Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Κλέφτες βιβλίων


Από τα παλιά τα χρόνια οι κάτοχοι βιβλίων σκαρφίζονταν διάφορους τρόπους για να προλαμβάνουν ή και να αντιμετωπίζουν την κλοπή των βιβλίων τους. Άλλωστε τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας κυκλοφορούσαν λίγα βιβλία και ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο και δαπανηρό να αποκτήσει κανείς βιβλιοθήκη πόσο μάλλον πριν την τυπογραφία που τα βιβλία ήταν χειρόγραφα. Με κάποιο τρόπο έπρεπε οι βιβλιοθήκες να προφυλαχθούν από τους επίδοξους κλέφτες ή κλεπτομανείς ή επικίνδυνους βιβλιόφιλους. Έχουμε δει βιβλιοθήκες με αλυσίδες, χοντρές αλυσίδες που ξεκίναγαν από μια άκρη του σκληρού δερματόδετου εξωφύλλου και κατέληγαν στα ράφια. Μακριές τόσο ώστε να επιτρέπεται η ανάγνωση του. Με τον τρόπο αυτό οι βιβλιοθήκες έμοιαζαν περισσότερο με φυλακές λέξεων παρά με τη σημερινή εικόνα των δανειστικών βιβλιοθηκών. Έχουμε δει βέβαια και τα αγαπημένα exlibris που ήταν μεν το σημάδι των κατόχων τους που προσπαθούσε να γίνει ο ανεξίτηλος σύνδεσμος αναγνώστη-βιβλίου, είχαν όμως και βαριές κατάρες για όποιον θα τολμούσε να κλέψει το βιβλίο.
Σήμερα τα βιβλία είναι πιο φθηνά βέβαια από εκείνα τα χρόνια και κυκλοφορούν σε μεγαλύτερη ποσότητα δεν παύει όμως οι ιδιοκτήτες του να εφευρίσκουν διάφορους τρόπους για να δυσχεράνουν την κλοπή τους.

Πρώτα τα βιβλιοπωλεία. Προσπάθεια του επιχειρηματία να προστατέψει το προϊόν του. 
Τα αντικλεπτικά των βιβλίων είναι συνήθως αυτοκόλλητα που κολλιούνται σε κάποιο μέρος του εξωφύλλου (ιδανικά πίσω από τα αυτιά που δεν πάει το μυαλό του κλέφτη να κοιτάξει). Δεν αφαιρούνται αλλά απομαγνητίζονται στο ταμείο με την πληρωμή. Το πιο πρωτότυπο αντικλεπτικό που έχω δει το έχει η Πολιτεία καθώς πάνω στο λευκό άχαρο αυτοκόλλητο βρίσκεται η εικόνα ενός ανοιχτού βιβλίου.

Μετά έρχονται οι βιβλιοθήκες. Εκεί τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα καθώς τα βιβλία έχουν ως σκοπό να μείνουν για πάντα στα ράφια και να διαβαστούν όσο γίνεται από περισσότερους αναγνώστες ή τέλος πάντων να μείνουν εκεί μέχρι κάποιος να τα χρειαστεί. Σήμερα όλο και δυσκολότερα αγοράζονται βιβλία από τις βιβλιοθήκες καθώς τα κονδύλια όλο και λιγοστεύουν. Χωρίς να μπαίνουν νέα βιβλία κανείς δεν θέλει να χάνει και τα παλαιότερα γι' αυτό αναζητούνται λύσεις για να προστατευτούν οι συλλογές.

Υπάρχουν βιβλία κλειδωμένα σε ειδικές αίθουσες που δεν μπαίνει κανείς και βγαίνουν μόνο αν κάποιος τα ζητήσει, αυτά όμως είναι τα πολύτιμα και σπάνια βιβλία που μπορεί να έχει ξεμείνει πάνω τους και κανένα παλιό exlibris ως ανάμνηση ενός παλιού ιδιοκτήτη. Υπάρχουν οι σφραγίδες που υποδηλώνουν ότι το βιβλίο ανήκει σε κάποια βιβλιοθήκη. Υπάρχουν, όπως και στα βιβλιοπωλεία, τα αντικλεπτικά. Μόνο που τα αντικλεπτικά είναι και αυτά κομμάτι της τεχνολογίας που εξελίσσεται. Εύκολα και γρήγορα ξεπερνιούνται και εμφανίζονται νέα. Από τα αυτοκόλλητα με τη μεταλλική λωρίδα στη μέση, πήγαμε στη μεταλλική λωρίδα που κολλιέται ανάμεσα στις σελίδες (πιο διακριτική και πιο δύσκολα βρίσκει κάποιος) και σήμερα στα RFID που συνδυάζουν αντικλεπτικό και barcode. Αύριο σε κάτι άλλο.

Τα βιβλία σιωπηλά ανέχονται όλα τις ανθρώπινες παραξενιές και γίνονται για άλλη μία φορά μάρτυρες των εποχών που αλλάζουν. Από το απομαγνητισμένο αντικλεπτικό του βιβλιοπωλείου μπαίνει πάνω τους το νέο αντικλεπτικό της βιβλιοθήκης και όταν αυτό ξεπερνιέται μπαίνει το επόμενο μοντέλο.
Κι έτσι τα βιβλία καταλήγουν να έχουν πάνω τους όλα αυτά:




Αλλά ακόμη κι έτσι πάντα οι επίδοξοι κλέφτες θα σκαρφίζονται τρόπους για να αποκτήσουν ανέξοδα το πολυπόθητο αντικείμενο. Έχω συναντήσει σε ράφια βιβλιοπωλείου εξώφυλλα χωρίς το σώμα. Ο μανιακός κλεπτομανής προτίμησε να ξεκοιλιάσει το βιβλίο παρά να το πληρώσει, θεωρώντας μάλλον απίθανο να βρίσκεται αντικλεπτικό ανάμεσα στις σελίδες. Έχω, επίσης, ακούσει ιστορίες που αφού τα βιβλία δεν μπορούν να βγουν από την πόρτα βγαίνουν από τα παράθυρα βιβλιοθηκών.

Από την άλλη, όσα αντικλεπτικά και να κολληθούν αν δεν υπάρχει υπάλληλος στη βιβλιοθήκη όσο και να χτυπάει το μηχάνημα φεύγοντας κάποιος από την πόρτα κανείς δεν πρόκειται να ασχοληθεί γιατί απλά δεν προλαβαίνει. Για άλλη μία φορά ξοδεύονται χρήματα ασκόπως αγοράζοντας αντικείμενα για να αντικατασταθούν τα προηγούμενα που έκαναν τη δουλειά τους ενώ κανείς δεν προβλέπει (έργα ΕΣΠΑ) να καλύψει κενές θέσεις εργασίας.

