Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Κάποιες λέξεις γράφονται για να διαβαστούν


Κάποιος κάποτε συγκέντρωνε λογοτεχνικά κείμενα που να αφορούν τα βιβλία. Αυτή η ιδέα με είχε ενθουσιάσει και προέτρεψα όσους ήξερα να γράψουν κάτι και να το στείλουν. Όπως πολλές ιδέες που γεννιούνται σε ετούτη τη χώρα ή μένουν στο συρτάρι ή παίρνουν πολλά χρόνια για να υλοποιηθούν. Κάτι σαν το Γιοφύρι της Άρτας, ένα πράγμα. Σχεδόν αυθόρμητα είχα γράψει μερικές προτάσεις σαν αυτές της προηγούμενης ανάρτησης. Έστειλε κι ο Μαραμπού και όχι μόνο ένα κείμενο. Τώρα που τα χρόνια πέρασαν και ποτέ καμιά απάντηση δεν λάβαμε, ήρθε η ώρα να τα βγάλουμε από το δικό μας συρτάρι και να αφήσουμε τις λέξεις ελεύθερες. Κι ο Μαραμπού πράγματι έγραψε κάτι καλό, ένα κείμενο γεμάτο τίτλους αγαπημένων του βιβλίων.

Συρραφή

Ενάντια στη μέρα, σε ετούτη και στις υπόλοιπες, βρίσκομαι περιχαρακωμένος σ' έναν υπόγειο κόσμο, σκοτεινό και ερεβώδη, μαύρος πρίγκιπας σε μια βάρδια πάνω στο πλοίο των νεκρών, τρομακτική και εκκωφαντικά σιωπηλή, σαν το θηρίο στην ζούγκλα, σε τόπο όμως που δεν έχω ξαναδεί, μακρινό και μυστήριο, εκεί που ζουν οι τίγρεις. Αναμοχλεύω κάποιες αναμνήσεις εγωτισμού, για να περάσω την ώρα μου, ιστορίες για αραχνιασμένα κρανία που δεν πρόκειται να πω πουθενά από φόβο μην γίνουν πιστευτές.
Γεννήθηκα το 1984, ύστερα από έναν τοκετό βραδείας καύσεως, στάζοντας αίμα και μελάνη, και ο πατέρας μου έσπευσε να με εγγράψει στο βιβλίο των γεννήσεων, εκείνο το μεγάλο βιβλίο της ανησυχίας, ήμουν η πρώτη λέξη του κεφαλαίου σε εκείνο το βιβλίο που γράφουν και διαβάζουν μόνο οι γονείς. Μεγάλωσα στις παρυφές των βουνών, ετούτα τα βουνά της τρέλας ήταν ο παιχνιδότοπός μου, τριγυρίζοντας αδιάκοπα στο ένα πόδι, παίζοντας κουτσό  ολόκληρα τα πρωινά, προστατευμένος καθώς ήμουν από τις ακτίνες του ιαγουάρου ήλιου, που υποτάσσονταν αδύναμες στον θαλερό και ανυπόκριτο προστάτη μου, ήταν δροσερά και όμορφα εκεί, κάτω από το ηφαίστειο. Θυμάμαι όταν ανέβηκα πρώτη φορά στην κορυφή, σιγοτραγουδώντας τα τραγούδια της αθωότητας, ήταν καταμεσήμερο, ο ήλιος φώτιζε μέσα από το εσωτερικό του ηφαιστείου και αντικαθρεφτιζόταν πάνω στον σκονισμένο θόλο του ουρανού. Η τύφλωση ήταν στιγμιαία, ίσα ίσα για να αντικρίσω την μάσκα του κόκκινου θανάτου, διανθισμένη με πυώδεις φλύκταινες στο άθλιο προσωπείο του, πριν η εικόνα γίνει ξανά όπως ήταν πριν, μια άνοστη ντοματόσουπα  που σιγόβραζε κοχλάζοντας σε μια βρώμικη κατσαρόλα.
Σ' εκείνη την κατσαρόλα είχα πρωτοπαίξει τον μάγειρα ρίχνοντας μέσα ένα κομμάτι κρέας. Ήταν το κουτάβι που μου είχαν δωρίσει οι γονείς μου για να εξασκήσω πάνω του συναισθήματα στοργής, το είχαν ονομάσει Άλεφ, μ' αρέσει πολύ το όνομα, τους είχα πει. Το κουτάβι ήταν πολύ παράξενο. Το αριστερό του μάτι είχε χρώμα ανοιχτό πράσινο και το δεξί, στ' αλήθεια απίστευτο, ήταν μάτι γάτας! Το τρίχωμα του, σαν πολυκαιρισμένο υφαντό, σχημάτιζε γράμματα που αν τα διάβαζες με φορά από το κεφάλι προς την ουρά, έγραφε “Σου μοιάζω πολύ” και αν το γύριζες να το χαϊδέψεις στην κοιλιά, διέκρινες την ερώτηση, “εσύ;”. Επιπλέον έχεζε σε υπερβολικές ποσότητες, λες και ήταν παραγεμισμένο με σκατά. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα σκυλάκι όπως όλα τα υπόλοιπα, σε μένα όμως εμφανιζόταν διαφορετικό όπως πιθανόν και εγώ σε εκείνο, κάθε διαφορετικότητα οφείλει να υποστεί μια θυσία, δεν έμαθα όμως ποτέ αν την άξιζε. Τέλος του παιχνιδιού.
Στην αυγή του θαυμαστού νέου κόσμου άφησα εκείνα τα βουνά για τις πολυπόθητες αόρατες πόλεις, με μεγάλες προσδοκίες να ανακαλύψω σ' αυτές, λευκές νύχτες και μέρες εγκατάλειψης, αντ' αυτών συνάντησα μόνο λευκό θόρυβο και άγριους ντετέκτιβ. Περιπλανήθηκα στην χώρα των έσχατων πραγμάτων επιθυμώντας έναν αφανισμό ή μια διόρθωση ή κάτι παρόμοιο. Ώσπου ένα πρωί ξύπνησα στο σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών, με ξύπνησαν οι σειρήνες του Τιτάνα, διαπεραστικές και επίμονες (τα κορίτσια όμως,  τι παράξενο, κοιμούνταν ακόμα), και ένιωσα σαν να ήμουν κάποιος άλλος, μια μεταμόρφωση γεμάτη ασάφειες, ένα πρόσκαιρο σβήσιμο, ένιωσα σαν να μεταμορφώθηκα σε μια κατσαρίδα ή έναν χρυσό σκαραβαίο ή κάποιο άλλο παρόμοιο γλοιώδες ζωύφιο, το ξέρω σας φαίνεται γελοίο, είναι η πιο ηλίθια παρομοίωση που θα μπορούσα να επινοήσω, όμως δεν έχω άλλη καλύτερη, σας παρακαλώ προσπαθήστε να υποκριθείτε ότι πρόκειται για ό,τι πιο κοινό έχετε ακούσει.
Ένα ρίγος ήταν από τότε σφηνωμένο στην ραχοκοκκαλιά μου σαν ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Άρχιζα να πιστεύω ότι θα τα καταφέρω ό,τι και αν ήταν αυτό που πάσχιζα να πετύχω. Μου αρκούσαν ελάχιστα, πιπέρι και σπασμένες γραμμές. Σπούδασα ανατομία της μελαγχολίας και ξοδεύτηκα, ερμηνεύοντας το αλφαβητάρι του Διαβόλου. Στα όνειρά μου με επισκεπτόταν ο Θεός και με ειρωνευόταν, «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» έλεγε, δείχνοντάς με, «δε θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου!», πρώτος αυτός με εγκατέλειψε, θεϊκή αποστροφή, ανθρώπινη αποδοχή. Σκέτη Θεία κωμωδία! Στον φάρο της γνώσης, προσπαθούσα με τσακμακόπετρες να δημιουργήσω σπίθες, θνησιγενείς πυγολαμπίδες που τις καταβρόχθιζαν οι κατασκότεινες μύγες της νύχτας που εξουσίαζε κάποιος μυστηριώδης άρχοντας των μυγών.
Αγνόησα κάθε κίνδυνο και αναζήτησα την στιγμή της ελευθερίας μέσα στα λημέρια του λύκου. Έμαθα να δημιουργώ λογοτεχνία χωρίς λέξεις μέχρι που μερικοί Δουβλινέζοι πλανόδιοι πωλητές με λυπήθηκαν και μου δώρισαν ένα σακουλάκι με γράμματα˙ τα ροκάνιζα σαν καλοψημένους ηλιόσπορους, για να δω τι ήχο κάνουν και τι γεύση έχουν. Ήταν εξαιρετικά αλμυρά, σχεδόν δεν μπορούσα να τα φάω, αλλά όπως όλοι οι φτηνοφαγάδες, δεν είχα άλλη επιλογή. Τώρα που διένυσα δρόμο και γεύτηκα την ανοστιά του κόσμου, ευχαρίστως θα ξαναγευόμουν μερικά από εκείνα τα γράμματα. Όμως, οι Δουβλινέζοι πωλητές εξαφανίστηκαν αφού πλέον κανείς δεν αγόραζε από αυτούς.
Όταν όλα καταρρέουν και στην έρημη χώρα δεν απομένει παρά μόνο το μηδέν και το άπειρο, εσύ πρέπει να συμπορευτείς με το άπειρο, σίγουρα με το άπειρο. Έτσι και εγώ, ξεκίνησα να συνθέτω το άπειρο. Τι δύσκολη δουλειά! Και όμως εφικτή!! Τρόποι επιτυχίας ένα σωρό, παραμιλούν σαν δαιμονισμένοι. Άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, εκφωνούν οδηγίες από τα βάθρα του μηδενός, δείχνοντάς σου τον δρόμο προς το άπειρο και εσύ πρέπει να είσαι ή ηλίθιος ή τεμπέλης για να μην τον διανύσεις  αμέσως. Ξεκινάτε λοιπόν χωρίς εμένα, θα σας έχω προσπεράσει πριν προλάβετε να βγείτε στο πρώτο ξέφωτο!
Λεηλατεί σκέψεις και συναισθήματα – τι ωραίο πλιάτσικο! – για να τα προμηθεύσει εκ νέου, αλλόκοτα και χαλκευμένα, στην μαύρη αγορά της λογοτεχνίας. Ο θάνατος του εμποράκου θα επέλθει σύντομα, τα προϊόντα του όμως θα διακινούνται για καιρό, τριγύρω από μνήμες της φωτιάς και με έντονο άρωμα πάγου. Για να ειδικευτείς σ' αυτό το εμπόριο χρειάζεται να αναγνωρίσεις την σημασία του να είσαι σοβαρός, να λες όμορφα ψέματα ευρισκόμενος στο μέσον μιας παρακμής του ψεύδους (να καταφέρεις, με δυο λόγια, να γίνεις το σώμα του ψέματος, το οποίο θα γυμνάζεις συνεχώς με ασκήσεις ύφους) και απαραιτήτως να ξέρεις σκάκι.
Καλά όλα αυτά αλλά κάποια στιγμή οφείλεις να πεθάνεις, τελευταίο έρχεται το κοράκι, να εύχεσαι μόνο, έναν θάνατο το απομεσήμερο. Θα λένε για σένα διάφορες ιστορίες τρόμου από εκείνες που σε κάνουν να ουρλιάζεις τις νύχτες, η ζωή και οι απόψεις του..., κυρίου από σόι, θα λένε, τον ήξερα καλά αυτόν τον άνθρωπο. Εσύ όμως δε θα πολυνοιάζεσαι, θα είσαι σε ένα μέρος γεμάτο γάτες και θα βλέπεις ράθυμος την λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό. Αυτό είναι η υστεροφημία που σε ταλαιπωρούσε όταν ήσουν θνητός – τρίχες και λάμψη, ιστορία χωρίς αίσιο τέλος και τίποτα περισσότερο!
Η ώρα είναι 26:66, (πώς γίνεται αυτό;) αν δεν με πιστεύεις κοίταξε το ρολόι σου. Ώρα να πιστέψεις στις λέξεις.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Κοιτώντας τα βιβλία


