίων περνάν από τα μάτια του αναγνώστη, χιλιάδες σελίδες πνευματικού έργου συνοψίζονται σε λίγες γραμμές υπενθυμίζοντάς σου πόσα βιβλία που οφείλεις να έχεις διαβάσει δεν έχεις διαβάσει ακόμα. Ονόματα όπως Γετρούδη Στάιν, Τζορτζ Όργουελ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σίγκμουντ Φρόιντ, Νόαμ Τσόμσκι και τόσα άλλα περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά σου, όχι μόνο τα ονόματα αλλά στιγμές από τη ζωή τους, τα έργα τους, τις θεωρίες και τις απόψεις τους φανερώνοντας έναν ακούραστο μελετητή,  έναν επιστήμονα της τέχνης, έναν προσεκτικό αναγνώστη, ένα λάτρη της καλής λογοτεχνίας, θυμίζοντάς σου ξανά και ξανά πόσο φτωχή είναι η βιβλιοθήκη του πνεύματος σου.

Αξίζει να ειπωθούν δύο λόγια για την ούτως ή άλλως δύσκολη δουλειά του μεταφραστή όταν αυτή είναι επιτυχημένη. Η αναζήτηση δεκάδων βιβλίων ούτως ώστε η μετάφραση των παραθέσεων να ανταποκρίνεται στις ελληνικές εκδόσεις (πολλές εξαντλημένες) είναι μια επιπλέον δυσκολία που προσφέρει σε εμάς τους αναγνώστες ακόμη περισσότερους τίτλους σημαντικών βιβλίων. Κι αν κάποιος κάποτε με ξαναρωτήσει τι βιβλία πρέπει να διαβάσω θα τον συμβουλεύσω να ανατρέξει στα άρθρα του Στάινερ που κρύβουν αυτόν το γνωσιακό πλούτο.

Αυτά είναι μόνο κάποια από τα βιβλία που αναφέρονται στα άρθρα του, όλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχεις διαβάσει:

Librarian's Slidely by Slidely Slideshow

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν σε διακόπτει ο θάνατος


Δύο χρόνια μετά τον άδικο θάνατο του Αργύρη Χιόνη οι εκδόσεις Κίχλη είχαν προδημοσιεύσει ότι θα εξέδιδαν ένα ακόμη βιβλίο του. Τότε εργαζόμουν σε ένα, επαρχιακό μεν μεγάλο και γνωστής αλυσίδας δε, βιβλιοπωλείο και ανυπομονούσα για την ημέρα που θα άνοιγα τις κούτες με τις νέες παραλαβές και θα έβρισκα τις τελευταίες λέξεις του. Ήταν γιατί το Οριζόντιο ύψος είχε γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία που μένει ακόμη καρφιτσωμένο στη μνήμη μου, το ίδιο και τα ποιήματά του. Η πολυπόθητη έκδοση έφθασε φέτος τον Αύγουστο. Η καθυστέρηση εξηγείται κάπως στο προλογικό σημείωμα, ήταν η διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων, ήταν η δύσκολη σύνθεση των κειμένων που δεν είχαν ολοκληρωθεί εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του δημιουργού τους. Επιμελήτρια και εκδότρια μέσα από το μισοτελειωμένα κείμενα προσπάθησαν να δημιουργήσουν την έκδοση, όπως την είχε φανταστεί ο συγγραφέας.  Θα ήταν κρίμα πράγματι να έμεναν οι λέξεις αυτές ανέκδοτες, να μην έφταναν ποτέ σε εμάς στους αναγνώστες που ζούμε ρουφώντας ευφάνταστες ιστορίες για όντα και μη όντα που ακροβατούν μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Το βιβλίο αποτελείται από εννέα διηγήματα, τα τέσσερα προδημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά δύο εκ των οποίων φέρουν μεταγενέστερες προσθήκες και διορθώσεις. Τα μη ολοκληρωμένα διηγήματα εκδόθηκαν βάσει των δακτυλογραφημένων κειμένων που άφησε πίσω του ο συγγραφέας κι είναι αυτά που έχουν το μεγαλύτερο εκδοτικό ενδιαφέρον. Καθώς διάβαζα το επίμετρο της επιμελήτριας είχα στο νου μου έναν ζωγράφο. Την πορεία που διανύει πριν φτάσει στο τελικό πίνακα που τον ικανοποιεί ή και όχι. Τα μουτζουρωμένα από κάρβουνο κομμάτια χαρτί που πέταξε στον κάλαθο των άχρηστων για να καταπιαστεί πάλι από την αρχή με νέα σχέδια. Και το τελικό έργο, πόσες γραμμές φέρει άραγε κάτω από τις τελευταίες πινελιές και πότε αποφασίζει για το ποια θα είναι αυτή η τελευταία. Έτσι και η δουλειά του συγγραφέα, τα προσχέδια, η γραφή από την αρχή μιας ιδέας που ίσως στην πορεία να αλλάξει, οι διορθώσεις των διορθώσεων, οι σημειώσεις των σημειώσεων. Και ξαφνικά θάνατος. Μένει το δημιούργημα ορφανό να απορεί κι αυτό αν έχει το τέλος που του πρέπει και γιατί τα αστεράκια των υποσημειώσεων δεν οδηγούν πουθενά.

