Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Παγκόσμια Ημέρα Αρχείων

Θα προσπαθήσω να πιάσω το μακρύ νήμα της απουσίας από τις Βολτίτσες με ένα θέμα της επικαιρότητας. Ως Παγκόσμια Ημέρα Αρχείων ορίστηκε η 9η Ιουνίου από το Διεθνές Συμβούλιο των Αρχείων, τον Νοέμβριου 2007. Πρόσφατα δηλαδή, μόλις συμπλήρωσε τα πέντε χρόνια ο παγκόσμιος εορτασμός που έχει στόχο να ευαισθητοποιήσει το κοινό για την σημασία των αρχείων, την σωστή τους διαχείριση, την μακροπρόθεσμη συντήρησή τους, την προβολή τους και την βελτίωση της εικόνας των αρχείων σε όλο τον κόσμο. Το 2010 εγκρίθηκε η Παγκόσμια Διακήρυξη των Αρχείων και το 2011 υιοθετήθηκε από την UNESCO. Γιατί, όπως διατυπώνεται σε αυτήν την Διακήρυξη, τα αρχεία είναι μοναδική κληρονομιά που δεν αντικαθίσταται και περνάει από γενιά σε γενιά. Αρχεία υπάρχουν πολλών ειδών, δημόσια και ιδιωτικά, διοικητικά, πολιτιστικά Οι μαρτυρίες τους είναι ποικίλες, πολυεπίπεδες, συλλογικές, ατομικές, πνευματικές και υλικές- πρακτικές και κυρίως είναι αυθεντικές (πρώτο χέρι). Να μην μπω πιο βαθειά σε θέματα των ελληνικών αρχείων αυτήν την στιγμή, μόνο να αναφερθώ στην Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία (ΕΑΕ) με έναν ιστότοπο που αξίζει να περιηγηθεί κανείς γιατί και ευχάριστος είναι και ενημερωτικός www.eae.org.gr Και να προχωρήσω στον τρόπο με τον οποίο γιορτάστηκε η Παγκόσμια Ημέρα τῶν Αρχείων από τα Γενικά Αρχεία του δικού μας Κράτους, τα ΓΑΚ Η Κεντρική υπηρεσία των ΓΑΚ στην Αθήνα, εγκαινίασε το υδραυλικό γλυπτό του Γιώργου Ζογγολόπουλου (1903-2004) στον προαύλιο χώρο των Αρχείων, «Τρεις κύκλοι», σχήμα αγαπημένο του καλλιτέχνη. Για τον Ζογγολόπουλο, γνωστό για το έργο του «Ομπρέλες» που βρίσκεται στην παραλία της Θεσσαλονίκης και στον Δήμο Ψυχικού, μπορεί να βρει κανείς πληροφορίες στον διαδικτυακό τόπο του ιδρύματος που ίδρυσε ο ίδιος λίγο πριν πεθάνει www.zongolopoulos.gr Εκεί μπορεί να δει κανείς τα γλυπτά του, τα ζωγραφικά του έργα, σχέδια και φωτογραφίες αλλά και για την αρχιτεκτονική δουλειά του στην Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εκπαίδευσης. Σχεδίασε πολλά διδακτήρια όλων των βαθμίδων σε όλη την Ελλάδα. Πίστευε ότι η γλυπτική και η αρχιτεκτονική πρέπει να συνυπάρχουν με αρμονικότητα. Στην γλυπτική υπήρξε πρωτοπόρος για την εποχή του και δημιούργησε κινητικά γλυπτά, όχι ακούνητα, αμίλητα, ογκώδη. Τα γλυπτά του, κατασκευασμένα από υλικά της σύγχρονής μας εποχής (ανοξείδωτο χάλυβα, οπτικές ίνες, φακούς από πλέξι γκλας, κ.ά.) δέχονται το φως και κινούνται με τον άνεμο αλλά κυρίως το νερό, που το ονομάτιζε «το αίμα του γλυπτού». Ήταν υπνωτικά ωραία να το βλέπεις να γλιστρά αργά και να ακούν τους ήχους της κινητήριας δύναμής του, του νερού που ανάβλυζαν από την κορυφή του.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Έτσι στα πεταχτά, πριν κλείσει και τούτη η εβδομάδα των απανωτών εκλογών και συνεχών επεισοδίων, θέλησα να αναρτήσω μια κουβέντα που πολύ με άγγιξε. Η απάντηση του ταξιδιάρη συγγραφέα αγγλοϊρλανδικής καταγωγής Πάτρικ Λη Φέρμορ στην ερώτηση ποια αισθανόταν ότι ήταν η πατρίδα του ήταν "πατρίδα είναι το μέρος όπου έχει κανείς τα βιβλία του". Την βιβλιοθήκη ο Πάτρικ Λι Φέρμορ την είχε στην Καρδαμύλη της Μάνης.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Τα παλιά συρτάρια


Με αφορμή προηγούμενης ανάρτησης με ένα άρθρο του Κ. Ουράνη, έφτασα - με την πολύτιμη βοήθεια του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου στο βιβλίο Αποχρώσεις. Εκεί λοιπόν, κάπως άτσαλα θαρρώ, συγκεντρώνονται τα αρθράκια που είχε δημοσιεύσει. Νιώθω τυχερή που εντόπισα το βιβλίο στα ράφια της βιβλιοθήκης, μιας που έχει από καιρό εξαντληθεί. Ψάχνοντας – για τι άλλο – τα άρθρα του που αναφέρονται, σχολιάζουν και δίνουν πληροφορίες για τη βιβλιοπαραγωγή της εποχής του, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο που μου θύμισε την οδύνη και την ηδονή των αναμνήσεων που φυλάσσονται-στοιβάζονται στα προσωπικά μας αρχεία. Το μοιράζομαι:  