Περνώ τις ώρες μου κοιτώντας αυτήν την εικόνα. 
Εικόνα γεμάτη χρωματιστές ράχες βιβλίων με γράμματα ή χωρίς. 
Πόσες λέξεις κρύβονται εκεί μέσα, πόσες στιγμές ανθρώπων που έμειναν σκυφτοί πάνω από ένα χαρτί ή μπροστά από μια οθόνη. Σαν να τους έχω όλους εδώ μπροστά μου, να παρακολουθώ τη σκέψη τους, να αγωνιώ για την επόμενη λέξη, για την επόμενη πρόταση. Για φαντάσου η στιγμή, η μικρή αυτή στιγμή, επιζεί ακόμα. Τυπώθηκε και έμεινε, νικώντας το χρόνο. Να την εδώ μπροστά μου. Συγκεντρωμένος χρόνος, στοιβαγμένος στο χαρτί, τοποθετημένος σε ξύλινα ράφια. 
Χρόνος γραφής, χρόνος ανάγνωσης.
Όλα σε αυτήν την εικόνα που δεν χορταίνω να κοιτώ, σαν να μην υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από έναν καναπέ τοποθετημένο απέναντι από μια βιβλιοθήκη. 
Τη δική μου βιβλιοθήκη.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Κάθε ημέρα είναι γιορτή της ποίησης

Σπουδή

Ζεστή σιωπή φθινοπώρου, κι η νύχτα, τα βιβλία,
θανάσιμα να μελετώ με το μυαλό μου αλλού.
Μ' έγχορδα τα ματόκλαδα παίζω σαν του καλού
πριν από μας καιρού ενδόμυχη μιά συναυλία.

Τ' αντικρινού παραθύρου κλείσανε κι άλλη γρίλια,
μνήμη από πράγματα που λες δε γίνανε ποτές.
Πρέπει κι οι λύπες να 'ναι πια καλόγνωμα δεχτές,
γιατί ένα τρέμουλο άθελα να διαπερνάει τα χείλια;

Χωρίς ν' ανοίξει η πόρτα μου μπαίνουν σκιές οι φίλοι
που χάθηκαν. Δεν τους αντέχει η μουσική. Στο φως
λόγια δικά τους ξαναηχούν. Θα 'ναι κανείς σοφός
μα γέρος πια όταν μάθει τι στους νεκρούς του οφείλει.

5 Οκτωβρίου 1949               

Από:
Πατρίκιος, Τίτος (1998). Ποιήματα Ι: 1943-1953, Αθήνα: Κέδρος

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Ρώτα τον άνεμο να σου πει για τους e-readers


Γράφει ο Μαραμπού για ανάγνωση σε e-reader κι εγώ αναρωτιέμαι τα κιντλ δεν εντελώς ξεπεράστηκαν; Δηλ. βγαίνουν νέα μοντέλα και εξελίσσονται ή έχουν μείνε στάσιμα; Όπως και να έχει ακόμη δεν με έχουν πείσει ότι αξίζουν να ξοδέψω τα χρήματα μου.

Θα σας μιλήσω για ένα αναγνωστικό μου απωθημένο. Όσοι έχουν διαβάσει Τσαρλς Μπουκόφσκι έχουν διαπιστώσει ότι, μέσα σε όλες και πάνω από όλες τις συγγραφικές του εμμονές, ξεχωρίζει και αναδεικνύει μία: τον Τζων Φάντε και κυρίως το βιβλίο του “Ρώτα τον άνεμο”. «Ο Φάντε είναι ο θεός μου» συνήθιζε να λέει. Έτσι λοιπόν, όταν συνάντησα σε e-book το βιβλιο του Φάντε, καταχάρηκα! Επιτέλους θα μάθαινα γιατί τον θεωρούσε τόσο σημαντική επιρροή. Μόλις διάβασα μερικές σελίδες, ξαναγύρισα στο εξώφυλλο για να σιγουρευτώ ότι δεν έλεγε Τσαρλς Μπουκόφσκι!!

Στο βιβλίο του Φάντε εμφανίζονται όλα τα μοτίβα που θα χρησιμοποιήσει και ο Μπουκόφσκι και καταλαβαίνω ότι αυτό το βιβλίο θα πρέπει να του μίλησε απευθείας στην καρδιά. Πρωταγωνιστής του ο Αρτούρο Μπαντίνι, ένας άβγαλτος συγγραφέας με μονάδικη “επιτυχία” την δημοσίευση του διηγήματος “Σκυλάκος που γελάει”, ο οποίος πηγαίνει στο Λος Άντζελες να βρει εμπειρίες για να μπορέσει να γράψει το ιδιοφυές αριστούργημα για το οποίο είναι προορισμένος.


[...] Μπαντίνι (σε συνέντευξη που δίνει λίγο πριν αναχωρήσει για τη Σουηδία):


«Η συμβουλή μου σε όλους τους νέους συγγραφείς είναι τελείως απλή και βάλτε τη στην καρδιά σας. Μην αποφεύγετε ποτέ μια καινουρια εμπειρία. Τη ζωή πρέπει να τη ζει κανείς όπως έρχεται, παλέψτε θαρραλέα, χτυπήστε τη γροθιά στο μαχαίρι».

Δημοσιογράφος: «Κύριε Μπαντίνι, πώς είχατε την ιδέα γι' αυτό το βιβλίο, που σας απέφερε το βραβείο Νόμπελ;»
Μπαντίνι: «Το βιβλίο στηρίζεται σ' ένα αληθινό γεγονός που έζησα κάποια νύχτα στο Λος Άντζελες. Κάθε λέξη την έχω ζήσει, την έχω βιώσει».
Εκεί θα συναντήσει μια μεξικάνα σερβιτόρα, την Καμίγια Λόπες,  την πριγκίπισσα των Μάγια, με την οποία θα αναπτύξει μια σχέση αγάπης μίσους που θα διατηρηθεί αμείωτη καθ' ολη τη διάρκεια του βιβλίου. Με απλή γλώσσα και ακόμα πιο απλή πλοκή, ο Φάντε γράφει ένα βιβλίο τρυφερό και αστείο που σε πλημμυρίζει με την αθωότητα και την ειλικρίνειά του, τόσο που στο τέλος θα νιώθεις ότι διάβασες ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Και αλήθεια, αυτό ακριβώς έκανες!

