Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Το θανάσιμο αμάρτημα της γενίκευσης

Έχω την ανάγκη να απολογηθώ στους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου που λόγω ανωτέρας βίας και επιθυμίας του συντάκτη αναγκάστηκα να αποσύρω την ανάρτηση "Βιβλίο... τι;" και μαζί με αυτήν τα εύστοχα σχόλια και κυρίως αυτό του e-scriptorum που ανέφερε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ανικανότητα των ΓΑΚ να πραγματοποιήσουν τις προσλήψεις των επιτυχόντων των πεντάμηνων προγραμμάτων της κοινωφελούς εργασίας. Θα ήθελα να παροτρύνω την ομάδα e-scriptorum για την σύνταξη μιας σχετικής ανάρτησης και την παρουσίαση όσων έπεσαν στην αντίληψή τους. Φυσικά τέτοια προβλήματα δεν παρουσιάστηκαν μόνο σε ΓΑΚ και Βιβλιοθήκες αλλά και σε άλλες υπηρεσίες αντικατοπτρίζοντας τον καλό σχεδιασμό των προγραμμάτων και την ουσιαστική σοβαρότητα με την οποία προσεγγίζει η πολιτεία τους χιλιάδες ανέργους. 


Ακολουθεί η νέα ανάρτηση του Μαραμπού.

Τις προάλλες, συζητούσα με μια φίλη, η οποία ήταν αγχωμένη  επειδή έπρεπε να διεκπεραιώσει μια αρκετά σημαντική και δύσκολη υπόθεση σε δημόσια υπηρεσία. Ήταν απελπισμένη για τις ώρες αναμονής που θα σπαταλούσε και πεπεισμένη ότι  άκρη δεν θα έβρισκε. Όταν την ρώτησα τι έγινε τελικά με την υπόθεσή της, μου είπε ότι την ενημέρωσαν από την υπηρεσία ότι δεν χρειαζόταν να περιμένει και μόλις είχαν έτοιμα τα στοιχεία που ζητούσε, θα τα έστελναν μέσω μέηλ. Αρνητική στην επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος, ήδη σκεφτόταν τις επόμενες επισκέψεις που θα αναγκαζόταν να κάνει στην δημόσια υπηρεσία. Το ίδιο βράδυ κιόλας, έλαβε μέηλ από την υπηρεσία με όλα τα στοιχεία που ήθελε! Ομολογουμένως, μείναμε έκπληκτοι και οι δύο. Πολλές φορές παρασυρόμαστε από τις πεποιθήσεις μας (και η λειτουργία του δημοσίου έχει δώσει πάμπολλες αφορμές μέσα στα χρόνια) και καταλήγουμε να περιμένουμε την απογοήτευση και να εκπλησσόμαστε με την όποια επιτυχία. Ενώ, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.

Με αφορμή αυτό, θυμήθηκα την ανάρτηση που είχα κάνει στο παρόν ιστολόγιο όταν είχα πιάσει δουλειά με πεντάμηνη σύμβαση στα ΓΑΚ. Τη ξαναδιάβασα προσπαθώντας να ξεδιαλύνω αν ό,τι έγραφα ανταποκρινόταν πλήρως στην πραγματικότητα και κατά πόσο μέτρησε η συναισθηματική πίεση και η απογοήτευση κάποιου που έπιασε δουλειά για μόλις 5 μήνες σε μια υπηρεσία που, ενδεχομένως να αποτελεί μια υπεράριθμη μονάδα και όπου πιθανότατα οι συνάδελφοί του να τον θεωρούσαν χάσιμο χρόνο αφού σε λίγους μήνες θα ήταν εκτός υπηρεσίας. Αυτή η αίσθηση ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι τα πεντάμηνα προγράμματα του ΟΑΕΔ διοχετεύουν εργαζομένους σε υπηρεσίες που (στις περισσότερες των περιπτώσεων) δεν είναι ενήμερες για την άφιξή τους! Έτσι, παρά την εγκαρδιότητα των υπαλλήλων της υπηρεσίας, ο νέος εργαζόμενος αισθάνεται τον εαυτό του ως μια “παρείσακτη” παρουσία και αυτό είναι πολύ ψυχοφθόρο. Ίσως αυτή η πτυχή των επιδοτούμενων προγραμμάτων εργασίας θα έπρεπε να συζητηθεί όσο και οι άλλες δυσάρεστες πτυχές (λίγος χρόνος εργασίας, ακόμα πιο λίγα λεφτά κ.α.).


