Όταν εργαζόμουν στο βιβλιοπωλείο είχε μόλις κυκλοφορήσει η μπλε ποιητική της συλλογή με τον τίτλο "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως". Είχε τρομερές πωλήσεις από την πρώτη ημέρα που είχε έρθει στο μαγαζί. Αναρωτιόμασταν πως μπορεί μια ποιητική συλλογή να έχει τόσες πωλήσεις και μάλιστα από τις πρώτες ημέρες κυκλοφορίας της. Για να μην πηγαινοερχόμαστε και για να εξυπηρετούνται ευκολότερα οι πελάτες είχαμε βάλει μια μεγάλη ντάνα στο πρώτο τραπέζι στην είσοδο του Ελευθερουδάκη η οποία χαμήλωνε και εμείς ψηλώναμε πολλές φορές ημερησίως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019
Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2019
Μια καθυστερημένη απάντηση (Ιστορίες βιβλιοπωλείων)
Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017
Της Αρλέτας (1945-2017)
Η δυσάρεστη είδηση της 8 Αυγούστου για το θάνατο της Αρλέτας μου έφερε και μία πληροφορία που δεν γνώριζα. Έμαθα για το ένα και μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε αυτή η τραγουδίστρια με την αέρινη φωνή που συντρόφευε τα μουσικά ακούσματα της εφηβείας μας αλλά και της μετέπειτα ζωής μας. Αυτό το ένα βιβλίο της ήθελα να το έχω στη βιβλιοθήκη μου, σαν φόρο τιμής. Να το ανοίγω όταν θέλω να ακούω τη φωνή της. Κι είναι μια πολύ όμορφη έκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη που την έχει επιμεληθεί εξολοκλήρου η αγαπημένη τραγουδίστρια. Ήταν μια σκέτη έκπληξη το βιβλίο της. Χορταστική ποιητική συλλογή 129 σελίδων. Έργο τέχνης καθώς εκτός από τα τόσο δικά της ποιήματα περιλαμβάνει και δικά της σκίτσα. Εξάλλου η Αρλέτα είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία σπούδασε φαίνεται όλες τις τέχνες. Νιώθω σαν να ομόρφυνε λίγο περισσότερο η βιβλιοθήκη μου. Σπανίζουν βιβλία με τόσα χρώματα και με τόση τέχνη μαζεμένη μέσα στις σελίδες τους. Έχει ακόμη και ήχο, φρόντισε να αφήσει μέσα εκεί μερικά από τα τραγούδια της. Για τον αναγνώστη που έφτασε ως εκεί εξαιτίας της αγάπης του για τη μουσική της. Μα θα είναι πάντα στο μυαλό μας τα τραγούδια της. Και η παρουσία της. Τώρα και τα σκίτσα της μα και οι στίχοι της.
Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
Ήτανε λέει αναρχικά.
Ήτανε λέει αντικοινωνικά.
Ήτανε λέει ουτοπικά.
Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
Κι αντί γι' αυτά μου δώσανε
ένα πουγγί με γνώση
και με λίρες, να το χειριστώ,
να γίνω μέλος χρήσιμο κι εγώ.
Άνοιξα το πουγγί. Και ευθύς
πετάχτηκε ένας ανέραστος
ένας αλαζών, ένας γλοιώδης
ένας απατεών,
ένας πορνοβοσκός,
ένας φονιάς ψυχών.
Και άρχισαν τα μαθήματα.
Στα πόσα να πυροβολώ,
στα πόσα να υποχωρώ,
πόσα να κλέβω, πόσο να πουλώ.
Έγινα λίγο λίγο χρήσιμη κι εγώ.
Μα κάπου ακόμα μέσα μου από
το βύθισμά μου, μέσα από
τη χρησιμότητά μου, μέσα από
τη ζάλη μου, με κοροϊδεύουνε
τα προδομένα παραμύθια μου.
Γεμάτα σκόνη κάπου
ξεχασμένα, ζούνε αληθινά -
χωρίς εμένα.
Αρλέτα (1997). Από πού πάνε για την άνοιξη;, Αθήνα: Καστανιώτης.
Κυριακή 30 Ιουλίου 2017
Ποίηση για την ποίηση V
Χώμα
Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στο μέλος το ασάλευτο που έχει κακοφορμίσει
αλλά στο μπαρ όπου μια νύχτα αθέλητα έχει ιερουργήσει
όχι στους δεκαπεντασύλλαβους που χάσκουν
σε ερειπιώνα
μα στη λαχαναγορά όπου σαπίζουν φρούτα
με ένα καφετί να προϊδεάζει χρώμα
όχι στο χάος του Κάλβου ανάμεσα άλφα και ωμέγα
μα στου ρεμπέτικου τ' ανέγγιχτο σερνάμενο και μέγα
όχι στου Έλιοτ την τεφροδόχο πλάνη
μα στου νεκροταφείου την ώρα εκείνη που πιάνει
η πρώτη πάχνη
όχι στης Βεατρίκης κι άλλων τεράτων το κορφολόγημα
μα στο πατάρι μιας Μαγδαληνής καθυβρίζοντας
τα επώνυμα
ούτε στου Γιαννόπουλου τη μονή γραμμή
που επιλέχτηκε
μα στου σπασμένου του γυαλιού τη φιλόξενη κόψη
που ονειρεύτηκε.
Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στρουθίον μονάζον επί δώματος
μα πουλάκι που ανιστορεί
πως βγήκε από τον Άδη
κι είπε ένα τραγούδι
εν ονόματι του χώματος.
Γιαννάκη, Ειρήνη (2017). Η αλφαβήτα των πραγμάτων, Αθήνα: Μελάνι.
Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στο μέλος το ασάλευτο που έχει κακοφορμίσει
αλλά στο μπαρ όπου μια νύχτα αθέλητα έχει ιερουργήσει
όχι στους δεκαπεντασύλλαβους που χάσκουν
σε ερειπιώνα
μα στη λαχαναγορά όπου σαπίζουν φρούτα
με ένα καφετί να προϊδεάζει χρώμα
όχι στο χάος του Κάλβου ανάμεσα άλφα και ωμέγα
μα στου ρεμπέτικου τ' ανέγγιχτο σερνάμενο και μέγα
όχι στου Έλιοτ την τεφροδόχο πλάνη
μα στου νεκροταφείου την ώρα εκείνη που πιάνει
η πρώτη πάχνη
όχι στης Βεατρίκης κι άλλων τεράτων το κορφολόγημα
μα στο πατάρι μιας Μαγδαληνής καθυβρίζοντας
τα επώνυμα
ούτε στου Γιαννόπουλου τη μονή γραμμή
που επιλέχτηκε
μα στου σπασμένου του γυαλιού τη φιλόξενη κόψη
που ονειρεύτηκε.
Ο ποιητής είναι θαμών
όχι στρουθίον μονάζον επί δώματος
μα πουλάκι που ανιστορεί
πως βγήκε από τον Άδη
κι είπε ένα τραγούδι
εν ονόματι του χώματος.
Γιαννάκη, Ειρήνη (2017). Η αλφαβήτα των πραγμάτων, Αθήνα: Μελάνι.
Υ.Γ. Να διαβάζουμε ποίηση γιατί πάντα κρύβουν μέσα τους λίγο από τη σκέψη μας. Να αγαπάμε τους ποιητές γιατί δίνουν άνισες μάχες με τις λέξεις δίχως χαλινάρια και σχεδόν πάντοτε νικούν ακόμη και τον εαυτό τους.
Σάββατο 1 Απριλίου 2017
Τα χρώματα του ποιητή
Πρέπει να έχω λιώσει πολλές σόλες παπουτσιών περπατώντας στους αθηναϊκούς δρόμους και σίγουρα θα συνεχίσω. Είναι που το κέντρο της πρωτεύουσας κάθε φορά μου προσφέρει νέες εκπλήξεις και συναισθήματα. Έτσι ένα συννεφιασμένο μεσημεράκι τα βήματά μου με οδήγησαν στις εκδόσεις Γαβριηλίδη στην Αγ. Ειρήνη. Μπήκα σε ένα υπέροχο νεοκλασικό και δεν κατάλαβα που ακριβώς μπήκα, σε ένα σπίτι, σε ένα βιβλιοπωλείο, σε ένα τυπογραφείο, σε μια εταιρεία, σε μία καφετέρια ή σε ένα κτίριο που τα συγκεντρώνει όλα αυτά. Ένιωσα αόρατη, ένιωσα ότι είμαι ένα φάντασμα που παρακολουθεί τις ζωές των άλλων καθώς εργάζονται. Με άφησαν όλοι στην ησυχία μου να νιώθω όπως θέλω καθώς αναζητούσα το σκοπό της επίσκεψής μου. Μόνο για μια στιγμή πρέπει να με είδε κάποιος, τότε που η μύτη μου σχεδόν ακουμπούσε έναν πίνακα και θέλησε να μου φωτίσει τον κόσμο.