«Μη βάζετε ποτέ σε τάξη τα παλιά συρτάρια, όπου κείτονται παλιά χαρτιά, σωρευμένα από χρόνια! Μην τ’ αγγίζετε! Κοιμάται, μέσα κει, μια βασκανία που μπορεί να σας είναι θανάσιμη.
Τα παλιά συρτάρια είναι σαν τα παλιά μπουκάλια, τα ξεχασμένα σ’ άχρηστα κι αραχνιασμένα ράφια, τα μισογεμάτα θολά και γλοιώδη υγρά με μυστηριώδη χρώματα – που δε θυμάστε πια αν είταν αρώματα ή δηλητήρια. Ναι, δεν πρέπει να τ’ αγγίζετε…
Νομίζετε πως κλείνουν πράγματα που σας ανήκουν, που αποτελούν μέρος του εαυτού σας. Τι πλάνη! Τα πράγματα αυτά όχι μόνο σας είναι ξένα, αλλά σχεδόν πάντα κ’ εχθρικά. Ναι, υπήρξαν κάποτε χρόνια σας και στιγμές σας, περιστατικά και πράξεις σας, αλλά που τ’ αφήσατε… Κ’ εκείνα έμειναν, ενώ εσείς τα προσπεράσατε και γι’ αυτό, φυλακισμένα, ξεχασμένα σας κρατούν κακία και μηρυκάζουν εκδίκηση.
Κάτω από το σωρό τους είναι κουλουριασμένες, σα φίδια κάτω από πέτρες, παλιές τύψεις έτοιμες να δαγκάσουν κ’ οι παλιές ευτυχίες θα τριφτούν στα χέρια σας σαν ξερά φύλλα χωρίς άρωμα. Κανένα ιερογλυφικό δε θα σας φανεί πιο μυστηριώδες από τη βιαστική σημείωση που θα πέσει στα μάτια σας – τη γραμμένη ωστόσο κάποτε από το ίδιο σας το χέρι. Και, βλέποντας να χαμογελάει ακόμα σε μια φωτογραφία μια γυναίκα που είταν κάποτε δική σας και πια δεν είναι, που έμεινε ωραία, ενώ εσείς γεράσατε, θα νιώσετε να σας πληγώνει το χαμόγελο αυτό σαν πρόκληση και σαν ειρωνεία…
Ω, ναι! Αφήστε τα όπως είναι τα παλιά συρτάρια, τα γεμάτα παλιά, ξεθωριασμένα χαρτιά… Ένας άλλος, ένας ξένος, θα ‘βρισκε μέσα κει, ζωντανή, μια ολόκληρη ζωή – τη ζωή σας. Ο ίδιος όμως εσείς δε θα βρείτε παρά σκόνη και λήθη και θλίψη θανάτου – ενός θανάτου απείρως παγερότερου από το φυσικό θάνατο. Γιατί θα δείτε νεκρό στη ζωή ακόμα τον εαυτό σας, την ψυχή σας, την ιστορία της ψυχής σας – κι όλα τα περασμένα σαν να μην είναι τίποτ’ άλλο από ένας σωρός άχρηστα και ακατανόητα και σε σας τον ίδιο χαρτιά…»  

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Μυθ-ιστορία




Τις προάλλες άκουσα μια ιστορία που είχα σχεδόν ξεχάσει.

Λέγεται πως ο Κ. Θ. Δημαράς (1904-1992) είχε στη βιβλιοθήκη του ένα πολύ σπάνιο βιβλίο των αρχών του 19ού αιώνα (τι να απέγινε η βιβλιοθήκη του, αν κάποιος ξέρει ας μου δώσει τα φώτα του). Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια του ένα δεύτερο αντίτυπο του βιβλίο το οποίο είχε στη σελίδα τίτλου ένα μπλε σημάδι.
Ήταν η σφραγίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Μια μέρα που κατέβαινε στο κέντρο της πόλης πήρε μαζί το βιβλίο με σκοπό να το αφήσει εκεί όπου και άνηκε. Ανέβηκε τις σκάλες του επιβλητικού κτιρίου και πέρασε τη ξύλινη πόρτα με σκοπό να κάνει πράξη τη σκέψη του.
Εκεί τον περίμενε ένας υπάλληλος στον οποίο είπε ότι θέλει να αφήσει ένα βιβλίο και του απάντησε ότι πρέπει να πάει στο ειδικό τμήμα. Είπε το ίδιο και στον επόμενο υπάλληλο, ο οποίος όμως του απάντησε ότι έπρεπε να είχε φέρει δύο αντίτυπα από αυτό το βιβλίο.
Έτσι είθισται βλέπετε, ο καθένας που εκδίδει ένα βιβλίο πρέπει βάσει νόμου να αφήνει δύο αντίτυπα στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Μη ρωτήσετε αν υπάρχουν εκεί δύο αντίτυπα από όσα βιβλία έχουν εκδοθεί. 
Αυτό το βιβλίο, πάντως, που ήθελε να αφήσει ο Δημαράς μάλλον δεν υπάρχει γιατί το πήρε και έφυγε και αναρωτιέμαι αν ανέβηκε ξανά τις μαρμάρινες σκάλες.

Αλήθεια πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να γίνει αντιληπτή η αξία της Εθνικής Βιβλιοθήκης, της όποιας βιβλιοθήκης – ποια εικόνα άραγε να σχηματίζεται στη σκέψη στο άκουσμα της λέξης «αξία»;
Αλήθεια πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να καταλάβουμε τι χρειάζεται αυτή η χώρα, αυτός ο κόσμος.
Αλήθεια τι, πότε, ποιοι;

Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ… 
Καληνύχτα Κεμάλ...

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Ένα παλιό τυπογραφείο


Νιώθω ότι γεμίσαμε αράχνες – τουλάχιστον όχι στο μυαλό – θέλω να πιστεύω.
Μερικές λέξεις με παρακίνησαν να τραβήξω από τη στοίβα των αναβαλλόμενων αναρτήσεων ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο γεμάτο βιβλιοιστορίες που μου έμαθαν και με διασκέδασαν, άλλος ένας καλός φίλος που θέλω να έχω μαζί στα ταξίδια μου.

Η ιστορία ενός τυπογραφείου έχει να αφηγηθεί την ιστορία όλων των βιβλίων που τυπώθηκαν στα μηχανήματά του αλλά κυρίως των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από τις χάρτινες σελίδες: συγγραφέων, επιμελητών, μεταφραστών, εκδοτών, καλλιτεχνών και τόσων άλλων.
Το τυπογραφείο των αδελφών Ταρουσόπουλου λειτούργησε για περισσότερο από έναν αιώνα τυπώνοντας βιβλία ανυπόμονων συγγραφέων και ξυλογραφίες υπομονετικών χαρακτών. 
Πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι συνεργάζονταν με σκοπό τη δημιουργία ενός καλαίσθητου βιβλίου κάτω από συνθήκες εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές.
Οι τυπογράφοι δε δεν φημίζονταν για τη μακροβιότητα τους καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν τη φλεβίτιδα από την ορθοστασία καθώς και τον καρκίνο του στομάχου από την εισπνοή αντιμονίου και μολύβδου. 
Για τέτοιες συνθήκες μιλάμε.
Ξεπερνώντας τις δυσκολίες και κυνηγώντας το χρόνο – τις περισσότερες φορές πιο αργά από ό,τι θα ήθελαν συγγραφείς σαν τον Σεφέρη που βιάζονταν να δουν τα βιβλία τους στα χέρια των αναγνωστών – εκατοντάδες τίτλοι τυπώθηκαν αναδεικνύοντας το μεράκι των Ταρουσόπουλων και τον πλούτο του τυπογραφικού υλικού που διέθεταν. Υπήρχαν στο τυπογραφείο τους, λέγεται, 2.200 είδη τυπογραφικών στοιχείων που έφθαναν σε συνολικό βάρος τους 18 τόνους.  
Ο τυπογράφος είναι ένας μάστορας που πρωτίστως τον ενδιαφέρει η εικόνα και συχνά έρχονταν σε ρήξη με τους συγγραφείς. Με πικρία αλλά και με δόση χιούμορ αναφέρει ο Σεφέρης στις Μέρες του τις αλλαγές που πρότεινε ο τυπογράφος στο κείμενο για να διευκολύνει το έργο του: 
«Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τούτο το στοίχο που περισσεύει;». 