Τελικά, μήπως εκείνες οι κατάρες που γράφονταν στα πρώτα βιβλία να ήταν πιο αποτελεσματικές από όλα αυτά τα σημερινά;

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης

Έλαβα από τον φίλο Μαραμπού μια ανάρτηση αφιερωμένη στον πολύ αγαπημένο ποιητή της εφηβικής μου ηλικίας Κ. Γ. Καρυωτάκη. Οι στοίχοι του μου κρατούσαν συντροφιά νύχτες πολλές πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ήταν ένα βιβλιαράκι με επιμέλεια Τέλλου Άγρα με συλλογές ποιημάτων του που σαν να το είχα μάθει απ' έξω. Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν τόσο σε έχει αγγίξει σε αυτήν την ιδιαίτερη ηλικία. Σε αντίθεση με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη που ποτέ δεν με άγγιξε, με άγγιξαν όμως τα συναισθήματα που ένιωθε γι' αυτόν. Και μιας που βρίσκομαι στην γενέτηρα πόλη της θα βάλω και μια εικόνα που ήθελα από καιρό να αναρτήσω αλλά δεν έβρισκα αφορμή.

Πρώτα όμως οι λέξεις του Μαραμπού:


Η κουλτούρα είναι ό,τι μένει όταν τα' χουμε όλα ξεχάσει. Αυτή η φράση αποδίδεται στον Αντρέ Μαλρώ και μας λέει πως όταν κοπάσουν τα πάθη και οι ίντριγκες, οι πολεμικές και τα μαχαιρώματα, θα θυμόμαστε μόνο εκείνο που είχε την αντοχή και τις αντιστάσεις να φτάσει ως εμάς. Όσοι ακούν το όνομα “Καρυωτάκης” σήμερα, συνήθως αγνοούν τον λυσσαλέο πόλεμο και την λασπολογία που δέχθηκε από κριτικούς και συγγραφείς της γενιάς του. Η λέξη “καρυωτακισμός” είχε φτάσει να γίνει "συνώνυμη της εύκολης στιχουργίας, της φτηνής αισθηματολογίας και της αδιέξοδης μεμψιμοιρίας".

Η πεισιθάνατη ποίηση του Καρυωτάκη λοιδορήθηκε γιατί μια κοινωνία που βγήκε από έναν πόλεμο και ετοιμαζόταν να μπει σε έναν νέο, δεν ήθελε πλέον να ακούει άλλο για θανάτους. Η σήψη του σώματος (Ωχρά σπειροχαίτη) αλλά κυρίως η σήψη του πνεύματος, τον καθόρισε ποιητικά και τον έθεσε σε ένα περιθώριο να θαυμάζει τα οράματά του που έρχονταν με ταχύτητα να επαληθευτούν! Την ποιητική του όμως κάθε άλλο παρά σάπια μπορούσες να την χαρακτηρίσεις. Χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή φόρμα, ενσωμάτωσε κάποιες μοντέρνες πινελιές που ξεχωρίζουν και εντυπωσιάζουν ακόμα και τώρα. Η γλώσσα του έδειχνε τόσο ελεύθερη όσο θα έδειχνε και μέσα στα χαλαρά όρια ενός ελεύθερου στίχου, διανθισμένη με μια αριστοκρατική ειρωνεία που αποδεκάτιζε τις συντηρητικές συνειδήσεις με τόση ευκολία και χάρη φέρνοντας στην επιφάνεια την αμηχανία των αναγνωστών του πριν την σαρωτική απαξίωση. "Ένας ήσυχος και μετρημένος υπάλληλος που μεταβάλλεται σε μαχητικό συνδικαλιστή, ένας σωστός δημοτικιστής που νοθεύει την γλώσσα του με καθαρευουσιανισμούς, ένας ευγενικός θλιμμένος ποιητής που εξεγείρεται και σατιρίζει με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμα και τους παλιούς του φίλους."  
"
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες”  (και κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη. Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!

ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι Εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί, που η καθιέρωσις τούς λείπει. 


Υ.Γ. Εικόνα από δρόμο της Καλαμάτας

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Ευκαιρίες να γνωρίσουμε καλά βιβλία


Το καλό των ημερών είναι ότι σε όποιο βιβλιοπωλείο και να βρεθεί ο φιλαναγνώστης θα βρει εκπληκτικές προσφορές. Ακόμη και ο πάλαι ποτέ κολοσσός βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη που τις καλές εποχές ήταν κατά των προσφορών έχει στα ράφια του φθηνά βιβλία, απούλητο στοκ που ενδεχομένως οι εκδότες ακόμη να περιμένουν να εισπράξουν τα χρήματά τους.
Ακόμη, ακόμη και τα επαρχιακά βιβλιοπωλεία που κι εκεί οι τιμές έχουν πέσει, όχι βέβαια όπως των Αθηνών, αλλά ψάχνοντας καμιά φορά βρίσκεις βιβλία πιο φθηνά κι από την πρωτεύουσα.
Όλα αυτό, ξέρω ότι δεν φανερώνει τίποτα αισιόδοξο για το χώρο του βιβλίου που εδώ και χρόνια δεκάδες εκδοτικοί οίκοι προσπαθούν να επιβιώσουν. Και δυστυχώς το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν οι μικρότεροι και σίγουρα ποιοτικότεροι εκδοτικοί οίκοι.
Ορισμένοι δεν άντεξαν τα δύσκολο και μας άφησαν, πρόσφατο παράδειγμα οι εκδόσεις Scripta.
Το καλό όμως, λέω πάλι, για τους φιλαναγνώστες είναι ότι βλέπουν οι πύργοι με τα βιβλία που τόσα χρόνια έχτιζαν σιγά σιγά να αποκτούν απότομα ύψος, να όπως οι δικοί μου που απόκτησαν και παραρτήματα, τρία στην Αθήνα και τώρα ένα πυργάκι που σταδιακά χτίζεται και στην Καλαμάτα.
Παραρτήματα ιδιωτικών βιβλιοθηκών που ακολουθούν τα βήματα των κατόχων τους.

Στα ράφια με τις προσφορές του μεγάλου βιβλιοπωλείου που τα τελευταία χρόνια μικραίνει, βρήκα ένα βιβλίο των εκδόσεων Scripta στην τιμή των 2 ευρώ. Τίποτα δεν γνώριζα γι' αυτό, το θεώρησα ότι είναι σε καλή τιμή και απλά το πήρα. Μήνες περίμενε στα ράφια  του κεντρικότερου παραρτήματός μου, μέχρι που ταξίδεψε μαζί μου για να μου αφηγηθεί την ιστορία του.

