Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Περί αρχείων λόγος


Πολύς λόγος γίνεται τώρα τελευταία για τις βιβλιοθήκες και τη βιβλιοθηκονομία. Κι είναι, αν μη τι άλλο, καλό αυτό. Να ακούγεται αυτή η επιστήμη η παραμελημένη, η χωρίς αναγνώριση. Κάτι η δημοσιότητα από τη μετακόμιση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο νέο της κτίριο, κάτι οι δράσεις των κατά τόπων δημοσίων βιβλιοθηκών, κάτι οι δημοσιογράφοι που συντάσσουν σχετικά κείμενα σε εφημερίδες, κάτι ο μυστηριώδης Καλλίμαχος της "Αυγής", κοντεύει η ειδικότητα να πετάξει τις αράχνες από πάνω της, επιτέλους να αποκτήσει τη χρησιμότητα που της πρέπει κι ας είναι μόνο στα λόγια για αρχή. Οι βιβλιοθήκες να αποκτήσουν θέση στις καρδιές μας και στην καθημερινότητά μας, να επιζητούμε την ύπαρξή τους μα και τη σωστή λειτουργία τους που θα έρθει από την απαραίτητη χρηματοδότησή τους.

Για την αρχειονομία όμως δεν γίνεται πολύ κουβέντα. Είναι που και τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) δεν ζητούν τη δημοσιότητα πολύ, είναι και που ο ρόλος τους αναγκαστικά είναι μακριά από τα φώτα, καθώς ενδιαφέρει μικρότερη μερίδα πληθυσμού. Έχει όμως και αυτή η επιστήμη τη μαγεία της, τόσο ίδια αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετική από τη βιβλιοθηκονομία. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να τις ονομάσουμε "Επιστήμες της Πληροφορίας" ή "της Πληροφόρησης" ή "Πολιτισμικές Μονάδες" ή κάπως αλλιώς, αλλά μπορούμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όπως οι βιβλιοθήκες χρειάζονται τους βιβλιοθηκονόμους τους, έτσι και τα αρχεία χρειάζονται τους αρχειονόμους τους. Φυσικά κάθε υπηρεσία χρειάζεται πλήθος ειδικοτήτων για να λειτουργεί σωστά, και στην περίπτωση εδώ άκρως απαραίτητοι είναι και οι Ιστορικοί, οι Πληροφορικοί μα και οι Συντηρητές Έργων Τέχνης, κι αυτοί οι τελευταίοι πάντα χρειάζονται, καμιά φορά θαρρώ πως χρειάζονται περισσότερο από εμένα. Γιατί είναι το χαρτί ευάλωτο, ευαίσθητο και ορισμένες φορές νιώθω ότι εξαφανίζεται στα χέρια μου, λιώνει και χάνεται. Σκορπίζουν τα γράμματα, γίνονται σκόνη κι αέρας και νιώθω μια ματαιότητα. 

Για άλλη μια φορά, για τα αρχεία λόγος, λοιπόν, με αφορμή ένα βιβλίο. Ο ιστορικός Νίκος Γ. Μοσχονάς μας περιγράφει τις αναμνήσεις του σε ένα μικρό βιβλιαράκι που πολύ θα θέλαμε να ήταν μεγαλύτερο και να περιλαμβάνει ακόμη περισσότερες αναμνήσεις. Ήταν το 1970, 23 ολόκληρα χρόνια προτού δημιουργηθεί το Τμήμα του Ιονίου Πανεπιστημίου που με σπούδασε και αγαπώ να μισώ, όταν ο διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών και καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας το Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διονύσιος Ζακυνθινός κάλεσε στο γραφείο του τον συγγραφέα του βιβλίου για να του αναθέσει μια εργασία: την αποκατάσταση του Ιστορικού Αρχείου Κεφαλονιάς. Με ειδική αποστολή από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, αμειβόμενος ημερησίως 200 δρχ., έφτασε στο Αργοστόλι, και επισκέφθηκε την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη στο ισόγειο της οποίας είχε τοποθετηθεί πρόχειρα το πολύπαθο ιστορικότατο αρχείο του νησιού. Αυτή η πρώτη αποστολή ακολουθήθηκε από άλλες πολλές. Τέτοιες εργασίες δεν γίνονται σε μερικούς μήνες, απαιτούν χρόνο και μεράκι και στην ουσία δεν τελειώνουν ποτέ.

Οι σεισμοί του 1953 είχαν αφήσει άστεγο το αρχείο, καθώς το κτίριο στο οποίο στεγαζόταν είχε καταστραφεί εξολοκλήρου. Το αρχείο καταπλακώθηκε από τα ερείπια και ο αρχειοφύλακας με κίνδυνο τη ζωή του περιέσωσε ό,τι μπορούσε. Το υλικό που σώθηκε τοποθετήθηκε σε σκηνές, βράχηκε από τη βροχή και έπειτα ψήθηκε στο οίκημα από λαμαρίνα που μεταφέρθηκε. Στις κάτωθι γραμμές ο Μοσχονάς περιγράφει αυτό που αντίκρισε, γνώριμες εικόνες για όποιον έχει εργαστεί σε αρχείο:

"Το αρχειακό υλικό είχε υποστεί ουσιαστική φθορά σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό. Μουσκεμένο από τις βροχές, μουχλιασμένο από την έλλειψη εξαερισμού, καμένο από τις υψηλές θερμοκρασίες  και φθαρμένο από τις αλλεπάλληλες μεταφορές που γίνονταν από ανειδίκευτα άτομα - σε ορισμένες περιπτώσεις με τη χρήση φτυαριών για τη φόρτωση του υλικού σε φορτηγά του στρατού, το αρχειακό υλικό κειτόταν τώρα στοιβαγμένο σε ένα τεράστιο μακρύ σωρό, που κάλυπτε σχεδόν όλο το μήκος του ισόγειου χώρου, επικονιασμένο με υπερβολική ποσότητα σκόνης DDT για να είναι προφυλαγμένο από τρωκτικά και έντομα, και καλυμμένο ολότελα με ένα διαφανές πλαστικό σκέπασμα".

Οι λέξεις αυτές αναφέρονται σε σπουδαιότατο αρχειακό υλικό που χρονικά ξεκινά τον 16ο αιώνα και φωτίζει πτυχές της ιστορίας του νησιού καθώς περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων αρχεία της περιόδους της Βενετικής Διοίκησης, της περιόδου της Ρωσοτουρκικής επέμβασης, της περιόδου της Βρετανικής Προστασίας και φτάνει έως την ένωση των νησιών του Ιονίου με την Ελλάδα.