Σε αυτά τα μελαγχολικά μονοπάτια με οδήγησαν οι σημειώσεις εκδότριας και επιμελήτριας που είναι φανερό πως θα ήθελαν να ήταν εδώ ο συγγραφέας να χαρεί για το νέο του βιβλίο, και ποιος δεν θα ήθελε να είναι εδώ κι αυτό να μην είναι το τελευταίο. Εννέα διηγήματα κάποια δίχως τέλος που δεν έχουν όμως τίποτα να ζηλέψουν από εκείνα που δουλεύτηκαν παραπάνω. Άμα δεν μου το έλεγαν ούτε που θα το καταλάβαινα. Εννέα απολαυστικές ιστορίες από εκείνες που συνέθετε με τόση μαεστρία αυτός ο μεγάλος ποιητής που είχε σώας τας φρένας σε ένα σαλεμένο κόσμο του παραλόγου.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Μοναστηριακές συζητήσεις


Σε ένα ήσυχο μοναστήρι πολλά χιλιόμετρα μακριά από εδώ που κοιτά τον ήλιο να σβήνει στη θάλασσα βρεθήκαμε δύο ενθουσιώδεις βιβλιόφιλοι να μιλάμε για τον Μακριδάκη και τη Δεξιά τσέπη του ράσου. Προσπαθούσαμε να πείσουμε τους μοναχούς που μας κοίταζαν αποσβολωμένοι ότι πρέπει να το διαβάσουν. Είναι αλήθεια ότι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο τη μοναχική ζωή σε μοναστήρι σκεφτόμουν και το τι θα περνούσε από το μυαλό ενός μοναχού αναγνώστη. Δεν ξέρω αν τους πείσαμε να διαβάσουν αυτό ή κάποιο άλλο βιβλίο, εγώ πάντως κέρδισα το πρώτο βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα, αυτό με το οποίο συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό.