Ένας καλλιτέχνης μπορεί να είναι δύο φορές καλλιτέχνης. Όχι γιατί είναι ένας αγαπημένος μου συγγραφέας και ποιητής αλλά γιατί αυτός μπορεί να είναι και ζωγράφος. Ο Αργύρης Χιόνης, αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που θέλησε να φύγει νωρίς για να γλιτώσει, εκτός από τις υπέροχες λέξεις που άφησε πίσω του, μας άφησε και υπέροχα χρώματα. Αυτά που επισκέφθηκα ένα συννεφιασμένο μεσημεράκι καθώς περπατούσα τους χιλιοπερπατημένους δρόμους της Αθήνας. Σε αυτό το υπέροχο νεοκλασικό εκεί στον πρώτο όροφο έκατσα λίγο να ξαποστάσω στις άναρχα τοποθετημένες άδειες καρέκλες που μαρτυρούσαν μια ξεχασμένη εκδήλωση και να θαυμάσω τους πίνακες του ποιητή. Σε κάποιον διέκρινα μια ιστορία, λίγο από ένα παραμύθι, σε κάποιον διέκρινα τον εαυτό μου, σε όλους διέκρινα τον ποιητή.
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016
Ποίηση για την ποίηση IV
Όπως τα βιβλία για βιβλία έτσι μου αρέσουν και τα ποιήματα για ποιήματα ή η ποίηση που να αναφέρεται στον μαγικό κόσμο του βιβλίου, από τη συγγραφή έως και την ανάγνωση.
Είμαστε μια χώρα με πολλούς ποιητές. Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις πολλούς να μάχονται με τις εσωτερικές τους λέξεις κι εν τέλει αναγκαστικά να τις αφήνουν με μελάνι σε ένα κομμάτι χαρτί. Κι ας είναι να υπάρχει παντού γύρω μας ποίηση (ή να βλέπουμε μόνο αυτήν). Όσο πιο όμορφη τόσο το καλύτερο, ομορφαίνουμε δίπλα της κι εμείς, και το έξω και το μέσα. Πώς μπορεί να μην είναι ωραίος άνθρωπος κάποιος που γράφει και διαβάζει ποίηση;
Ευχαριστώ τον ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την αποστολή αυτής της όμορφης εικόνας με τα αξιοζήλευτα ωραία γράμματα που εγώ που ποτέ δεν θα καταφέρω να κάνω, με τις απλές λέξεις που ήθελαν να πετάξουν αλλά το μόνο που κατάφερναν είναι να σκορπούν μελάνι, νομίζουν. Ο Δημήτρης εκτός από το να γράφει στίχους με όμορφα γράμματα και να βραβεύεται για τις ποιητικές συλλογές που εκδίδει, έχει δημιουργήσει και μια ομάδα στο facebook για συζητήσεις γύρω από την ποίηση με τον τίτλο Ποίηση, Πεζογραφία και αναγνώστες.
Και με τους στίχους αυτούς για παρέα θα ευχηθώ σε όλους που βολτάρουν μαζί μου σε τούτο το μπλογκ να περάσουν γαλήνια και γιορτινά τις ημέρες τις επόμενες.
Κυριακή 24 Απριλίου 2016
Ένα ποίημα που ήθελε να το λένε διήγημα
Διηγήματα έστω
Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ή μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.
Και όμως κινείται.
ανέτεινα ασυναίσθητα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά και ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη τις αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ οι ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστοτόπους,
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.
Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη,
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.
Αργυροπούλου, Γιώτα (2009). Διηγήματα, Αθήνα: Μεταίχμιο.
Υ.Γ. Η ποιήτρια θα γελούσε μαζί μου αν με έβλεπε την ώρα που κατολογογραφούσα αυτό το βιβλίο. Ευτυχώς που πρέπει να ξεφυλλίζουμε για να βλέπουμε αν υπάρχουν εικόνες, πίνακες κτλ. Με παραπλάνησε ο τίτλος, αλλά αυτό το ποίημα της πρώτης σελίδας μου εξήγησε.
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016
Κάθε ημέρα είναι γιορτή της ποίησης
Σπουδή
Ζεστή σιωπή φθινοπώρου, κι η νύχτα, τα βιβλία,
θανάσιμα να μελετώ με το μυαλό μου αλλού.
Μ' έγχορδα τα ματόκλαδα παίζω σαν του καλού
πριν από μας καιρού ενδόμυχη μιά συναυλία.
Τ' αντικρινού παραθύρου κλείσανε κι άλλη γρίλια,
μνήμη από πράγματα που λες δε γίνανε ποτές.
Πρέπει κι οι λύπες να 'ναι πια καλόγνωμα δεχτές,
γιατί ένα τρέμουλο άθελα να διαπερνάει τα χείλια;
Χωρίς ν' ανοίξει η πόρτα μου μπαίνουν σκιές οι φίλοι
που χάθηκαν. Δεν τους αντέχει η μουσική. Στο φως
λόγια δικά τους ξαναηχούν. Θα 'ναι κανείς σοφός
μα γέρος πια όταν μάθει τι στους νεκρούς του οφείλει.
5 Οκτωβρίου 1949
Από:
Πατρίκιος, Τίτος (1998). Ποιήματα Ι: 1943-1953, Αθήνα: Κέδρος
Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016
Αυτές οι "Μέρες" του Σεφέρη
Συνεχίζω να περνώ τις μέρες μου διαβάζοντας Σεφέρη. Πόσες αναγνώσεις χωρούν στα ημερολόγιά του, πόσες μελέτες, πόσα άλλα κείμενα μπορούν να γεννήσουν και προπάντων πόσες σκέψεις. Μια ολόκληρη εποχή, μια ολόκληρη ζωή μέσα από τη ματιά του σπουδαίου ποιητή που λόγω επαγγέλματος ταξίδευε πολύ, αγαπούσε τη μουσική και κόπιαζε φτιάχνοντας στίχους. Ο δεύτερος τόμος (24 Αυγούστου 1931 - 12 Φεβρουαρίου 1934) γεμάτος μουσικές πληροφορίες από κονσέρτα που παρακολούθησε, συνθέτες που είδε να διευθύνουν τα έργα τους, η μουσική που ενέπνευσε την ποίησή του. Στον τρίτο τόμο (16 Απριλίου 1934 - 14 Δεκεμβρίου 1940) βρίσκει κανείς πληροφορίες για τους τυπογράφους της περιόδου, κυρίως το τυπογραφείο του Ταρουσόπουλου, και τις προσπάθειες του να συνεργαστεί μαζί τους. Στον πέμπτο τόμο (1 Γενάρη 1945 - 19 Απρίλη 1951) βρίσκονται όλες οι σκέψεις του από την εποχή που ζούσε σε πόλεις της Τουρκίας, συγκινητική η στιγμή που επέστεψε στα πάτρια εδάφη προσπαθώντας να βρει τις αναμνήσεις του.
Αντιγράφω μερικές σκέψεις του για μουσική, ποίηση, εκδόσεις:
Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου (1940)
Στο μικρό δωμάτιο το τσίμπαλο με τις δύο σειρές τα μαύρα πλήκτρα, η μουσική του Μπαχ. Το σιδερένιο φανάρι κρεμασμένο στο βάθος, μπροστά στο γυμνό τοίχος, μου θύμιζε το φανάρι της πρώτης πράξης της Τρικυμίας, που είδα κάποτε στο Λονδίνο. Σε μια γωνία πάνω από τη βιβλιοθήκη, κρεμασμένα, πάνω σε μια ταπετσαρία από λινάτσα, διάφορα ξύλινα πνευστά με ωραία πατίνα. Ο Γκίκας τα κοιτάζει και τ' αγγίζει με δάκτυλα προσεκτικά, θαρρείς μην τα ξυπνήσει. Είναι σχήματα που μπορούν να θρέψουν την τέχνη του. Όταν, κάπως απροσδόκητα, τον ακούω: "Θα ήθελα ν' ακούσω τι ήχο κάνουν." Έχω την εντύπωση ότι κι αυτή η απορία του είναι μια απορία πλαστική. Πως ο ήχος που θα ήθελε ν' ακούσει θα συμπλήρωνε την ιδέα του για μια πλαστική έκφραση αυτών των οργάνων.