Η δουλειά στα αρχεία έχει άλλους χρόνους που μέσα στη βιασύνη μου δεν εκτίμησα σωστά. Είναι μια χαμηλόφωνη εργασία αλλά με πολύ κόπο και εξειδίκευση. Σχετικά με την επιλογή των γραπτών που πρέπει να δεχτούμε ή να απορρίψουμε, πόσο εύκολο είναι να πάρεις μια τέτοια απόφαση, να είσαι σίγουρος ότι είναι σωστή και να δεχτείς την απογοήτευση και την οργή αυτού που τα προσφέρει; Εν ολίγοις, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η συσσωρευμένη πίκρα της μακροχρόνιας ανεργίας σε συνδυασμό με την ορατή πιθανότητα να μην βρω ποτέ δουλειά ως βιβλιοθηκονόμος με έριξαν στο αμάρτημα της άνευ όρων γενίκευσης δοσμένης με πολλή ειρωνεία, την οποία έχοντας πλέον περισσότερη εμπειρία, θεωρώ ότι οι συνάδελφοί μου δεν αξίζουν. Γι’αυτό και για πρώτη φορά (και ελπίζω τελευταία) ζήτησα από την διαχειρίστρια να αποσύρει την προηγούμενη ανάρτηση.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Τα πολυδιαβασμένα


Το παιδικό τμήμα. Ο εφιάλτης και η χαρά μου. Εφιάλτης γιατί δυσκολεύομαι να βρω τρόπους ταξιθέτησης που να βολεύουν εργαζόμενους, γονείς αλλά και τους μικρούς αναγνώστες. Εφιάλτης γιατί αρκεί μόνο μία επίσκεψη σχολείου για να θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Μα περισσότερο από όλα είναι χαρά γιατί εκεί γεννιούνται οι νέοι αναγνώστες. Από εκεί ξεκινάς αν θες να κάνεις το βιβλίο αγαπητό, αν θες να κάνεις τη βιβλιοθήκη ανάγκη και την ανάγνωση ευχαρίστηση. Τα μικρά παιδιά είναι πάντα η ελπίδα.

Τα βιβλία είναι λιγότερα από όσα θα ήθελα, πάντα θα είναι λιγότερα.
Το βλέμμα μου τραβά εκείνα τα πιο ταλαιπωρημένα, εκείνα που με κάνουν να πιστεύω ότι έχει νόημα η όλη προσπάθεια. Δεν με ενοχλεί που είναι πολυδιαβασμένα, έτσι θα έπρεπε να είναι όλα, με ενοχλεί που δεν μπορώ να τα αντικαταστήσω. Αντ' αυτού, σκαρφιζόμαστε διάφορα τεχνάσματα για να συνεχίσουν να αλλάζουν χέρια, να διαβάζονται και να αγαπιούνται. Να αποσυρθούν μόνο όταν οι σελίδες θα έχουν σκορπίσει  στο δρόμο  προς και από τη βιβλιοθήκη.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς αυτός ο αντικειμενικά αξιαγάπητος και πολυβραβευμένος παραμυθάς μας, έχει φυσικά την τιμητική του. Τα αντίτυπα των βιβλίων του που διαθέτει η βιβλιοθήκη πρέπει να έχουν διαβαστεί πάνω από χίλιες φορές. Κι όσοι τα διάβασαν είμαι σίγουρη πως έψαξαν στα βιβλιοπωλεία να βρουν και τα υπόλοιπα. Είμαι σίγουρη πως δεν αρκέστηκαν στην μία ανάγνωση ενός δανεικού βιβλίου. Σίγουρα οι γονείς υπέκυψαν στο παραπονιάρικο "θέλω κι άλλο" και συνέχισαν τις βιβιλιοαναζητήσεις.