Στις σελίδες του περιγράφεται το δύσκολο έργο της ταξινόμησης και της αποκατάστασης του αρχειακού υλικού με αρκετούς κινδύνους τόσο για το ίδιο το υλικό "που η μουχλιασμένη μάζα των φύλλων διαλυόταν σε σκόνη" όσο των ίδιων των εργαζομένων που σκόνη του χρόνου αλλά και του DDT εισχωρούσε παντού πάνω τους και μέσα τους. Η δουλειά όμως αυτή πάντα σε αποζημιώνει καθώς η χαρά της ανακάλυψης είναι μεγάλη, όπως αυτή περιγράφεται σε διάφορα σημεία του βιβλίου με εικόνες από το πολύτιμο αρχειακό υλικό που έφτασε στα χέρια του, όπως ένα πολύτιμο χειρόγραφο, "το παλαιότερο τεκμήριο του Αρχείου της Βενετικής Διοίκησης, που περιέχει τα πρακτικά των συνελεύσεων και των εκλογών του Συμβουλίου της Κοινότητας της Κεφαλονιάς (19 Μαρτίου-19 Απριλίου 1593)".

Αυτό το μικρό βιβλιαράκι με τον τίτλο "Αναμνήσεις αρχείου: ο απόπλους για το Ιστορικό Αρχείο της Κεφαλονιάς" από τις εκδόσεις Αρχείο είναι νομίζω ό,τι καλύτερο έχω διαβάσει τους τελευταίους μήνες και προτείνω να διαβαστεί από όποιον ενδιαφέρεται να μάθει λίγα πράγματα για τη δουλειά που γίνεται μέσα σε ένα αρχείο.

Στη φωτογραφία το έργο της δικής μας ταξινόμησης.

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Της Αρλέτας (1945-2017)

Η δυσάρεστη είδηση της 8 Αυγούστου για το θάνατο της Αρλέτας μου έφερε και μία πληροφορία που δεν γνώριζα. Έμαθα για το ένα και μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε αυτή η τραγουδίστρια με την αέρινη φωνή που συντρόφευε τα μουσικά ακούσματα της εφηβείας μας αλλά και της μετέπειτα ζωής μας. Αυτό το ένα βιβλίο της ήθελα να το έχω στη βιβλιοθήκη μου, σαν φόρο τιμής. Να το ανοίγω όταν θέλω να ακούω τη φωνή της. Κι είναι μια πολύ όμορφη έκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη που την έχει επιμεληθεί εξολοκλήρου η αγαπημένη τραγουδίστρια. Ήταν μια σκέτη έκπληξη το βιβλίο της. Χορταστική ποιητική συλλογή 129 σελίδων. Έργο τέχνης καθώς εκτός από τα τόσο δικά της ποιήματα περιλαμβάνει και δικά της σκίτσα. Εξάλλου η Αρλέτα είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία σπούδασε φαίνεται όλες τις τέχνες. Νιώθω σαν να ομόρφυνε λίγο περισσότερο η βιβλιοθήκη μου. Σπανίζουν βιβλία με τόσα χρώματα και με τόση τέχνη μαζεμένη μέσα στις σελίδες τους. Έχει ακόμη και ήχο, φρόντισε να αφήσει μέσα εκεί μερικά από τα τραγούδια της. Για τον αναγνώστη που έφτασε ως εκεί εξαιτίας της αγάπης του για τη μουσική της. Μα θα είναι πάντα στο μυαλό μας τα τραγούδια της. Και η παρουσία της. Τώρα και τα σκίτσα της μα και οι στίχοι της. 

Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
Ήτανε λέει αναρχικά.
Ήτανε λέει αντικοινωνικά.
Ήτανε λέει ουτοπικά.
Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
Κι αντί γι' αυτά μου δώσανε
ένα πουγγί με γνώση
και με λίρες, να το χειριστώ,
να γίνω μέλος χρήσιμο κι εγώ.
Άνοιξα το πουγγί. Και ευθύς 
πετάχτηκε ένας ανέραστος
ένας αλαζών, ένας γλοιώδης
ένας απατεών,
ένας πορνοβοσκός,
ένας φονιάς ψυχών.
Και άρχισαν τα μαθήματα.
Στα πόσα να πυροβολώ,
στα πόσα να υποχωρώ,
πόσα να κλέβω, πόσο να πουλώ.
Έγινα λίγο λίγο χρήσιμη κι εγώ.
Μα κάπου ακόμα μέσα μου από
το βύθισμά μου, μέσα από
τη χρησιμότητά μου, μέσα από 
τη ζάλη μου, με κοροϊδεύουνε
τα προδομένα παραμύθια μου.
Γεμάτα σκόνη κάπου
ξεχασμένα, ζούνε αληθινά -
χωρίς εμένα.

Αρλέτα (1997). Από πού πάνε για την άνοιξη;, Αθήνα: Καστανιώτης.

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017

Τετράδια ονείρων


Για εμάς που αγαπούμε τον ύπνο, ο κόσμος των ονείρων είναι μια εξαιρετική διέξοδος από την πραγματικότητα, βέβαια μετά την ανάγνωση. Ό,τι κι αν συμβαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο δυσάρεστο κι αν αυτό είναι, έρχεται η νύχτα να σε οδηγήσει στο όνειρο. Ακόμη κι αν είναι εφιάλτης, έχεις την τύχη να ξυπνήσεις. Λυπάμαι τους ανθρώπους που όταν ξυπνούν δεν έχουν τίποτα να αφηγηθούν από την ονειρική ζωή, πως γίνεται να ξεχνούν όλα αυτά τα απίθανα που έζησαν κοιμώμενοι;

Να δεις που όσοι δεν μπορούν να αφηγηθούν όνειρα, αδυνατούν να αφηγηθούν και κομμάτια της πραγματικής τους ζωής. Ούτε λόγος για φανταστικές ιστορίες. Να μου το θυμηθείς ότι έχω δίκαιο.

Θυμάμαι ακόμη όνειρα που είδα πριν πολλά χρόνια, κάποια σχεδόν προφητικά, ενώ δεν λείπουν οι φορές που αδυνατώ να θυμηθώ αν κάτι έγινε στα αλήθεια ή ήταν απλά παιχνίδι της φαντασίας μου που έζησα σε κάποιον βαθύ ύπνο ξεκούρασης. Έτσι λοιπόν τα όνειρα είναι για εμένα απαραίτητα στον ανθρώπινο βίο. Πόσο μάλλον αν αυτά προέρχονται από τη φαντασία της Ζυράννας Ζατέλη κι είναι καταγεγραμμένα δια χειρός της;

Ξέροντας να παίζει με τις λέξεις και να φτιάχνει ταξιδιάρικες προτάσεις, τα όνειρά της θα έχουν σίγουρα μια κάποια μαγεία με ονειρική φαντασία. Πράγματι, αν μη τι άλλο, είναι παράξενα όνειρα.