Δευτέρα, 29 Απρίλη (1940)
Κοιτάζοντας το πρωί πόσο ανθρώπινο μπορεί να είναι ένα τοπίο, συλλογιζόμουνα την αντίδραση που ένιωθα πάντα ακούγοντας τη λέξη "ποιητής" με την υπερβατική έννοια που της δίνουν τόσο συχνά, σα να ήταν ο ποιητής κανένας ιππόγρυπας. Αντίδραση που μ' έκανε ν' αποφύγω, όσο μπορούσα, να ονομάσω έτσι εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, ή να ονομάσω "ποιήματα" την εργασία μου. Ποιητής, για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο καταρράκτη λέξεων. Πόσο δύσκολα, κάποτε, μιλά ο ποιητής, δεν το καταλαβαίνουν. Βλέπουνε μόνο ένα φουσκωμένο εγώ και δεν υποψιάζονται πόσο άρνηση του εγώ, απεναντίας, χρειάζεται για να φτάσει κανείς στην παραδοχή που σου επιτρέπει να φτιάξεις ένα ποίημα.
Σάββατο, 2 Νοέμβρη (1946)
Δεν αποσπάται κανείς εύκολα από ένα ποίημα που έχει τελειώσει, δεν κόβονται εύκολα οι κλωστές. Όλη τη μέρα σήμερα πασπατεύω ακόμη την Κίχλη, γυαλίσματα, διορθώματα, συμπληρώματα μικρών τόνων. Αισθάνομαι ακόμη μωλωπισμένος από το ποίημα. Τράβηξε κάμποση πείρα ζωής των τελευταίων χρόνων και ιδέες στίχων που σημείωνα σκόρπια από τον περασμένο Γενάρη.
Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου (1947)
Χτες και σήμερα δοκίμια της Κίχλης. Έχασα πολύ καιρό από το τέλος του Δεκέμβρη. Ο Ταρουσόπουλος, ο τυπογράφος (όχι ο Πέτρος, ο άλλος), που τον παρακαλούσα να κινήσει τη δουλειά για να τελειώνουμε: "Τι τσίχλες και κοτσύφια μου λέτε, έχω τώρα τα Πρακτικά της Ακαδημίας!"
Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015
Διαβάζοντας Σεφέρη
Τις τελευταίες μέρες του έτους τούτου αποφάσισα να τις αφιερώσω διαβάζοντας Σεφέρη.
Είναι γιατί συνειδητοποίησα ότι ένας χρόνος πέρασε χωρίς να διαβάσω τίποτα το σπουδαίο (η βιβλιολίστα μου είναι έτοιμη και περιμένει να αναρτηθεί προσεχώς).
Κάποτε είχα δει σε ένα όνειρο να με ρωτούν ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας λογοτέχνης κι εγώ χωρίς καθόλου σκέψη, σχεδόν αυθόρμητα, απάντησα τον Σεφέρη. Βγαίνοντας από το όνειρο απόρησα γιατί χωρίς να τον έχω διαβάσει απάντησα δίχως καμία αμφιβολία το όνομά του. Την επόμενη μέρα πήγα στην ομορφότερη δημόσια βιβλιοθήκη που έχω επισκεφθεί, στο νησί των φοιτητικών μου χρόνων, την Κέρκυρα, και έψαχνα να βρω τι από Σεφέρη θα πάρω να διαβάσω. Κέρδισαν οι Μέρες, αδυνατώ όμως να θυμηθώ ποιος τόμος. Πρόκειται για εφτά τόμους, σαν ημερολόγιο, σαν τετράδια με λογοτεχνικές ασκήσεις, σαν αυτοβιογραφία, γεμάτους με τις σκέψεις του τοποθετημένες σε χρονολογική σειρά. Απόλαυσα τη γραφή του, σε κάθε λέξη ανατριχιάζοντας, συμφώνησα με την ονειρική μου άποψη. Έναν τόμο μονάχα διάβασα, υποσχόμενη ότι θα τους αγοράσω όλους γιατί αυτά τα βιβλία δεν είναι να τα έχεις δανεικά. Πρέπει να είναι δικά σου, να τα υπογραμμίζεις, να σημειώνεις, να ανατρέχεις σε αυτά όποτε το μυαλό θελήσει. Πέρασαν όμως τα χρόνια και την υπόσχεση δεν την κράτησα, κανέναν από τους τόμους δεν αγόρασα, κανέναν από τους τόμους τους υπόλοιπους δεν διάβασα. Κι όμως πρέπει να διαβάσουμε τον Σεφέρη για να θυμηθούμε ότι αυτός ο τόπος δημιουργεί ποίηση. Κι ας είναι να έχουμε διαβάσει μόνο μία ποιητική του συλλογή με τον γενικό τίτλο Μυθιστόρημα.
Μπαίνοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης που ζω τώρα και κάνοντας αυτές τις σκέψεις οδηγήθηκα στα έργα του Σεφέρη αναζητώντας τις Μέρες. Πήρα τους δύο πρώτους τόμους και ξεκίνησα ένα ταξίδι στη ζωή του νομπελίστα ποιητή μας. Τη Δευτέρα θα πάω να πάρω τους επόμενους δύο. Κάπως έτσι θα με βρει το τέλος του έτους και η αρχή του επόμενου. Απολαμβάνοντας τις λέξεις του μεγάλου αυτού ανθρώπου και προσμένοντας να πιάσω στα χέρια μου τις λέξεις του επόμενου μεγάλου καλλιτέχνη που θα συναντήσω στα ράφια κάποιας βιβλιοθήκης.
Σε όλους εσάς εύχομαι αυτές τις ημέρες τις γιορτινές να τις περνάτε απολαμβάνοντας ό,τι σας ευχαριστεί περισσότερο.
Χρόνια πολλά, μόνο καλά, πάντα δημιουργικά.
Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015
Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης
Έλαβα από τον φίλο Μαραμπού μια ανάρτηση αφιερωμένη στον πολύ αγαπημένο ποιητή της εφηβικής μου ηλικίας Κ. Γ. Καρυωτάκη. Οι στοίχοι του μου κρατούσαν συντροφιά νύχτες πολλές πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ήταν ένα βιβλιαράκι με επιμέλεια Τέλλου Άγρα με συλλογές ποιημάτων του που σαν να το είχα μάθει απ' έξω. Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν τόσο σε έχει αγγίξει σε αυτήν την ιδιαίτερη ηλικία. Σε αντίθεση με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη που ποτέ δεν με άγγιξε, με άγγιξαν όμως τα συναισθήματα που ένιωθε γι' αυτόν. Και μιας που βρίσκομαι στην γενέτηρα πόλη της θα βάλω και μια εικόνα που ήθελα από καιρό να αναρτήσω αλλά δεν έβρισκα αφορμή.
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και
διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του
Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες” (και
κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε
μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά
ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά
διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες
τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη.
Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση
ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο
ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα
στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!
Πρώτα όμως οι λέξεις του Μαραμπού:
Η κουλτούρα είναι ό,τι μένει όταν τα' χουμε όλα
ξεχάσει. Αυτή η φράση αποδίδεται στον Αντρέ Μαλρώ και μας λέει πως όταν
κοπάσουν τα πάθη και οι ίντριγκες, οι πολεμικές και τα μαχαιρώματα, θα
θυμόμαστε μόνο εκείνο που είχε την αντοχή και τις αντιστάσεις να φτάσει ως
εμάς. Όσοι ακούν το όνομα “Καρυωτάκης” σήμερα, συνήθως αγνοούν τον λυσσαλέο
πόλεμο και την λασπολογία που δέχθηκε από κριτικούς και συγγραφείς της γενιάς
του. Η λέξη “καρυωτακισμός” είχε φτάσει να γίνει "συνώνυμη της εύκολης
στιχουργίας, της φτηνής αισθηματολογίας και της αδιέξοδης μεμψιμοιρίας".
Η πεισιθάνατη ποίηση του Καρυωτάκη λοιδορήθηκε γιατί
μια κοινωνία που βγήκε από έναν πόλεμο και ετοιμαζόταν να μπει σε έναν νέο, δεν
ήθελε πλέον να ακούει άλλο για θανάτους. Η σήψη του σώματος (Ωχρά σπειροχαίτη)
αλλά κυρίως η σήψη του πνεύματος, τον καθόρισε ποιητικά και τον έθεσε σε ένα
περιθώριο να θαυμάζει τα οράματά του που έρχονταν με ταχύτητα να επαληθευτούν!