Η έντυπη μορφή του βιβλίου είναι δυσεύρετη – μακάρι να εκδοθεί ξανά και μαζί και τα υπόλοιπα βιβλία του Φάντε – γι' αυτό αναζητήστε την σε ηλεκτρονική μορφή. Αυτό έκανα και εγώ, ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα στο kindle. Και μιας και η τρέχουσα εβδομάδα είναι η διεθνής εβδομάδα “Διάβασε ένα e-book” ας πω δυο λόγια για την εμπειρία. Ναι, δεν μυρίζει σαν το βιβλίο αλλά αυτό είναι πολύ σαθρό επιχείρημα για να αγνοούμε επιδεικτικά τη νέα μορφή ανάγνωσης. Ανάμεσα σε μία ξύλινη και μοσχοβολιστή σκακιέρα και σε μία δισδιάστατη απεικόνιση της στην οθόνη του υπολογιστή, τι θα επιλέξω; Θα επιλέξω την ουσία και η ουσία είναι να απολαύσω το παιχνίδι! Το ένα μέσο δεν εξολοθρεύει το άλλο, λειτουργούν συμπληρωματικά. Οι e-readers είναι θαυμάσια εργαλεία, σε βοηθούν να διαβάζεις πιο γρήγορα, πιο ξεκούραστα και πιο οργανωμένα. Ανατρέχεις μεμιάς σε όλες τις σημειώσεις του βιβλίου, γράφεις σχόλια, συμβουλεύεσαι λεξικά, κουβαλάς 200 βιβλία μαζί. Το μόνο αρνητικό στους e-readers είναι που δεν μπορείς να ενεργοποιήσεις την υπέροχη εκείνη αίσθηση, την μνήμη της παλάμης: όταν διάβαζες ένα τέλειο απόσπασμα τυχαία και ένιωθες ένα γαργάλισμα στην δεξιά παλάμη που κρατούσε 50 σελίδες και ένα στην αριστερή που κρατούσε 450! Αν έχετε αντιρρήσεις για την χρησιμότητα των e-readers, τότε γράψτε μου μια οργισμένη επιστολή παραπόνων, γιατί κακά τα ψέματα, μπροστά στα “ψυχρά” σχόλια ενός μπλογκ, το μυρωδάτο επιστολικό χαρτί και η υγρή μελάνη πάνω του, έχουν άλλη γοητεία!!

Όπως και να 'χει και σε οποιαδήποτε μορφή, προσπαθήστε να διαβάσετε το βιβλίο. Αλλιώς, αρκεστείτε στην υπέροχη κινηματογραφική απόδοσή του.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Βιβλιοθήκες...


Αναζητώντας πληροφορίες αναφορικά με βιβλιοθήκες στην Ελλάδα έπεσα πάνω σε μερικά μπλογκς βιβλιοθηκών που αναρτούν εκδηλώσεις και πληροφορίες για τις υπηρεσίες που παρέχουν. Με εξέπληξε το πόσο καλή δουλειά γίνεται σε ορισμένα μέρη, τα οποία είναι περισσότερα από όσα μπορώ να φανταστώ. Αλήθεια τι είναι αυτό που κάνει μια βιβλιοθήκη να είναι πετυχημένη, να τη βλέπουμε και να λέμε να μια αξιόλογη βιβλιοθήκη; Εξαρτάται βέβαια από το είδος τις βιβλιοθήκης και το σκοπό λειτουργία της. Σίγουρα όμως πρέπει να έχει εξειδικευμένο προσωπικό, κατάλληλο κτίριο, μια αξιόλογη και σωστά οργανωμένη συλλογή, να είναι τεχνολογικά εκσυγχρονισμένη, να μην σταματά να κάνει ανοίγματα στην τοπική αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία και να παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός που θα προσφέρει πληροφορία. Ακόμη πιο σίγουρα, οι βιβλιοθήκες δεν είναι αποθήκες βιβλίων, γιατί δυστυχώς πολλοί αυτό πιστεύουν ότι είναι...

Το καλό είναι ότι υπάρχουν μερικές αξιολογότατες βιβλιοθήκες σε αυτή τη χώρα. Πρώτα πρώτα είναι οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, ευτυχώς πολλοί είναι αυτοί που αντιλήφθηκαν ότι ένα σοβαρό ακαδημαϊκό ίδρυμα με ποιότητα σπουδών δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια σωστά οργανωμένη βιβλιοθήκη απαραίτητο εργαλείο έρευνας για ακαδημαϊκό προσωπικό και φοιτητές. Θα έλεγα ότι η βιβλιοθήκη αντικατοπτρίζει την ποιότητα ενός ιδρύματος. Υπάρχουν βέβαια και αρκετές πολύ καλές ειδικές βιβλιοθήκες αλλά αυτές απευθύνονται σε ένα πολύ εξειδικευμένο κοινό και πολλές φορές είναι ιδιωτικές.

Κι από την άλλη υπάρχουν οι δημόσιες/ δημοτικές βιβλιοθήκες που είναι για όλους, από τα πολύ μικρά παιδιά μέχρι τους συνταξιούχους. Όποιος λίγο ασχολείται με τις βιβλιοθήκες θα έχει ακούσει τη βιβλιοθήκη της Βέροιας, μα βέβαια εκεί γίνονται φοβερά πράγματα, εξωπραγματικά γι' αυτή τη χώρα, φαντάζει περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική βιβλιοθήκη. Τυχεροί οι κάτοικοι αυτής της πόλης, τυχεροί όσοι εργάζονται εκεί. Μα τραβάει όλα τα φώτα της δημοσιότητας κι ενώ υπάρχουν κι άλλες δημόσιες βιβλιοθήκες που κάνουν δουλειά δεν ακούγονται τόσο κι ας μην παρέχουν τις φοβερές υπηρεσίες της βιβλιοθήκης αυτής, έχουν ανθρώπους με όρεξη που προσπαθούν χωρίς να έχουν κερδίσει κάποιο χρηματικό βραβείο. Είναι γνωστό πώς όλες οι λαϊκές βιβλιοθήκες υποχρηματοδοτούνται καθώς του υπουργείο παιδείας προσπαθεί να εξοικονομήσει χρήματα από παντού, το ίδιο και οι δήμοι, οι βιβλιοθήκες φαντάζουν πολυτέλεια (δυστυχώς) σε αυτά τα χρόνια της κρίσης που φαίνεται να μην έχουν τέλος. Πώς όμως σε κάποια μέρη της Ελλάδας κάποιες δημόσιες/ δημοτικές βιβλιοθήκες λειτουργούν τόσο καλά; Για όλα ευθύνεται κάποιος πεφωτισμένος διευθυντής ή κάποιος δήμαρχος που έλαβε υπόψη του την αναγκαιότητα και τα οφέλη της λειτουργίας μιας βιβλιοθήκης; Κάποιος που στα χρόνια της αφθονίας σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί σωστά τους οικονομικούς πόρους και μέσω της τότε σωστής οργάνωσης συνεχίζεται το έργο ακόμη και σήμερα; Όλα εξαρτώνται από ένα άτομα ή από μια μικρή ομάδα ατόμων σε μια χώρα δίχως πολιτική; 

Επίσης, υπάρχουν οι σχολικές βιβλιοθήκες που δυστυχώς ποτέ δεν κατάφεραν να υπάρξουν. Και οι σχολικές βιβλιοθήκες είναι ένα καλό παράδειγμα προς αποφυγή. Τα είχαν όλα, είχαν κτίριο αφού χρησιμοποιούσαν τους σχολικούς χώρους που σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν νεόκτιστα κτίρια, ξεκίνησαν τη λειτουργία τους έχοντας μια σύγχρονη ολοκαίνουρια συλλογή, εμπλουτίστηκαν με τον κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό, αλλά δεν απέκτησαν ποτέ προσωπικό. 

Όλες αυτές οι σκέψεις ήρθαν με αφορμή το μπλογκ της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κερατσινίου-Δραπετσώνας με τις εκατοντάδες αναρτήσεις από τις εκδηλώσεις τους. Ο δήμος αυτός διαθέτει όχι μία αλλά τρεις βιβλιοθήκες που καλύπτουν τις πληροφοριακές ανάγκες της πόλης, απασχολεί οχτώ μόνιμους υπαλλήλους, εκ των οποίων οι επτά είναι βιβλιοθηκονόμοι. Πολλά εύγε για τον δήμο, τις βιβλιοθήκες και τους ανθρώπους του. Αλλά και για τις υπόλοιπες βιβλιοθήκες αυτής της χώρας (και τα αρχεία βεβαίως βεβαίως) που τα καταφέρνουν με όποιο μέσο μπορούν και κάνουν όλους εμάς να συνεχίζουμε να ελπίζουμε.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Κερδίζω και χαρίζω


Χαίρομαι σαν μικρό παιδί όταν κερδίζω σε βιβλιοδιαγωνισμούς. Παίζω φανατικά σε όλους με μόνο στόχο να μου φέρει ο ταχυδρόμος έναν κίτρινο φάκελο που θα περιέχει ένα βιβλίο. Σαν να ξεκινάει καλύτερα η ημέρα όταν στην είσοδο της πολυκατοικίας με περιμένει ένα βιβλιοδώρο. Πρόσφατα κέρδισα από τις @selides2015 και τον ολόφρεσκο εκδοτικό οίκο Χάρτινη Πόλη ένα βιβλίο για πολύ μικρά παιδιά με τον γλυκό τίτλο «Ένα χασμουρητό για καληνύχτα». Την επόμενη μέρα το είχα στα χέρια μου, το ξεφύλλιζα και χάζευα την υπέροχη εικονογράφηση. Όσο γλυκός είναι ο τίτλος και το εξώφυλλο, τόσο είναι και το εσωτερικό του βιβλίου. Όπως όλα τα μικρά ζωάκια του πλανήτη ετοιμάζονται για ύπνο καθώς πέφτει η νύχτα, έτσι κι αυτό το βιβλίο προετοιμάζει το μωρό σας να βρεθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, με την υπογραφή πιστοποιημένης σύμβουλου ύπνου για παιδιά, εξ Αμερικής βεβαίως βεβαίως. 