Αφορμή για τον ανάγνωση του βιβλίου του Κάσδαγλη ήταν το αφιέρωμα που πραγματοποίησε το ΜΙΕΤ στο βιβλιοπωλείο του για το τυπογραφείο των αδελφών Ταρουσόπουλου. 
Δε ξέρω αν η έκθεση υπάρχει ακόμα, εξάλλου εκθέσεις που αντιμετωπίζουν το βιβλίο σαν μουσειακό αντικείμενο και το φυλακίζουν μέσα σε βιτρίνες επιτρέποντας την οπτική επαφή μόνο δύο σελίδων, δεν είναι του γούστου μου. Σίγουρα όμως τα βιβλία που τυπώθηκαν μέχρι το 1969, έτος που έπαψε να λειτουργεί το τυπογραφείο, υπάρχουν στις βιβλιοθήκες περιμένοντας ακόμα αναγνώστες και βιβλιόφιλους.

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

Η Βιβλιοθήκη ως πέτρα του σκανδάλου και χώρος έρευνας μαζί σε ένα

Πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα έχουν στο επίκεντρο της δράσης τους βιβλιοθήκες (Το όνομα του ρόδου, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα και άλλα). Ακόμα περισσότερα έχουν εικόνες βιβλιοθηκών στο φόντο τους. Θύματα και θύτες που συχνάζουν σε βιβλιοθήκες, απαντήσεις που κρύβονται σε βιβλία. Κρυμμένα μυστικά σε σελίδες. Σκηνές μυστηρίου και καταδίωξης σε διαδρόμους ραφιών, στα βιβλία και το σινεμά. Στο μυαλό μου έρχονται σχετικά πρόσφατες σκηνές από τον Χάρυ Πότερ με σκοτεινά μάγια, στρόβιλους και καπνούς. Ορισμένα αστυνομικά έχουν την λέξη βιβλιοθήκη στον τίτλο τους.

Η κατάχρηση, το οικονομικό σκάνδαλο έχει βιτρίνα μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη στο μυθιστόρημα Το όνειρο του Οδυσσέα του Μάκη Καραγιάννη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2011, μέσα στο πνεύμα της εποχής.
Η απαρχή της διαφθοράς που ξεκίνησε από φουσκωμένες χρηματοδοτήσεις προς την βιβλιοθήκη οδηγεί στον πλουτισμό και εντέλει στην δίκη και φυλάκιση του δολοφονημένου πρωταγωνιστή Στέφανου Δενδρινού. Η βιβλιοθήκη το πρόσχημα της απάτης (χμ, ελπίζω να μην επηρεάσει αρνητικά μελλοντικές χρηματοδοτήσεις στις «αναπτυσσόμενες» ελληνικές βιβλιοθήκες που ήδη τραβάνε χίλια μύρια ζόρια επιβίωσης) ο κινητήριος μοχλός από την μια πλευρά και η βιβλιοθήκη χώρος απαντήσεων και ψαξίματος. Από την άλλη πλευρά, απανωτάο δημοσιογράφος Οδυσσέας Πανταζής καταφεύγει στην κεντρική Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου στην Θεσσαλονίκη, την Βιβλιοθήκη της Φιλοσοφικής, σε παλαιοβιβλιοπωλείο της οδού Δαγκλή αναζητά και ανατρέχει σε βιβλιακές πηγές, εκεί συναντά συνεργάτες, και κάνει θυελλώδεις συζητήσεις. Γίνονται αναφορές σε βιβλία, το περιβάλλον είναι γεμάτο σελίδες. Αντίθετα, οι επιφανειακοί χαρακτήρες έχουν έπιπλα βιβλιοθήκης αλλά ελάχιστα κατοικημένα με βιβλία. Για την συλλογή μας ένα ακόμα βιβλιοβιβλίο, ελληνικής παραγωγής, με άρωμα του καιρού μας, με απορίες, γιατί και πώς της σημερινής κατάστασης.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Πώς πρέπει να διαβάζουμε


Ξεφυλλίζω την ιστορική Νέα Εστία που υπάρχει ψηφιοποιημένη στον κόμβο του ΕΚΕΒΙ, για όσους ψαχουλεύουν τα παλιά. Πέφτω πάνω σε λόγια προηγούμενων εποχών για το βιβλίο και κάθε φορά θέλω να αναδημοσιεύσω μερικά εδώ, αλλά το αφήνω, όχι σήμερα.
Σε πολλά τεύχη συναντώ ενδιαφέροντα άρθρα, σχετικά με τα θέματά μας, με υπογραφή του Κώστα Ουράνη.
Άραγε να έχουν συγκεντρωθεί όλα σε κάποια έκδοση;
Αντιγράφω μέρος του άρθρου με τίτλο "Πώς πρέπει να διαβάζουμε":

«Δύο αδελφές από τη Θεσσαλονίκη μου έγραψαν για να με ρωτήσουν "πώς πρέπει να διαβάζεται ένα βιβλίο".

Είναι ένα ερώτημα που δεν τόκανα ποτέ στον εαυτό μου. Θυμήθηκα όμως, με την ευκαιρία αυτή, ότι ο γάλλος ακαδημαϊκός Εμίλ Φαγκέ εξέδωσε κάποτε ένα βιβλίο που έχει ακριβώς - τον τίτλο "L' art de livre".

Ο γερό Φαγκέ, μακαρίτης πια προ πολλού, δεν υπήρξε λαμπρός συγγραφεύς. Άχαρις και βαρύς, βυθίστηκε, με το θάνατό του, "αύτανδρος" στο πέλαγος της λήθης, όπως βουλιάζει ένα παραφορτωμένο καράβι στον ωκεανό. Σήμερα κοίτεται στον πυθμένα των βιβλιοθηκών, - εκεί που βασιλεύει μια αιώνια αταραξία.
Το βιβλίο αυτό που ανέσυρα ήταν ένα αποσυντεθειμένο και μελαγχολικό ναυάγιο: μουχλιασμένο, ξεθωριασμένο. Όπως όμως στο κύτος ενός ναυγίου βρίσκουν κάποτε ένα κιβώτιο χρυσού, έτσι κι εγώ βρήκα σ' αυτό, σκεπασμένη από τα φύκια και την άφθονη λάσπη του ύφους του, μια χρυσή συμβουλή που είναι η απάντηση στο ερώτημα των δύο αδερφών:

Η τέχνη το διαβάσματος, γράφει ο Φαγκέ, συνίσταται στο να διαβάζετε αργά, πάντα αργά, όσο το δυνατό πιο αργά.