Την ποιητική του όμως κάθε άλλο παρά σάπια μπορούσες να την χαρακτηρίσεις.
Χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή φόρμα, ενσωμάτωσε κάποιες μοντέρνες πινελιές
που ξεχωρίζουν και εντυπωσιάζουν ακόμα και τώρα. Η γλώσσα του έδειχνε τόσο
ελεύθερη όσο θα έδειχνε και μέσα στα χαλαρά όρια ενός ελεύθερου στίχου,
διανθισμένη με μια αριστοκρατική ειρωνεία που αποδεκάτιζε τις συντηρητικές
συνειδήσεις με τόση ευκολία και χάρη φέρνοντας στην επιφάνεια την αμηχανία των
αναγνωστών του πριν την σαρωτική απαξίωση. "Ένας ήσυχος και μετρημένος υπάλληλος
που μεταβάλλεται σε μαχητικό συνδικαλιστή, ένας σωστός δημοτικιστής που νοθεύει
την γλώσσα του με καθαρευουσιανισμούς, ένας ευγενικός θλιμμένος ποιητής που
εξεγείρεται και σατιρίζει με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις φέρνει σε
δύσκολη θέση ακόμα και τους παλιούς του φίλους."
"
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και
διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του
Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες” (και
κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε
μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά
ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά
διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες
τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη.
Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση
ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο
ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα
στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!
ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει,
δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το
φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό
σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ'
αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι
Εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες που θα
διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε
νοσταλγούνε
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη
λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και
μοχθούνε
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
Κυριακή 26 Ιουλίου 2015
Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας...
Ο Μαραμπού μας μιλάει για ποίηση και νομίζω πως είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται σε αγαπημένο του ποιητή (εκτός από το όνομά του που αναφέρεται συνεχώς, βεβαίως βεβαιώς) που δεν είναι άλλος από τον Αλεξανδρινό μεγάλο ποιητή. Έχω αδικήσει κάπως τον Καβάφη αλλά δεν ξέρω αν φταίω εγώ ή τα σχολικά βιβλία Νεοελληνικής Γλώσσας. Ήταν κάπου στο Λύκειο που έχασα παντελώς το ενδιαφέρον μου για ανάγνωση των ποιημάτων του. Όμως θα ήμουν το λιγότερο αδαής αν δεν αναγνώριζα το βαθυστόχαστο ταλέντο του.
Ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος μου ποιητής. Περισσότερο από τα ποιήματά του εκείνο που με εντυπωσιάζει είναι η οικουμενικότητα της περσόνας του, η καλλιτεχνική του επιρροή ανά τον κόσμο, η μοντέρνα οπτική της γραφής του που ήδη τότε προπορευόταν κατά δεκαετίες και μόλις σήμερα συλλαμβάνουμε την έκτασή της. Αν το Νόμπελ αποτελούσε έναν δείκτη της διασποράς της τέχνης σε όσους περισσότερους ανθρώπους, τότε ο μόνος Έλληνας που θα δικαιούταν να το παραλάβει θα ήταν αυτός.
Πάμπολλες
μελέτες έχουν γραφτεί για τον Καβάφη. Σχεδόν όλες οι μελέτες έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εξαιρετική είναι και η αλληλογραφία
μεταξύ Φόρστερ και Καβάφη, “Φίλοι σε ελαφρήν απόκλιση” – ο Φόρστερ θεωρείται
από τους πρώτους και σίγουρα ο πιο επιφανής που αναγνώρισε την δυναμική του
Καβάφη και τον κατέστησε παγκοσμίως γνωστό.
Αξίζει
να τα αναζητήσετε άμεσα στο πρωτότυπο ή ακόμα καλύτερα να τα απολαύσετε στην
ωραία μετάφραση του Σάκη Σερέφα σε αυτή την κομψή δίγλωσση έκδοση. Χωρίς να έχω
γνώσεις για την δομή ενός ποιήματος και πώς αυτό πρέπει να μεταφράζεται, καθώς
και χωρίς να κατέχω άριστα την αγγλική, έτσι όπως κρυφοκοίταζα πρωτότυπο και
μετάφραση, θεωρώ ότι το ποίημα του Ρόμπερτ Γκρέηβς αδικείται αρκετά, ίσως γιατί
ο μεταφραστής προσπάθησε να κρατήσει την ομοιοκαταληξία του πρωτοτύπου,
στερώντας έτσι πολλή από την δυναμική του. Τα υπόλοιπα ποιήματα είναι πολύ
όμορφα μεταφρασμένα. Θα σας μεταφέρω εδώ το ποίημα του Τζέημς Μέριλ, “Με τον
τρόπο του Καβάφη”, ένα ποίημα ευφάνταστο ενός ποιητή παραγνωρισμένου στην
Ελλάδα του οποίου θα αναζητήσω σύντομα τα βιβλία του.
Ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος μου ποιητής. Περισσότερο από τα ποιήματά του εκείνο που με εντυπωσιάζει είναι η οικουμενικότητα της περσόνας του, η καλλιτεχνική του επιρροή ανά τον κόσμο, η μοντέρνα οπτική της γραφής του που ήδη τότε προπορευόταν κατά δεκαετίες και μόλις σήμερα συλλαμβάνουμε την έκτασή της. Αν το Νόμπελ αποτελούσε έναν δείκτη της διασποράς της τέχνης σε όσους περισσότερους ανθρώπους, τότε ο μόνος Έλληνας που θα δικαιούταν να το παραλάβει θα ήταν αυτός.
Πάμπολλες
μελέτες έχουν γραφτεί για τον Καβάφη. Σχεδόν όλες οι μελέτες έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εξαιρετική είναι και η αλληλογραφία
μεταξύ Φόρστερ και Καβάφη, “Φίλοι σε ελαφρήν απόκλιση” – ο Φόρστερ θεωρείται
από τους πρώτους και σίγουρα ο πιο επιφανής που αναγνώρισε την δυναμική του
Καβάφη και τον κατέστησε παγκοσμίως γνωστό.
Στο
βιβλιο-μπιλιέτο ανθολογούνται έξι αγγλόφωνα ποιήματα από σπουδαίους ποιητές και
συγγραφείς, που αποτίουν φόρο τιμής στον Καβάφη και στην επιρροή που εκείνος
άσκησε πάνω τους.
Τα ποιήματα είναι τα:
W.H. Auden – Atlantis
Lawrence Durrell – Cavafy
Robert Graves – The furious
voyage
Francis King – Cavafy
James Merrill – After Cavafy
Russel Thornton – Epidauros
Αξίζει
να τα αναζητήσετε άμεσα στο πρωτότυπο ή ακόμα καλύτερα να τα απολαύσετε στην
ωραία μετάφραση του Σάκη Σερέφα σε αυτή την κομψή δίγλωσση έκδοση. Χωρίς να έχω
γνώσεις για την δομή ενός ποιήματος και πώς αυτό πρέπει να μεταφράζεται, καθώς
και χωρίς να κατέχω άριστα την αγγλική, έτσι όπως κρυφοκοίταζα πρωτότυπο και
μετάφραση, θεωρώ ότι το ποίημα του Ρόμπερτ Γκρέηβς αδικείται αρκετά, ίσως γιατί
ο μεταφραστής προσπάθησε να κρατήσει την ομοιοκαταληξία του πρωτοτύπου,
στερώντας έτσι πολλή από την δυναμική του. Τα υπόλοιπα ποιήματα είναι πολύ
όμορφα μεταφρασμένα. Θα σας μεταφέρω εδώ το ποίημα του Τζέημς Μέριλ, “Με τον
τρόπο του Καβάφη”, ένα ποίημα ευφάνταστο ενός ποιητή παραγνωρισμένου στην
Ελλάδα του οποίου θα αναζητήσω σύντομα τα βιβλία του.
Με τον τρόπο του Καβάφη
Γιατί
ο Ανατέλλων Ήλιος πεταρίζει πάνω σε δέκα
χιλιάδες
ιστούς;
Είναι
οι Γιαπωνέζοι να φθάσουν σήμερα.
Και
γιατί οι γερουσιαστές μας, αυτοί οι εργατικοί τερμίτες
ρεμβάζουν
έτσι αντί να συστήσουν καμιά νέα υποεπιτροπή;
Γιατί
οι Γιαπωνέζοι θα φθάσουν σήμερα.
Σύντομα
το Κογκρέσο θα υπάγεται στην Βουλή τους.