Στον πρόλογο μας αφηγείται πώς προέκυψε ετούτη η έκδοση. Μέσα στα σκοτάδια, αναφέρει, μετά από κάθε όνειρο ξεχωριστό, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου κατέγραφε από τα παλιά τα χρόνια ακόμη, σε κάποιο από τα έντεκα συνολικά τετράδια ονείρων που είχε απαραίτητα στο κομοδίνο δίπλα της, σκόρπιες λέξεις που θα την βοηθούσαν το πρωί να ανασύρει την ιστορία της νύχτας και του υποσυνείδητου. Για πολλά χρόνια κάθε βράδυ ή κάθε πρωί που ξυπνούσε σημείωνε τις λέξεις του ύπνου. Αυτές τις λέξεις ανακάλυψε ο εκδότης της, Καστανιώτης, που της πρότεινε να εκδοθούν. Από τα όνειρα που χωρούν στα έντεκα τετράδιά της, μετά από σκέψη και δυσκολία ξεχώρισε κάποια κι αποφάσισε να μας τα χαρίσει. Ήταν, αναφέρει, ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη συγγραφή του βιβλίου που θα αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους.

Αντιλαμβάνομαι ότι ήθελε θάρρος η απόφαση της έκδοσης των εικόνων που έρχονται τη στιγμή που όλες οι άμυνες του νου πέφτουν σε λήθαργο. Θα ήταν σίγουρα δύσκολη η επιλογή των πιο "ανώδυνων" ονείρων που θα ταίριαζε να μοιραστεί μαζί μας. Παρ' όλα αυτά, δεν είμαι σίγουρη για τη τελική της επιλογή καθώς πολλά όνειρα επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο, την ίδια ιδέα, τον ίδιο φόβο, την ίδια έγνοια, την ίδια αγάπη, τη μητέρα που πεθαίνει που της λείπει. Είναι όμως μικρές ιστορίες σαν περιλήψεις βιβλίων που ίσως να μην γραφτούν ποτέ. Μέσα από αυτά ανακαλύπτουμε την πραγματικότητα της συγγραφέως και συνειδητοποιούμε πόσο αληθινοί είναι οι ήρωες της καθώς ζουν μόνιμα στο υποσυνείδητό της και μπλέκονται κάπου μεταξύ πραγματικότητας, ονείρου και φαντασίας. Η φαντασία σίγουρα είναι εκεί ακόμη κι όταν κοιμάται, πιστός φίλος της που δεν την εγκαταλείπει ποτέ, φύλακας άγγελος.

Μου άφησε τελικά μια γλυκόπικρη γεύση. Σίγουρα δεν είναι τα πιο πετυχημένα βιβλία που έχει εκδώσει, σε καμία περίπτωση δεν θα το πρότεινα να διαβαστεί πρώτο από κάποιον που δεν έχει διαβάσει κάποιο από τα υπόλοιπα βιβλία της. Θα έλεγα όμως ότι πρέπει να το διαβάσει εκείνος που έχει αγαπήσει τη Ζυράννα μέσα από τα βιβλία της, τις συνεντεύξεις της κι από την ίδια την παρουσία της. Μέσα σε αυτό το μικρό τετράδιο ονείρων παρουσιάζεται όλη της η πραγματικότητα, αυτή που συμβαίνει όταν όλα τα υπόλοιπα σταματούν. Μοιράζεται απλόχερα μαζί μας κάτι λίγο από τη ζωή της. Σαν να ανοίξαμε την πόρτα του μυαλού της και να εισχωρήσαμε μέσα.

Υ.Γ. Η ανάγνωση του βιβλίου ξεκίνησε σε αυτήν την τόσο στα χρώματα της Ζυράννας αιώρα σε ένα κάμπινγκ. Μέσα στον κόσμο που περνούσε και κοιτούσε με περιέργεια το εξώφυλλο του βιβλίου σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να περνούσε από εκεί και η συγγραφέας. Είμαι σίγουρη ότι αν με έβλεπε θα χαμογελούσε, γιατί με αυτά τα χρώματα ταιριάζει το βιβλίο της, αναμφισβήτητα. 

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Ποίηση για την ποίηση V

Χώμα

Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στο μέλος το ασάλευτο που έχει κακοφορμίσει
αλλά στο μπαρ όπου μια νύχτα αθέλητα έχει ιερουργήσει
όχι στους δεκαπεντασύλλαβους που χάσκουν
     σε ερειπιώνα
μα στη λαχαναγορά όπου σαπίζουν φρούτα
με ένα καφετί να προϊδεάζει χρώμα
όχι στο χάος του Κάλβου ανάμεσα άλφα και ωμέγα
μα στου ρεμπέτικου τ' ανέγγιχτο σερνάμενο και μέγα
όχι στου Έλιοτ την τεφροδόχο πλάνη
μα στου νεκροταφείου την ώρα εκείνη που πιάνει
      η πρώτη πάχνη
όχι στης Βεατρίκης κι άλλων τεράτων το κορφολόγημα
μα στο πατάρι μιας Μαγδαληνής καθυβρίζοντας
      τα επώνυμα
ούτε στου Γιαννόπουλου τη μονή γραμμή
      που επιλέχτηκε
μα στου σπασμένου του γυαλιού τη φιλόξενη κόψη
     που ονειρεύτηκε.

Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στρουθίον μονάζον επί δώματος
μα πουλάκι που ανιστορεί
πως βγήκε από τον Άδη
κι είπε ένα τραγούδι
εν ονόματι του χώματος.

Γιαννάκη, Ειρήνη (2017). Η αλφαβήτα των πραγμάτων, Αθήνα: Μελάνι.

Υ.Γ. Να διαβάζουμε ποίηση γιατί πάντα κρύβουν μέσα τους λίγο από τη σκέψη μας. Να αγαπάμε τους ποιητές γιατί δίνουν άνισες μάχες με τις λέξεις δίχως χαλινάρια και σχεδόν πάντοτε νικούν ακόμη και τον εαυτό τους.

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Όταν τα αγάλματα μιλούν


"Οι νύχτες στο μουσείο, αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύουν οι περισσότεροι, είναι μαγικές, γεμάτες ψιθύρους και κίνηση. Μόλις αρχίζει να σουρουπώνει, μπορείς να διακρίνεις στο βλέμμα των αγαλμάτων την ανυπομονησία τους, την προσμονή τους. Είμαι πια βέβαιη πως όλοι το ήξεραν. Πως τις νύχτες τα αγάλματα ζωντανεύουν, εννοώ."

Αυτό το παιδικό βιβλίο είναι ένα ακόμη εξαιρετικό βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο από παιδιά, άνω των 11 ετών, όσο και από ενήλικες. Μαγική ιστορία που συνδυάζει αληθινά ιστορικά γεγονότα αλλά και μυθοπλασία. Η ιστορία του κοριτσιού που μιλούσε με τα αγάλματα είναι κάτι περισσότερο από την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Είναι η ιστορία ενός διαφορετικού κοριτσιού, όχι τόσο γιατί γεννήθηκε με ενάμιση χέρι, όσο γιατί είχε την τύχη να κατανοήσει την αξία ενός μουσείου, μαζί με αυτήν και οι εξίσου τυχεροί αναγνώστες του βιβλίου. Τα εκθέματα του ομορφότερου μουσείου της Ελλάδας, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, είναι κάτι παραπάνω από εκθέματα για την ηρωίδα του βιβλίου. Είναι οι φίλοι της, τόσο τέλειοι παρόλες τις ατέλειες τους, όπως κι εκείνη άλλωστε, είναι τα παιχνίδια της που της διηγούνται ιστορίες. Τα αγάλματα κινούνται μαζί της στο χώρο και στο χρόνο, χορεύουν, τραγουδούν, αγγίζουν τα αστέρια, χαμογελούν, δακρύζουν. Ζουν μαζί της.