Η συμβουλή αυτή δεν αφορά, βέβαια, κι ούτε μπορεί ν' αφορά εκείνους - τον περισσότερο δηλαδή κόσμο- που διαβάζουν "για να τους πάρει ο ύπνος" ή "για να περάσει η ώρα τους". Το βιβλίο δεν είναι γι' αυτούς ένας, οποιοσδήποτε, σκοπός, αλλά απλώς ένα μέσο - άσχετο με τη φύση του. Αποτείνεται σ' εκείνους που διαβάζουν για έναν από εκείνους τους δύο λόγους που εννοείται το διάβασμα: για να διδαχτούν ή για τη χαρά του πνεύματός τους.».

Ολόκληρο το άρθρο βρίσκεται εδώ για όσους θέλουν περισσότερα.

(Ευτυχώς κάποια πράγματα είναι ακόμη δωρεάν και ελεύθερα...)

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2012

Λέξεις

Για να αλλάξω λίγο το κλίμα (;) παραθέτω λίγα από τα λόγια που μόλις συνάντησα στο βιβλίο Ανθολόγημα τεχνημάτων του Χρήστου Γιανναρά, που εκδόθηκε το 1991 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

"Οι λέξεις δεν αντιπροσωπεύουν πια τίποτε, λειτουργούν σαν κρεμάστρες από όπου ο καθένας κρεμάει το δικό του κουστούμι. Φτάσαμε να βαπτίζουμε "δημοκρατία" την πιο ανενδοίαστη ολιγαρχία, όπου κάποιο "διευθυντήριο" αποφασίζει για όλους - και κανένας (ούτε για δείγμα) δεν ζητάει έστω δέκα λεπτά καιρό για να σκεφτεί και να κρίνει, προτού αρχίσει να χειροκροτεί, σαν ανεγκέφαλη μαριονέττα, τις αποφάσεις του διευθυντήριου."

Αυτό είναι βιβλιοθήκη.
Περιπλανιέσαι στα ράφια, τραβάς ένα βιβλίο, βλέπεις τα περιεχόμενα, πηγαίνεις τυχαία σε μια σελίδα, διαβάζεις λίγες λέξεις, έρχεσαι στον υπολογιστή, αντιγράφεις και συνεχίζεις τη βόλτα σου μεταξύ ραφιών, λέξεων και ιδεών.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Βιβλιοθηκονομικές απογοητεύσεις

Προσπαθώ να καταλάβω το Future Library, το facebook των βιβλιοθηκονόμων για όσους δεν το έχουν υπόψη τους. Είμαι μέλος εδώ και καιρό, το είχα σχεδόν ξεχάσει και κάτι emails που φτάνουν στο ηλ. ταχυδρομείο μου, μου υπενθύμισαν την ύπαρξή του. Μπαίνω και το χαζεύω, βρίσκω κάποιες ενδιαφέρουσες ενημερώσεις (μαθαίνω και ποιος έγινε φίλος με ποιον), βέβαια στα blogs ίσως να βρίσκω περισσότερες χρήσιμες πληροφορίες, ειδικά στο Greek Libraries που από όσο ξέρω δεν το χρηματοδοτεί το ίδρυμα Νιάρχος. Βέβαια είναι ένα καλό εργαλείο για να μιλάνε οι βιβλιοθηκονόμοι μεταξύ τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, ιδέες, απορίες κ.ο.κ. Αναρωτιέμαι γιατί δεν συμπεριλαμβάνονται όλες οι βιβλιοθήκες της χώρας, οι ακαδημαϊκές για παράδειγμα. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε ομάδες, όπως και στο Facebook. Η ομάδα άνεργοι βιβλιοθηκονόμοι ή βιβλιοθηκονόμοι που έχουν βαρεθεί να φτιάχνουν τα χαρτιά τους και να στέλνουν αιτήσεις, θα είχε ενδιαφέρον και ίσως να μαθαίναμε και τα ποσοστά ανεργίας στον κλάδο μας. Αναρωτιέμαι αν το Ίδρυμα Νιάρχος θα ζητήσει να στελεχωθούν αξιοκρατικά οι βιβλιοθήκες με προσωπικό ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν όπως τους πρέπει ή θα συνεχίσουν να οργανώνουν δράσεις για τη "διεύρυνση" τους στην τοπική κοινωνία μέσω εθελοντών.

Θέλω να πιστεύω ότι όλοι αυτοί οι Βιβλιοθηκονόμοι που βγαίνουν από το ΑΕΙ (φέτος το Ιόνιο πήρε 114 άτομα) αλλά και από τα δύο ΤΕΙ στρέφονται σε άλλους κλάδους, γιατί μόνο στην ιδέα του πόσο αυξάνονται οι άνεργοι με πιάνει ένα άγχος.

Και οι άνεργοι αυξάνονται γιατί έχω βαρεθεί να βλέπω κάθε μέρα τις νέες στημένες προκηρύξεις που βγαίνουν και ζητάνε βιβλιοθηκονόμους ειδικούς επιστήμονες στη NASA (όλες μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ).
Χωρίς μια πενταετή προϋπηρεσία σε μια ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη (την ίδια κατά προτίμηση που ζητάει τα άτομα) δεν μπορείς να δουλέψεις σε μια σύμβαση μίσθωσης έργου (που θα πληρώνεις και ΤΕΒΕ δηλαδή) που το πολύ να φτάνει τα δύο χρόνια. Δύο τέτοιους βιβλιοθηκονόμους ζητάει αυτή τη στιγμή το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, που είχε ζητήσει και μερικούς ακόμη τέτοιους πριν από ένα μήνα, όπως και η Πάντειος και το Αριστοτέλειο στην ίδια προκήρυξη που είχε ανακοινωθεί εδώ. Τέτοιο βιβλιοθηκονόμο ήθελε και το ΤΕΙ Λάρισας με τα απαραίτητα προσόντα φυσικά.
Το λάθος το μεγάλο το έκανε το Παν/μιο Ιωαννίνων.
Εκεί δεν τα υπολόγισαν καλά.
Ζήτησαν πέντε άτομα απλούς πτυχιούχους (με μεταπτυχιακά, αγγλικά και όλα τα υπόλοιπα κορνιζαρισμένα πτυχία), απλά πράγματα δηλ., ούτε προϋπηρεσία σε Μονάδα Αξιολόγησης και Εφαρμογής Διαδικασιών Ολικής Ποιότητας σε Ακαδημαϊκές Βιβλιοθήκες, ούτε προϋπηρεσία σε θέματα πνευματικών δικαιωμάτων, ούτε σε θέση για άτομα με ειδικές ανάγκες, όχι, εκεί θέλανε αυτά που έχουμε όλοι. Με αποτέλεσμα να τους κουβαληθούμε 50 άτομα για συνέντευξη και να μη ξέρουν πώς να μας διώξουν. Τυχεροί όσοι πέρασαν από τη συνέντευξη-θέλω να σου δείξω ότι είσαι άχρηστος και γι' αυτό δεν σε παίρνω (όχι ότι σκοπεύω να πάρω αυτούς που ξέρω). Τυχεροί γιατί ακόμη γελάνε με τις ερωτήσεις που έπρεπε να έχεις διαβάσει ξανά όλα τα βιβλία του παν/μίου και να διαβάζεις και τα νέα άρθρα που βγαίνουν στην Emerald για να είσαι ενήμερος για όλες τις εξελίξεις στο χώρο και να μπορείς να απαντήσεις στη συνέντευξη που τελικά έγινε εξέταση.
Να αναφέρω πόσο ωραία και έξυπνα κινήθηκε η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης για να βολέψουν τους δικούς τους. Εκεί φιλόλογοι αποδεδειγμένα μπορούσαν να καταλογογραφήσουν 50 βιβλία ημερησίως, γεγονός που μπορούσαν να επιβεβαιώσουν μόνο γνωστοί επιστημονικοί υπεύθυνοι. Το πτυχίο δεν έπαιζε κανένα ρόλο, μόνο οι γνωστοί. Προκήρυξαν θέση που δεν απευθύνονταν μόνο σε απόφοιτους βιβλιοθηκονομίας για να μην πάρουν βιβλιοθηκονόμο. Οι υποψήφιοι πέρασαν και από γραπτές εξετάσεις για να φανεί πως δεν κάνουν για τη θέση. Για μια σύμβαση έργου μικρού χρονικού διαστήματος, για μια Ελένη.