Μα αν δεν είναι αυτός ο ρόλος της βιβλιοθήκης τότε ποιος είναι; 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Να ένας συγγραφέας


Καλό λογοτεχνικό βιβλίο για εμένα είναι εκείνο το βιβλίο που:
όταν το διαβάζω οι λέξεις του γραπώνουν τη φαντασία μου με αποτέλεσμα τίποτα να μην μπορεί να μου αποσπάσει την προσοχή,
έχει όμορφες λέξεις, προτάσεις που θα μπορούσαν να γίνουν στίχος,
έχει λέξεις διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιώ στην καθημερινότητα μου,
όταν σταματάω την ανάγνωση πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται την ιστορία του,
ανυπομονώ να τελειώσω ό, τι κάνω για να αφεθώ στις λέξεις του,
όταν το ξαναπιάνω στα χέρια μου δεν έχω ξεχάσει τίποτα από τις προηγούμενες σελίδες,
έχει μια δόση αλήθειας πίσω από το μύθο,
μου μαθαίνει κάτι καινούριο,
μένει στη μνήμη.
Όσο περνάν τα χρόνια τόσο πιο δύσκολα βρίσκω ένα βιβλίο που περιέχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όταν όμως το βρίσκω το εκτιμώ περισσότερο. Δεν ξέρω αν φταίω εγώ που δεν συγκεντρώνομαι πια τόσο εύκολα ή ο συγγραφέας που δεν με βοηθά να συγκεντρωθώ.

Αφορμή όλων αυτών των σκέψεων είναι "Η δεξιά τσέπη του ράσου" του Γιάννη Μακριδάκη που εκδόθηκε το 2009. Είχα ακούσει/ διαβάσει καλά λόγια για τον συγγραφέα που ζει στη Χίο οργώνοντας τον κήπο του και γεμίζοντας λευκές κόλλες χαρτί, άλλωστε διαβάζω τις λέξεις που αφήνει στο μπλογκ του. Ανυπομονούσα να διαβάσω κάποιο από τα βιβλία του και έτυχε να ξεκινήσω με τον εν λόγω τίτλο. Από τις πρώτες λέξεις της ολιγοσέλιδης νουβέλας κατάλαβα ότι ξεκινώ ένα καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Ειδικά αν κάποιος έχει ζήσει τη ζωή σε ένα μοναστήρι θα καταλάβει το βαθύτερο νόημα που κρύβεται πίσω από τις λέξεις. 
Η ιστορία περιγράφει τις σκέψεις ενός πραγματικού καλόγερου που ζει αποκομμένος από τον κόσμο, με στερήσεις, νηστεία, προσευχή και διακονήματα. Ενδιαφέρεται ελάχιστα για ό,τι συμβαίνει στα εσωτερικά της εκκλησίας και για τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι και αυτή η μοναξιά που προστέθηκε στη ζωή του στο μοναστήρι που δεν αντέχεται, να μη νιώθεις μια ανάσα δίπλα σου. Ο θάνατος του αρχιεπισκόπου φαίνεται να μην τον απασχολεί ιδιαίτερα καθώς το γεγονός αυτό τον βρίσκει να γιατροπορεύει την εγκυμονούσα σκυλίτσα του, η Σίσσυ, τη μόνη συντροφιά του στο έρημο παραθαλάσσιο μοναστήρι του ακριτικού νησιού. Ο θάνατός της αλλά και η προσπάθεια να κρατήσει στη ζωή τα κουτάβια που άφησε πίσω της λίγο πριν ξεψυχήσει γίνονται η μοναδική έγνοια του. Αυτή η μοναδική έγνοια του ήρωα γίνεται συνάμα και η μόνη έγνοια του αναγνώστη. Κι όταν ένας συγγραφέας καταφέρνει να αφαιρέσει όλες τις δικές σου έγνοιες να τις κάνει ασήμαντες και να σε παρασύρει μέσω της ανάγνωσης των λέξεων στο δράμα της φαντασίας του, τότε αυτός σίγουρα είναι ένα καλός συγγραφέας και νιώθεις καλά στην ιδέα ότι υπάρχει και γράφει τέτοιες ιστορίες.
Εξαιρετικό βιβλίο και είμαι σίγουρη ότι και τα υπόλοιπα που έχει εκδώσει θα είναι αντάξια του.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Λατρεύω τα παραμύθια!


"Όλη η ομορφιά του κόσμου κλείνεται μέσα σε τούτο εδώ το μυθιστόρημα, αυτό το λογοτεχνικό κόσμημα, που ξεχειλίζει από περιπέτειες, από όνειρα που βγαίνουν αληθινά κι από μια λαχτάρα που πηγάζει από την αγάπη. Μια αλληγορία για την ζωή, γραμμένη με μαεστρία... στο πνεύμα βιβλίων που έχουν γίνει κλασικά. Μια ιστορία που ξεχειλίζει από αγνότητα και θα μιλήσει στην καρδιά όλων των αναγνωστών".