Η Μακρινή ακτή του Caryl Phillips γράφτηκε το 2003 και σήμερα το βιβλίο αυτό είναι τόσο επίκαιρο που σχεδόν τρόμαξα με τη σύμπτωση της χρονικής στιγμής που επέλεξα να το διαβάσω.
Γραμμένο με απόλυτη επιδεξιότητα, αφηγείται τις ιστορίες δύο εντελώς διαφορετικών ηρώων, ιστορίες που ενώνονται για λίγο μέχρι να χωρίσουν οριστικά. Αφηγείται την ιστορία ενός πρόσφυγα που ταξιδεύει από την Αφρική προς την Αγγλία αφήνοντας πίσω του τον πόλεμο και τους πεθαμένους του με σκοπό να ζήσει ειρηνικά στη χώρα των ονείρων του. Αφηγείται την ιστορία μιας Αγγλίδας καθηγήτριας μουσικής που πάσχει από κατάθλιψη. Αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που συναναστρέφονται με τους δύο πρωταγωνιστές, ιστορίες προσφύγων και εκείνων που θέλουν να τους βλάψουν ή που θέλουν να τους βοηθήσουν.
Οι ήρωες αφηγούνται εναλλάξ, κάθε κεφάλαιο και ένας άλλος κόσμος και κάθε σελίδα διαφορετική χρονική στιγμή. Με αυτές τις συνεχόμενες χρονικές αλλαγές που χτίζουν σιγά σιγά τις ιστορίες, είναι σαν το παρελθόν και το παρών των ηρώων να χορεύουν μέσα από τις λέξεις. Απόρησα με το πώς καταφέρνω με τόσες εναλλαγές να παρακολουθώ την ιστορία και να μην χάνομαι. Κι αν αυτό δεν είναι επιδέξια γραφή, τότε τι είναι.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα ενός εκδοτικού οίκου που δεν υπάρχει πια που το βρήκα στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου που αργοπεθαίνει.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Η πολιτιστική βιομηχανία της Αθήνας

Καμιά φορά η λογοτεχνία με κουράζει και θέλω να πιάσω στα χέρια μου ένα βιβλίο χωρίς μύθους μα με περισσότερο επιστήμη. Θεωρώ αδικία που ανάμεσα στις τόσες εκδόσεις που εκδίδονται μηνιαίως εκείνα που παρουσιάζονται περισσότερο είναι τα λογοτεχνικά βιβλία.
Για να βρει κανείς βιβλία των αντικειμένων που τον ενδιαφέρουν πρέπει να αφιερώσει αρκετό χρόνο αναζητώντας και ερευνώντας βιβλιογραφίες.
Έτσι, βιβλία που με ενδιαφέρουν καταλήγω να τα ανακαλύπτω αρκετά χρόνια μετά την έκδοσή τους. Φαντάζεστε πόσο τυχερή νιώθω όταν φθάνουν στο email μου τίτλοι που θα ήθελα να είχα διαβάσει.

Κάπως έτσι έμαθα για το βιβλίο "Οι πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες στην Ελλάδα" του Βασίλη Αυδίκου των εκδόσεων Επίκεντρο.

Το βιβλίο αναφέρεται στους κλάδους πολιτισμού και δημιουργικότητας (ΚΠΔ) που περιλαμβάνουν τις βιομηχανίες των εκδόσεων και εκτυπώσεων, την αρχιτεκτονική και το ειδικευμένο σχέδιο (design), την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, την παραγωγή μουσικής και κινηματογραφικών ταινιών, τις αναπαραστατικές και εικαστικές τέχνες, την παραγωγή διαφημίσεων, τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες, τη φωτογραφία και την παραγωγή λογισμικού.
Για όλους αυτούς τους πολύ ενδιαφέροντες κλάδους (άλλους περισσότερο άλλους λιγότερο), ο συγγραφέας του βιβλίου παραθέτει μια σειρά από στατιστικά στοιχεία υπενθυμίζοντας πως στην χώρα μας τα στοιχεία για την πολιτιστική βιομηχανία είναι σχεδόν ανύπαρκτα κι ας ανθεί, όπως φαίνεται από τα νούμερα, η πολιτιστική δημιουργία. Όσο αναφορά τα νούμερα στο χώρο του βιβλίου και των εκδόσεων είναι φανερές οι δράσεις του ΕΚΕΒΙ που οι έρευνες του ήταν μια αρχή, καθώς τα περισσότερα αναφερόμενα στοιχεία σταματούν λίγο πριν το κλείσιμό του.
Ο συγγραφέας στηριζόμενος σε ευρωπαϊκά στοιχεία παρουσιάζει την εικόνα στη χώρα μας αναφορικά με τον κύκλο εργασιών των ΚΠΔ, τον αριθμό των επιχειρήσεων, το φύλο, την ηλικία και τα προσόντα του ανθρωπίνου δυναμικού τους.
Το πέμπτο και πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο παρουσιάζει την Αθήνα και τις γειτονιές της μέσα από την πολιτιστική της παραγωγή. Τα θέατρα της Κυψέλης και της Πατησίων, τα Εξάρχεια και η Νεάπολη (πάντα) του βιβλίου, ο Κεραμεικός και το Γκάζι των νέων πολιτιστικών χώρων, το Μεταξουργείο που λόγω της τέχνης και των διάφορων πολιτιστικών δράσεων είχε πάρει τα πάνω του λίγο πριν την κρίση. Με μια πολύ συνοπτική ματιά παρουσιάζεται η ιστορία των περιοχών αυτών, την ιστορία που δημιούργησαν οι κάτοικοί τους και οι βιομηχανίες/ βιοτεχνίες που εγκαταστάθηκαν εκεί.
Οι αριθμοί των πολιτιστικών χώρων που παραθέτονται είναι εντυπωσιακοί. Η Αθήνα έχει 168 θέατρα ενώ το Βερολίνο 56, 801 βιβλιοπωλεία ενώ το Λονδίνο 802, 162 μουσεία ενώ το Παρίσι 137. Σίγουρα δεν είναι η ποσότητα που μετράει αλλά οι αριθμοί κάτι φανερώνουν.
Το βιβλίο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ένιωσα ότι περιλαμβάνει απλή παράθεση αριθμών και στατιστικών στοιχείων, συγκεντρώνει ενδιαφέρον πληροφορίες για την πολιτιστική δράση της χώρας και είναι η αρχή ενός διαλόγου που καλό είναι να είναι αέναος γιατί η πολιτιστική βιομηχανία της χώρας μπορεί να γίνει η βαριά βιομηχανία και να συνδυαστεί με τον τουρισμό.
Τέλος, η αναφορά του συγγραφέα για την έμφαση που δίνεται στην πολιτιστική κληρονομιά "η οποία λειτουργεί εις βάρος της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής που δίνει τόνο του πολιτικού γίγνεσθαι σε μια πόλη και αποτελεί ένα από τα βαρόμετρα της ποιότητας ζωής σε αυτή" πρέπει να ειπωθεί πολλές φορές μέχρι να το καταλάβουν όλοι.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Κέδρος και οι άνθρωποι του

Είναι πολλές φορές που επιλέγω ένα βιβλίο μόνο και μόνο γιατί εμπιστεύομαι τον εκδοτικό οίκο. Συμπαθώ το εκδοτικό γούστο, την τυπογραφική εμφάνιση και τέλος πάντων το τυπογραφικό σήμα είναι κάτι σαν εγγύηση ότι τα χρήματα δεν θα πάνε χαμένα.
Κι αυτό είναι άθλος, είναι επιχειρηματική ευφυΐα.
Στην Ελλάδα οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι είναι οικογενειακές επιχειρήσεις που περνούν από τη μία γενιά στην άλλη. Συνεχίζεται η παράδοση, οι νέες γενιές έχουν τη γνώση της ιστορίας της επιχείρησης των προγόνων τους και προσπαθούν να τη συνεχίσουν και να την εξελίξουν.
Πολλά τέτοια παραδείγματα, Ίκαρος, Εστία, Κέδρος.
Ο εκδοτικός κόσμος είναι από μόνος του μια ωραία ιστορία, άξια να ερευνηθεί και να μελετηθεί.
Συνεχίζω να παρακολουθώ ό,τι γράφεται γι' αυτές τις ιδιαίτερες πολιτιστικές επιχειρήσεις.