Να 'ναι καλά τα ιδρύματα, να 'ναι καλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση που χρηματοδοτούν να φτιάχνουμε Facebook, δίκτυα εθελοντών και να παίρνουμε στις βιβλιοθήκες μας αυτούς που ξέρουμε ήδη.

Απογοήτευση.

Η εικόνα προσφορά του ιστολογίου e-scriptorum.

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

Στο κέντρο της Αθήνας

Καιρός πέρασε χωρίς να αφήσω λίγες λέξεις γιατί καιρό είχα να κάνω τις βολτίτσες μου στους δρόμους της Αθήνας. Επιτέλους, περπατώ άγνωστη μεταξύ αγνώστων στο κέντρο της Αθήνας. Διαλέγω να μη βλέπω τις σκοτεινές γωνίες αλλά τα φωτεινά σημεία κι έτσι περπατώ αναζητώντας.

Άλλωστε, οι σκοτεινές γωνίες προβάλλονται από παντού και σε πυροβολούν κατάθλιψη, η μόδα της εποχής.
Να μη θες να ξημερώσει το αύριο γιατί σίγουρα θα πεινάς. Βέβαια, πείνα είναι όταν δεν υπερφορτώνεσαι με άχρηστα, βέβαια...

Μα γιατί κανείς δε μιλάει για τα τόσα καινούρια μαγαζιά, όμορφα χρωματιστά μαγαζιά γεμάτα ανθρώπους με νέα ματιά αφού η γερασμένη ξεπεράστηκε.
Και βιβλιοπωλεία, πολλά νέα βιβλιοπωλεία, περισσότερα με βιβλία δεύτερο χέρι, τα βιβλιοπωλεία αυτά που σε άλλες χώρες βρίσκεις σε κάθε γωνία, με καφέ, με φαγητό, παντού με από όλα.
Δεύτερο χέρι βιβλία, Εστία με τραπέζια γεμάτα σκονισμένες εκδόσεις με ένα ευρώ, Ελευθερουδάκης με προσφορές μόνο, για φαντάσου... θυμάμαι μια μικρή βιβλιοθήκη τοποθετημένη δειλά δειλά εκεί - εκεί ακριβώς που τώρα ξεφύτρωσε το τμήμα των προσφορών -με λίγα ράφια βιβλία σκονισμένα, σκισμένα, ξεχασμένα, να τα σπρώξουμε να φύγουν, χωρίς να φαίνεται όμως και πολύ.
Για φαντάσου ολόκληρο κατάστημα σήμερα η μικρή εκείνη βιβλιοθήκη στη γωνία...
Παλαιοβιβλιοπωλεία παντού, σε μικρές τρύπες, γεμάτα βιβλία που είχα ξεχάσει, αλήθεια τι είχαν αυτές οι τρύπες πριν;
Ακόμη και μαγαζί που καταργεί την άχρηστη έννοια των χρημάτων εντόπισα.
Μαγαζί που δεν αγοράζεις αλλά ανταλλάσσεις, στα Εξάρχεια εννοείται.
Μέχρι και εκδοτικοί οίκοι που δεν είχα ξανακούσει, δική μου παράλειψη ή απλά τα νέα δε φτάνουν στην επαρχία;
Όπως "Οι εκδόσεις των συναδέλφων", των δικών μας συναδέλφων, όλων εκείνων που κουβαλούν βιβλία καθημερινά και ξέρουν πόσο τρελό αλλά και πόσο μαγικό συνάμα είναι αυτό το κουβάλημα. Γιατί: "οι εργαζόμενοι έχουμε ανησυχίες, προβληματισμούς, ιδέες, οράματα - ζούμε πιο κοντά στον κρυμμένο θησαυρό των τυπωμένων σελίδων - έχουμε άποψη για το τι εκδίδεται, πώς εκδίδεται, πώς διακινείται, τι διαβάζεται". Ε πώς να μη συμπαθήσω αυτές τις εκδόσεις όταν σε κάθε βιβλίο που εκδίδουν στο recto της σελίδας τίτλου έχουν αυτά και άλλα τέτοια λόγια.

Κι η συμπάθεια είναι διπλή όταν στον κατάλογό τους προστέθηκε ένα βιβλίο γεμάτο ιστορία εκδόσεων με τίτλο "Στη χώρα των βιβλίων: η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010". Βιβλίο που παραδόξως (ή όχι τόσο) δε βρήκα στην Εστία αλλά σε ένα βιβλιοπωλείο με τραπεζάκια για καφέ απέναντι από την Πρωτοπορία που ονομάζεται "Εκτός των τειχών".
Υπάρχουν κι άλλοι λοιπόν που παρά "την απουσία μιας συγκροτημένης επιστημονικής προσέγγισης της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας του βιβλίου στην Ελλάδα που δείχνει τον δύσκολο και αχαρτογράφητο δρόμο της πρώτης αναγνώρισης του πεδίου" ξεκινούν και - το αισιόδοξο - τελειώνουν, έστω και σε βάθος χρόνου, το δύσκολο εγχείρημα.

Το blog των εκδόσεων των συναδέλφων καθώς και περισσότερα για το μαγικό βιβλίο που ακόμη δεν έχω ξεκινήσει εδώ.