Είναι ίσως η πρώτη φορά που τα κολακευτικά λόγια στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου με βρίσκουν τόσο σύμφωνη. "Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει" είναι από εκείνα τα βιβλία που αγαπώ να διαβάζω, τα αλληγορικά παραμύθια ενηλίκων (μπορεί κάλλιστα βέβαια να διαβαστεί και από ανήλικους) που σε γεμίζουν συναισθήματα. Τα καλά λογοτεχνικά βιβλία που κρύβουν νόημα πίσω από τις λέξεις. Ο τίτλος του εξαρχής με παρέπεμψε στα αγαπημένα βιβλία του Σεπούλβεδα ("Η ιστορία ενός γάτου που έμαθε σε ένα γλάρο να πετάει" και όλα τα υπόλοιπα του) και πράγματι διαβάζοντάς το πήρα ακριβώς αυτό που ήθελα και περίμενα.
Το πρώτο βιβλίο της Κορεάτισσας Hwang Sun-mi γνώρισε, δικαίως, μεγάλη απήχηση στη Νότια Κορέα καθώς έγινε ένα διαχρονικό best seller, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε ταινία κινουμένων σχεδίων, έγινε επίσης θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Η απήχηση του δεν σταματάει στη χώρα της συγγραφέως καθώς έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 12 γλώσσες. Στα ελληνικά μας το έφερε ο επιτυχημένος εκδοτικός οίκος Διόπτρα (ιδιαίτερα μετά την έκδοση των best seller της Hislop). Αισθάνομαι τυχερή που υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που αναζητούν λογοτεχνικά διαμαντάκια σε ξένες γλώσσες, από άγνωστες χώρες, τα μεταφράζουν στα ελληνικά και μας τα προσφέρουν να τα γνωρίσουμε. 
Η επιτυχία του βιβλίου δεν είναι τυχαία καθώς η ιστορία της κότας που ήθελε να πετάξει κρύβει μέσα της όνειρα που στο τέλος εκπληρώνονται, αναφέρεται στη δύναμη της θέλησης που μπορεί να νικήσει και να επιβιώσει από τον μεγαλύτερο εχθρό. Ακόμη, έννοιες όπως ελευθερία, διαφορετικότητα, ικανοποίηση, αυτοθυσία, μητρότητα/ πατρότητα, γήρας κι άλλες πολλές φανερώνονται στον αναγνώστη καθώς η ιστορία ξετυλίγεται. Όλα αυτά μέσω των ζώων μιας φάρμας που αναμεσά τους ζούσε μια διαφορετική κότα, η Μπουμπουκίτσα, που δεν της άρεσε να ζει φυλακισμένη δίνοντας τα αβγά της στον αγρότη. Είχε όνειρο να ζήσει ελεύθερη στην αυλή, να κλωσήσει ένα αβγό και να μεγαλώσει το κοτοπουλάκι της. Το πείσμα της και η όρεξη της για ζωή τη βοηθούν να καταφέρει να ελευθερωθεί και να επιβιώσει. Βέβαια τα πράγματα έξω από την ασφάλεια του κλουβιού δεν είναι και τόσο ρόδινα. Όμως το όνειρό της εκπληρώνεται κι είναι αρκετό αυτό για να νιώσει πληρότητα κι ευτυχία.
Ένα εξαιρετικό, ευκολοδιάβαστο, απολαυστικότατο βιβλίο γραμμένο για να μπει στο ράφι με την κλασική λογοτεχνία. Θεωρώ πως είναι μια πολύ καλή βιβλιοπρόταση δώρου ακόμη και για κάποιον που διαβάζει σπάνια. Εμένα μου το έκανε δώρο κάποιος δωρητής της βιβλιοθήκης. Το είχαν καταχωνιάσει στην εφηβική λογοτεχνία, το ξετρύπωσα κι αμέσως το δανείστηκα καθώς από καιρό ήθελα να το διαβάσω και επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία. 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Παιδικό βιβλίο για βιβλία