Βρισκόμαστε στην Αθήνα το 1941, τις ημέρες εκείνες πριν ο πόλεμος φτάσει για να αλλάξει τις ζωές των κατοίκων της. Το κορίτσι αγαπά το μουσείο, από μικρό παιδί περνά μέσα σε αυτό αρκετές ώρες της καθώς οι γονείς της εργάζονται εκεί. Ο πατέρας της, τεχνίτης στο επάγγελμα, κατάγεται από την Τήνο, ενώ η μητέρα της, είναι πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Εκείνη έχει ταυτιστεί με τα αγάλματα, καθώς στα περισσότερο κάτι τους λείπει, όπως κι αυτή που έχει ένα χέρι μισό. Όμως οι άνθρωποι τα κοιτούν με θαυμασμό, με δέος, δεν τα κοροϊδεύουν, δεν γελούν μαζί τους. Ο πόλεμος όμως που φθάνει θα αλλάξει τη μορφή του μουσείου της, του δεύτερου σπιτιού της. Οι γονείς της αγωνιούν κι εκείνη καταλαβαίνει ότι κάτι συμβαίνει αλλά κανείς δεν της ομολογεί την αλήθεια. Βλέπει ξύλινες κούτες, της απαγορεύουν την είσοδο, βλέπει αγάλματα να λείπουν. Ανησυχεί καθώς πιστεύει ότι ποτέ δεν θα ξαναδεί τους αγαπημένους φίλους της. Φτάνει όμως η ώρα που της αποκαλύπτουν το σκοπό για τον οποίο τα αγάλματα φεύγουν και δεν διστάζει να βοηθήσει κι εκείνη, όπως μπορεί. Και κάπως έτσι η συγγραφέας αυτού του βιβλίου μας τοποθετεί σε εκείνες τις ημέρες που οι θησαυροί του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας κρύβονται από τους κατακτητές για να μην κλαπούν. Μπαίνουμε κι εμείς μέσα στο επιβλητικό κτίριο της Πατησίων τις ημέρες εκείνες που εργαζόμενοι και εθελοντές δίνουν τη δίκη τους μάχη για να προστατεύσουν τον πραγματικό πλούτο αυτής της χώρας. Ένα ένα τα εκθέματα αυτού του μουσείου θα συσκευαστούν προσεχτικά και θα επιστρέψουν βαθιά στο χώμα. Είναι γιατί η τέχνη δεν αντέχει τον πόλεμο, όπως άλλωστε και η ιστορία.

Η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση μας προσέφερε μια εκπληκτικά καλογραμμένη αληθινότατη ιστορία με τον τίτλο "Όταν έφυγαν τ' αγάλματα", για να μην ξεχνούμε ότι τα εκθέματα ενός μουσείου δεν θα παύσουν ποτέ να είναι ζωντανά και να μας μιλούν. Ένα διδακτικό βιβλίο που μιλά για τη διαφορετικότητα και τη φιλία, ενώ παράλληλα αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και βοηθά το παιδί να κατανοήσει την αξία ενός μουσείου. Κάθε έκθεμα έχει να μας αφηγηθεί πολλές ιστορίες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το κοιτάξουμε προσεχτικά κι αυτό είναι πρόθυμο να μας μεταφέρει όπου εμείς επιθυμούμε. 

Είναι κάποιοι εκεί έξω που τολμούν να μου δωρίζουν παιδικά βιβλία γιατί ξέρουν ότι αγαπώ την ταμπέλα "Νεανική Λογοτεχνία". 

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από ένα άλλο εξαιρετικό μουσείο, το αρχαιολογικό μουσείο Ολυμπίας.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Αγάπη για το βιβλίο, ενός εκδότη


"Οι ουμανιστικές σπουδές βοηθούν τον άνθρωπο να καταλάβει τον άνθρωπο. Δεν απομακρύνθηκα ούτε στιγμή από αυτή την αλήθεια. Δεν υποτιμούμε τις άλλες σπουδές, όμως με το κομπιούτερ μόνο δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Αν δεν διαβάσει το βιβλίο και δεν εθιστεί στη γνώση και την περιέργεια, πώς θα νιώσει τον διπλανό του και τον κόσμο γύρω του;
Στο βιβλίο είμαι 60 χρόνια, εξακολουθώ να το αγαπώ, όπως και τη δουλειά που κάνω, διότι αυτό μου δίνει ζωή.
Από το 1952 ξεκίνησα να εργάζομαι για το βιβλίο. Το 1960 έκανα νέα αρχή με δικό μου παλαιοβιβλιοπωλείο στην οδό Ιπποκράτους 23, σε 10 τ.μ. και έκανα τα πάντα μόνος μου. Το 1978 μετακόμισα απέναντι, στην Ιπποκράτους 8 όπου και βρίσκομαι σήμερα. Πιστεύονται βαθιά στον παιδευτικό λόγο, ταυτίζω το βιβλίο με τη ζωή και την ύπαρξη του ανθρώπου. Ακονίζει το νου, βαθαίνει τον συναισθηματικό κόσμο, καλλιεργεί τη γλώσσα, ξυπνάει τη συνείδηση, προωθεί την αυτογνωσία, ενισχύει την πίστη στις μεγάλες ανθρώπινες αξίες που καταξιώνουν και ομορφαίνουν τη ζωή. Συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση συνειδητών και υπεύθυνων πολιτών. Επιμένω ότι, αν έχουμε να προσφέρουμε κάτι στους νέους, αυτό είναι η δυνατότητα να αγαπήσουν το βιβλίο. 
Έχοντας τόσα χρόνια εκδοτικής διαδρομής αλλά και συνδικαλιστικής δράσης αναγνωρίζω πλέον ότι οι εκθέσεις βιβλίων έχουν καταντήσει κοσμικά γεγονότα, δεν προβάλλουν τη βιβλιοφιλία. Αν κάπου πρέπει να προβληθεί το βιβλίο είναι μέσα στο σχολείο. Να γίνει αναπόσπαστο μέρος της σχολικής ζωής του παιδιού από την πρώτη τάξη του δημοτικού ως το τελευταίο έτος του Πανεπιστημίου. Εκεί πρέπει να πάνε οι συγγραφείς και οι εκδότες, στις τάξεις και στα αμφιθέατρα. Παράλληλα, θεωρώ ότι πρέπει να δίνονται κίνητρα στους νέους. Να δίνουμε τη δυνατότητα οι εκδότες, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, σε μαθητές και φοιτητές να αγοράζουν με έκπτωση λογοτεχνικά και ιστορικά βιβλία. Τα παιδιά πρέπει να μπουν στα βιβλιοπωλεία. Πρέπει να στήσουμε συγκροτημένες και επαρκείς βιβλιοθήκες στο σχολείο, στις γειτονιές στους δήμους. Ωστόσο, γνωρίζω καλά πως πάνω απ' όλα απαιτείται πολιτική βούληση και ένα αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα. Αναγνωρίζω όμως ότι στον εκδοτικό τομέα έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Ευτυχώς σήμερα είναι αρκετοί εκδότες, μικροί και μεγάλοι, που εκδίδουν ποιοτικό βιβλίο. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι υπάρχει και παιδικό βιβλίο ποιότητας. Κι αν κάτι έχω να συμβουλεύσω έναν νέο εκδότη, δεν είναι άλλο από το να βγάζει καλά βιβλία και να μην περιμένει να γίνει αμέσως πλούσιος. Η ποιότητα σε καθιερώνει. Γιατί ο αναγνώστης που θα πάρει ένα βιβλίο στα χέρια του και θα το καμαρώσει, ποτέ δεν θα το πετάξει, δεν θα το εγκαταλείψει ούτε το βιβλίο, ούτε τον εκδότη του."