Ο Ανάμισης ντενεκές εκδόθηκε το Μάιο του 2008 και μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους εκείνου είχε τυπωθεί τέσσερις χιλιάδες φορές και ακόμη συνεχίζει πόσο μάλλον μετά την περσινή επιτυχία της θεατρικής παράστασης.
Ο συγγραφέας βρίσκεται στην πανέμορφη Βιβλιοθήκη Κοραή της Χίου κι ένας αποσπασμένος εκπαιδευτικός (η λέξη βιβλιοθηκονόμος δεν υπάρχει ούτε στην ελληνική λογοτεχνία, φευ!) τον βοηθά να βρει την αλήθεια πίσω από έναν θρύλο μέσω του τοπικού τύπου της εποχής εκείνης.
To 1915 o Γιώργης Πέτικας σκότωσε τον καλύτερο του φίλου εξαιτίας μιας γυναίκας που ήθελε να γίνει δική του κι έκτοτε έζησε μια περιπέτεια που έμελλε να γίνει θρύλος. Για να γλυτώσει τη φυλακή κρύβεται για πολλά χρόνια στα δύσβατα και κατάφυτα βουνά της Χίου. Η αδυναμία της χωροφυλακής να τον εντοπίσει, αλλά και η βοήθεια που του παρέχουν οι συγχωριανοί του, καθώς ήταν αγαπητός, συντέλεσαν ώστε η ιστορία του να επιζήσει πολλά χρόνια στην προφορική παράδοση της Χίου. Παρόλο που ήταν δολοφόνος, η παράδοση τον εξύμνησε ως ήρωα καθώς κατάφερε να ρεζιλέψει ολόκληρη την χωροφυλακή και τον αρχηγό της Πλαπούτα.

Πίσω από την αληθινή ιστορία του θρύλου φανερώνονται στον αναγνώστη κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Την εποχή εκείνη η Χίος μόλις έχει προσαρτηθεί στην Ελλάδα, στους δρόμους της βρίσκονται πρόσφυγες που διχάζουν την τοπική κοινωνία και η χώρα ετοιμάζεται να εισέλθει σε έναν πόλεμο που τρέφεται από τη Μεγάλη Ιδέα. Η ιδιαίτερη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο αποτυπώνει στο χαρτί την ντοπιολαλιά του πιο όμορφου νησιού του Αιγαίου που ο συγγραφέας φαίνεται να αγαπά βαθύτατα.

Η Χίος γίνεται ακόμη πιο όμορφη έχοντας έναν συγγραφέα να σμιλεύει την ιστορίας της, την παράδοσή της και τα χώματά της, όμορφη και τυχερή. 

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Λογοτεχνία και Ολυμπιακοί Αγώνες