Τι
τον έπιασε τον Πρόεδρο και σαχλαμαρίζει με τους
δημοσιογράφους
κοιτάζοντας
να ξεβρομίσει τη λερωμένη του φωλιά;
Πώς
θα μπορούσαν να τον κρίνουν οι μέλλουσες γενιές;
Ε,
καλά, οι Γιαπωνέζοι που είναι να φθάσουν σήμερα
έχουν
δικά τους σκάνδαλα. Εκείνου μπορούμε να τα ξεχάσουμε.
Γιατί
η προκυμαία έχει πλημμυρίσει με όλους αυτούς τους κακοντυμένους μαθητευόμενους;
Γιατί
στον δρόμο με τις μπουτίκ αντηχούν τα γελάκια από τόσους πουδραρισμένους
γυναικορούχητους;
Γιατί
οι Γιαπωνέζοι θα φθάσουν σήμερα
φέρνοντας
όλα εκείνα τα μαγικά σύνεργα για το σούσι
καθώς
και τους καλύτερους υποκριτές γυναικείων ρόλων.
Μα
πού είναι οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς μας;
Μοιάζει
αστείο, τους φανταζόμασταν ότι θα τρέχαν
να
χαιρετήσουν τα πατριωτάκια του Utamaro και της Lady Murasaki.
Δεν
πρόκειται, πάντως, να λείψουν σε κανένα. Στους σημερινούς Γιαπωνέζους
αρέσουν
τα καυτά κόμικς με διαστημοπειρατές και ο Βαν Γκογκ.
Κι
όλας μεσάνυχτα; Η Times Square είναι ο παράδεισος του σημειολόγου:
Mitsubishi, Sony, Suntory,
Toshiba, Kirtin, Benihana...
Μα
τι φρίκη! Μεγάλα φτερά κρύβουν τη σελήνη.
Ώστε
είναι αλήθεια αυτό που μεταδίδουν οι ειδικοί
πως
οι Γιαπωνέζοι μάς αγνοούν
και
συνεχίζουν για τις ακτές του Τέλει- Αγκοράσει- Gucci;
Ο
ήλιος έχει ανατείλει τώρα στη Ρώμη. Μέχρι να βραδιάσει
δεν
θα έχει απομείνει εκεί πέρα ούτε ένα ζευγάρι
παντοφλέ
παπούτσια από δέρμα ερπετού
που
να μην το έχουν αρπάξει.
Μα
που μάς παρατούν έτσι πασαλειμμένους με αυγά και τυρί σόγιας;
Οι
άνθρωποι αυτοί ήσαν μια χρυσή ευκαιρία,
όμως εμείς τη χαραμίσαμε.
Σάββατο 19 Ιουλίου 2014
Η Μονεμβασιά του Ρίτσου
Σε ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας, σε μια ιστορική πόλη που μένει ανέπαφη από τα χρόνια που έχουν περάσει, γεννήθηκε ένας σπουδαίος ποιητής. Το σπίτι του στην αρχή της πόλης, σφραγισμένο καλά να αφήνει απέξω τα αδιάκριτα σαν τα δικά μου μάτια, ξεχωρίζει εξαιτίας ενός μπρούτζινου αγάλματος που μένει να κοιτά τη θάλασσα.
Άραγε γεννιέσαι ποιητής ή γίνεσαι μεγαλώνοντας με αυτές τις εικόνες;
Άραγε γεννιέσαι ποιητής ή γίνεσαι μεγαλώνοντας με αυτές τις εικόνες;
Φεύγοντας ἀπ᾿ τὴ Μονοβασιά
| Πανάρχαιες ἐλιές, κούφιοι κορμοὶ συστραμμένοι· τὸ δύστυχο σταχτί· τὸ καπνισμένοι κίτρινο· ἴσκιοι τῶν σύννεφων στοὺς ἀπέναντι λόφους. Ἔρχεται ὑπάκουο τὸ μακρινό, σὲ κοιτάει ἀπ᾿ τὸ πλάι· ξεχνᾶς ἐκεῖνο πού ῾θελες νὰ τοῦ ζητήσεις· τὸ χέρι σου ἀφηρημένο περπατᾶ στὴ μαλακιὰ ράχη τοῦ ζώου. Ἦταν αὐτό; Καὶ τί ἦταν; Ἀντεστραμμένος χρόνος; Οἱ γριὲς τυλίγουνε τὰ πόδια τους μ᾿ ἐφημερίδες, τὰ δένουνε μὲ σπάγκους. Προφυλάξεις, προφυλάξεις, - ὦ, σιωπηλὴ διάρκεια· καθόμαστε χάμου στὸ χῶμα μ᾿ ἕνα καλάθι φραγκόσυκα, μὲ τό ῾να παπούτσι τοῦ δρομέα, - κι αὐτὴ ἡ ἐπίμονη γυναίκα, ἡ ἀποστεωμένη, ἡ ἄγρια, κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο, μέσ᾿ στὴν πεισμωμένη λάμψη, κρατώντας στὰ δύο χέρια της τὸ ἀπαρηγόρητο βρέφος. Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ μάθαμε πὼς τίποτα δὲν εἶχε χαθεῖ. |
Σάββατο 24 Μαΐου 2014
Σκόρπιοι στίχοι
Κάπου διάβασα: "Η Καθημερινή στην Κυριακάτικη δίνει ποιήματα του Λειβαδίτη για να γεμίσει το ελληνικό ίντερνετ με ποίηση και όχι με εκλογές" και γέλασα.
Κάποτε έπεσε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή του "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου" και όταν έφτασα στον τελευταίο στίχο έγινε ο αγαπημένος μου ποιητής.
Διαβάζω τώρα την έκδοση της εφημερίδας και μένω απογοητευμένη. Οι ποιητικές συλλογές διαβάζονται καλύτερα ολοκληρωμένες. Σκόρπιους στίχους βρίσκει κανείς μέσω ίντερνετ.
Κάποτε έπεσε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή του "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου" και όταν έφτασα στον τελευταίο στίχο έγινε ο αγαπημένος μου ποιητής.
Διαβάζω τώρα την έκδοση της εφημερίδας και μένω απογοητευμένη. Οι ποιητικές συλλογές διαβάζονται καλύτερα ολοκληρωμένες. Σκόρπιους στίχους βρίσκει κανείς μέσω ίντερνετ.
Ο πρώτος στίχος
Αλλά γιατί καμιά φορά στεκόμαστε στη μέση ενός άγνω-
στου δρόμου ή μπροστά σ' ένα παλιό σπίτι. Τι μας
θυμίζουν; Ποιον αναζητούμε;
Κι άλλοτε κάτω από μια γέφυρα ή πίσω από μια κουρτίνα
νιώθεις να ζεις πιο αληθινά -
πράγματα που θα εξοφλήσεις κάποτε με την ψυχή σου.
Ώσπου ένα πρωί ακουγόταν το πρώτο κελάηδημα στον
κήπο. Άνοιξη.
Η μητέρα άλλαζε καπέλο, η νεαρή υπηρέτρια ανέβαινε στη
σοφίτα κι έκλαιγε και ο παππούς ξεχνούσε να διαβά-
σει τη Βίβλο...
Τώρα κάθομαι στην παλιά κουνιστή πολυθρόνα που κά-
θησαν τρεις γενιές. Που πήγαν τόσοι άνθρωποι;
Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός
ονείρου
μέσα σε ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα
να σκόρπιζε γιασεμιά
φωτίζονταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ -
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.
Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014
Γιορτάζουν οι λέξεις
Παγκόσμια ημέρα ποίησης σήμερα, μια τέτοια ανοιξιάτικη ηλιόλουστη μέρα αξίζει να γιορτάζει η ποίηση. Έβγαλα από το ράφι τα Λεκτικά τοπία του Αργύρη Χιόνη, έκδοση του 1983, σχετικά πρόσφατο απόκτημα από το παλαιοβιβλιοπωλείο.
Ξεφυλλίζοντας, έφτασα έως το τέλος, ξαναδιαβάζοντας τους στίχους του.
Ήθελα να διαλέξω, να αφήσω κάτι εδώ, αλλά πιο εύκολα θα αντέγραφα όλο το βιβλίο.
Εννέα ποιητικές συλλογές, κάνω μια προσπάθεια να επιλέξω μερικούς στίχους. Σπαράγματα ποίησης για όποιον δεν είναι επιβάτης των σταθερών συγκοινωνιών.
Ξεφυλλίζοντας, έφτασα έως το τέλος, ξαναδιαβάζοντας τους στίχους του.