Καθώς το βιβλίο είναι για πολύ πιο μικρά παιδιά από εμένα, σκέφτηκα να το δωρίσω στη βιβλιοθήκη για να κοιμηθούν καθώς τους το διαβάζουν όσο πιο πολλά παιδιά γίνεται! Κι έτσι μπήκε στα ράφια του παιδικού τμήματος και περιμένει τους γονείς των μικρών αναγνωστών μας.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Τα διαμάντια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας



Ισίδωρος Ζούργος. Άλλος ένας άξιος συγγραφέας της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένας από αυτούς τους λίγους. Εξαιρετική πένα, ωραίες λέξεις, υποθέσεις που περιλαμβάνουν ιστορικά στοιχεία. Καταλαβαίνω αυτούς που αναζητούν Έλληνες συγγραφείς και προτιμούν να διαβάζουν μόνο ελληνική λογοτεχνία. Είναι πιο ξεκούραστη η ανάγνωση. Ελληνικά ονόματα, ελληνικά μέρη, γνώριμα ήθη και έθιμα και σίγουρα δεν χάθηκε τίποτα στη μετάφραση. Η καλή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία όμως δεν περιλαμβάνει παρά μόνο μερικές δεκάδες ονομάτων Αλεξάκης, Ζατέλη, Καλλιφατίδης, Μακριδάκης, Μήτσορα βάζω και Καρυστιάνη και αρκετοί βέβαια που δεν είναι εν ζωή. Αλλά μέσα σε αυτούς είναι σίγουρα και ο Ζούργος. Διαβάζω στο βιογραφικό στο αφτί του βιβλίου ότι ο συγγραφέας εργάζεται ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τυχεροί οι μαθητές, σίγουρα θα έχουν την τύχη να ακούνε ωραίες ιστορίες και να μαθαίνουν λογο-τεχνία.

Ξεκίνησα να διαβάζω τα έργα του από έναν τίτλο που δεν έκανε την επιτυχία των υπολοίπων βιβλίων κι αν αυτό δεν είναι από τα καλύτερά του, τότε μένω να φαντάζομαι τις λέξεις των υπολοίπων.  Τα "Αποσπάσματα από το βιβλίο του ωκεανού" εκδόθηκαν το 2000 κι είναι παραμύθια μέσα στο παραμύθι με γύρω γύρω θάλασσα. Σε μια παρέα αγνώστων κάποιος ξεκινά να αφηγείται μια ιστορία, την ιστορία ενός καραβιού κι ενός παραμυθά. Το ιστιοφόρο "Αλεξάνδρεια" το έτος 1899 ταξίδευε από την Σύρο στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσα σε επιβάτες και πλήρωμα ταξίδευε κι ένας γέρος παραμυθάς που κατά τη διάρκεια του πολύμηνου δύσκολου ταξιδιού ξεκούραζε τους ανθρώπους του καραβιού μέσω των ιστοριών του. Αφήγηση στην αφήγηση.

Γεμάτο παραμύθια, ίσως και εμπνευσμένα από τη λαϊκή μας παράδοση, είναι το βιβλίο αυτό. Άλλα μου κίνησαν περισσότερο το ενδιαφέρον άλλα τα προσπέρασα. Ζωντάνεψαν μέσα από τις  σελίδες ιστορίες με δράκους, νάνους, θεούς και μοίρες.
Διαβάζοντας την ιστορία της Αρετής που ζούσε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη σημείωσα μια παράγραφο, μερικές λέξεις της παλιάς Ιστορίας που επαναλαμβάνονται σήμερα και θέλησα να τις αντιγράψω εδώ:

"Φύγαμε απ' την Κρήτη ένα βράδυ με βάρκες, μ' άλλους πρόσφυγες πολλούς. Κοντέψαμε να σκυλοπνιγούμε, ο άνεμος μετά από μέρες μας έβγαλε στην Ελλάδα. Τραβήξαμε για τη Σύρα ψάχνοντας κάποιους παλιούς συγγενείς του άντρα μου, αλλά είχαν πεθάνει. Τραβηχτήκαμε καιρό, μετά βρήκαμε τον πατέρα της Αργυρώς, δόξα σοι ο Θεός , μεγάλη χάρη Του! Χιώτης ήταν, είχε έρθει μικρό παιδί στην καταστροφή, ήξερε από πείνα και προσφυγιά."

Πώς γίνεται να ξεχνά ο άνθρωπος την τόσο πρόσφατη ιστορία του.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Το θανάσιμο αμάρτημα της γενίκευσης

Έχω την ανάγκη να απολογηθώ στους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου που λόγω ανωτέρας βίας και επιθυμίας του συντάκτη αναγκάστηκα να αποσύρω την ανάρτηση "Βιβλίο... τι;" και μαζί με αυτήν τα εύστοχα σχόλια και κυρίως αυτό του e-scriptorum που ανέφερε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ανικανότητα των ΓΑΚ να πραγματοποιήσουν τις προσλήψεις των επιτυχόντων των πεντάμηνων προγραμμάτων της κοινωφελούς εργασίας. Θα ήθελα να παροτρύνω την ομάδα e-scriptorum για την σύνταξη μιας σχετικής ανάρτησης και την παρουσίαση όσων έπεσαν στην αντίληψή τους. Φυσικά τέτοια προβλήματα δεν παρουσιάστηκαν μόνο σε ΓΑΚ και Βιβλιοθήκες αλλά και σε άλλες υπηρεσίες αντικατοπτρίζοντας τον καλό σχεδιασμό των προγραμμάτων και την ουσιαστική σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει η πολιτεία τους χιλιάδες ανέργους. 


Ακολουθεί η νέα ανάρτηση του Μαραμπού.

Τις προάλλες, συζητούσα με μια φίλη, η οποία ήταν αγχωμένη  επειδή έπρεπε να διεκπεραιώσει μια αρκετά σημαντική και δύσκολη υπόθεση σε δημόσια υπηρεσία. Ήταν απελπισμένη για τις ώρες αναμονής που θα σπαταλούσε και πεπεισμένη ότι  άκρη δεν θα έβρισκε. Όταν την ρώτησα τι έγινε τελικά με την υπόθεσή της, μου είπε ότι την ενημέρωσαν από την υπηρεσία ότι δεν χρειαζόταν να περιμένει και μόλις είχαν έτοιμα τα στοιχεία που ζητούσε, θα τα έστελναν μέσω μέηλ. Αρνητική στην επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος, ήδη σκεφτόταν τις επόμενες επισκέψεις που θα αναγκαζόταν να κάνει στην δημόσια υπηρεσία. Το ίδιο βράδυ κιόλας, έλαβε μέηλ από την υπηρεσία με όλα τα στοιχεία που ήθελε! Ομολογουμένως, μείναμε έκπληκτοι και οι δύο. Πολλές φορές παρασυρόμαστε από τις πεποιθήσεις μας (και η λειτουργία του δημοσίου έχει δώσει πάμπολλες αφορμές μέσα στα χρόνια) και καταλήγουμε να περιμένουμε την απογοήτευση και να εκπλησσόμαστε με την όποια επιτυχία. Ενώ, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.

Με αφορμή αυτό, θυμήθηκα την ανάρτηση που είχα κάνει στο παρόν ιστολόγιο όταν είχα πιάσει δουλειά με πεντάμηνη σύμβαση στα ΓΑΚ. Τη ξαναδιάβασα προσπαθώντας να ξεδιαλύνω αν ό,τι έγραφα ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματικότητα και κατά πόσο μέτρησε η συναισθηματική πίεση και η απογοήτευση κάποιου που έπιασε δουλειά για μόλις 5 μήνες σε μια υπηρεσία που, ενδεχομένως να αποτελεί μια υπεράριθμη μονάδα και όπου πιθανότατα οι συνάδελφοί του να τον θεωρούσαν χάσιμο χρόνο αφού σε λίγους μήνες θα ήταν εκτός υπηρεσίας. Αυτή η αίσθηση ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι τα πεντάμηνα προγράμματα του ΟΑΕΔ διοχετεύουν εργαζομένους σε υπηρεσίες που (στις περισσότερες των περιπτώσεων) δεν είναι ενήμερες για την άφιξή τους! Έτσι, παρά την εγκαρδιότητα των υπαλλήλων της υπηρεσίας, ο νέος εργαζόμενος αισθάνεται τον εαυτό του ως μια “παρείσακτη” παρουσία και αυτό είναι πολύ ψυχοφθόρο. Ίσως αυτή η πτυχή των επιδοτούμενων προγραμμάτων εργασίας θα έπρεπε να συζητηθεί όσο και οι άλλες δυσάρεστες πτυχές (λίγος χρόνος εργασίας, ακόμα πιο λίγα λεφτά κ.α.).