Με αυτά τα όμορφα λόγια ο Δημήτρης Ν. Παπαδήμας, εκδότης του ιστορικού εκδοτικού οίκου, κλείνει το πρώτο μέρος του βιβλίου του Το οδοιπορικό ενός εκδότη που εκδόθηκε το 2012. Μέσα σε λίγες λέξεις συνοψίζει όλη του την αγάπη για το επάγγελμά του, το βιβλίο αλλά και τις βασικές ιδέες του για τη φιλαναγνωσία. Γραμμένο σε απλή γλώσσα, σχεδόν σε προφορικό λόγο, ο εκδότης αφηγείται τη ζωή του και η ζωή ενός δραστήριου εκδότη έχει πάντα ενδιαφέρον. Ξεκινώντας από την οικογένεια του και τον τόπο καταγωγής του, που φαίνεται ποτέ να μην ξεχνά, την όμορφη Πύλο στη Μεσσηνία, ο Παπαδήμας φτάνει στα χρόνια που αναζητώντας εργασία κατέληξε να ασχολείται με το βιβλίο. Ξεκινώντας να εργάζεται στο παλαιοβιβλιοπωλείο του συντοπίτη του Νότη Καραβία αποφάσισε να ανοίξει το δικό του παλαιοβιβλιοπωλείο το 1960. Στα χρόνια που ακολούθησαν ασχολήθηκε ενεργά και πάλεψε για τα δικαιώματα των εκδοτών και των βιβλιοπωλών αλλά και για την προώθηση της βιβλιοφιλίας. Υπήρξε πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών-Βιβλιοπωλών Αθηνών (ΣΕΒΑ), ο οποίος ιδρύθηκε το 1928. Το 1978 εγκαινίασε τη "Γιορτή του Βιβλίου" στο Άλσος της Κηφισιάς που από το 1990 και μετά πραγματοποιείται στην Αθήνα και το 1982 την πρώτη Έκθεση Βιβλίου στην Κύπρο. Στο οδοιπορικό του αναφέρεται συνοπτικά στην εκδοτική του δραστηριότητα και στη συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο B. G. Teubner Leipzig ενώ δεν ξεχνά να αναφερθεί σε συναδέλφους βιβλιοπώλες και εκδότες που έδρασε μαζί τους. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του αναφέρεται στα ταξίδια του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 
Ο δραστήριος αυτός εκδότης έφυγε από τη ζωή το 2016, το βιβλιοπωλείο-εκδοτικός οίκος του συνεχίζει στον ίδιο χώρο, στις αρχές της Ιπποκράτους, πιστό στις ιδέες και στα γούστα του ιδρυτή του.   

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Για την αυριανή γιορτή των Αρχείων


Η δουλειά στο αρχείο είναι μια ήσυχη δουλειά, ενίοτε βαρετή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι δημιουργική. Είναι μοναχική δουλειά, με πολύ διάβασμα και μεγάλη ευθύνη απέναντι στον ερευνητή. Το κοινό που καλείσαι να εξυπηρετήσεις δεν είναι μεγάλο αλλά είναι πολύ απαιτητικό γιατί ο ερευνητής που θα έρθει στο αρχείο επιδιώκει να εντοπίσει εκείνα τα κομμάτια της ιστορίας που ακόμη δεν έχουν μελετηθεί. Δουλεύεις αδιάκοπα καθώς οι σελίδες ποτέ δεν τελειώνουν, αρχειοθετείς, ευρετηριάζεις, φτιάχνεις καταλόγους, ενώνεις το παζλ της ιστορίας για εκείνον τον ένα ερευνητή που θα ζητήσει την εξειδικευμένη πληροφορία. 

Αφού παραλάβεις ένα αρχείο από ένα δημόσιο οργανισμό ή από έναν ιδιώτη, καλείσαι να αποφασίσεις τι θα κρατήσεις και τι θα εξαφανίσεις. Δύσκολη απόφαση, με μεγάλη ευθύνη για εκείνα τα σπουδαία κομμάτια του παζλ που ίσως να μην προσέξεις κι αν πετάξεις θα καταδικαστούν να είναι κομμάτια που λείπουν. Πάντα υπάρχει το πρόβλημα του χώρου. Ο μεγαλύτερος εχθρός. Συνειδητοποιώ ότι δεν είναι μόνο το χαρτί, μα και το ψηφιοποιημένο απαιτεί χώρο. Αυξάνονται τα terabyte που χρησιμοποιούνται και θέλουν κι αυτά να βρίσκονται κάπου ασφαλή. Κι εκείνα θαρρώ πως είναι κάπως πιο ευάλωτα. Αφού, λοιπόν, πάρεις τη δύσκολη απόφαση του τι θα μείνει και τι θα πεταχτεί, τότε ξεκινάει η περισσότερη δουλειά. Σπάνια το αρχείο που θα έρθει θα είναι σε καλή κατάσταση, αρχειοθετημένο σε φακέλους με τα έγγραφα τοποθετημένα σε αυστηρή χρονολογική σειρά, να έχει δηλαδή μια δομή. Είναι γιατί μέχρι να παρθεί η απόφαση να το "ξεφορτωθούν", τραβιόταν για χρόνια από γραφείο σε συρτάρι κι από το πάτωμα μέσα σε κούτες στοιβαγμένες σε κάποια αποθήκη με υγρασία. Αυτή τη δομή προσπαθεί να δημιουργήσει ο αρχειονόμος, τη δομή που είχε όταν αρχικά παράχθηκε, για την ανασυγκρότησή του παλεύουμε. Ανοίγεις κούτες κι αρχίζεις το διάβασμα. Λυτά έγγραφα, σκόρπια χαρτιά, επιστολές αλληλογραφίας, διαβιβαστικά έγγραφα χωρίς συνημμένα, σκουριασμένες καρφίτσες, χειρόγραφα μια άλλης εποχής, δυσανάγνωστα γράμματα, τοπογραφικά διαγράμματα, καθαρεύουσα, φωτογραφίες, εφημερίδες, πιστοποιητικά, συμβόλαια και χίλια δυο άλλα χαρτιά, έγγραφα που περνούν από μπροστά σου, κομμάτια προηγούμενων χρόνων, γραπτά μνημεία. Πρέπει να δημιουργήσεις φακέλους, υποφακέλους με τίτλους και χρονολογίες. Κυρίως διαβάζεις με σκοπό να ενώσεις και σε καμία περίπτωση να αποσυνδέσεις. Στη συνέχεια δημιουργείς ευρετήρια βάση των οποίων ο ερευνητής θα μπορεί να εντοπίσει την πληροφορία που αναζητά. Διαβάζεις μυριάδες χαρτιά για να καταλήξεις να σημειώσεις μόνο λίγες λέξεις. Κι ενώ θεωρείς ότι αυτό θέλει λίγο χρόνο, οι ώρες περνούν κι οι κούτες μένουν γεμάτες κι εσύ διαβάζεις ένα έγγραφο απλά και μόνο επειδή σου φαίνεται ενδιαφέρον. Ικανοποιείς τη φιλομάθειά σου αλλά και την περιέργειά σου.