Πρόσφατα η αίθουσα εκδηλώσεων του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ) που στεγάζεται στο όμορφο νεοκλασικό της Θεμιστοκλέους λίγο πιο πάνω από την πλατεία Εξαρχείων ονομάστηκε σε "Νανά Καλλιανέση" με σκοπό να τιμήσουν την πρώτη εκδότρια του Κέδρου που συνέφερε στη δημιουργία και ανάπτυξη του εκδοτικού οίκου του Βάρναλη, του Ρίτσου, του Τσίρκα.

Με αφορμή την εκδήλωση αυτή, η Μάρω Δούκα έγραψε ένα μικρό αυτοβιογραφικό κείμενο που αναφέρεται στην γνωριμία της με τον Κέδρο και τους ανθρώπους του. Το ολιγοσέλιδο κείμενο που εκδόθηκε από τον ΟΣΔΕΛ και ευγενικά μου ταχυδρόμησαν είναι μια ιστορία που από τις πρώτες λέξεις σε μεταφέρει στην εποχή που το βιβλίο και οι άνθρωποι του είχαν την αξία και την αναγνώριση που δικαιούνταν.
"Τι άλλο μένει εκτός από το βιβλίο; Το καλό βιβλίο, το προοδευτικό! Τι άλλο απέμεινε για να μας εμψυχώνει εκτός από τη διάθεση να διαφωτίσουμε τον κόσμο, να τον βοηθήσουμε να σκεφτεί, να κοιτάξει με αισιοδοξία το μέλλον;".
Η Μάρω Δούκα περιγράφει τα πρώτα βήματα της εκδότριας του Κέδρου, ακολουθούμε κι εμείς την πορεία της στα όμορφα στενά της παλιάς Αθήνας. Τα κτίρια που στέγασαν το βιβλιοπωλείο, τον εκδοτικό οίκο, τα σπίτια που στέγασαν την ίδια. Ομόνοια, Εξάρχεια, Νεάπολη, Κυψέλη.
Τα κτίρια ακόμη και σήμερα μένουν εκεί, στέκουν γκρίζα και σωπαίνουν. Πόσες ιστορίες εκτυλίχθηκαν μέσα τους και πόσες συνεχίζουν να εκτυλίσσονται.
Οι 44 σελίδες αυτού του κειμένου δεν αρκούν για να μάθουμε όλη την ιστορία των ανθρώπων που σε χρόνια δύσκολα εξέδιδαν αριστουργήματα, αρκούν όμως για να πάρουμε μια γεύση.
Κι ως από σύμπτωση αυτή η εκδήλωση έρχεται να συνοδέψει το θάνατο της συνεχίστριας του εκδοτικού έργου του Κέδρου, της Κάτιας Λεμπέση. Δεν αργεί ο καιρός που θα διαβάζουμε τις ιστορίες από τη δική της ζωή.

Η έκδοση του κειμένου κυκλοφορεί εκτός εμπορίου και όποιος ενδιαφέρεται να το αποκτήσει μπορεί να περάσει από το Σπίτι του Βιβλίου να το προμηθευτεί ή μπορεί να μου ζητήσει το δεύτερο αντίτυπο που έχω στα χέρια μου.

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Άνεργοι βιβλιοθηκονόμοι


Εξελιχθήκαμε... 
αλλά ξεχάσαμε ότι η εξέλιξη δεν είναι μόνο κτίρια και εξοπλισμός. 
Είναι και μόνιμες θέσεις εργασίας.
Τι χρειάζονται ένα ΑΕΙ και δύο ΤΕΙ Βιβλιοθηκονομίας  αφού το κράτος δεν πρόκειται να διορίσει κόσμο και αφού καλύπτει τα κενά με άλλους τρόπους;
Άνεργοι απόφοιτοι. Αυτό είναι αυτή η χώρα.
Άνεργοι απόφοιτοι του δημοσίου.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Η επιβεβαίωση

Είναι  κάποιοι συγγραφείς που ενώ δεν έχω διαβάσει τίποτα δικό τους κατατάσσονται στους αγαπημένους μου. Φταίνε τα όσα έχω διαβάσει και ακούσει γι' αυτούς,  η φυσιογνωμία τους, το εκκεντρικό στυλ τους ή ένα έργο τους που έγινε απολαυστική θεατρική παράσταση.
Μέχρι που φτάνει ο καιρός και ξεκινάω την ανάγνωση, αρχίζει ένα ταξίδι και όλα όσα φανταζόμουν επιβεβαιώνονται.


Λόγος για τη Ζυράννα Ζατέλη που επιτέλους έφτασε ο καιρός που διάβασα ένα δικό της βιβλίο, τον πρώτο τόμο της τριλογίας Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, ο θάνατος ήρθε τελευταίος.
Το βιβλίο το είχα εντοπίσει σε πολύ καλή τιμή σε εκείνο το ιδιαίτερο βιβλιοπερίπτερο της Ασκληπιού και χωρίς δεύτερη σκέψη είχα αγοράσει πέρσι το Νοέμβριο. Μάλλον θα ήταν μεταχειρισμένο γιατί έτσι λειτουργεί το περίπτερο αυτό, αλλά τίποτα δεν μαρτυρά ότι είχε ανοιχτεί ή ξεφυλλιστεί από κάποιον αναγνώστη. Θέλω να φαντάζομαι ότι ήταν ένα δώρο από κάποιον που ήξερε από βιβλία σε κάποιον που δεν ήθελε να μάθει. Έμεινε καιρό στο ράφι με τα αδιάβαστα, ήταν οι 700 και πλέον σελίδες του που με αποθάρρυναν. Μέχρι που έφτασε ο Αύγουστος που ο χρόνος σταματά και αποφάσισα να το ξεκινήσω.

Χρόνια είχε να με απορροφήσει ένα βιβλίο τόσο. Οι ήρωές του να γίνουν φίλοι μου και να μου αφηγηθούν τις περιπέτειές του. Το όνομά τους να μείνει στη μνήμη μου λες και τους έχω προσωπικά γνωρίσει.
Σέρκας, Ζίνα, Άννα.