Καλή χρονιά να ευχηθώ... μα καλή δεν γίνεται τυχαία αλλά με σκέψη που έρχεται... διαβάζοντας.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Μια βιβλιοθήκη γεμάτη ανθρώπους


Δεξιά και αριστερά έχω ακούσει διάφορα για αυτή τη νέα βιβλιοθήκη. Άρθρα εφημερίδων, αναρτήσεις, απόψεις, σκέψεις, όμορφα λόγια, αλλά τίποτα ολοκληρωμένο γι' αυτήν την ιδέα που μου θυμίζει κάτι από Ρέυ Μπράντμπερυ, κάτι από παραμυθάδες με αρκετή δόση επιστημονικής φαντασίας δηλαδή.
Και να η ιστοσελίδα τους που τα λέει όλα και σαν να αρχίζω να καταλαβαίνω τι γίνεται. Πρόκειται για μια ομάδα ανθρώπων που σαν να θέλουν να πάνε ενάντια στην απρόσωπη κοινωνία που χτίζουμε κάθε μέρα όλο και πιο πολύ όλοι εμείς που επικοινωνούμε καμουφλαρισμένοι πίσω από κάτι υπερσύγχρονες οθόνες που όλο γίνονται και πιο πλατιές και πιο λεπτές και ποιος ξέρει τι άλλο πιο ακόμα. Κοινωνικά δίκτυα που νομίζουμε ότι μας κοινωνικοποιούν.
Βιβλιοθήκη χωρίς χάρτινα βιβλία, χωρίς ράφια, χωρίς υπολογιστές αλλά με Ανθρώπους που περιμένουν να σου αφηγηθούν μια ιστορία. Η Ζωντανή Βιβλιοθήκη είναι ένα εξαιρετικό μέσο άσκησης στην συνύπαρξη, ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, αναφέρουν στην ιστοσελίδα.
Όπως όλες οι βιβλιοθήκες έχει και αυτή κανόνες, επιλέγω έναν να αφήσω εδώ εκείνον που με έκανε να χαμογελάσω: "Ο αναγνώστης οφείλει να επιστρέψει το Ζωντανό Βιβλίο στην ίδια πνευματική και φυσική κατάσταση που το δανείστηκε. Δεν επιτρέπεται να προκαλέσει ζημιά σε ένα Ζωντανό Βιβλίο, να του τσαλακώσει τις σελίδες ή να θίξει την αξιοπρέπειά του/της με οποιονδήποτε τρόπο".

Δεν αναφέρω άλλα γιατί όλα είναι συγκεντρωμένα εδώ:

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Μια επέτειος και ένα παιδικό βιβλίο

H αδυναμία μας για τα παιδικά βιβλία είναι μια αλήθεια που δεν κρύβεται. Ίσως να φταίει η εικονογράφηση γιατί καμιά φορά είναι η ιστορία των χρωμάτων και των εικόνων που με μαγεύει και όχι των λέξεων. Μόνο που τα παιδικά βιβλία συγκεντρώνουν και τα δύο: την εικόνα που όσο περνάει ο καιρός έχω την εντύπωση ότι γίνεται όλο και πιο δελεαστική και τις λέξεις, την αφήγηση, σταθερή αξία αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Αφήγηση απαλλαγμένη από πολυπλοκότητες και δυσνόητες λέξεις, ώστε να εξαλείψει κάθε αίσθημα κόπωσης και ανίας, με φόντο ολοσέλιδες εικόνες φτιαγμένες από τα πιο ζωηρά χρώματα της παλέτας του εικονογράφου, ώστε να εξαφανιστεί εντελώς η γυμνή σελίδα πίσω από τα μαύρα γράμματα, είναι το μυστικό της επιτυχίας των παιδικών βιβλίων. Όλα καλλιεργούνται με σκοπό να προσεγγιστεί η πιο απαιτητική κατηγορία αναγνωστών. Πείθουν ακόμη και εμάς, απλούς φίλους των βιβλίων.

Πράγματι, τα παιδιά αποτελούν το πιο απαιτητικό αναγνωστικό κοινό και ακόμη περισσότερο τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού που μόλις έχουν κατακτήσει (ή ακόμη προσπαθούν να κατακτήσουν) το μηχανισμό της ανάγνωσης. Σε αυτήν την κατηγορία στοχεύει το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι με τίτλο «Τσέπες γεμάτες λέξεις» που έχω στα χέρια μου που ακόμη και η σελιδαρίθμηση απουσιάζει ως μάλλον άχρηστη λεπτομέρεια για τους αναγνώστες-στόχος. Μια ιστορία 250 λέξεων, όπως και των υπολοίπων βιβλίων της σειράς, όσες λέξεις δηλ. μπορούν να «αντέξουν» οι αναγνώστες ηλικίας 7-8 ετών. Υπό αυτόν τον περιορισμό λέξεων η συγγραφέας Δέσποινα Μπογδάνη-Σουγιούλ αφηγείται την ιστορία του μικρού Οδυσσέα που δεν είναι άλλος παρά ο μεγάλος μας Οδυσσέας Ελύτης.
Με αφορμή την επέτειο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του που είναι την επόμενη εβδομάδα (2/11) αλλά και όλο το 2011, φέρνω στη μνήμη μου το μικρό αυτό βιβλίο που είναι ίσως η ομορφότερη ιστορία που διάβασα για το μεγάλο αυτόν ποιητή. Γιατί κι εγώ κάπως έτσι φαντάζομαι τον μικρό Οδυσσέα να μαζεύει στις τσέπες του λέξεις και λίγο πριν σκοτεινιάσει να τρέχει να τις σκορπίσει στη θάλασσα, να τις κάνει πουλιά, να πετάξουν ελεύθερες όσο πιο μακριά γίνεται...