Ήθελα να διαλέξω, να αφήσω κάτι εδώ, αλλά πιο εύκολα θα αντέγραφα όλο το βιβλίο.
Εννέα ποιητικές συλλογές, κάνω μια προσπάθεια να επιλέξω μερικούς στίχους. Σπαράγματα ποίησης για όποιον δεν είναι επιβάτης των σταθερών συγκοινωνιών.
Εφτά μικρά ποιήματα
VI
Δεν είμαι τίποτα
Είμαι αέρας στο στόμα σου
Είμαι μόνο
Η πιθανότητα μιας λέξης
Με προφέρεις και υπάρχω
VII
Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι
Οι λέξεις το κοιτούν δισταχτικές
Δώδεκα σπουδές
ΙΙ
Κάποτε φαντάζομαι ένα ποίημα σαν ένα καθρέφτη που
'ναι συγχρόνως και παράθυρο. Βλέπεις το πρόσωπό σου
και μαζί μ' αυτό ό,τι μπορείς να δεις από ένα παράθυρο.
Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια
Χ
Έπιανε το μολύβι να γράψει τις σκέψεις του. Το μολύβι
χόρευε σαν τρελό ανάμεσα στα δάχτυλά του, το χαρτί
αρνιόταν να λεκιαστεί, έδιωχνε από πάνω του ό,τι αυτός,
με χίλια βάσανα, κατάφερνε να γράψει.
Γράφω το κενό, έλεγε απελπισμένος, γράφω το κενό κι
είμαι τόσο γεμάτος.
Χα χα, κάγχαζε το μολύβι,
χα χα, κάγχαζε το χαρτί,
χα χα, τόσο γεμάτος.
Θεέ μου, τι είν' αυτή η έρημος, έλεγε απελπισμένος, τι
είν' αυτή η άσπρη έρημος.
Δεν είμαι έρημος, έλεγε το χαρτί, είμ' ένα φύλλο
άσπρο χαρτί, αλλά δε θέλω να με κατοικίσουν οι σκέψεις σου.
Είκοσι τέσσερα καρφιά για μαλακά κρεβάτια
VII
Διανύουμε την εποχή της ερήμου
Ο μεγαλύτερος ποιητής της
Αυτός που θα την τραγουδήσει πιο σωστά
Θα 'ναι μουγκός
VIII
Η ποίηση είναι ελεημοσύνη στην παλάμη ενός κουλού κόσμου
XI
Τα χαμόγελά σας με τρομάζουν
Μου θυμίζουν πόσο κοφτερά είναι τα δόντια σας
XV
Σκύψε σκύψε πάνω από βιβλία
Η ψυχή μου έχει λιώσει στους αγκώνες
ΧΙΧ
Οι λέξεις είναι βδέλλες που μου πιπιλάνε το μυαλό
Η ποίηση είν' η στάχτη που με βοηθάει να τις ξεκολλάω
ΧΧ
Αν δεν είχα τούτα τα λεξοσκουλήκια
Πώς θα μπορούσα να ψαρεύω μέσα στην ψυχή μου
ΧΧΙ
Αν δεν είχα τη λέξη είμαι δε θα 'μουνα
Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013
Μια ιστορική έκδοση
Τον Ιούλιο του 1970 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο με τον τίτλο Δεκαοχτώ Κείμενα. Είχε προηγηθεί, το Μάρτιο του 1969, η δήλωση του Σεφέρη κατά της χούντας και κατά της λογοκρισίας. Ένα χρόνο αργότερα δεκαοχτώ συγγραφείς σπάζουν την εκδοτική σιωπή τους, συνεργάζονται και δημοσιεύουν σε έναν τόμο κείμενα πρόκληση εναντίον του καθεστώτος. Για την ευθύνη της έκδοσης συγκροτείται εκδοτική ομάδα που αποτελούνταν από τους: Μανόλη Αναγνωστάκη, Αλέξανδρο Αργυρίου, Νίκο Κάσδαγλη, Αλέξανδρο Κοτζιά, Τάκη Κουφόπουλο, Ρόδης Ρούφο, Θ. Δ. Φραγκόπουλο με σκοπό να απαλλάξουν την εκδότρια, Νανά Καλλιανέση, από ένα μέρος της ευθύνης.Το βιβλίο γνώρισε τεράστια επιτυχία, τυπώθηκε σε 3.000 αντίτυπα τα οποία εξαντλήθηκαν σε διάστημα ενός μήνα. Ξανατυπώνεται τέσσερις φορές και μέσα σε έξι μήνες είχαν πουληθεί 12.000 αντίτυπα. Αυτή η επιτυχία ήταν που βόηθησε στο να αποτραπεί η κατάσχεσή του.
Το 1994, στην επέτειο των 40 χρόνων λειτουργίας του ιστορικού εκδοτικού οίκου, ανατύπωσαν σε πανομοιότυπη έκδοση τον τόμο των 18 Κειμένων, χρειάζεται να τον έχουμε και εμείς σήμερα.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανατρέχω στο αντίτυπό μου και διαβάζω λίγες από τις λέξεις των σημαντικότερων μεταπολεμικών λογοτεχνών. Μια έκδοση απλή, χωρίς περιττές λέξεις και εικόνες. Ένα εξώφυλλο με τον τίτλο πάνω πάνω με κεφαλαία. Ακολουθούν οι δεκαοχτώ συγγραφείς, δεκαοχτώ ονόματα με κεφαλαία σε αλφαβητική σειρά και πρώτο πρώτο να ξεχωρίζει το όνομα του Σεφέρη.
Κανένα στολίδι, δεν χρειάζεται, εδώ μέσα θα βρείτε μόνο πυκνογραμμένες λέξεις.
Ξεφυλλίζοντας το χέρι σταματά στα ποιήματα του Αναγνωστάκη.
Δεκατέσσερα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο "ο στόχος" κι αυτός με κεφαλαία.
Αφήνω εδώ το πρώτο και το τελευταίο:
Ποιητική
— Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.
— Το τι δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποιά ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;
Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.
Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
***
Επίλογος (απόσπασμα)
Κι όχι αυταπάτες προπαντός.
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες
την ομίχλη
Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.
«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»
Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.
Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013
Ποίηση για την ποίηση ΙΙΙ
Οιονεί ποιητική
Να μιλήσω για μουσική; αυτό
το χάρτινο λουλούδι της ποίησης -
το απόβραδο των λέξεων - το
δειλινό των νοη-
μάτων.
Γιατί η μουσική των λέξεων είναι ασύνδετη,
ποτέ δεν σύνθεσε μια μελωδία να υψωθεί
ούτε ως το μέλος που την έθρεψε. Σταγόνα
βροχής σταματημένη ανάερα εξαντλείται
στου διάφανου όγκου της το κράτημα,
τη μοναξιά σημαίνοντας των ευγενών μετάλλων ή
ενός χορού η φιγούρα. Που διατηρείται άναυδη
στο αίθριο κενό του αέρα όσο τα σώματα
ήδη σε άλλης φιγούρας πλέξιμο επιδίδονται.
Έτσι επιμένει η σκέψη σε όγκο ανύπαρκτο
σιωπηλά ν' αναρριχάται. Ίσως γιατί
στον χορό οι αποστάσεις βαθαίνουν απλώς
και δεν διανύονται ούτε αλλάζουν, αλλ' αμετάλλα-
κτες.
Να μιλήσω για μουσική; αυτό
το χάρτινο λουλούδι της ποίησης -
το απόβραδο των λέξεων - το
δειλινό των νοη-
μάτων.
Γιατί η μουσική των λέξεων είναι ασύνδετη,
ποτέ δεν σύνθεσε μια μελωδία να υψωθεί
ούτε ως το μέλος που την έθρεψε. Σταγόνα
βροχής σταματημένη ανάερα εξαντλείται
στου διάφανου όγκου της το κράτημα,
τη μοναξιά σημαίνοντας των ευγενών μετάλλων ή
ενός χορού η φιγούρα. Που διατηρείται άναυδη
στο αίθριο κενό του αέρα όσο τα σώματα
ήδη σε άλλης φιγούρας πλέξιμο επιδίδονται.
Έτσι επιμένει η σκέψη σε όγκο ανύπαρκτο
σιωπηλά ν' αναρριχάται. Ίσως γιατί
στον χορό οι αποστάσεις βαθαίνουν απλώς
και δεν διανύονται ούτε αλλάζουν, αλλ' αμετάλλα-
κτες.