Μου θύμισε την εφηβική μου ηλικία τότε που μου άρεσε να διαβάζω κλασικούς συγγραφείς. Ίσως φταίει που η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια άλλη εποχή σε κάποια ελληνική επαρχία μακριά από το σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Σε μια εποχή πιο αθώα αλλά και πιο δύσκολη. Φτώχια, πείνα, οικογένειες με πολλά παιδιά που πάνε και έρχονται, αρρώστιες, παιχνίδι στην ύπαιθρο, όνειρα οιωνοί, θάνατοι. Δεν είναι μόνο η ιστορία που διαδραματίζεται σε χρόνια περασμένα είναι και ο τρόπος που είναι γραμμένη, οι ξεχασμένες πια λέξεις, η ερμηνεία της καθημερινότητας που είναι σαν και η συγγραφέας να έζησε τότε.
Κι όμως ζει ανάμεσά μας (ευτυχώς), κυκλοφορεί στις όμορφες γειτονιές της Αθήνας, μπαίνει σε μεγάλα βιβλιοπωλεία, ίσως να την έχω εξυπηρετήσει κάποτε, βλέπει ασπρόμαυρες ταινίες στους θερινούς κινηματογράφους, ίσως να έχουμε δει την ίδια μια ξάστερη βραδιά στο Παγκράτι.
Μου θύμισε ένα κλασικό βιβλίο γιατί είναι ένα κλασικό βιβλίο και μπορεί επάξια να καταταχθεί στα σημαντικά νεοελληνικά λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα.
Σίγουρα είναι ό,τι πιο όμορφο διάβασα τον Αύγουστο, ίσως και τη χρονιά ολόκληρη. Και να 'μαι τώρα να αναζητώ σε βιβλιοθήκες τους άλλους δύο τόμους της τριλογίας κι ας ξέρω ότι όλοι οι ήρωες που μου αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους δεν ζουν πια.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Συναντώντας μια βιβλιοθήκη

Τόσα έχω ακούσει για τη Μάνη και τους Μανιάτες και ούτε στο χάρτη δεν ήξερα κατά που πέφτει, αλλά πώς αλλιώς μαθαίνεις γεωγραφία παρά ταξιδεύοντας; Δεν είναι λέει απλά μια πόλη είναι ολόκληρη περιοχή που χωρίζεται σε δύο νομούς, υπάρχει η μεσσηνιακή και η λακωνική. Πόσα δεν είχα ακούσει για τα όμορφα χωριά της, που τα σπίτια είναι πετρόχτιστοι πύργοι και τις παραλίες, που δεν έχουν άμμο σαν την άλλη πλευρά, αλλά γκρι βότσαλο. Κι έτσι αναζητώντας μια παραλία χωρίς κόσμο, Αύγουστο μήνα, φτάσαμε να αλλάξουμε νομό και να περιφερόμαστε σε αυτήν την απέραντη και πολύ ιδιαίτερη Μάνη.
Μέχρι που ο δρόμος μας οδήγησε στην Αρεόπολη.



Περπάτησα αυτό το μέρος με τα όμορφα σοκάκια γεμάτα πέτρινα κτίρια, όλα διατηρημένα και φτιαγμένα από την αρχή αλλά χωρίς να χάνουν τίποτα από την παλιά ομορφιά τους. Ιστορικός οικισμός, εκεί λέει δεν πάτησε Τούρκου πόδι, διατήρησε την ανεξαρτησία καθ' όλη την Τουρκοκρατία. Με τους Γερμανούς δεν νομίζω να τα κατάφερε, όπως όλη ετούτη η χώρα άλλωστε. Σήμερα αριθμεί 888 κατοίκους. Γεμάτο το μέρος από καφετέριες και ταβέρνες, τουριστικό αλλά από τα όμορφα. Είχαν απλώσει οι μαγαζάτορες ξύλινα τραπέζια με χρωματιστά γλαστράκια και καρέκλες με μαξιλάρια και περίμεναν. Ούτε αυτοκίνητα υπήρχαν στα πλακόστρωτα δρομάκια, εκεί χωράει να περπατήσει μονάχα άνθρωπος.


Και ξαφνικά βρέθηκα μπροστά στη Δημόσια Βιβλιοθήκη κι αυτή ένας πέτρινος πύργος γεμάτος βιβλία όμως. Ούτε που μπορούσα να το φανταστώ ότι αυτό το μικρό σχεδόν παραμυθένιο μέρος έχει μια βιβλιοθήκη. Άραγε να την αγαπάνε οι λιγοστοί κάτοικοι, να την επισκέπτονται; Και τα καλοκαίρια που γεμίζει το χωριό από τους ξενιτεμένους να γεμίζει και αυτή; Για κακή μου τύχη ήταν κλειστή αλλά έπεσα στην ημέρα γιατί κατά τ' άλλα φάνηκε να λειτουργεί να είναι δραστήρια, έτσι μου φάνηκε λίγο που τη χάζεψα πίσω από τα τζαμάκια. Από εκεί κρυφοκοίταξα τις θέσεις εργασίας με υπολογιστή και τις θέσεις των αναγνωστών.

Χαζεύω τους πίνακες με τις αποσπάσεις των εκπαιδευτικών.

Χιλιάδες εκπαιδευτικοί περισσότεροι και από πέρσι, λέει, αποσπάστηκαν σε αρχιεπισκοπές και μητροπόλεις, σε ΓΑΚ και βιβλιοθήκες, σε πανεπιστημία.  Από την άλλη, υπάρχουν χιλιάδες κενά στα σχολεία. Τόσοι πολλοί εκπαιδευτικοί επιλέχθηκαν να επιτελέσουν έργο εκτός σχολικών τάξεων που σε ορισμένες περιπτώσεις δεν συνδέεται με την παιδαγωγική αρμοδιότητα και την εξειδίκευσή τους, ενώ οι πραγματικές τους θέσεις μένουν κενές. Θα αντικατασταθούν από αναπληρωτές εκπαιδευτικούς πασπαρτού που περιμένουν κι αυτοί στην ουρά για εργασία. Όλοι εξαρτώνται από τις βουλές του Υπουργείο Παιδείας, τις επιτροπές και τις παραεπιτροπές του. Αυτοί άλλωστε έκριναν ότι σε αυτή την πετρόχτιστη δημόσια βιβλιοθήκη είναι καλύτερα να εργάζεται φέτος ένας εκπαιδευτικός αγγλικής φιλολογίας (του χρόνου κάποιος άλλος εκπαιδευτικός) παρά ένας βιβλιοθηκονόμος, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες ετούτης της χώρας.
Κι ίσως να είναι καλύτερα έτσι, από το να μένουν κλειστές και αραχνιασμένες.
Μακάρι, άλλωστε, να ήταν αυτό το μόνο πρόβλημα αυτής της χώρας που μας έλαχε να ζούμε.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Μέσα σε σελίδες καθισμένοι…

Το βαπόρι, vapur, που ενώνει τα Πριγκιπόνησα αναμεταξύ τους και τα συνδέει με την Πόλη και την απέναντι ακτή, εκείνην της Ασίας, ως το νησί της Χάλκης, Heybeli ada, κάνει κοντά δυο ώρες, ακόμα και με καλό καιρό. Η θαλάσσια κυκλοφορία είναι πυκνή.  Αέναα. Βάρκες, πλοιάρια, πλοία με πανιά και μηχανή, σκάφη παντός τύπου κινούνται αδιάκοπα πέρα δώθε σε χαμηλές μάλλον ταχύτητες σαν για να μην ανακατώνουν όλα μαζί τα νερά. Είναι συνηθισμένη η εικόνα ανθρώπων που διαβάζουν στην διάρκεια της διαδρομής. Κυρίως πολύχρωμες εφημερίδες με πηχυαίους τίτλους ορθάνοιχτές, κρύβοντας τα πρόσωπα, αφήνοντας τα χέρια που τις κρατούν για παρατήρηση και ερμηνεία που μόλις προβάλει το πρόσωπο, επικυρώνεται, ανατρέπεται, παραλλάσσει ή και διαψεύδεται παντελώς. Υπάρχουν και αναγνώστες ανέμελων περιοδικών και βιβλίων. Σημάδι αναγνώρισης αν το βιβλίο είναι σε άλλη γλώσσα εκτός από την τουρκική. Τότε γεννά ενδιαφέρον και περιέργειες και όπως έτυχε, μπορεί να προκαλέσει και κουβέντες. Με την άφιξη σε κάθε προορισμό, μένουν στα καθίσματα υπόλοιπα διαβασμένων εφημερίδων για τους επόμενους επιβάτες.