Τακτοποιώντας τα ράφια της βιβλιοθήκης ανακάλυψα ένα ακόμη βιβλίο για βιβλία, παιδικό. Πόσο καιρό έχει να πέσει στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι της αγαπημένης αυτής κατηγορίας. Πόσο καιρό έχει να μπει στο μπλογκ ανάρτηση για ένα βιβλιοβιβλίο! Σπεύδω να διορθώσω!
Αν και δεν μου αρέσει (και φυσικά δεν είναι ορθό)  να ταξιθετώ τα βιβλία ανάλογα  με τη σειρά στην οποία ανήκουν, έκανα μερικές εξαιρέσεις στα παιδικά βιβλία για κάποιες σειρές του Καστανιώτη και του Πατάκη, στις οποίες υπάρχει μεγάλη ποικιλία και είναι σειρές αρκετά δημοφιλείς οπότε έχουν το αναγνωστικό τους κοινό. Φτιάχνοντας, λοιπόν, την αλφαβητική σειρά έπεσε το μάτι μου σε έναν τίτλο με τις λέξεις βιβλιοπώλης και βιβλία. Αμέσως τράβηξα το βιβλίο από το ράφι για να χαζέψω το εξώφυλλο και την υπόθεση.
Πρόκειται για το βιβλίο με τίτλο "Η Γιέτε, ο βιβλιοπώλης και τα βιβλία" του Γερμανού Peter Hartling που εκδόθηκε στα ελληνικά το μακρινό 1998 από τον Καστανιώτη που το ενέταξε στη σειρά Νεανική Βιβλιοθήκη.
Η Γιέτε είναι ένα 12χρονο κορίτσι λίγο μελαγχολικό, καθώς μόλις έχουν χωρίσει οι γονείς της και προσπαθεί να συνηθίσει τη νέα κατάσταση, που της αρέσει να ονειροπολεί και να αφήνει τη φαντασία της να την οδηγεί σε νέα μονοπάτια. Τυχαία μια ημέρα μπαίνει στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς της και γνωρίζει το γέρο βιβλιοπώλη που αγαπά τη δουλειά του, τα βιβλία, και προσπαθεί να μυήσει και τη μικρή Γιέτε στο μαγικό κόσμο των βιβλίων. Της αφηγείται την ιστορία του Τομ Σόγιερ και άλλων αγαπημένων ηρώων. Η Γιέτε που νιώθει τον τελευταίο καιρό λίγο παραμελημένη από τη μητέρα της, μαγεύεται από τις ξεχωριστές αφηγήσεις του βιβλιοπώλη και της αρέσει  να περνάει τις ώρες της μαζί του. Αυτό όμως παρεξηγείται από τους κάτοικους της γειτονιάς κι έτσι μια κυρία από την υπηρεσία ανηλίκων δεν αργεί να την επισκεφθεί για να διαλευκάνει την υπόθεση.
Το βιβλίο μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Σαφώς πρόκειται για ένα  βιβλίο για βιβλία που μου αρέσει να διαβάζω και απολαμβάνω τις βιβλιοφιλικές αναφορές τους αλλά από την άλλη ο συγγραφέας δεν κατάφερε να με κερδίσει με τον τρόπο γραφής του. Κι αν δεν κατάφερε εμένα, έμπειρη αναγνώστρια, μπορεί να καταφέρει ένα μικρό παιδί; Ο κύριος λόγος ήταν ότι ο συγγραφέας δεν είχε τον ειρμό που χρειάζεται για να απορροφηθεί ο αναγνώστης καθώς άλλαζε καταστάσεις και χρονικές περιόδους από τη μία πρόταση στην άλλη. Όμως για τους συλλέκτες των βιβλίων για βιβλίων, όπως εγώ, είναι ένα ακόμη βιβλίο που πρέπει να ενταχθεί στη συλλογή με τις όποιες ιδιαιτερότητες του! 