Η δουλειά στα αρχεία έχει άλλους χρόνους που μέσα στη βιασύνη μου δεν εκτίμησα σωστά. Είναι μια χαμηλόφωνη εργασία αλλά με πολύ κόπο και εξειδίκευση. Σχετικά με την επιλογή των γραπτών που πρέπει να δεχτούμε ή να απορρίψουμε, πόσο εύκολο είναι να πάρεις μια τέτοια απόφαση, να είσαι σίγουρος ότι είναι σωστή και να δεχτείς την απογοήτευση και την οργή αυτού που τα προσφέρει; Εν ολίγοις, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η συσσωρευμένη πίκρα της μακροχρόνιας ανεργίας σε συνδυασμό με την ορατή πιθανότητα να μην βρω ποτέ δουλειά ως βιβλιοθηκονόμος με έριξαν στο αμάρτημα της άνευ όρων γενίκευσης δοσμένης με πολλή ειρωνεία, την οποία έχοντας πλέον περισσότερη εμπειρία, θεωρώ ότι οι συνάδελφοί μου δεν αξίζουν. Γι’αυτό και για πρώτη φορά (και ελπίζω τελευταία) ζήτησα από την διαχειρίστρια να αποσύρει την προηγούμενη ανάρτηση.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Τα πολυδιαβασμένα


Το παιδικό τμήμα. Ο εφιάλτης και η χαρά μου. Εφιάλτης γιατί δυσκολεύομαι να βρω τρόπους ταξιθέτησης που να βολεύουν εργαζόμενους, γονείς αλλά και τους μικρούς αναγνώστες. Εφιάλτης γιατί αρκεί μόνο μία επίσκεψη σχολείου για να θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Μα περισσότερο από όλα είναι χαρά γιατί εκεί γεννιούνται οι νέοι αναγνώστες. Από εκεί ξεκινάς αν θες να κάνεις το βιβλίο αγαπητό, αν θες να κάνεις τη βιβλιοθήκη ανάγκη και την ανάγνωση ευχαρίστηση. Τα μικρά παιδιά είναι πάντα η ελπίδα.

Τα βιβλία είναι λιγότερα από όσα θα ήθελα, πάντα θα είναι λιγότερα.
Το βλέμμα μου τραβά εκείνα τα πιο ταλαιπωρημένα, εκείνα που με κάνουν να πιστεύω ότι έχει νόημα η όλη προσπάθεια. Δεν με ενοχλεί που είναι πολυδιαβασμένα, έτσι θα έπρεπε να είναι όλα, με ενοχλεί που δεν μπορώ να τα αντικαταστήσω. Αντ' αυτού, σκαρφιζόμαστε διάφορα τεχνάσματα για να συνεχίσουν να αλλάζουν χέρια, να διαβάζονται και να αγαπιούνται. Να αποσυρθούν μόνο όταν οι σελίδες θα έχουν σκορπίσει  στο δρόμο  προς και από τη βιβλιοθήκη.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς αυτός ο αντικειμενικά αξιαγάπητος και πολυβραβευμένος παραμυθάς μας, έχει φυσικά την τιμητική του. Τα αντίτυπα των βιβλίων του που διαθέτει η βιβλιοθήκη πρέπει να έχουν διαβαστεί πάνω από χίλιες φορές. Κι όσοι τα διάβασαν είμαι σίγουρη πως έψαξαν στα βιβλιοπωλεία να βρουν και τα υπόλοιπα. Είμαι σίγουρη πως δεν αρκέστηκαν στην μία ανάγνωση ενός δανεικού βιβλίου. Σίγουρα οι γονείς υπέκυψαν στο παραπονιάρικο "θέλω κι άλλο" και συνέχισαν τις βιβιλιοαναζητήσεις.

Μα αν δεν είναι αυτός ο ρόλος της βιβλιοθήκης τότε ποιος είναι; 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Να ένας συγγραφέας


Καλό λογοτεχνικό βιβλίο για εμένα είναι εκείνο το βιβλίο που:
όταν το διαβάζω οι λέξεις του γραπώνουν τη φαντασία μου με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να μου αποσπάσει την προσοχή,
έχει όμορφες λέξεις, προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν στίχος,
έχει λέξεις διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιώ στην καθημερινότητα μου,
όταν σταματάω την ανάγνωση πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται την ιστορία του,
ανυπομονώ να τελειώσω ό, τι κάνω για να αφεθώ στις λέξεις του,
όταν το ξαναπιάνω στα χέρια μου δεν έχω ξεχάσει τίποτα από τις προηγούμενες σελίδες,
έχει μια δόση αλήθειας πίσω από το μύθο,
μου μαθαίνει κάτι καινούριο,
μένει στη μνήμη.
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο πιο δύσκολα βρίσκω ένα βιβλίο που περιέχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όταν όμως το βρίσκω το εκτιμώ περισσότερο. Δεν ξέρω αν φταίω εγώ που δεν συγκεντρώνομαι πια τόσο εύκολα ή ο συγγραφέας που δεν με βοηθά να συγκεντρωθώ.

Αφορμή όλων αυτών των σκέψεων είναι "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Γιάννη Μακριδάκη που εκδόθηκε το 2009. Είχα ακούσει/ διαβάσει καλά λόγια για τον συγγραφέα που ζει στη Χίο οργώνοντας τον κήπο του και γεμίζοντας λευκές κόλλες χαρτί, άλλωστε διαβάζω τις λέξεις που αφήνει στο μπλογκ του. Ανυπομονούσα να διαβάσω κάποιο από τα βιβλία του και έτυχε να ξεκινήσω με τον εν λόγω τίτλο. Από τις πρώτες λέξεις της ολιγοσέλιδης νουβέλας κατάλαβα ότι ξεκινώ ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ειδικά αν κάποιος έχει ζήσει τη ζωή σε ένα μοναστήρι θα καταλάβει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. 
Η ιστορία περιγράφει τις σκέψεις ενός πραγματικού καλόγερου που ζει αποκομμένος από τον κόσμο, με στερήσεις, νηστεία, προσευχή και διακονήματα. Ενδιαφέρεται ελάχιστα για ό,τι συμβαίνει στα εσωτερικά της εκκλησίας και για τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι και αυτή η μοναξιά που προστέθηκε στη ζωή του στο μοναστήρι που δεν αντέχεται, να μη νιώθεις μια ανάσα δίπλα σου. Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου φαίνεται να μην τον απασχολεί ιδιαίτερα καθώς το γεγονός αυτό τον βρίσκει να γιατροπορεύει την εγκυμονούσα σκυλίτσα του, η Σίσσυ, τη μόνη συντροφιά του στο έρημο παραθαλάσσιο μοναστήρι του ακριτικού νησιού. Ο θάνατός της αλλά και η προσπάθεια να κρατήσει στη ζωή τα κουτάβια που άφησε πίσω της λίγο πριν ξεψυχήσει γίνονται η μοναδική έγνοια του. Αυτή η μοναδική έγνοια του ήρωα γίνεται συνάμα και η μόνη έγνοια του αναγνώστη. Κι όταν ένας συγγραφέας καταφέρνει να αφαιρέσει όλες τις δικές σου έγνοιες να τις κάνει ασήμαντες και να σε παρασύρει μέσω της ανάγνωσης των λέξεων στο δράμα της φαντασίας του, τότε αυτός σίγουρα είναι ένα καλός συγγραφέας και νιώθεις καλά στην ιδέα ότι υπάρχει και γράφει τέτοιες ιστορίες.
Εξαιρετικό βιβλίο και είμαι σίγουρη ότι και τα υπόλοιπα που έχει εκδώσει θα είναι αντάξια του.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Λατρεύω τα παραμύθια!


"Όλη η ομορφιά του κόσμου κλείνεται μέσα σε τούτο εδώ το μυθιστόρημα, αυτό το λογοτεχνικό κόσμημα, που ξεχειλίζει από περιπέτειες, από όνειρα που βγαίνουν αληθινά κι από μια λαχτάρα που πηγάζει από την αγάπη. Μια αλληγορία για την ζωή, γραμμένη με μαεστρία... στο πνεύμα βιβλίων που έχουν γίνει κλασικά. Μια ιστορία που ξεχειλίζει από αγνότητα και θα μιλήσει στην καρδιά όλων των αναγνωστών".