Από το Παιδικό κουρείο
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
Δευτέρα 27 Μαΐου 2013
Απάντηση στα Ποιήματα του δρόμου
Παίρνω το θάρρος από την παρακίνηση της Librarian και του Μαραμπού να παρουσιάσω στο κύριο μέρος των αναρτήσεων αυτό που ήδη ανέβηκε ως απάντηση σε σχόλιο. Παίρνω το θάρρος και γιατί βρήκα δυνατό υποστηρικτή στο όνομα του Τσβετάν Τοντορόφ.
Στο βιβλίο του Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο, στο οποίο ελπίζω να επανέλθω σε κάποια στιγμή πάλι, μιλά για αυτούς τους ποιοτικούς διαχωρισμούς που είχαμε ξανασυζητήσει στις Βολτίτσες και δεν είχαμε καταλήξει, δύσκολο άλλωστε, αλλά ορισμένοι είχαν διαφωνήσει τόσο ώστε να δηλώσουν αποχώρηση και μη συμμετοχή στις κουβέντες μας. Γράφει ο Τοντορόφ (σ. 78) ότι στις αρχές του 20ού αιώνα δημιουργείται μια ρήξη που έως τότε δεν υφίστατο. Η νέα και μοναδική αρχή που ορίζει και καθορίζει την τέχνη γίνεται η «ομορφιά» και στο όνομά της ανοίγεται μια άβυσσος που μοιάζει να ισχύει και να παρασύρει, μεταξύ «της λογοτεχνίας της μάζας, της λαϊκής παραγωγής που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την καθημερινή ζωή των αναγνωστών της, και της λογοτεχνίας της ελίτ που διαβάζεται από επαγγελματίες». Και επαγγελματίες ορίζονται οι κριτικοί, οι καθηγητές, οι συγγραφείς οι ίδιοι. Φτιάχνονται δυο πλευρές: εκείνο της εμπορικής επιτυχίας που αποκλείει εξ ορισμού την ποιότητα και το άλλο της καθαρής καλλιτεχνικής ποιότητας που και πάλι εξ ορισμού αποκλείει την εμπορικότητα. Φτιάχνεται με άλλα λόγια κάτι ακραίο εφόσον τα δύο είναι μη συμβατικά.
Αντιφώνηση στα Ποιήματα του δρόμου του Ν. Χουλιαρά.
Και εμένα μου αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στους δρόμους, τα γραμμένα σε σκόρπια χαρτιά: αυτά που ξέσκεπα φωλιάζουν στις κόγχες και όλο τρίβουν τις παλάμες τους με τις καύτρες ανάμεσα στα δάκτυλα, πυγολαμπίδες στα σκοτεινά με μια υποψία θερμότητας. Μου αρέσουν, όμως, και εκείνα τα σαν φωσάκια Χριστουγέννων που διακρίνονται μέσα από διαμερίσματα που κοιμίζουν παιδιά με σκόρπια όνειρα του αύριο. Τα πτώματα των ζώων με ανατριχιάζουν και μόνο ταραχή μου φέρνουν, δεν έχουν παρά μόνον την σφραγίδα της εκμετάλλευσης χωρίς όρια. Εκείνα τα μισά, τα άγνωστα μου αρέσουν αν τύχει να διασταυρωθούμε, αν δεν συναντηθούμε μόνο στις εικασίες ζουν. Αυτά που αγνοούν οι κριτικοί που το παίζουν εξουσία ανώτερη και παίρνουν τον ρόλο του ειδήμονα, συχνά καλοπληρωμένου, θα έπρεπε να τους καταδιώκουν στον αυτάρεσκο ύπνο του μη δικαίου τους. Να σταθούμε σε εκείνα που διδάσκουν οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη, στην παράδοση που χάραξε ο ιδρυτής του σχολείου που ήθελε το σχολείο του να είναι η ελληνική εκδοχή στην σύγχρονη δυτική παιδεία. Χωρίς την εγγύηση αλλόφερτης παιδείας αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, αμερικανικής, κάποτε στο μέλλον ίσως κινέζικης. Απαγκιστρωμένη από τις εθνικές ιδεοληψίες αλλά όχι από την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση. Απαλλαγμένη από τον συντηρητισμό και τις παρωπίδες, πιο ελεύθερη. Και το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει σύμβολο νεοπλουτισμού και αντικείμενο ψιλοφθόνου. Μου αρέσουν τα ποιήματα που φτιάχνονται με τα βασικά συστατικά. Τους αρκούν οι δυο λέξεις για να χτίσουν έναν κόσμο και να μείνουν εκεί ανεξίτηλες. Μου αρέσουν τα απελπισμένα, χαρμόλυπα που δεν αποζητάν τίποτα. Υπάρχουν έτσι, φύτρωσαν και κυκλοφορούν ανέμελα και άσκοπα, χαζά. Τα χαρούμενα και αυτά μου αρέσουν που μαθαίνουν την χαρά μέσα από ήχους. Και εκείνα που αντιπαλεύουν την ματαιότητα με τις συνέχειες, την αδιαφορία με το κέφι, την μελαγχολία με μικρές κουκίδες στον χάρτη. Μου αρέσουν και τα ποιήματα-γεροντοκόρες γιατί έχουν δικαιώματα και αυτά στο ψάξιμο και ας είναι εξεζητημένα αλλά και τα ποιήματα-κοστούμια γιατί εύκολα αναγνωρίζω τις στάμπες τους και γιατί να μην έχουν και αυτά τον χώρο και την φωνή τους κάτω από τον έναστρο ουρανό. Τα ψωνισμένα με κάνουν να γελώ και να τοποθετούμαι έναντι και απέναντι. Τα βουκολικά, φυσιολατρικά, οικολογικά έρχονται πάντα μετά από αποτυχίες του οργανωμένου άστεως, τις καταστροφές των πολέμων, των ισοπεδωτικών βιομηχανικών παραγωγών και γυρεύουν να εξισορροπήσουν την ζυγαριά των πραγμάτων, να πάνε πίσω στο κουκούτσι της πρωτοεμφάνισης στον πλανήτη. Κάτι σαν ιαματικά λουτρά, μηδένισμα της μηχανής, πάμε πάλι από την αρχή, στις ρίζες. Λατρεύω τα συμβολικά γιατί είναι σαν παιχνίδια, κουίζ, σταυρόλεξα και μου γυρεύουν να ξέρω πρόσωπα και θέματα και είναι σαν να διαλέγουν την μακρύτερη διαδρομή για κοντινούς προορισμούς άρα πρέπει να αναγνωρίσω κουβέντες και κοινωνικά στερεότυπα από τα παλιά. Τρελαίνομαι με τα μηνυματοφόρα, διδακτικά γιατί ξυπνάνε τον άτακτο και ανυπάκουο εαυτό μου. Τα λεξιλάγνα δοκιμάζουν τις αντοχές της γλώσσας και των αυτιών μας. Λατρεύω την Ιλιάδα και την Οδύσσεια από παιδί και ως εκ τούτου τα μεγάλα επικά, με πλοκή, γενναίους και ήρωες, συμπτώσεις και μπέρδεμα. Τα ντροπαλά, αναποφάσιστα που είναι και σαχλά τα καταλαβαίνω, όλος ο κόσμος μου φαίνεται έτσι. Δεν έχει γνώμη δική του ποτέ και όταν έχει κάποια σκέψη φοβάται που την έχει και την κουκουλώνει κάπως. Τα επαναστατικά των σαλονιών δεν με πειράζουν. Μεγάλοι επαναστάτες σε σαλόνια γεννήθηκαν, αυτά απαρνήθηκαν και από αυτά επαναστάτησαν. Είναι σημείο αναφοράς. Τα αναχρονιστικά έχουν απίστευτη πλάκα, σαν να έγινε παρανόηση στο κάστινγκ μιας ταινίας και οι ηθοποιοί να παίζουν άλλα αντί άλλων. Την ξανθιά να την κάνει μια νέγρα, για παράδειγμα. Τα δικά μου είναι καλύτερα μέσα στο κεφάλι καβάλα στις αισθήσεις μου Όταν βγαίνουν γεννιούνται παραμορφωμένα, για αυτό τα αφήνω να παλεύουν ανήσυχα εντός. Τέλος, χαίρομαι για τις λέξεις που αιχμαλωτίστηκαν σε πέτρες, βράχια, όστρακα, δέρματα, μάρμαρα, παπύρους, χαρτί¸ βιβλία, τοίχους, οθόνες. Είναι μια μεγάλη κληρονομιά, με αυτήν συνομιλώ παιδί του γραπτού πολιτισμού.
Αντιφώνηση στα Ποιήματα του δρόμου του Ν. Χουλιαρά.