Στην Χάλκη, κατά μήκος του λιμανιού σε ευθεία γραμμή, αραδιαστά μια σειρά από πάγκους που ατενίζουν το νερό. Είναι εκεί για να περιμένουν οι ταξιδιώτες, να ρεμβάζουν και να ηρεμούν οι ονειροπόλοι και οι αργόσχολοι, να κάθονται γελαστές παρέες, να ξεκουράζονται από τις βόλτες οι οικογένειες.

Οι πάγκοι που κάθονται όλοι αυτοί έχουν κάτι το ιδιαίτερο που κάνει κάθε βιβλιόφιλο σε όλα τα μήκη και πλάτη του διαπλανητικού σύμπαντος να ξαφνιάζεται, να ανατριχιάζει σύγκορμος και στην συνέχεια να χαίρεται σαν μικρό παιδί και να θέλει να καθίσει με την σειρά του στα συμπαγή καθίσματα της προβλήτας. Στους ντόπιους δεν κάνουν καμιά εντύπωση. Δεν κοντοστέκονται. Δεν τα χαζεύουν και μελετούν. Τα προσπερνούν κανονικά ή κάθονται με άνεση σε γνώριμο μέρος. Είναι σαν γλυπτά έργα που παραλλάσσουν  σε χρώματα και εικόνες.

Έχουν το σχήμα ανοικτού βιβλίου. Εκεί, στην μέση των σελίδων μπορεί να καθίσει κανείς.  Η πλάτη, το υποτιθέμενο εξώφυλλο, εκτός από τον τίτλο του βιβλίου έχει την εικόνα του συγγραφέα και ένα σύντομο βιογραφικό του.  Αρκετά ευδιάκριτα όλα, μπορούν να διαβαστούν με σχετική άνεση. Έχουν και χρώμα.  Η ράχη που ενώνει την πλάτη με το κάθισμα, έχει την μορφή της ράχης βιβλίου, με την καμπύλη που σχηματίζουν τα ανοικτά φύλλα. Σαν να πετάχτηκαν από την βιβλιοθήκη ενός διαβαστερού γίγαντα. Παραταγμένα, λοιπόν, βιβλία καθίσματα στην προβλήτα απέναντι από το Μπόσταντζι, να κάνουν την ιδέα του έντυπου βιβλίου οικεία, αποδεκτή, αξία άξια να μας περιβάλλει.

 





Το βιβλίο, εκδοχή έργου μαζικής τέχνης και χρήσης σε δημόσιο χώρο.  Και υπάρχουν και άλλες εκδοχές και εφαρμογές με βιβλιακά θέματα μα όχι τόσο ανοικτά τόσο ορατά τόσο αποδεκτά τόσο σε κοινή θέα. Στην συλλογή μου (περήφανη για αυτήν αν και χύμα χωρίς καμία τάξη), εκτός από σελιδοδείκτες φυσικά, έχω βρει και μπορέσει να συγκεντρώσω μικρά αντικείμενα, κοσμήματα αγαπημένα,  γραβάτες, σεντόνια, και άλλα για τα οποία θα κουβεντιάσουμε κάποτε.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Χτες πανευρωπαϊκή μέρα των Μουσείων με αυγουστιάτικη πανσέληνο, ο κόσμος στο κέντρο της Αθήνας ήταν ασφυκτικός, ασύντακτα κινητοποιημένος, έως και δυσάρεστα πολύς. Περισσότερος από τις πολυπληθείς πολιτικές προεκλογικές συγκεντρώσεις.  Μπορούμε να ελπίζουμε ότι ο κόσμος που κατεβαίνει στους δρόμους με έρεισμα τον Πολιτισμό είναι περισσότερος από εκείνον που κατεβάζουν τα κόμματα, άραγε;;;

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας μοιρασμένη


Επανέρχομαι, ίσως και σε μια πιο σταθερή βάση μιας και γυρεύω  εκφραστική διέξοδο και ανακούφιση, και άλλη καλύτερη από τις Βολτίτσες μας, δεν μπορώ να σκεφτώ. Λέω να πιάσω πάλι το νήμα των βιβλιοβιβλίων και όλα όσα έχουν να κάνουν με τον έντυπο πολιτισμό που τόσα έχει προσφέρει και εξακολουθεί να το κάνει, όχι ότι δεν πιστεύω και στις απαράμιλλες δυνατότητες του ηλεκτρονικού και ψηφιακού κόσμου. Το αντίθετο μάλιστα, απτή απόδειξη είναι οι αγαπημένες Βολτίτσες. Λέω, το λοιπόν, να κάνω πως τάχα μου τάχα ότι υπάρχει ένας χώρος όπου εκεί, τα πληγωτικά του ιδιωτικού και δημόσιου βίου που τελειωμό δεν έχουν και κοπανάνε αλύπητα γκρεμιστικά όλες τις γενιές, δεν έρχονται σε πρώτη μοίρα, σιγούν προσωρινά επιλεκτικά για λίγο.