Είναι ίσως η πρώτη φορά που τα κολακευτικά λόγια στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου με βρίσκουν τόσο σύμφωνη. "Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει" είναι από εκείνα τα βιβλία που αγαπώ να διαβάζω, τα αλληγορικά παραμύθια ενηλίκων (μπορεί κάλλιστα βέβαια να διαβαστεί και από ανήλικους) που σε γεμίζουν συναισθήματα. Τα καλά λογοτεχνικά βιβλία που κρύβουν νόημα πίσω από τις λέξεις. Ο τίτλος του εξαρχής με παρέπεμψε στα αγαπημένα βιβλία του Σεπούλβεδα ("Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σε ένα γλάρο να πετάει" και όλα τα υπόλοιπα του) και πράγματι διαβάζοντάς το πήρα ακριβώς αυτό που ήθελα και περίμενα.
Το πρώτο βιβλίο της Κορεάτισσας Hwang Sun-mi γνώρισε, δικαίως, μεγάλη απήχηση στη Νότια Κορέα καθώς έγινε ένα διαχρονικό best seller, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε ταινία κινουμένων σχεδίων, έγινε επίσης θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Η απήχηση του δεν σταματάει στη χώρα της συγγραφέως καθώς έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 12 γλώσσες. Στα ελληνικά μας το έφερε ο επιτυχημένος εκδοτικός οίκος Διόπτρα (ιδιαίτερα μετά την έκδοση των best seller της Hislop). Αισθάνομαι τυχερή που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που αναζητούν λογοτεχνικά διαμαντάκια σε ξένες γλώσσες, από άγνωστες χώρες, τα μεταφράζουν στα ελληνικά και μας τα προσφέρουν να τα γνωρίσουμε. 
Η επιτυχία του βιβλίου δεν είναι τυχαία καθώς η ιστορία της κότας που ήθελε να πετάξει κρύβει μέσα της όνειρα που στο τέλος εκπληρώνονται, αναφέρεται στη δύναμη της θέλησης που μπορεί να νικήσει και να επιβιώσει από τον μεγαλύτερο εχθρό. Ακόμη, έννοιες όπως ελευθερία, διαφορετικότητα, ικανοποίηση, αυτοθυσία, μητρότητα/ πατρότητα, γήρας κι άλλες πολλές φανερώνονται στον αναγνώστη καθώς η ιστορία ξετυλίγεται. Όλα αυτά μέσω των ζώων μιας φάρμας που αναμεσά τους ζούσε μια διαφορετική κότα, η Μπουμπουκίτσα, που δεν της άρεσε να ζει φυλακισμένη δίνοντας τα αβγά της στον αγρότη. Είχε όνειρο να ζήσει ελεύθερη στην αυλή, να κλωσήσει ένα αβγό και να μεγαλώσει το κοτοπουλάκι της. Το πείσμα της και η όρεξη της για ζωή τη βοηθούν να καταφέρει να ελευθερωθεί και να επιβιώσει. Βέβαια τα πράγματα έξω από την ασφάλεια του κλουβιού δεν είναι και τόσο ρόδινα. Όμως το όνειρό της εκπληρώνεται κι είναι αρκετό αυτό για να νιώσει πληρότητα κι ευτυχία.
Ένα εξαιρετικό, ευκολοδιάβαστο, απολαυστικότατο βιβλίο γραμμένο για να μπει στο ράφι με την κλασική λογοτεχνία. Θεωρώ πως είναι μια πολύ καλή βιβλιοπρόταση δώρου ακόμη και για κάποιον που διαβάζει σπάνια. Εμένα μου το έκανε δώρο κάποιος δωρητής της βιβλιοθήκης. Το είχαν καταχωνιάσει στην εφηβική λογοτεχνία, το ξετρύπωσα κι αμέσως το δανείστηκα καθώς από καιρό ήθελα να το διαβάσω και επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία. 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Παιδικό βιβλίο για βιβλία



Τακτοποιώντας τα ράφια της βιβλιοθήκης ανακάλυψα ένα ακόμη βιβλίο για βιβλία, παιδικό. Πόσο καιρό έχει να πέσει στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι της αγαπημένης αυτής κατηγορίας. Πόσο καιρό έχει να μπει στο μπλογκ ανάρτηση για ένα βιβλιοβιβλίο! Σπεύδω να διορθώσω!
Αν και δεν μου αρέσει (και φυσικά δεν είναι ορθό)  να ταξιθετώ τα βιβλία ανάλογα  με τη σειρά στην οποία ανήκουν, έκανα μερικές εξαιρέσεις στα παιδικά βιβλία για κάποιες σειρές του Καστανιώτη και του Πατάκη, στις οποίες υπάρχει μεγάλη ποικιλία και είναι σειρές αρκετά δημοφιλείς οπότε έχουν το αναγνωστικό τους κοινό. Φτιάχνοντας, λοιπόν, την αλφαβητική σειρά έπεσε το μάτι μου σε έναν τίτλο με τις λέξεις βιβλιοπώλης και βιβλία. Αμέσως τράβηξα το βιβλίο από το ράφι για να χαζέψω το εξώφυλλο και την υπόθεση.
Πρόκειται για το βιβλίο με τίτλο "Η Γιέτε, ο βιβλιοπώλης και τα βιβλία" του Γερμανού Peter Hartling που εκδόθηκε στα ελληνικά το μακρινό 1998 από τον Καστανιώτη που το ενέταξε στη σειρά Νεανική Βιβλιοθήκη.
Η Γιέτε είναι ένα 12χρονο κορίτσι λίγο μελαγχολικό, καθώς μόλις έχουν χωρίσει οι γονείς της και προσπαθεί να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, που της αρέσει να ονειροπολεί και να αφήνει τη φαντασία της να την οδηγεί σε νέα μονοπάτια. Τυχαία μια ημέρα μπαίνει στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της και γνωρίζει το γέρο βιβλιοπώλη που αγαπά τη δουλειά του, τα βιβλία, και προσπαθεί να μυήσει και τη μικρή Γιέτε στο μαγικό κόσμο των βιβλίων. Της αφηγείται την ιστορία του Τομ Σόγιερ και άλλων αγαπημένων ηρώων. Η Γιέτε που νιώθει τον τελευταίο καιρό λίγο παραμελημένη από τη μητέρα της, μαγεύεται από τις ξεχωριστές αφηγήσεις του βιβλιοπώλη και της αρέσει  να περνάει τις ώρες της μαζί του. Αυτό όμως παρεξηγείται από τους κάτοικους της γειτονιάς κι έτσι μια κυρία από την υπηρεσία ανηλίκων δεν αργεί να την επισκεφθεί για να διαλευκάνει την υπόθεση.
Το βιβλίο μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Σαφώς πρόκειται για ένα  βιβλίο για βιβλία που μου αρέσει να διαβάζω και απολαμβάνω τις βιβλιοφιλικές αναφορές τους αλλά από την άλλη ο συγγραφέας δεν κατάφερε να με κερδίσει με τον τρόπο γραφής του. Κι αν δεν κατάφερε εμένα, έμπειρη αναγνώστρια, μπορεί να καταφέρει ένα μικρό παιδί; Ο κύριος λόγος ήταν ότι ο συγγραφέας δεν είχε τον ειρμό που χρειάζεται για να απορροφηθεί ο αναγνώστης καθώς άλλαζε καταστάσεις και χρονικές περιόδους από τη μία πρόταση στην άλλη. Όμως για τους συλλέκτες των βιβλίων για βιβλίων, όπως εγώ, είναι ένα ακόμη βιβλίο που πρέπει να ενταχθεί στη συλλογή με τις όποιες ιδιαιτερότητες του! 

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Δημόσιες Βιβλιοθήκες

Thomas Hawk, And Here I Am.  Πηγή: https://www.flickr.com/photos/thomashawk/
(Seattle Central Libray)

Η καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση ενός βιβλιοθηκονόμου, για εμένα. Εξυπηρετούν όλο το αναγνωστικό κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας, επαγγέλματος, φύλου, οικονομικής κατάστασης. Δημιουργούν και εμπνέουν αναγνώστες. Η λογοτεχνία έχει την τιμητική της, το ίδιο και οι κουβέντες γι' αυτήν. Κάθε πόλη πρέπει να έχει τη βιβλιοθήκη της, ανοιχτή σε όλους, γιατί όλοι έχουν το δικαίωμα στην ανάγνωση. Είναι χαρά και διασκέδαση να δουλεύεις σε μια βιβλιοθήκη που ανήκει σε όλους. Εξυπηρετείς κάποιον από πραγματικό ενδιαφέρον και γιατί πιστεύεις στο βιβλίο, στην ανάγνωση και στη δύναμή του κι όχι για να κάνεις πωλήσεις με σκοπό το κέρδος ενός κάποιου επιχειρηματία. Ευτυχία; σχεδόν, γιατί ζούμε στην Ελλάδα.

Οι ελληνικές Δημόσιες Βιβλιοθήκες σε αριθμούς, εν έτει 2016 (σύμφωνα με τα στοιχεία του Συλλόγου Υπαλλήλων Δημοσίων Βιβλιοθηκών όπως αυτά αναφέρθηκαν σε έγγραφο που στάλθηκε στους αρμοδίους του Υπουργείου Παιδείας):
  • 45 Δημόσιες Βιβλιοθήκες
  • 126 εργαζόμενοι
  • 8 βιβλιοθήκες δεν έχουν καθόλου προσωπικό (επιβιώνουν υπολειτουργώντας με αποσπάσεις εκπαιδευτικών που δεν έχουν καμία ιδέα πώς λειτουργεί μία βιβλιοθήκη) και 2 έχουν μόνο προσωπικό καθαριότητας
  • 20 δεν έχουν βιβλιοθηκονόμο
  • 23 δεν έχουν διοικητικό υπάλληλο
  • καμία δεν έχει πληροφορικό
  • υπάρχουν 25 κινητές βιβλιοθήκες, οι 11 δεν έχουν οδηγό
  • ο προϋπολογισμός των βιβλιοθηκών για το 2010 ήταν 627.300 ευρώ, για το 2015 ήταν 291.836 ευρώ.
Θλίψη.