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Οι άνθρωποι που περίμεναν να προωθηθούν στην ταράτσα της Στοάς του Βιβλίου είχαν την μορφή φιδιού ή πάλι σχημάτιζαν μια μακριά ουρά που έφτανε έως την Πανεπιστημίου. Χτες το βράδυ, μετά τις οκτώ που είχε σκοτεινιάσει. Τι κοινό είχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Κρατούσαν ένα τουλάχιστον βιβλίο στα χέρια τους. Πολλοί κρατούσαν περισσότερα από ένα στην αγκαλιά τους και άλλοι κρατούσαν γεμάτη σακούλα. Τα βιβλία ήταν σημάδι αναγνώρισης. Το συνεκτικό του ανθρώπινου ιστού ήταν τα βιβλία. Κινητήριος ώθηση προσφοράς σε μια εποχή που μας στερούν χωρίς να μας δίνουν το λόγο, σταλάζοντας αισθήματα ανασφάλειας, καταστροφή, φόβου. Ισοπεδώνοντας το μέλλον, πνίγοντας προσδοκίες. Βιβλία για να δοθούν σε φυλακές και ιδρύματα. Βλέμματα διερευνητικά, πόσοι πολλοί μπορούμε να είμαστε, τι βιβλίο έφερε τούτος, κουβέντες μεταξύ αγνώστων παρά το στριμωξίδι και το σπρωξίδι. Εκδήλωση με μεγάλη ανταπόκριση που μάλλον δεν την υπολόγισαν οι διοργανωτές. Γιατί γέμιζε και γήπεδο, μπάσκετ πάντως. Είχε και λογάκια αναγνωρίσιμων προσώπων για τα βιβλία της ζωής τους και μουσικές. Στην είσοδο επικρατούσε το αδιαχώρητο. Κάθε κίνηση ήταν αργή και ασφυκτική, και όμως, μικροί και μεγάλοι, εκεί, επίμονοι και αποφασισμένοι, να δώσουν το βιβλίο τους. Εκείνο που δεν ήθελαν πια, το παλιό και σκονισμένο από το ράφι. Εκείνο το διαβασμένο, να πάει παρακάτω. Το άλλο που νόμισαν ότι θα αρέσει, θα πιάσει τόπο, θα αγγίξει αναγνώστες σε ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις. Το αγαπημένο βιβλίο που άφησε κάτι καθοριστικό. Ένα μοίρασμα για το καλό, τέλος πάντων.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011

Χίλιες μία νύχτες και μία ακόμη δώρο

Οι αραβικές ιστορίες της Σεχραζάντ στο Χίλιες και μία νύχτες (ή τα Παραμύθια της Χαλιμάς για το ελληνικό κοινό) υπήρξαν η βάση και η πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία τριών διηγημάτων, όλων δημοσιευμένων υπό τον τίτλο Η χιλιοστή δεύτερη νύχτα.
Τρία διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικoύς χρόνους, σε διαφορετικές χώρες από τρεις διαφορετικούς συγγραφείς. O Γάλλος Theophile Gautier to 1842, ο Αμερικάνος Edgar Allan Poe το 1845 και ο Ρουμάνος Nicolae Davidescu το 1937 θέλησαν να δώσουν συνέχεια στο Χίλιες και μία νύχτεςκαι να δώσουν πνοή μέσα από την πένα τους στην ηρωίδα και αφηγήτρια των ιστοριών, ενώνοντας τη μυθοπλασία της Ανατολής με εκείνη της Δύσης.
Για άλλη μια φορά θέτω το ερώτημα για το κατά πόσο δίκαιο είναι να δανείζεσαι έναν ήρωα και να συνεχίζεις μια ιστορία που έχει ξεκινήσει (και ουσιαστικά τελειώσει) κάποιος άλλος. Ο Σάλιντζερ απέρριψε το ενδεχόμενο να δοθεί συνέχεια στο Ο φύλακας στη σίκαλη, «προστατεύοντας» με νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων το χάρτινο ήρωα του, γεγονός που είχα αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτηση. Σε αυτήν την περίπτωση κανείς δεν εμπόδισε, δεν θα μπορούσε άλλωστε, τη συγγραφή και τη δημοσίευση των τριών αυτών μικρών αριστουργημάτων. Οι συγγραφείς είχαν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν μέσα από την τέχνη του λόγου, μια συνομιλία που υπερπηδά τα εμπόδια του χρόνου και της λήθης.
Θα σταθώ στο δεύτερο από τα τρία διηγήματα, εκείνο του Πόε (ή Πόου όπως συνηθίζουν να προφέρουν μερικοί), διότι ήταν η αφορμή να θυμηθώ ξανά την αψεγάδιαστη γραφή ενός ευφυή συγγραφέα.
Το διήγημα θέλει τη Σεχραζάντ να αφηγείται τη χιλιοστή δεύτερή της ιστορία που δεν είναι άλλη από την εξιστόρηση των επιτευγμάτων της Δύσης και την περιγραφή μιας μακρινής πραγματικότητας (μέσα πάντα από το οξύ ύφος του Πόε). Όλα όμως ακούγονται παράδοξα στον βγαλμένο από άλλη εποχή βασιλιά, ο οποίος δεν πιστεύει λέξη από όλη την αφήγηση και την τιμωρεί με τον τρόπο που της άξιζε.
Μέσα στις ευφυείς περιγραφές των επιτευγμάτων της Δύσης, ο Πόε δεν παρέλειψε να προσθέσει και την τυπογραφία, απόσπασμα που δεν θα μπορούσα να μην αφήσω εδώ:
«Αλλά ένας άλλος, ακόμη πιο επιτήδειος θαυματοποιός, κατασκεύασε ένα εκπληκτικό πλάσμα που δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε θηρίο, έχει εγκέφαλο από μολύβι, αναμειγμένο από ένα μαύρο υλικό σαν πίσσα, και δάχτυλα που έχουν τόση ταχύτητα και επιδεξιότητα ώστε να μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα να φτιάξει είκοσι χιλιάδες αντίτυπα του Κορανίου μέσα σε μιαν ώρα, και με τόση εκπληκτική ακρίβεια που να είναι όλα πανομοιότυπα, μέχρι το τελευταίο ιώτα».
Πράγματι «η αλήθεια είναι πιο παράξενη από τη φαντασία» όπως αναφέρει το παλαιό ρητό με το οποίο ξεκινά το διήγημά του.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