Λίγο πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γιώργο Μαυρωτά το Θεώρημα της επτάδας και αποτέλεσε μια πολύ καλή εισαγωγή πριν ο αθλητισμός εισβάλει στη ζωή μας μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, όπως συμβαίνει κάθε τέσσερα χρόνια τέτοια εποχή. Το καλό αυτής της παγκόσμιας γιορτής του αθλητισμού είναι η γνωστοποίηση και η προβολή όλων των αθλημάτων και η παρακολούθηση αγώνων μεταξύ των καλύτερων αθλητών παγκοσμίως.
Γυρνώντας από ένα ταξίδι στην Ευρώπη στο οποίο συνάντησα σε κάθε πλατεία και σε κάθε δρόμο ανθρώπους να γυμνάζονται, να τρέχουν και να ποδηλατούν, κατάλαβα πόσο μακριά από την κουλτούρα μας είναι ο υγιεινός τρόπος ζωής και πόσο πίσω έχουμε μείνει, προσκολλημένοι στην καθιστική ζωή με καφέ και τσιγάρο, τάση παλαιότερων δεκαετιών. Με όποιον τρόπο και να «εισβάλλει» ο αθλητισμός στη ζωή μας μόνο για καλό μπορεί να είναι, και η λογοτεχνία σίγουρα μπορεί να είναι ένα μέσο. Στην αθλητική λογοτεχνία εντάσσει ο συγγραφέας το βιβλίο αυτό και είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω και τοποθετείται σε αυτήν την κατηγορία.
Ο συγγραφέας ασχολήθηκε με το πόλο επί δεκαέξι χρόνια, συμμετείχε σε πέντε Ολυμπιάδες ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια της καριέρας του ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας. Το πλούσιο βιογραφικό του δεν σταματά στον αθλητισμό αφού παράλληλα με την αθλητική καριέρα του σπούδασε στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π., έκανε το διδακτορικό του και σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής. Αναμφίβολα η ζωή του κρύβει πολλές εντάσεις και εναλλαγές που έπρεπε να αποτυπωθούν στο χαρτί.
Οι δύο αυτές ενασχολήσεις του, αθλητική και ακαδημαϊκή, λογοτεχνούνται μέσω δύο ηρώων, του Λουκά και του Φίλιππου, στενοί φίλοι από την παιδική τους ηλικία. Όλη η πορεία του πρώτου στον αθλητισμό δοσμένη απλά και ευανάγνωστα. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, οι αγωνίες, οι χαρές, οι διαμάχες και όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα του ομαδικού αυτού αθλήματος έρχονται να μυήσουν και τον πιο απαίδευτο αναγνώστη στους όρους του πόλου και στην αξία του αθλητισμού. Ο Φίλιππος ένας φανατικός θαυμαστής και οπαδός του αθλητή Λουκά πετυχαίνει στις εξετάσεις να μπει σε μια ακαδημαϊκή σχολή και ο ζήλος που δείχνει τον οδηγούν στην εκπόνηση διδακτορικού και στη διεκδίκηση ακαδημαϊκής θέσης.
Ο συγγραφέας μάλλον επιλέγει να αναδείξει τον αθλητισμό αλλά και τον ακαδημαϊκό χώρο μέσω της ωραιοποιημένης τους μορφή προς τέρψη του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ανάλαφρο και καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Ο Μαυρωτάς, με αρκετή δόση χιούμορ, περιγράφει στιγμές από τη ζωή του μπερδεμένες με τον μύθο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι καθώς έγραφε αυτές τις λέξεις οι μνήμες του γέμιζαν από τις ευχάριστες στιγμές της ζωής του δημιουργώντας ένα βιβλίο που αγαπά τον αθλητισμό αλλά και δευτερευόντως αγαπά και την ακαδημαϊκή έρευνα, τη διδασκαλία και την ενασχόληση του ανθρώπου με την επιστήμη.
Και όλα αυτά τα γράφω καθώς βλέπω την εθνική ομάδα πόλο να αγωνίζεται με εκείνη της Σερβία, που όπως έμαθα, είναι μια χώρα που έχει παράδοση στο άθλημα αυτό. 

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Στο πάρκο του Θερβάντες


Κι αφού περάσεις την υπερσύγχρονη γέφυρα, το αρχιτεκτονικό θαύμα που ενώνει τη δυτική Πελοπόννησο με την ηπειρωτική Ελλάδα (καλύτερα να περάσεις από δίπλα, από τον παλιό καραβίσιο δρόμο, καθώς αυτή η γέφυρα δημιουργήθηκε για να τη θαυμάζεις και όχι να τη χρησιμοποιείς), θα φτάσεις Αντίρριο και θα στρίψεις δεξιά με κατεύθυνση τη Ναύπακτο. Δεύτερη φορά που επισκέπτομαι αυτήν την παραμυθένια πόλη που κάθε γραφικό σοκάκι της μυρίζει ιστορία. Ακόμη και αν είναι αργία κι είναι όλα κλειστά, αξίζει να περιπλανηθείς στα πλακόστρωτα καλντερίμια και να θαυμάσεις την αρχιτεκτονική των παραδοσιακών πετρόκτιστων σπιτιών, αυτά τα υπέροχα σπίτια που πάντα ζηλεύω τους τυχερούς ιδιοκτήτες. Από το ενετικό λιμάνι να ανηφορίσεις προς το ρολόι του Σεραφείμ και να απολαύσεις την πανοραμική θέα της πόλης και του κόλπου έως τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου. Αν αντέχεις το περπάτημα, μπορείς να συνεχίσεις την ανηφορική διαδρομή έως το καλοδιατηρημένο κάστρο που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και περιστοιχίζεται από πευκόδασος. Κι από εκεί πίσω πάλι στο λιμάνι.

