Περιπλανιέμαι σε μια βιβλιοθήκη χωρίς κανέναν μόνιμο υπάλληλο που άνοιξε το 2004. Πελαγωμένοι εκπαιδευτικοί που μετάνιωσαν για την επιλογή της απόσπασης αλλά θεωρούν ότι κάνουν κοινωνικό έργο καθώς κρατούν "ανοιχτή" τη βιβλιοθήκη. Βλέπω στα ράφια βιβλία που αγοράστηκαν την τελευταία δεκαετία. Πρόσφατες εκδόσεις, αλλά όχι και τόσο πρόσφατες. Βλέπω ότι κάποτε κάποιος βιβλιοθηκονόμος τα είχε καταλογογραφήσει και ταξιθετήσει, όταν αυτός έφυγε κανείς επόμενος υπάλληλος δεν κατάλαβε τι είναι αυτός ο αριθμός που έχει στη ράχη του το βιβλίο. Βλέπω λογοτεχνικά βιβλία χιλιοδιαβασμένα, τσακισμένες ράχες, κιτρινισμένα φύλλα, σχισμένα εξώφυλλα που συνεχίζουν να διαβάζονται και οι άνθρωποι που τα επιστρέφουν να ζητάνε συγγνώμη που δεν τα κόλλησαν με σελοτέιπ. Βλέπω νέους ανθρώπους να επιστρέφουν Καζαντζάκη και να δανείζονται ένα Ντοστογιέφσκι που βρήκαν σε κάποιο ράφι. Βλέπω 25 υπολογιστές, 8 εκτυπωτές, υπολογιστή για άτομα με ειδικές ανάγκες, μονάδα ψηφιοποίησης. Οι περισσότεροι υπολογιστές δεν λειτουργούν, οι εκτυπωτές δεν έχουν μελάνι, κανείς δεν ψηφιοποιεί.
Τι να απαντήσει κανείς στους έφηβους που ζητούν βιβλία που είναι της μόδας και δεν υπάρχει ούτε ένα στη βιβλιοθήκη; Ότι το υπουργείο δεν δίνει χρήματα για αγορές βιβλίων; τι θα καταλάβουν και τι τους νοιάζει. Τι να απαντήσει κανείς σε εκείνο το κορίτσι που λέει ότι αν σας κάνουν δωρεές βιβλία και δεν τα θέλετε να τους δίνετε το τηλέφωνό μου, τα θέλω εγώ, ό,τι βιβλίο, διαβάζω τα πάντα. Τι να πεις στον εκπαιδευτικό που δεν δέχεται τις δωρεές γιατί δεν ξέρει τι να κάνει τα βιβλία που θα έρθουν; 
Τι θα προλάβω να κάνω μέσα σε πέντε μήνες; και ό,τι κάνω πόσο παραπάνω θα διαρκέσει;
Για την ώρα δέκα χιλιάδες και πλέον βιβλία μπαίνουν στα ράφια πάλι από την αρχή, με τη σωστή σειρά. Είναι κάποια αρχή κι ας είναι να τα ανεβοκατεβάζω μόνη. Επίσης, παρακαλώ και για δωρεές, όσοι πιστοί προσέλθετε. 

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Αυτές οι "Μέρες" του Σεφέρη


Συνεχίζω να περνώ τις μέρες μου διαβάζοντας Σεφέρη. Πόσες αναγνώσεις χωρούν στα ημερολόγιά του, πόσες μελέτες, πόσα άλλα κείμενα μπορούν να γεννήσουν και προπάντων πόσες σκέψεις. Μια ολόκληρη εποχή, μια ολόκληρη ζωή μέσα από τη ματιά του σπουδαίου ποιητή που λόγω επαγγέλματος ταξίδευε πολύ, αγαπούσε τη μουσική και κόπιαζε φτιάχνοντας  στίχους. Ο δεύτερος τόμος (24 Αυγούστου 1931 - 12 Φεβρουαρίου 1934) γεμάτος μουσικές πληροφορίες από κονσέρτα που παρακολούθησε, συνθέτες που είδε να διευθύνουν τα έργα τους, η μουσική που ενέπνευσε την ποίησή του. Στον τρίτο τόμο (16 Απριλίου 1934 - 14 Δεκεμβρίου 1940) βρίσκει κανείς πληροφορίες για τους τυπογράφους της περιόδου, κυρίως το τυπογραφείο του Ταρουσόπουλου, και τις προσπάθειες του να συνεργαστεί μαζί τους. Στον πέμπτο τόμο (1 Γενάρη 1945 - 19 Απρίλη 1951) βρίσκονται όλες οι σκέψεις του από την εποχή που ζούσε σε πόλεις της Τουρκίας, συγκινητική η στιγμή που επέστεψε στα πάτρια εδάφη προσπαθώντας να βρει τις αναμνήσεις του.
 
Αντιγράφω μερικές σκέψεις του για μουσική, ποίηση, εκδόσεις:

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου (1940)
Στο μικρό δωμάτιο το τσίμπαλο με τις δύο σειρές τα μαύρα πλήκτρα, η μουσική του Μπαχ. Το σιδερένιο φανάρι κρεμασμένο στο βάθος, μπροστά στο γυμνό τοίχος, μου θύμιζε το φανάρι της πρώτης πράξης της Τρικυμίας, που είδα κάποτε στο Λονδίνο. Σε μια γωνία πάνω από τη βιβλιοθήκη, κρεμασμένα, πάνω σε μια ταπετσαρία από λινάτσα, διάφορα ξύλινα πνευστά με ωραία πατίνα. Ο Γκίκας τα κοιτάζει και τ' αγγίζει με δάκτυλα προσεκτικά, θαρρείς μην τα ξυπνήσει. Είναι σχήματα που μπορούν να θρέψουν την τέχνη του. Όταν, κάπως απροσδόκητα, τον ακούω: "Θα ήθελα ν' ακούσω τι ήχο κάνουν." Έχω την εντύπωση ότι κι αυτή η απορία του είναι μια απορία πλαστική. Πως ο ήχος που θα ήθελε ν' ακούσει θα συμπλήρωνε την ιδέα του για μια πλαστική έκφραση αυτών των οργάνων.

Δευτέρα, 29 Απρίλη (1940)
Κοιτάζοντας το πρωί πόσο ανθρώπινο μπορεί να είναι ένα τοπίο, συλλογιζόμουνα την αντίδραση που ένιωθα πάντα ακούγοντας τη λέξη "ποιητής" με την υπερβατική έννοια που της δίνουν τόσο συχνά, σα να ήταν ο ποιητής κανένας ιππόγρυπας. Αντίδραση που μ' έκανε ν' αποφύγω, όσο μπορούσα, να ονομάσω έτσι εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, ή να ονομάσω "ποιήματα" την εργασία μου. Ποιητής, για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο καταρράκτη λέξεων. Πόσο δύσκολα, κάποτε, μιλά ο ποιητής, δεν το καταλαβαίνουν. Βλέπουνε μόνο ένα φουσκωμένο εγώ και δεν υποψιάζονται πόσο άρνηση του εγώ, απεναντίας, χρειάζεται για να φτάσει κανείς στην παραδοχή που σου επιτρέπει να φτιάξεις ένα ποίημα.

Σάββατο, 2 Νοέμβρη (1946)
Δεν αποσπάται κανείς εύκολα από ένα ποίημα που έχει τελειώσει, δεν κόβονται εύκολα οι κλωστές. Όλη τη μέρα σήμερα πασπατεύω ακόμη την Κίχλη, γυαλίσματα, διορθώματα, συμπληρώματα μικρών τόνων. Αισθάνομαι ακόμη μωλωπισμένος από το ποίημα. Τράβηξε κάμποση πείρα ζωής των τελευταίων χρόνων και ιδέες στίχων που σημείωνα σκόρπια από τον περασμένο Γενάρη.

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου (1947)
Χτες και σήμερα δοκίμια της Κίχλης. Έχασα πολύ καιρό από το τέλος του Δεκέμβρη. Ο Ταρουσόπουλος, ο τυπογράφος (όχι ο Πέτρος, ο άλλος), που τον παρακαλούσα να κινήσει τη δουλειά για να τελειώνουμε: "Τι τσίχλες και κοτσύφια μου λέτε, έχω τώρα τα Πρακτικά της Ακαδημίας!"

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Μια δημόσια βιβλιοθήκη της Αγγλίας

Είναι πολύ συνηθισμένο πια σε μια παρέα γνωστών να βρίσκεται κάποιος που έχει φύγει εκτός Ελλάδας και επιστρέφει στα πάτρια εδάφη αραιά και που να δει συγγενείς και φίλους. Είναι ωραίο να συζητάς μαζί τους, σου μεταφέρουν μια καθημερινότητα διαφορετική από τα συνηθισμένα που ίσως οι μόνιμοι κάτοικοι δεν τη παρατηρούν. Αξιοζήλευτη καθημερινότητα. Παρατηρώ ότι όσο πιο πολλά χρόνια μένουν εκτός Ελλάδας σαν να έχει αλλάξει κάτι, όχι μόνο στη προφορά τους αλλά και στις συνήθειές τους. Ειδικά εκείνοι που προσαρμόστηκαν πλήρως στη νέα τους ζωή. Βέβαια όλοι θέλουν να επιστρέψουν πίσω. Συζητώντας με κάποιον που ζει μόνιμα τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια στο Μπέρμιγχαμ μου ανέφερε για την εξαιρετική δημόσια βιβλιοθήκη που έχουν στην πόλη του, την οποία μάλιστα επισκέπτεται πολύ συχνά. Μου μίλησε για το πόσο καλά είναι οργανωμένη και ενημερωμένη, για το πλήθος κόσμου που εργάζεται εκεί, για το πώς μπορεί να παραγγείλει ένα βιβλίο που δεν υπάρχει στη συλλογή και να του το φέρουν σε μία δύο μέρες, για τη συλλογή αφιερωμένη στον Σέξπιρ που διαθέτει. Μάλιστα μου ανέφερε με πολύ υπερηφάνεια ότι την προηγούμενη χρονιά διάβασε είκοσι βιβλία, ενώ την ανάγνωση μου την ανέφερε πρώτη στην ερώτηση σχετικά με τις ασχολίες του στον ελεύθερο χρόνο. Πριν φύγει δεν είχε καμία σχέση με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Έψαξα να βρω πληροφορίες γι' αυτή τη βιβλιοθήκη που με τόσο καλά λόγια μου μίλησε αυτός ο ξενιτεμένος γνωστός. Πραγματικά ό,τι και να μου έλεγε δεν θα μπορούσα να φανταστώ την εικόνα της βιβλιοθήκης που βλέπω στις φωτογραφίες. Ξεπερνάει τη φαντασία μου, νομίζω τη φαντασία όλων των κατοίκων αυτής της χώρας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη δημόσια βιβλιοθήκη της Ευρώπης, ενώ το νέο κτίριο που είναι ένα αρχιτεκτονικό διαμάντι, ολοκληρώθηκε το 2013. Το Μπέρμιγχαμ είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Αγγλία και διαθέτει μία δημόσια βιβλιοθήκη 35.000 τ.μ. και δέκα επιπέδων! Δεν το χωράει ο νους μου! Ούτε καν μπορώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή μου ζώντας σε πόλη με μια τέτοια βιβλιοθήκη, πόσο μάλλον δουλεύοντας σε αυτήν...