Παράγραφος.
Από τις φροντισμένες εκδόσεις Κίχλη και την σειρά με τ’ όνομα «Τα Αστέρια/Αφορισμοί» κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2015 ένα βιβλίο που εμπίπτει πλήρως στην κατηγορία των στοχευμένων βιβλιοβιβλίων. Οι σαράντα πέντε σελίδες του, γραμμένες σε πολυτονικό, κλείνουν Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας γραμμένες από τον μεταφραστή, κινηματογραφιστή και λογοτεχνικό κριτικό μικρομηκά κινηματογραφιστή και πεζογράφο, τον πολύπλευρο Αχιλλέα Κυριακίδη. Πριν μπω στο ψαχνό της δομής και των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται το βιβλίο πόσο χαίρομαι, με κάποια δόση αυταρέσκειας είναι αλήθεια το ομολογώ, που γίνονται αναφορές σε πολλά άλλα βιβλιοβιβλία, ξενόγλωσσα και ελληνικά. Μερικά από αυτά οι Βολτίτσες έχουν εντοπίσει και αναρτήσει παρουσιάσεις και σκέψεις (μια παρότρυνση για να κάνετε το blog άνω κάτω να τα βρείτε…) . Τα άλλα θα σπεύσει να τα ψάξει, να τα διαβάσει και να πει λογάκια (μια σχεδόν υπόσχεση).
Δομή με μέρη και περιεχόμενα δεν υπάρχει, όμως, η θεματολογία είναι διακριτή και συγκεντρωμένη μαζί. Μέσα στον όρο λογοτεχνία περιλαμβάνονται πολλά και διάφορα. Πρώτος εμφανίζεται στην σκηνή ο απαραίτητος αναγνώστης, η διαδικασία της ανάγνωσης και η σχέση μεταξύ συγγραφέα αναγνώστη. Ακολουθούν ζητήματα περί λογοτεχνίας, μυθοπλασίας, καλλιτεχνικής δημιουργίας, αναλογιών ανάμεσα στο μυθιστόρημα, το διήγημα, το δοκίμιο, την ποίηση. Ανοικτό και το ερώτημα για την δεύτερη ανάγνωση, σκεπτικισμός για την ηλεκτρονική ανάγνωση και πλήθος αναφορών για την μετάφραση, την πιστότητα στο πρωτότυπο κείμενο, την διάδραση συγγραφέα μεταφραστή.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μερικά από αυτά τα κείμενα, δυο γραμμές, κοφτές προτάσεις, όμορφες εικόνες, λόγια ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων, πλησιάζουν την μορφή χαϊκού. Συχνή χρήση του παρενθετικού λόγου προσπαθεί να αποδώσει το πολύπλοκο και σύνθετο, δευτερεύουσες συγγενικές προσεγγίσεις που μπερδεύονται ανάλογα.
Κλείνοντας ένας μικρός μεζές για να ανοίξει η όρεξη και να ανέβει η αυτοπεποίθηση των αναγνωστών: «Όταν ο αναγνώστης δημιουργεί, ο συγγραφέας σωπαίνει.» στην σελίδα 8 και στο αυτί του γενναιόδωρου οπισθόφυλλου. Στην θέση του επίμετρου ένα λογοπαίγνιο που μαρτυρά μια ψυχοπνευματική δοκιμασία και παιδεμό των μορφών ανθρώπινης έκφρασης: «Στο κάτω κάτω της γραφής υπάρχει πάντα ένας μικρός πόνος».
Αυτός ο πόνος, που δεν είναι πάντα μικρός, είναι η παρηγοριά, η εκτόνωση, η κληρονομιά που λάβαμε και εκείνη που μπορεί να αφήσουμε.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Ένα και ένα δώρο του Μεταιχμίου


Είπα να επωφεληθώ της καλοκαιρινής προσφοράς του Μεταιχμίου με το κουπόνι εφημερίδας που αγοράζεις ένα βιβλίο και έχεις ένα ακόμα δώρο.
Αυτές οι προσφορές δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες.
Έτσι διάβασα την κυριακάτικη εφημερίδα σε ένα όμορφο καφέ ένα αυγουστιάτικο εντελώς ζεστό μεσημέρι και περίμενα υπομονετικά να τελειώσω το βιβλίο που είχα στο κομοδίνο μου  για να βγω βόλτα στα βιβλιοπωλεία που συμμετείχαν στην προσφορά. Αυτές οι βόλτες αναζήτησης που λατρεύω όταν είμαι στην Αθήνα και γίνονται αυστηρώς διαδικτυακές όταν είμαι εκτός. Επισκέφτηκα όλα τα βιβλιοπωλεία της λίστας, για την ακρίβεια χαρτοβιβλιοπωλεία, ψάχνοντας για την αγορά μου. Οι επιλογές μου λίγες καθώς στο ένα τα δωρεάν βιβλία είχαν σχεδόν τελειώσει, στο άλλο έγινε ολόκληρο σούσουρο καθώς ο μαγαζάτορας έπρεπε να μετακινήσει σχολικές τσάντες, γραφική ύλη και κουδουνίστρες μέχρι να φτάσει στους λιγοστούς τίτλους του Μεταιχμίου που μου τους παρουσίασε με ιδιαίτερο καμάρι (έφυγα διακριτικά ενώ εξυπηρετούσε άλλον πελάτη). Κατέληξα στο μοναδικό αμιγώς βιβλιοπωλείο αλυσίδας της λίστας που αν και δεν συμπαθώ και ούτε ποτέ έχω ψωνίσει, μου φάνηκε όαση μετά τα προηγούμενα, καθώς τουλάχιστον είχες τους διπλάσιους τίτλους.
Βέβαια όταν οι επιλογές είναι λίγες δεν υπάρχουν και πολλά διλήμματα.

Επέλεξα να αγοράσω ένα βιβλίο που ήθελα να διαβάσω μόνο και μόνο από περιέργεια εξαιτίας μιας δικαστικής διαμάχης.
Αναφέρομαι στα χρόνια εκείνα που το Υπουργείο Παιδείας εμπνεύστηκε τη δημιουργία σχολικών βιβλιοθηκών, αγοράστηκαν βιβλία και δημιουργήθηκαν χώροι για να στεγάσουν τις βιβλιοθήκες, βέβαια ποτέ δεν προβλέφθηκε (ως είθισται) να απασχοληθούν σε αυτές βιβλιοθηκονόμοι.
Το βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου "Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές" που είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και είχε γίνει πολύ δημοφιλή στο εξωτερικό καθώς έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, είχε αποσυρθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες και μάλιστα με δικαστική απόφαση (απόφαση που πάρθηκε πίσω την επόμενη χρονιά). Είχε προκληθεί μεγάλος σάλος εκείνα τα χρόνια και εγώ είχα μείνει με την απορία πόσο άσεμνο ήταν το περιεχόμενό του για  να εμπλακούν δικαστές και δικηγόροι και να τεθούν ζητήματα λογοκρισίας. Βέβαια και τώρα που το διάβασα δεν καταλαβαίνω ούτε γιατί λογοκρίθηκε ούτε γιατί πήρε βραβείο, αλλά σίγουρα κατάλαβα ότι αυτό και η ιστορία του ανήκουν σε μια άλλη εποχή.

Το βιβλίο δώρο που διάλεξα έχει γραφτεί από τον αμερικάνο Κέβιν Πάουερς, ο οποίος πολέμησε στο Ιράκ και αναφέρει τις εμπειρίες του, σαν εξιλέωση, θα έλεγα, για το μεγάλο λάθος που έκανε να στρατευθεί. Το διάβασα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αν και ήταν μόνο μια απλή εξιστόρηση και έλειπαν πιο βαθιά στοιχεία. Η "Κίτρινη κορδέλα" ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα και αναφέρεται σε αυτούς τους σύγχρονους πολέμους, μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να διαβάσω κι άλλα, ιδιαίτερα από συγγραφείς εκείνων των εμπόλεμων περιοχών. Καθώς δεν έχω ιδέα, θα χαιρόμουν αν κάποιος γνωρίζει να μου αφήσει ορισμένα ονόματα συγγραφέων από Ιράν, Ιράκ, Συρία κτλ.

ΥΓ. Κόντρα σε όσους συνοδεύουν τις φωτο των βιβλίων τους με καφέ, όντας λάτρης των τσαγιών και μη πίνοντας καφέ, συνοδεύει τα βιβλία μου μια καινούρια ανακάλυψη στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Πρόκειται για παγωμένο τσάι του βουνού προερχόμενο από την Κομοτηνή.  