Στο ενετικό λιμάνι της Ναυπάκτου βρίσκεται το άγαλμα του αγαπημένου Ισπανού συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Στις 7/10/1571 ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη συμμετείχε σε μια από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της παγκόσμιας ιστορίας, τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, πολεμώντας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και βαριά άρρωστος με υψηλό πυρετό προτίμησε να πολεμήσει και δέχτηκε δύο τραύματα ένα στο στήθος και ένα στο αριστερό χέρι. Το άγαλμα που η λιγνή φιγούρα θυμίζει περισσότερο τον ήρωά του, φέρει το δεξί χέρι ανασηκωμένο διότι είναι το χέρι που σώθηκε από τη μάχη, το χέρι που χρησιμοποίησε για να γράψει ένα από τα κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το άγαλμα του Θερβάντες δεσπόζει στη δεξιά πλευρά του λιμανιού ενώ ο χώρος ονομάστηκε πάρκο Θερβάντες. Σε μαρμάρινες επιγραφές βρίσκεται το χρονικό της ναυμαχίας. 

Η βόλτα σε μία από τις πιο όμορφες πόλεις της Ελλάδος γίνεται καλύτερη μαθαίνοντας τις δονκιχωτικές περιπέτειες του συγγραφέα. Τι κι αν πέρασαν κοντά 450 χρόνια;

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Τα διαμάντια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας



Ισίδωρος Ζούργος. Άλλος ένας άξιος συγγραφέας της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένας από αυτούς τους λίγους. Εξαιρετική πένα, ωραίες λέξεις, υποθέσεις που περιλαμβάνουν ιστορικά στοιχεία. Καταλαβαίνω αυτούς που αναζητούν Έλληνες συγγραφείς και προτιμούν να διαβάζουν μόνο ελληνική λογοτεχνία. Είναι πιο ξεκούραστη η ανάγνωση. Ελληνικά ονόματα, ελληνικά μέρη, γνώριμα ήθη και έθιμα και σίγουρα δεν χάθηκε τίποτα στη μετάφραση. Η καλή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία όμως δεν περιλαμβάνει παρά μόνο μερικές δεκάδες ονομάτων Αλεξάκης, Ζατέλη, Καλλιφατίδης, Μακριδάκης, Μήτσορα βάζω και Καρυστιάνη και αρκετοί βέβαια που δεν είναι εν ζωή. Αλλά μέσα σε αυτούς είναι σίγουρα και ο Ζούργος. Διαβάζω στο βιογραφικό στο αφτί του βιβλίου ότι ο συγγραφέας εργάζεται ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τυχεροί οι μαθητές, σίγουρα θα έχουν την τύχη να ακούνε ωραίες ιστορίες και να μαθαίνουν λογο-τεχνία.

Ξεκίνησα να διαβάζω τα έργα του από έναν τίτλο που δεν έκανε την επιτυχία των υπολοίπων βιβλίων κι αν αυτό δεν είναι από τα καλύτερά του, τότε μένω να φαντάζομαι τις λέξεις των υπολοίπων.  Τα "Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού" εκδόθηκαν το 2000 κι είναι παραμύθια μέσα στο παραμύθι με γύρω γύρω θάλασσα. Σε μια παρέα αγνώστων κάποιος ξεκινά να αφηγείται μια ιστορία, την ιστορία ενός καραβιού κι ενός παραμυθά. Το ιστιοφόρο "Αλεξάνδρεια" το έτος 1899 ταξίδευε από την Σύρο στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα σε επιβάτες και πλήρωμα ταξίδευε κι ένας γέρος παραμυθάς που κατά τη διάρκεια του πολύμηνου δύσκολου ταξιδιού ξεκούραζε τους ανθρώπους του καραβιού μέσω των ιστοριών του. Αφήγηση στην αφήγηση.