Το κτίριο στο οποίο μεταφέρθηκε η βιβλιοθήκη εγκαταλείποντας το παλιό που δεν αρκούσε για μια σύγχρονη βιβλιοθήκη του 21ου αιώνα και θεωρήθηκε ξεπερασμένο, σχεδιάστηκε από μια ολλανδική αρχιτεκτονική εταιρεία, η οποία γνώριζε την ιστορία την πόλης (ήταν ένα βιομηχανικό κέντρο με μεταλλευτικές βιομηχανίες). Εξωτερικά το κτίριο φαντάζει να σκεπάζεται από μια γιγάντια μεταλλική δαντέλα φτιαγμένη από κύκλους, ενώ το μεταλλικό στοιχείο επικρατεί και εσωτερικά.
Εξυπηρετεί καθημερινά χιλιάδες αναγνώστες, ενώ πραγματοποιεί ετησίως εκατοντάδες εκδηλώσεις. Περιλαμβάνει πωλητήριο, καφέ, θέατρο, αμφιθέατρο, στούντιο ηχογράφησης, ενώ η έκθεση που είναι αφιερωμένη στον Σέξπιρ στεγάζεται σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον τελευταίο όροφο της βιβλιοθήκης βικτοριανής αισθητικής επενδυμένο με το ξύλο της πρώτης βιβλιοθήκης. Αν κάποιος σκοπεύει να ταξιδέψει σε αυτή την πόλη της Αγγλίας δεν πρέπει να παραλείψει να επισκεφθεί αυτήν την εντυπωσιακή βιβλιοθήκη.

Ευτυχισμένοι κάτοικοι αυτής της πόλης, αυτής της χώρας.

Περισσότερες πληροφορίες για αυτή την ιδιαίτερη βιβλιοθήκη μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της. 

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Ετήσιος απολογισμός αναγνώσεων


Το 2015 ήταν φτωχό αν αναλογιστώ τα βιβλία που διάβασα. Με το ζόρι αγγίζουν τα είκοσι, πιο λίγα από κάθε άλλη χρονιά. Η ανάγνωση θέλει σταθερότητα, ησυχία και χρόνο κάτι που δεν είχα το έτος που μας πέρασε, χωρίς απαραίτητα να με στενοχωρεί αυτό.
Άλλαξα τρεις πόλεις, Αθήνα-Κωνσταντινούπολη-Καλαμάτα, κάνοντας ισάριθμες μετακομίσεις κι αλλαγές σπιτιών. Ενδιάμεσα έγιναν πολλά ταξίδια αναψυχής. Ταξίδια και βιβλία δύσκολα συνδυάζονται. Το ίδιο και οι αλλαγές σπιτιών. Λίγα βιβλία με ακολούθησαν στις περιπλανήσεις μου. Επιλεγόντουσαν βιαστικά, την τελευταία στιγμή, σύμφωνα με το χώρο που υπήρχε στις αποσκευές. Κι αυτό κάπως δικαιολογεί το ότι δεν διάβασα κάτι που να με ενθουσίασε, με εξαίρεση κάποιες μελέτες που απήλαυσα ιδιαίτερα, ή ότι τα βιβλία που ξεκίνησα και άφησα ήταν πολύ περισσότερα και ποιοτικότερα από αυτά που τελικά ολοκλήρωσα. 
Παρόλ' αυτά, αν αναλογιστώ τα μέρη που είδα, τους ανθρώπους που γνώρισα, τις εναλλαγές παραστάσεων, ήταν ένα πλούσιο έτος. Πόσο μάλλον αν σκεφτώ τα βιβλία που επεξεργάστηκα, καταλογογραφώντας, τεκμηριώνοντας, ταξινομώντας, ψηφιοποιώντας τα οποία ξεπερνούν τα 8.000 σε δύο διαφορετικές βιβλιοθήκες που είχα τη χαρά να εργαστώ. Κι είναι κι αυτό μια κάποια ανάγνωση, του βιβλιοθηκονόμου ανάγνωση.
Αφήνω εδώ τη βιβλιολίστα του 2015, για να ανατρέξω νοερά στις αναγνώσεις του έτους που έφυγε, να θυμηθώ τα βιβλία που με συντρόφευσαν. Όλα σκορπισμένα σε διάφορα σπίτια, κανένα εδώ μαζί μου την ώρα αυτή, γι' αυτό και μπορεί να ξεχνώ και κάποιο. Τα τοποθετώ ανάλογα με το τι με άγγιξε περισσότερο, αξιολόγηση που μόνο στα λογοτεχνικά μπορώ να κάνω.



Καλή νέα ολόφρεσκη χρονιά. Κι ας είναι να διαβάζουμε λιγότερο αν είναι να εργαζόμαστε περισσότερο.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Διαβάζοντας Σεφέρη


Τις τελευταίες μέρες του έτους τούτου αποφάσισα να τις αφιερώσω διαβάζοντας Σεφέρη.
Είναι γιατί συνειδητοποίησα ότι ένας χρόνος πέρασε χωρίς να διαβάσω τίποτα το σπουδαίο (η βιβλιολίστα μου είναι έτοιμη και περιμένει να αναρτηθεί προσεχώς).
Κάποτε είχα δει σε ένα όνειρο να με ρωτούν ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας λογοτέχνης κι εγώ χωρίς καθόλου σκέψη, σχεδόν αυθόρμητα, απάντησα τον Σεφέρη. Βγαίνοντας από το όνειρο απόρησα γιατί χωρίς να τον έχω διαβάσει απάντησα δίχως καμία αμφιβολία το όνομά του. Την επόμενη μέρα πήγα στην ομορφότερη δημόσια βιβλιοθήκη που έχω επισκεφθεί, στο νησί των φοιτητικών μου χρόνων, την Κέρκυρα, και έψαχνα να βρω τι από Σεφέρη θα πάρω να διαβάσω. Κέρδισαν οι Μέρες, αδυνατώ όμως να θυμηθώ ποιος τόμος. Πρόκειται για εφτά τόμους, σαν ημερολόγιο, σαν τετράδια με λογοτεχνικές ασκήσεις, σαν αυτοβιογραφία, γεμάτους με τις σκέψεις του τοποθετημένες σε χρονολογική σειρά. Απόλαυσα τη γραφή του, σε κάθε λέξη ανατριχιάζοντας, συμφώνησα με την ονειρική μου άποψη. Έναν τόμο μονάχα διάβασα, υποσχόμενη ότι θα τους αγοράσω όλους γιατί αυτά τα βιβλία δεν είναι να τα έχεις δανεικά. Πρέπει να είναι δικά σου, να τα υπογραμμίζεις, να σημειώνεις, να ανατρέχεις σε αυτά όποτε το μυαλό θελήσει. Πέρασαν όμως τα χρόνια και την υπόσχεση δεν την κράτησα, κανέναν από τους τόμους δεν αγόρασα, κανέναν από τους τόμους τους υπόλοιπους δεν διάβασα. Κι όμως πρέπει να διαβάσουμε τον Σεφέρη για να θυμηθούμε ότι αυτός ο τόπος δημιουργεί ποίηση. Κι ας είναι να έχουμε διαβάσει μόνο μία ποιητική του συλλογή με τον γενικό τίτλο Μυθιστόρημα.
Μπαίνοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης που ζω τώρα και κάνοντας αυτές τις σκέψεις οδηγήθηκα στα έργα του Σεφέρη αναζητώντας τις Μέρες. Πήρα τους δύο πρώτους τόμους και ξεκίνησα ένα ταξίδι στη ζωή του νομπελίστα ποιητή μας. Τη Δευτέρα θα πάω να πάρω τους επόμενους δύο. Κάπως έτσι θα με βρει το τέλος του έτους και η αρχή του επόμενου. Απολαμβάνοντας τις λέξεις του μεγάλου αυτού ανθρώπου και προσμένοντας να πιάσω στα χέρια μου τις λέξεις του επόμενου μεγάλου καλλιτέχνη που θα συναντήσω στα ράφια κάποιας βιβλιοθήκης.

Σε όλους εσάς εύχομαι αυτές τις ημέρες τις γιορτινές να τις περνάτε απολαμβάνοντας ό,τι σας ευχαριστεί περισσότερο.
Χρόνια πολλά, μόνο καλά, πάντα δημιουργικά.