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Η γραφομηχανή


Μια γραφομηχανή ανάμεσα σε μουσικά όργανα, μπροστά από μια όρχηστρα, φαντάζει λίγο παράτερη. 
Έχουμε συνηθίσει να τη φανταζόμαστε πάνω σε ένα γραφείο σε ένα ήσυχο δωμάτιο, εργαλείο του συγγραφέα που προσπαθεί να αποτυπώσει σε λέξεις τις εικόνες που έχει στη φαντασία του, ή σε πολύβουα γραφεία γραμματέων που εργάζονται γράφοντας κείμενα για λογιαριασμό άλλων. Εικόνες από μια άλλη εποχή. 
Σίγουρα πάντως κανείς δεν μπορεί να τη φανταστεί σε ένα συναυλιακό χώρο ανάμεσα σε καλοντυμένους μουσικούς που κρατούν γυαλισμένα μουσικά όργανα. 
Εκτός από τον αμερικανό συνθέτη Leroy Anderson (1908-1975) που ο ήχος της - δικαιολογημένα - τον ανέπνευσε να την εντάξει και σχεδόν να ηγηθεί ένα κοντσέρτο.
Απολαυστικό και με παιχνιδιάρικη, σχεδόν θεατρική, διάθεση.


Η φωτογραφία είναι από τη συναυλία στο Κάστρο της Καλαμάτας από τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων του Δημοτικού Ωδείου Καλαμάτας. 

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Γνωριμία με τους «Βιβλίων Τόποι»




Γράφει η Elli:

Τον Χειμώνα, την Άνοιξη και λίγο το Καλοκαίρι που μας πέρασε φτιάχτηκε μια νέα ομάδα που είχε στόχο την γνωριμία τις κατοικίες των βιβλίων της Αθήνας,  βιβλιοθήκες δημόσιες, οργανισμών και άλλες. Το ωραίο ήταν ότι η ομάδα δικτυώθηκε όχι μόνον μέσα από προσωπικές γνωριμίες αλλά και μέσα από το διαδίκτυο, το δημοφιλές facebook (fb χάριν συντομίας). Με πρωτοβουλία της δημοσιογράφου Λαμπρινής Κουζέλη που εδώ και καιρό δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για όλα όσα άπτονται των εντύπων στον χώρο του βιβλίου και παρακολουθεί από κοντά δράσεις, εξελίξεις αλλά και τις δυσκολίες και προβλήματα (προκλήσεις τα ονομάζουν τώρα για να μειωθεί η αρνητική χροιά) δημιουργήθηκε λογαριασμός στο fb με την επωνυμία «Βιβλίων Τόποι: μια Βιβλιοθήκη τον μήνα». Η Λαμπρινή Κουζέλη αφού συνέλαβε την ιδέα, την σχεδίασε και την συντόνισε με κέφι και δημιουργικότητα βάζοντας την δική της σφραγίδα. Έβγαλε μηνιαίο πρόγραμμα που είχε ισορροπία, ποικιλία και διαφορετικότητες, γνώρισε όλους όσοι ανταποκρίθηκαν στο διαδίκτυο, τους έμαθε και την έμαθαν, έκανε κουβέντες, μίλησε με τους ανθρώπους των βιβλιοθηκών, περπάτησε σε γνωστά μονοπάτια και μαζί άνοιξαν νέα κανάλια επικοινωνίας.
Η ιδέα ήταν (και μάλλον θα επαναληφθεί και την επόμενη χρονιά) οργανωμένες επισκέψεις σε βιβλιοθήκες, όπου να δίνονται πληροφορίες πιο βαθιές, να υπάρχει χρόνος και χώρος για ερωτήσεις και απαντήσεις, καθώς και να δοθεί η ευκαιρία να αναπτυχθεί μια πιο ανθρώπινη σχέση. Το πρόγραμμα περιέλαβε δίωρες και τρίωρες περιηγήσεις στην Εθνική Βιβλιοθήκη, στην Βιβλιοθήκη της Βουλής, στην Βιβλιοθήκη της Τράπεζας της Ελλάδος, στην Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, στην Δημοτική Βιβλιοθήκη και άλλες…

Για όλους εμάς που αντλούμε πράγματα και θάματα που μας κινούν και μας κινητοποιούν από τον κόσμο των βιβλίων και του γραπτού εν γένει λόγου, ήταν μια προσπάθεια που μας έφερε κοντά. Από τις συζητήσεις γεννήθηκε ένα καλό κλίμα, εντυπώθηκαν εικόνες, διατυπώθηκαν ιδέες, δημιουργήθηκε ζύμωση σε κλίμα πρόσφορο. Γιατί κάθε αλλαγή δεν μπορεί με έναν, γίνεται με την ουσιαστική ενσυνείδητη συμβολή ομάδων.

Μπείτε, συνδεθείτε για να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια τι παίζει!

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Interstellar και μπορχεσιανό σύμπαν


Ο σκηνοθέτης της ταινίας Interstellar, Christopher Nolan, προσπάθησε να δημιουργήσει το μπορχεσιανό σύμπαν και μου αρέσει να φαντάζομαι ότι όντως τροφή για έμπνευση ήταν η αγαπημένη ιδέα του συγγραφέα. Λόγος για τη σκηνή της ταινίας που ο αστροναύτης καταπίνεται από τη μαύρη τρύπα και καταλήγει να αιωρείται πίσω από τη βιβλιοθήκη του σπιτιού του. Η βιβλιοθήκη βρίσκεται στο δωμάτιο της κόρης του και καλύπτει έναν ολόκληρο τοίχο, ομολογώ ότι μου φάνηκε αρκετά εντυπωσιακή.
Η πίσω όψη της βιβλιοθήκης φαίνεται να επαναλαμβάνεται στο χρόνο κι αυτός να μπορεί να δει πίσω από τα βιβλία την κάθε στιγμή του παρελθόντος του και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επικοινωνεί με την κόρη του.
Ένας κύβος με τέσσερες διαστάσεις που επαναλαμβάνεται στο άπειρο και όλες οι πλευρές του δείχνουν μία βιβλιοθήκη.
Τη δική του βιβλιοθήκη και τις στιγμές τις οποίες έζησε μπροστά από αυτήν.
Βέβαια δεν ακριβώς αυτό που είχε οραματιστεί και περιγράψει ο Μπόρχες στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του αλλά σίγουρα το πλησιάζει αρκετά.


Λίγα λόγια για το πως δημιουργήθηκε η σκηνή αναφέρονται εδώ.

Η ταινία προβλήθηκε το 2014 και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές από τους λάτρεις των ταινιών επιστημονικής φαντασίας - και όχι μόνο. Αν και μου φάνηκε ότι κάτι της έλειπε για να ενθουσιαστώ, ωστόσο σίγουρα είναι μια ιδιαίτερα καλογυρισμένη ταινία με εντυπωσιακές εικόνες.
Δυστυχώς δεν προβάλεται πια στους κινηματογράφους, κρίμα γιατί θα πήγαινε πολύ να τη δεις σε ένα δροσερό θερινό σινεμαδάκι μια νύχτα του Αυγούστου.