Η μοίρα των αρχείων είναι κοινή με εκείνη των βιβλιοθηκών γιατί εντάσσονται στο ίδιο υπουργείο με τα πολλά προβλήματα, στο παιδείας που έχει να αντιμετωπίσει τα μυριάδες μεν κενά σε και τις υπεραριθμίες δε των εκπαιδευτικών, αποτέλεσμα των προηγούμενων εποχών που το δημόσιο διόριζε δίχως προγραμματισμό. Αυτοί οι υπεράριθμοι εκπαιδευτικοί που θέλουν κάθε χρόνο να αποσπώνται εκτός αιθουσών διδασκαλίας. Κάθε χρόνο το ίδιο πρόβλημα. Η ίδια ειδικότητα υπεράριθμη σε ένα νομό (ή σε μια πόλη) κενή κάπου αλλού. Ίσως τα αρχεία να είναι σε λίγο χειρότερη μοίρα από τις βιβλιοθήκες, γιατί από τη φύση τους δεν τραβάνε τα φώτα της δημοσιότητας. Όπως είπα, το κοινό είναι μικρό σε αριθμό κι έχουμε μάθει να μετρούμε αξίες με την ποσότητα και όχι με την ποιότητα που κυρίως αυτή έχουν (θα έπρεπε να έχουν) τα αρχεία. Γιατί οι σελίδες που συγκεντρώνουν είναι όλη η ιστορία ενός τόπου, ενός νομού, μιας χώρας. Την ιστορία αυτή επεξεργάζοναι και διαφυλάττουν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και αναμένουν τον ερευνητή που σιωπηλά θα μελετήσει και σιωπηλά θα σεβαστεί την αξία του αρχείου μα και τη δύσκολη δουλειά του αρχειονόμου. Είναι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που αχολούνται με τα αρχεία, που ουσιαστικά νοιάζονται για την ομαλή λειτουργία τους. Λίγοι είναι κι αυτοί που ξέρουν ότι λειτουργούν, δίχως χρήματα και δίχως εξειδικευμένο προσωπικό. Κι όμως υπάρχουν σε κάθε νομό αυτής της χώρας και αναμένουν κάποιον υπουργό παιδείας να διορίσει τους άνεργους απόφοιτους του Ιονίου Πανεπιστημίου, τους μόνους με εγχώριες σπουδές αρχειονομίας. Μετά το άνοιγμα των σχολικών βιβλιοθηκών ήταν η επόμενη υπόσχεση, ότι θα διοριστούν λέει 500 βιβλιοθηκονόμοι και αρχειονόμοι.

Πέρασε ένας μήνας της σύμβασης και έτσι γρήγορα θα περάσουν κι οι άλλοι επτά. Η δέκατη τέταρη σύμβαση μου, η δέκατη τέταρη θέση εργασίας μου που θα γίνει κι αυτή άλλη μία γραμμή στο βιογραφικό μου.

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Μια σειρά από ατυχή γεγονότα μας βρίσκουν πάντα


Όταν ήμουν μικρή διάβαζα ακούραστα και αχόρταγα σπουδαίους συγγραφείς όπως Ουγκό, Στάινμπεγκ, Ντοστογιέφσκι, Ουάιλντ, Ζολά και τόσους άλλους σε βαριές δερματόδετες εκδόσεις με κιτρινισμένα φύλλα και παλαιική ορθογραφία. Τώρα που μεγάλωσα ανακαλύπτω την παιδική και εφηβική λογοτεχνία. Ή είμαι ανάποδη ή φταίει που δεν είχα καμία επαφή σε εκείνη την ηλικία με βιβλιοθήκες, ούτε καν με βιβλιοπωλεία. Μόνο τα παλαιοβιβλιοπωλεία που ήταν στη γειτονιά μου ικανοποιούσαν αυτήν την όρεξή μου να ξεφύγω από την πραγματικότητα και να χαθώ στο μύθο. Όμως τα παλαιοβιβλιοπωλεία τα θυμάμαι με στοιβαγμένα και ακουμπισμένα βιβλία άναρχα παντού που μύριζαν αυτή τη μυρωδιά που θέλουν τώρα να διασώσουν γιατί είναι λέει πολιτιστική κληρονομιά. Μόνο μια υποτυπώδη κατηγοριοποίηση υπήρχε του τύπου "αυτά τα βιβλία μόλις μου τα έφεραν, εκείνα τα βιβλία μάλλον δεν θα πουληθούν ποτέ, καλύτερα κοίτα εδώ". Μάλλον δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω αυτήν την κατηγορία βιβλίων που λέγεται "εφηβική λογοτεχνία" ή ακόμη κι αν τη γνώριζα θα θεωρούσα τον εαυτό μου πολύ μεγάλο για να διαβάσω βιβλία για παιδιά. Αυτό το κενό αναπληρώνω τώρα.