Και εμένα μου αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στους δρόμους, τα γραμμένα σε σκόρπια χαρτιά: αυτά που ξέσκεπα φωλιάζουν στις κόγχες και όλο τρίβουν τις παλάμες τους με τις καύτρες ανάμεσα στα δάκτυλα, πυγολαμπίδες στα σκοτεινά με μια υποψία θερμότητας. Μου αρέσουν, όμως, και εκείνα τα σαν φωσάκια Χριστουγέννων που διακρίνονται μέσα από διαμερίσματα που κοιμίζουν παιδιά με σκόρπια όνειρα του αύριο. Τα πτώματα των ζώων με ανατριχιάζουν και μόνο ταραχή μου φέρνουν, δεν έχουν παρά μόνον την σφραγίδα της εκμετάλλευσης χωρίς όρια. Εκείνα τα μισά, τα άγνωστα μου αρέσουν αν τύχει να διασταυρωθούμε, αν δεν συναντηθούμε μόνο στις εικασίες ζουν. Αυτά που αγνοούν οι κριτικοί που το παίζουν εξουσία ανώτερη και παίρνουν τον ρόλο του ειδήμονα, συχνά καλοπληρωμένου, θα έπρεπε να τους καταδιώκουν στον αυτάρεσκο ύπνο του μη δικαίου τους. Να σταθούμε σε εκείνα που διδάσκουν οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη, στην παράδοση που χάραξε ο ιδρυτής του σχολείου που ήθελε το σχολείο του να είναι η ελληνική εκδοχή στην σύγχρονη δυτική παιδεία. Χωρίς την εγγύηση αλλόφερτης παιδείας αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, αμερικανικής, κάποτε στο μέλλον ίσως κινέζικης. Απαγκιστρωμένη από τις εθνικές ιδεοληψίες αλλά όχι από την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση. Απαλλαγμένη από τον συντηρητισμό και τις παρωπίδες, πιο ελεύθερη. Και το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει σύμβολο νεοπλουτισμού και αντικείμενο ψιλοφθόνου. Μου αρέσουν τα ποιήματα που φτιάχνονται με τα βασικά συστατικά. Τους αρκούν οι δυο λέξεις για να χτίσουν έναν κόσμο και να μείνουν εκεί ανεξίτηλες. Μου αρέσουν τα απελπισμένα, χαρμόλυπα που δεν αποζητάν τίποτα. Υπάρχουν έτσι, φύτρωσαν και κυκλοφορούν ανέμελα και άσκοπα, χαζά. Τα χαρούμενα και αυτά μου αρέσουν που μαθαίνουν την χαρά μέσα από ήχους. Και εκείνα που αντιπαλεύουν την ματαιότητα με τις συνέχειες, την αδιαφορία με το κέφι, την μελαγχολία με μικρές κουκίδες στον χάρτη. Μου αρέσουν και τα ποιήματα-γεροντοκόρες γιατί έχουν δικαιώματα και αυτά στο ψάξιμο και ας είναι εξεζητημένα αλλά και τα ποιήματα-κοστούμια γιατί εύκολα αναγνωρίζω τις στάμπες τους και γιατί να μην έχουν και αυτά τον χώρο και την φωνή τους κάτω από τον έναστρο ουρανό. Τα ψωνισμένα με κάνουν να γελώ και να τοποθετούμαι έναντι και απέναντι. Τα βουκολικά, φυσιολατρικά, οικολογικά έρχονται πάντα μετά από αποτυχίες του οργανωμένου άστεως, τις καταστροφές των πολέμων, των ισοπεδωτικών βιομηχανικών παραγωγών και γυρεύουν να εξισορροπήσουν την ζυγαριά των πραγμάτων, να πάνε πίσω στο κουκούτσι της πρωτοεμφάνισης στον πλανήτη. Κάτι σαν ιαματικά λουτρά, μηδένισμα της μηχανής, πάμε πάλι από την αρχή, στις ρίζες. Λατρεύω τα συμβολικά γιατί είναι σαν παιχνίδια, κουίζ, σταυρόλεξα και μου γυρεύουν να ξέρω πρόσωπα και θέματα και είναι σαν να διαλέγουν την μακρύτερη διαδρομή για κοντινούς προορισμούς άρα πρέπει να αναγνωρίσω κουβέντες και κοινωνικά στερεότυπα από τα παλιά. Τρελαίνομαι με τα μηνυματοφόρα, διδακτικά γιατί ξυπνάνε τον άτακτο και ανυπάκουο εαυτό μου. Τα λεξιλάγνα δοκιμάζουν τις αντοχές της γλώσσας και των αυτιών μας. Λατρεύω την Ιλιάδα και την Οδύσσεια από παιδί και ως εκ τούτου τα μεγάλα επικά, με πλοκή, γενναίους και ήρωες, συμπτώσεις και μπέρδεμα. Τα ντροπαλά, αναποφάσιστα που είναι και σαχλά τα καταλαβαίνω, όλος ο κόσμος μου φαίνεται έτσι. Δεν έχει γνώμη δική του ποτέ και όταν έχει κάποια σκέψη φοβάται που την έχει και την κουκουλώνει κάπως. Τα επαναστατικά των σαλονιών δεν με πειράζουν. Μεγάλοι επαναστάτες σε σαλόνια γεννήθηκαν, αυτά απαρνήθηκαν και από αυτά επαναστάτησαν. Είναι σημείο αναφοράς. Τα αναχρονιστικά έχουν απίστευτη πλάκα, σαν να έγινε παρανόηση στο κάστινγκ μιας ταινίας και οι ηθοποιοί να παίζουν άλλα αντί άλλων. Την ξανθιά να την κάνει μια νέγρα, για παράδειγμα. Τα δικά μου είναι καλύτερα μέσα στο κεφάλι καβάλα στις αισθήσεις μου Όταν βγαίνουν γεννιούνται παραμορφωμένα, για αυτό τα αφήνω να παλεύουν ανήσυχα εντός. Τέλος, χαίρομαι για τις λέξεις που αιχμαλωτίστηκαν σε πέτρες, βράχια, όστρακα, δέρματα, μάρμαρα, παπύρους, χαρτί¸ βιβλία, τοίχους, οθόνες. Είναι μια μεγάλη κληρονομιά, με αυτήν συνομιλώ παιδί του γραπτού πολιτισμού.
Σάββατο 25 Μαΐου 2013
Ποίηση για την ποίηση ΙΙ
Ποιητική Τέχνη
Να
κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό
και
να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι,
να
ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι
και
οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.
Να
νιώθεις πως η αγρύπνια είναι ένας άλλος ύπνος
όπου
ονειρεύεσαι πως δεν κοιμάσαι, κι ότι ο θάνατος
που
η σάρκα μας τον τρέμει, είναι ο ίδιος θάνατος
που
κάθε νύχτα μας φαίνεται ύπνος.
Να
βλέπεις πως η μέρα ή ο αιώνας είναι
σύμβολο
της
κάθε μέρας του ανθρώπου και του χρόνου
του,
να μεταλλάσεις την επιδρομή του χρόνου,
σε
μουσική, σε ψίθυρο και σύμβολο.
Να
βλέπεις πως ο θάνατος είναι ύπνος, το δειλινό
ένα
χρυσάφι μελαγχολικό, αυτή είναι η ποίηση
η
αθάνατη κι ασήμαντη. Μα η ποίηση
ξανάρχεται
σαν την αυγή και το δειλινό.
Καμιά
φορά τα βράδια, ένα πρόσωπο
μας
κοιτάει από τα βάθη ενός καθρεφτή ·
η
τέχνη πρέπει να 'ναι σαν και τούτο τον καθρέφτη
που
μας αποκαλύπτει το ίδιο μας το πρόσωπο.
Λένε
πως ο Οδυσσέας, χορτασμένος στα θαύματα
έκλαψε
από αγάπη μόλις φάνηκε η Ιθάκη
χλωρή
και ταπεινή. Η τέχνη είναι τούτη η Ιθάκη
η
αιώνια χλωρή – κι όχι τα θαύματα.
Κι
ακόμη, είναι όπως το αέναο ποτάμι
που
κυλάει και στέκεται και μέσα του αντιφεγγίζει ο ίδιος
ο
Ηράκλειτος, που συνεχώς αλλάζει κι είναι ο ίδιος
και
ταυτόχρονα άλλος, έτσι ακριβώς, όπως και το αέναο ποτάμι.
Χορχέ Λουίς Μπόρχες, Ο Δημιουργός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