Γεμάτο παραμύθια, ίσως και εμπνευσμένα από τη λαϊκή μας παράδοση, είναι το βιβλίο αυτό. Άλλα μου κίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον άλλα τα προσπέρασα. Ζωντάνεψαν μέσα από τις  σελίδες ιστορίες με δράκους, νάνους, θεούς και μοίρες.
Διαβάζοντας την ιστορία της Αρετής που ζούσε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη σημείωσα μια παράγραφο, μερικές λέξεις της παλιάς Ιστορίας που επαναλαμβάνονται σήμερα και θέλησα να τις αντιγράψω εδώ:

"Φύγαμε απ' την Κρήτη ένα βράδυ με βάρκες, μ' άλλους πρόσφυγες πολλούς. Κοντέψαμε να σκυλοπνιγούμε, ο άνεμος μετά από μέρες μας έβγαλε στην Ελλάδα. Τραβήξαμε για τη Σύρα ψάχνοντας κάποιους παλιούς συγγενείς του άντρα μου, αλλά είχαν πεθάνει. Τραβηχτήκαμε καιρό, μετά βρήκαμε τον πατέρα της Αργυρώς, δόξα σοι ο Θεός , μεγάλη χάρη Του! Χιώτης ήταν, είχε έρθει μικρό παιδί στην καταστροφή, ήξερε από πείνα και προσφυγιά."

Πώς γίνεται να ξεχνά ο άνθρωπος την τόσο πρόσφατη ιστορία του.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Τα πολυδιαβασμένα


Το παιδικό τμήμα. Ο εφιάλτης και η χαρά μου. Εφιάλτης γιατί δυσκολεύομαι να βρω τρόπους ταξιθέτησης που να βολεύουν εργαζόμενους, γονείς αλλά και τους μικρούς αναγνώστες. Εφιάλτης γιατί αρκεί μόνο μία επίσκεψη σχολείου για να θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Μα περισσότερο από όλα είναι χαρά γιατί εκεί γεννιούνται οι νέοι αναγνώστες. Από εκεί ξεκινάς αν θες να κάνεις το βιβλίο αγαπητό, αν θες να κάνεις τη βιβλιοθήκη ανάγκη και την ανάγνωση ευχαρίστηση. Τα μικρά παιδιά είναι πάντα η ελπίδα.

Τα βιβλία είναι λιγότερα από όσα θα ήθελα, πάντα θα είναι λιγότερα.
Το βλέμμα μου τραβά εκείνα τα πιο ταλαιπωρημένα, εκείνα που με κάνουν να πιστεύω ότι έχει νόημα η όλη προσπάθεια. Δεν με ενοχλεί που είναι πολυδιαβασμένα, έτσι θα έπρεπε να είναι όλα, με ενοχλεί που δεν μπορώ να τα αντικαταστήσω. Αντ' αυτού, σκαρφιζόμαστε διάφορα τεχνάσματα για να συνεχίσουν να αλλάζουν χέρια, να διαβάζονται και να αγαπιούνται. Να αποσυρθούν μόνο όταν οι σελίδες θα έχουν σκορπίσει  στο δρόμο  προς και από τη βιβλιοθήκη.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς αυτός ο αντικειμενικά αξιαγάπητος και πολυβραβευμένος παραμυθάς μας, έχει φυσικά την τιμητική του. Τα αντίτυπα των βιβλίων του που διαθέτει η βιβλιοθήκη πρέπει να έχουν διαβαστεί πάνω από χίλιες φορές. Κι όσοι τα διάβασαν είμαι σίγουρη πως έψαξαν στα βιβλιοπωλεία να βρουν και τα υπόλοιπα. Είμαι σίγουρη πως δεν αρκέστηκαν στην μία ανάγνωση ενός δανεικού βιβλίου. Σίγουρα οι γονείς υπέκυψαν στο παραπονιάρικο "θέλω κι άλλο" και συνέχισαν τις βιβιλιοαναζητήσεις.