Ο Lemony Snicket, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του αμερικανού συγγραφέα Daniel Handler, εξέδωσε το 1999 το πρώτο βιβλίο Μιας σειράς από ατυχή γεγονότα με τον τίτλο Κακή αρχή. Από τότε ακολούθησαν πολλά ακόμη βιβλία που εντάχθηκαν στη σειρά που έμελλε να γίνει μεγάλη επιτυχία αφού έχει μεταφραστεί σε πάνω από 40 γλώσσες και έχει πουλήσει πολλά εκατομμύρια αντίτυπα. Στα ελληνικά εκδόθηκε το 2002 από τα Ελληνικά Γράμματα ενώ τώρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός που δεν άφησαν τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Το πρώτο βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου, ξεκινά μια σειρά από ατυχή γεγονότα που βρήκαν αυτά τα παιδιά, τους πρωταγωνιστές μας, με το επίθετο Μποντλέρ. Για αρχή με το που ξεκινά η ιστορία κι ενώ εκείνα παίζουν ανέμελα στην ακροθαλασσιά ένας μακρινός συγγενής που ονομάζεται Πόε, βεβαίως βεβαίως, τα πλησιάζει και τους ανακοινώνει ότι το σπίτι τους κάηκε, οι γονείς τους πέθαναν και αυτά δεν έχουν τίποτα, εκτός από μια περιουσία που θα μπορούν να διαχειριστούν μόνο αφού ενηλικιωθούν. Κάπως έτσι η περιπέτεια τους ξεκινά σε έναν κόσμο που η αλήθεια είναι πως δεν έχει πρίγκιπες, βασίλισσες και ιππότες. Κι αυτά επιβιώνουν, όπως όλοι μας, με πολύ χιούμορ και αισιοδοξία και με καθόλου λύπη και στεναχώρια. Είναι απλά διάφορα ατυχή γεγονότα που τα βρίσκουν κι εκείνα πρέπει να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους για να συνεχίσουν.

Με έκπληξη διαπίστωσα ότι εκτός από μια ιστορία που θέλω να διαβάσω ολόκληρη μέχρι το τέλος της, όσα βιβλία κι αν αυτή περιλαμβάνει, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το πρώτο αυτό βιβλίο της σειράς ένα ακόμη παιδικό βιβλίο για βιβλία. Ο Κλάους Μποντλέρ, το μεσαίο από τα τρία αδέρφια, είναι ένας βιβλιοφάγος που είχε μια μεγάλη και πολύτιμη βιβλιοθήκη στο σπίτι των γονιών του, την οποία έχασε βέβαια και αυτή με τη φωτιά. Τα βιβλία του λείπουν συνεχώς, ειδικά στις δύσκολες στιγμές που ψάχνει απαντήσεις που μόνο εκείνα θα μπορούν να του δώσουν. Ευτυχώς στο σπίτι της Δικαιοσύνης Στράους βρίσκει μία με πολλά βιβλία, από το πάτωμα έως το ταβάνι, την οποία τα παιδιά μπορούν να επισκέπτονται και κάθε φορά εκείνα τους βγάζουν ασπροπρόσωπους, είναι τα μόνα που μπορούν να εμπιστευθούν σε έναν κόσμο άδικο.  

Ευκολοδιάβαστη, έξυπνη, διαφορετική σειρά βιβλίων που απευθύνεται σε παιδιά εξοικειωμένα με την ανάγνωση, ίσως τελευταίων τάξεων του δημοτικού. Εικονογράφηση υπάρχει μόνο στην αρχή του κάθε κεφαλαίου, ενώ τα κεφάλαια είναι ολιγοσέλιδα και δεν καταλαβαίνεις πότε τελείωσες το πρώτο και ξεκίνησες το δεύτερο.

Δώστε στα παιδιά τη δυνατότητα να γνωρίσουν τι βιβλία υπάρχουν για την ηλικία τους. Επισκεφθείτε μαζί τους βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία. Βοηθήστε τα να βρουν εκείνο το βιβλίο που θα τους ανοίξει τις πύλες της φαντασίας. Τα πρώτα βιβλία είναι πάντα τα καλύτερα.

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Το νούμερο ένα μιας νέας εκδοτικής σειράς


Μου είναι δύσκολο να μιλάω για εξαιρετικά μεγάλα βιβλία. Θα κάνω μια εξαίρεση όμως σε αυτήν την περίπτωση κάνοντας μια προσπάθεια να πω κάτι από τα πολλά που ούτως ή άλλως έχουν ειπωθεί, κυρίως επειδή θέλω να πω δυο λόγια για την έκδοση. Ο Edgar Allan Poe είναι ένας συγγραφέας που συντρόφευσε (και αυτός) τα εφηβικά μου χρόνια και συγκεκριμένα τις σκοτεινές ήμερες τους. Σκάβοντας βαθιά στη μνήμη ανασύρω το Κοράκι, το Μαύρο γάτο και κάποιες ακόμη από τις ιστορίες του σε μια ενδεχομένως φθηνή έκδοση του περιπτέρου. Μάλλον ξέρω για τον Πόε ό,τι έχω ακούσει από τους άλλους, δηλαδή αυτά που ξέρουν όλοι γι' αυτόν και τίποτα παραπάνω. Μάλλον πρέπει να διαβάσω όλα του τα έργα που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και ίσως να εντοπίσω αν υπάρχει κάποια βιογραφία του γιατί φαίνεται πως και ο βίος του έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Με τις σκέψεις αυτές, το πρώτο βιβλίο του που διάβασα ήταν Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ εξαιτίας της νέα έκδοσης που μας προσέφερε ο εκδοτικός οίκος Gutenberg. Εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο το οποίο εκδόθηκε το 1838. Αυτό ακριβώς που φανταζόμουν για τον Πόε, τον σκοτεινό, τον θανατερό, τον απαισιόδοξο συγγραφέα που περισσότερο η ιδέα του παρά τα κείμενά του εντέλει, συντρόφευσε την εφηβεία μου. Πρόκειται για μια θαλασσινή περιπέτεια γεμάτη αλμύρα, για ένα μυθιστόρημα που έχει ως σκοπό να ανακαλύψει νέες χώρες ή νέες ψυχικές καταστάσεις όταν ο άνθρωπος βρίσκεται ένα σκαλί πριν από τον θάνατό του. Ο πρωταγωνιστής, ο αφηγητής της ιστορίας του, παίρνει την απόφαση να ξεφύγει και να μπει λαθρεπιβάτης σε ένα φαλαινοθηρικό για να κάνει ένα μεγάλο θαλασσινό ταξίδι που το είχε σαν όνειρο. Από την αρχή ζει σε συνθήκη εγκλωβισμού, από την αρχή ο θάνατος παραμονεύει. Τις πρώτες ημέρες του στο καράβι ζει κρυμμένος με λίγο φαγητό και νερό σε στενάχωρο χώρο χωρίς αέρα. Κάπως έτσι, από την αρχή δυνατά, ξεκινά η περιπέτειά του και η δική μας ανάγνωση. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν πολλοί θάνατοι, αφού όλοι πεθαίνουν και μόνο ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να ζει αντιμετωπίζοντας όλες τις δυσκολίες της ζωής μέχρι που τελικά να φτάσει κι αυτός σε έναν απότομο, κοφτό σχεδόν μυστηριώδη θάνατο που κι ο ίδιος ο αναγνώστης δεν μπορεί να πιστέψει. Ο Πόε δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να χαλαρώσει, τον έχει εκεί συνένοχο να βλέπει τον αγώνα του ανθρώπου για να επιβιώσει επί ματαίω.