Δε συνηθίζω να γράφω για βιβλία πολυδιαφημισμένα, όχι για κανέναν άλλο λόγο απλά γιατί ό,τι θα μπορούσα να πω έχει ήδη ειπωθεί. Κάνω μια μικρή εξαίρεση, τη δεύτερη για το συγκεκριμένο βιβλίο μιας που για πρώτη φορά αγοράζω ένα βιβλίο που βρίσκεται πρώτο στις λίστες με τα ευπώλητα για εβδομάδες. Για άλλη μια φορά το πρώτο που με τράβηξε στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ο τίτλος του καθώς και ο συγγραφέας.
"Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο" του Άρτουρ Σοπενχάουερ. Ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αι. πρώτος σε πωλήσεις, ποιος θα το πίστευε. Να όμως που η καλή προώθηση ενός βιβλίου από τον εκδοτικό οίκο μπορεί να κάνει θαύματα (και η καλή τιμή του). Εκτός από την προώθηση που παίζει αναμφίβολα σπουδαίο ρόλο για την ελληνική επιτυχία του βιβλίου ευθύνεται και η έκδοση επιμελημένη έτσι ώστε να απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι σε ένα εξειδικευμένο κοινό. Το σχόλια του μεταφραστή και του εκδότη της αγγλικής έκδοσης περί περικοπής και παράληψης σημείων που θεωρήθηκαν ακατάλληλα και όχι γενικού ενδιαφέροντος εξηγούν και δικαιολογούν εν μέρη την εμπορική του επιτυχία. Μια τεχνική που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη εφόσον φυσικά δε θίγει τις πρωτότυπες ιδέες και γίνεται αφορμή ώστε να μπουν διεθνώς οι λέξεις (ή κάποιες από τις λέξεις) του Γερμανού φιλόσοφου στα σπίτια του ευρέως αναγνωστικού κοινού. Τεχνική που ακολουθούν και άλλοι τίτλοι των εκδόσεων Πατάκη αυτής της σειράς.
Στο ειρωνικό και αρκετά χιουμοριστικό δοκίμιο διακρίνεται η πεσιμιστική θέση του Σοπενχάουερ γύρω από την ανθρώπινη φύση που διακατέχει ολόκληρη τη φιλοσοφία του. Επιθυμία του ήταν να προστατέψει τους αναγνώστες του από τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούν οι υπόλοιποι (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διαφημιστές κ.ο.κ.) ούτως ώστε να επιβληθούν. Στην ουσία διδάσκει την "Εριστική διαλεκτική που είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς - και να λογομαχεί με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις τους - είτε έχει δίκαιο είτε άδικο", έτσι ώστε να αναγνωρίζονται τα κακόβουλα τεχνάσματα όσων σκοπίμως θέλουν να φαίνεται πως έχουν πάντα δίκαιο. Για τον λόγο αυτόν ο ίδιος αντιμετώπισε το κείμενό του ως ένα σύγγραμμα με ειρωνική διάθεση και περισσότερο ως μια προειδοποίηση με παραδείγματα παρά μία διδαχή.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

Καθόλου δεν είναι πως δεν θέλω να είμαι στις Βολτίτσες. Ίσα ίσα σκέφτομαι ότι και ετούτο και εκείνο έχουν να πούνε, η Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο έγινε και έκεί όλο και κάτι κινήθηκε. Είναι που τελευταία χάνω το κουράγιο μου και κρύβομαι. Χώνομαι στα βιβλία που ανοίγουν την πόρτα προς τα αλλού και τρέφουν το μυαλό. Για λίγο ακόμα...

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2011

Πολτοποιημένες αναμνήσεις

Έψαξα αρκετά γι’ αυτό το βιβλίο. Περιπλανήθηκα στα μεγάλα και μικρά βιβλιοπωλεία των Αθηνών, ελπίζοντας ότι θα υπάρχει σε κάποιο σκονισμένο ράφι. Έφταιγε ο τίτλος του. Παντού ίδια απάντηση: εξαντλημένο. Που ξέρεις, σκεφτόμουν, ίσως και πολτοποιημένο, όπως τόσοι τίτλοι, όσους χωράει όλος ο κατάλογος των Ελληνικών Γραμμάτων. Τι ιδέα και αυτή να τα πολτοποιήσουν όλα, ενώ τόσες βιβλιοθήκες πεινάνε. Η φρίκη των ημερών μας διακρίνεται παντού. Η αλήθεια είναι ότι δεν πήγα από τα παλαιοβιβλιοπωλεία, αν και εκεί είχα περισσότερες πιθανότητες να το βρω, έχω καιρό να περάσω από εκείνη τη γειτονιά. Και τελικά βρέθηκε, για φαντάσου, βρέθηκε στη δημόσια βιβλιοθήκη του νησιού μου. Πόσο χαζή νιώθω όταν καμιά φορά υποτιμώ την αξία των βιβλιοθηκών κι ας ρίχνω το φταίξιμο σε άλλους παράγοντες.
Γκαρσονιέρα για παλιά βιβλία (μα τι τίτλος, πως γίνεται να μη θες να το δεις;), του Δημήτρη Μιχαηλίδη, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που εξαιτίας τους το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφορεί. Αλήθεια το 1996, χρονιά που

κυκλοφόρησε, είναι τόσο μακριά από το σήμερα;
Περιλαμβάνει εννιά διηγήματα και τον τίτλο του τελευταίου δανείστηκε ολόκληρο το βιβλίο, υποθέτω πως αυτό είναι και το πιο δυνατό. Μέσα σε 14 σελίδες συγκεντρώνεται όλη η αγάπη του δημοσιογράφου, συγγραφέα αλλά και εκδότη Δ. Μιχαηλίδη για τα βιβλία. Καμιά φορά δεν χρειάζεται πολύ χώρος για να εκφράσεις ένα συναίσθημα. Μόνο που τότε κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης έχει νόημα και τελειώνοντας μένει η γλυκιά αίσθηση του «θέλω κι άλλο».
Ξαφνικά έγινα ο ήρωας του διηγήματος. Ξύπνησα μετά από 40 χρόνια σε μια άλλη ζωή, στο γραφείο ενός δικού μου σπιτιού γεμάτο με σκονισμένα ράφια. Κάθε βιβλίο και μία ιστορία, της δικής μου ζωής ιστορία. Από κάποια θέλω να απαλλαγώ, ίσως απλά και μόνο για να ξεχάσω ή για να κάνω χώρο, πρακτικό και θεωρητικό, ώστε να μη γκρινιάζουν οι υπόλοιποι που ζουν μαζί μου. Να τα πετάξω, να τα χαρίσω, να τα πουλήσω ή να ακολουθήσω το δρόμο των Ελληνικών Γραμμάτων και να τα πολτοποιήσω; Αδύνατον! Κι έτσι επιλέγω ένα διαφορετικό δρόμο, να νοικιάσω μια γκαρσονιέρα, να σαν κι αυτή που μένω τώρα, και να τα μεταφέρω όλα εκεί, να πηγαίνω όταν θα θέλω να ξεφύγω και να συναντήσω τα φαντάσματα του παρελθόντος που με στοιχειώνουν.
Σίγουρα σε όποια ηλικία κι αν βρεθώ θα θέλω να ξε-φεύγω και να μένω μόνη, μακριά από φασαρία και ρουτίνα και να αναπολώ κοιτώντας μία μία τις χρωματιστές ράχες των βιβλίων της ζωής μου.
«Μόλις άναψε το φως, πραγματικά ένιωσε έκπληξη. Άδειο, όπως το είχε νοικιάσει, του φαινόταν μια τρύπα. Τώρα σαν να ήταν πιο μεγάλο και στον ένα τοίχο του σαλονιού μια βιβλιοθήκη με όλα του τα βιβλία, βέβαια ακατάστατα και ανακατωμένα, αλλά ήταν τα βιβλία του. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και τα έβλεπε σαν υπνωτισμένος και σκέφτηκε αρκετά συγκινημένος: Αυτά τα βιβλία είναι η ζωή μου. Εξορισμένα σ’ ένα μικρό κρυφό διαμέρισμα, στην ψυχή μου».

Έτσι ακριβώς.

Να ευχηθώ κι εγώ με τη σειρά μου καλό υπόλοιπο καλοκαιριού συντροφιά με όμορφες σκέψεις.