Μα αν δεν είναι αυτός ο ρόλος της βιβλιοθήκης τότε ποιος είναι; 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Να ένας συγγραφέας


Καλό λογοτεχνικό βιβλίο για εμένα είναι εκείνο το βιβλίο που:
όταν το διαβάζω οι λέξεις του γραπώνουν τη φαντασία μου με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να μου αποσπάσει την προσοχή,
έχει όμορφες λέξεις, προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν στίχος,
έχει λέξεις διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιώ στην καθημερινότητα μου,
όταν σταματάω την ανάγνωση πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται την ιστορία του,
ανυπομονώ να τελειώσω ό, τι κάνω για να αφεθώ στις λέξεις του,
όταν το ξαναπιάνω στα χέρια μου δεν έχω ξεχάσει τίποτα από τις προηγούμενες σελίδες,
έχει μια δόση αλήθειας πίσω από το μύθο,
μου μαθαίνει κάτι καινούριο,
μένει στη μνήμη.
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο πιο δύσκολα βρίσκω ένα βιβλίο που περιέχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όταν όμως το βρίσκω το εκτιμώ περισσότερο. Δεν ξέρω αν φταίω εγώ που δεν συγκεντρώνομαι πια τόσο εύκολα ή ο συγγραφέας που δεν με βοηθά να συγκεντρωθώ.

Αφορμή όλων αυτών των σκέψεων είναι "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Γιάννη Μακριδάκη που εκδόθηκε το 2009. Είχα ακούσει/ διαβάσει καλά λόγια για τον συγγραφέα που ζει στη Χίο οργώνοντας τον κήπο του και γεμίζοντας λευκές κόλλες χαρτί, άλλωστε διαβάζω τις λέξεις που αφήνει στο μπλογκ του. Ανυπομονούσα να διαβάσω κάποιο από τα βιβλία του και έτυχε να ξεκινήσω με τον εν λόγω τίτλο. Από τις πρώτες λέξεις της ολιγοσέλιδης νουβέλας κατάλαβα ότι ξεκινώ ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ειδικά αν κάποιος έχει ζήσει τη ζωή σε ένα μοναστήρι θα καταλάβει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. 
Η ιστορία περιγράφει τις σκέψεις ενός πραγματικού καλόγερου που ζει αποκομμένος από τον κόσμο, με στερήσεις, νηστεία, προσευχή και διακονήματα. Ενδιαφέρεται ελάχιστα για ό,τι συμβαίνει στα εσωτερικά της εκκλησίας και για τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι και αυτή η μοναξιά που προστέθηκε στη ζωή του στο μοναστήρι που δεν αντέχεται, να μη νιώθεις μια ανάσα δίπλα σου. Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου φαίνεται να μην τον απασχολεί ιδιαίτερα καθώς το γεγονός αυτό τον βρίσκει να γιατροπορεύει την εγκυμονούσα σκυλίτσα του, η Σίσσυ, τη μόνη συντροφιά του στο έρημο παραθαλάσσιο μοναστήρι του ακριτικού νησιού. Ο θάνατός της αλλά και η προσπάθεια να κρατήσει στη ζωή τα κουτάβια που άφησε πίσω της λίγο πριν ξεψυχήσει γίνονται η μοναδική έγνοια του. Αυτή η μοναδική έγνοια του ήρωα γίνεται συνάμα και η μόνη έγνοια του αναγνώστη. Κι όταν ένας συγγραφέας καταφέρνει να αφαιρέσει όλες τις δικές σου έγνοιες να τις κάνει ασήμαντες και να σε παρασύρει μέσω της ανάγνωσης των λέξεων στο δράμα της φαντασίας του, τότε αυτός σίγουρα είναι ένα καλός συγγραφέας και νιώθεις καλά στην ιδέα ότι υπάρχει και γράφει τέτοιες ιστορίες.
Εξαιρετικό βιβλίο και είμαι σίγουρη ότι και τα υπόλοιπα που έχει εκδώσει θα είναι αντάξια του.