Οι κριτικοί έχουν ξοδέψει πολύ μελάνι αναλύοντας αυτό το έργο, όπως φαίνεται και από το παράρτημα της παρούσας έκδοσης αλλά και από τις πάμπολλες σημειώσεις που διακόπτουν συνεχώς και βιαίως τη ροή της αφήγησης. Ακόμη, θέλουν να στάθηκε αφετηρία και έμπνευση του Μέλβιλ για τον Μόμπι Ντικ του που εκδόθηκε δεκατρία χρόνια αργότερα. Μα δεν είναι ο μόνο μεγάλος συγγραφέας που εκτίμησε αυτήν την ιστορία του Πόε. Είναι και ο Ιούλιος Βερν που θέλησε να δώσει μια συνέχεια στο ξαφνικό και άδικο τέλος της ιστορίας κάτι που κάνει πράξη στη Σφίγγα των πάγων  (1897) αποσπάσματα του οποίου δίνονται στο παράτημα αυτής της έκδοσης με τέτοιον τρόπο ώστε να πειστούν κι εκείνοι που αδυνατούν να πιστέψουν ότι υπάρχει συνέχεια.

Ο τίτλος αυτός αποτελεί το πρώτο βιβλίο (κι ότι είναι πρώτο έχει από μόνο του μια κάποια αξία) που εντάχθηκε στη νέα πολυδιαφημισμένη και πολλά υποσχόμενη επετειακή σειρά του Gutenberg με τίτλο Aldina που εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο Δημήτρης Αρμάος και διευθύνει η Ζωή Μπέλλα. Με αυτόν τον τρόπο γιορτάζει ο εκδοτικός οίκος τα 50 χρόνια της σπουδαίας ιστορίας του. Ο τίτλος αλλά και το λογότυπο της σειράς παραπέμπει στον σπουδαίο Ιταλό τυπογράφο Άλδο Μανούτιο που όποιος λίγο έχει διαβάσει για την ιστορία του βιβλίου και της τυπογραφίας δεν μπορεί παρά να έχει μάθει πολλά γι' αυτόν και για το έργο του. Η σειρά έχει σκοπό να εντάξει σπουδαίους τίτλους της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε εξαιρετική μετάφραση, εμπλουτισμένους με εισαγωγικά κείμενα και παραρτήματα με κείμενα που αναλύουν το έργο. Βέβαια δεν ξέρω αν όλα αυτά τα επιπλέον κείμενα έχουν να προσθέσουν κάτι στην αξία του έργου. Ίσως να προσθέτουν αίγλη στο έτσι κι αλλιώς αριστούργημα που ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του. Η σειρά δεν υπόσχεται μόνο φροντίδα στο περιεχόμενο αλλά και στην τυπογραφική εμφάνιση αν θέλει να επικαλείται το όνομα του Μανούτιο. Κι είναι πράγματι μια φροντισμένη έκδοση με καλόγουστα τυπογραφικά στοιχεία σε πολυτονικό, και καλό τυπογραφικό χαρτί. Αλλά η βιβλιοδεσία και το εξώφυλλο δεν κατάφερε να ξεφύγει από την αισθητική της άλλης εξαιρετικής σειράς του εκδοτικού οίκου της Orbis Literae.

Εν ολίγοις κρατώ στα χέρια μου ένα εξαιρετικό λογοτεχνικό έργο, το μόνο μυθιστόρημα του Πόε, ενταγμένο σε μια φροντισμένη εκδοτική σειρά ενός εκδοτικού οίκου που πενήντα χρόνια τώρα μας προσφέρει την ποιότητα που έχουμε ανάγκη οι αναγνώστες, ενός εκδότη που αποδεικνύει συνεχώς ότι αγαπά το βιβλίο κι ό,τι περιλαμβάνει αυτό. Αν και η φροντίδα δεν θα είναι ποτέ αρκετή σε μια εκδοτική σειρά με αυτό το όνομα, οι τίτλοι που συνεχώς προστίθενται σε αυτήν αποδεικνύουν την ποιότητά της δίνοντας αυτήν την εγγύηση που χρειάζεται ο αναγνώστης πριν την κάθε αγορά του.

Οι επόμενοι τίτλοι της σειράς βρίσκονται εδώ.

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Για μία βιβλιοθήκη


Σαν το μυρμήγκι κουβαλάω τους θησαυρούς στη φωλιά μου. Κι είναι αλήθεια πως δεν έχω μόνο μία τρύπα για φωλιά. Κι είναι αλήθεια πως τελικά δεν έχω ούτε φωλιά ούτε θησαυρούς. Σαν το μυρμήγκι όμως κουβαλάω και σαν το μυρμήγκι είμαι σε μόνιμη αναζήτηση και μετακίνηση, καταλήγοντας να ζω χωρίς αυτούς σε τρύπες άλλων.

Αφήνω κομμάτια μου σε χώρους που ζω. Φεύγω και μένει πίσω κάτι από εμένα. Κάτι περισσότερο από μερικά αντικείμενα. Είναι τα βιβλία ο πιο πολύτιμος θησαυρός. Δεν είναι ένα αντικείμενο, είναι κάτι  περισσότερο ακόμη και από μια ιδέα. Φεύγω κι είναι σαν αφήνω πίσω κάτι από όλα όσα υπάρχουν μέσα μου βαθιά. Όσο κι αν προσπαθώ να απεξαρτηθώ, να ανεξαρτητοποιηθώ, είναι αδύνατον να ξεφύγω από τη σκέψη μου, από εμένα την ίδια. Κι είναι η διαμελισμένη βιβλιοθήκη μου επέκταση του είναι μου. Σκόρπια κομμάτια μου που λείπουν.

Πάντα υπάρχει η ελπίδα του ερχομού εκείνης της ημέρας που όλα τα κομμάτια της σκέψης θα συγκεντρωθούν σε έναν τόπο. Εσύ δεν ξέρω που θα είσαι, εγώ πάντως θα είμαι εκεί ολόκληρη. Όλες οι λέξεις μου θα είναι ταξινομημένες στα ράφια γύρω μου, θα είναι στη θέση τους. Κι είναι αυτές οι λέξεις άρτια επιλεγμένες, προσεχτικά ξεχωρισμένες από το σύμπαν των βιβλίων, κι έχουν αντέξει τόσο στο χρόνο όσο στο ξένο χώρο. Έχουν αντέξει χειμωνιάτικες κακοκαιρίες και καλοκαιρινές αναζητήσεις προμηθειών. Ένας πραγματικός θησαυρός είναι ο θησαυρός μου που κάποτε θα ζει με εμένα.