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Δημόσιες Βιβλιοθήκες

Thomas Hawk, And Here I Am.  Πηγή: https://www.flickr.com/photos/thomashawk/
(Seattle Central Libray)

Η καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση ενός βιβλιοθηκονόμου, για εμένα. Εξυπηρετούν όλο το αναγνωστικό κοινό, ανεξαρτήτως ηλικίας, επαγγέλματος, φύλου, οικονομικής κατάστασης. Δημιουργούν και εμπνέουν αναγνώστες. Η λογοτεχνία έχει την τιμητική της, το ίδιο και οι κουβέντες γι' αυτήν. Κάθε πόλη πρέπει να έχει τη βιβλιοθήκη της, ανοιχτή σε όλους, γιατί όλοι έχουν το δικαίωμα στην ανάγνωση. Είναι χαρά και διασκέδαση να δουλεύεις σε μια βιβλιοθήκη που ανήκει σε όλους. Εξυπηρετείς κάποιον από πραγματικό ενδιαφέρον και γιατί πιστεύεις στο βιβλίο, στην ανάγνωση και στη δύναμή του κι όχι για να κάνεις πωλήσεις με σκοπό το κέρδος ενός κάποιου επιχειρηματία. Ευτυχία; σχεδόν, γιατί ζούμε στην Ελλάδα.

Οι ελληνικές Δημόσιες Βιβλιοθήκες σε αριθμούς, εν έτει 2016 (σύμφωνα με τα στοιχεία του Συλλόγου Υπαλλήλων Δημοσίων Βιβλιοθηκών όπως αυτά αναφέρθηκαν σε έγγραφο που στάλθηκε στους αρμοδίους του Υπουργείου Παιδείας):
  • 45 Δημόσιες Βιβλιοθήκες
  • 126 εργαζόμενοι
  • 8 βιβλιοθήκες δεν έχουν καθόλου προσωπικό (επιβιώνουν υπολειτουργώντας με αποσπάσεις εκπαιδευτικών που δεν έχουν καμία ιδέα πώς λειτουργεί μία βιβλιοθήκη) και 2 έχουν μόνο προσωπικό καθαριότητας
  • 20 δεν έχουν βιβλιοθηκονόμο
  • 23 δεν έχουν διοικητικό υπάλληλο
  • καμία δεν έχει πληροφορικό
  • υπάρχουν 25 κινητές βιβλιοθήκες, οι 11 δεν έχουν οδηγό
  • ο προϋπολογισμός των βιβλιοθηκών για το 2010 ήταν 627.300 ευρώ, για το 2015 ήταν 291.836 ευρώ.
Θλίψη.

Περιπλανιέμαι σε μια βιβλιοθήκη χωρίς κανέναν μόνιμο υπάλληλο που άνοιξε το 2004. Πελαγωμένοι εκπαιδευτικοί που μετάνιωσαν για την επιλογή της απόσπασης αλλά θεωρούν ότι κάνουν κοινωνικό έργο καθώς κρατούν "ανοιχτή" τη βιβλιοθήκη. Βλέπω στα ράφια βιβλία που αγοράστηκαν την τελευταία δεκαετία. Πρόσφατες εκδόσεις, αλλά όχι και τόσο πρόσφατες. Βλέπω ότι κάποτε κάποιος βιβλιοθηκονόμος τα είχε καταλογογραφήσει και ταξιθετήσει, όταν αυτός έφυγε κανείς επόμενος υπάλληλος δεν κατάλαβε τι είναι αυτός ο αριθμός που έχει στη ράχη του το βιβλίο. Βλέπω λογοτεχνικά βιβλία χιλιοδιαβασμένα, τσακισμένες ράχες, κιτρινισμένα φύλλα, σχισμένα εξώφυλλα που συνεχίζουν να διαβάζονται και οι άνθρωποι που τα επιστρέφουν να ζητάνε συγγνώμη που δεν τα κόλλησαν με σελοτέιπ. Βλέπω νέους ανθρώπους να επιστρέφουν Καζαντζάκη και να δανείζονται ένα Ντοστογιέφσκι που βρήκαν σε κάποιο ράφι. Βλέπω 25 υπολογιστές, 8 εκτυπωτές, υπολογιστή για άτομα με ειδικές ανάγκες, μονάδα ψηφιοποίησης. Οι περισσότεροι υπολογιστές δεν λειτουργούν, οι εκτυπωτές δεν έχουν μελάνι, κανείς δεν ψηφιοποιεί.
Τι να απαντήσει κανείς στους έφηβους που ζητούν βιβλία που είναι της μόδας και δεν υπάρχει ούτε ένα στη βιβλιοθήκη; Ότι το υπουργείο δεν δίνει χρήματα για αγορές βιβλίων; τι θα καταλάβουν και τι τους νοιάζει. Τι να απαντήσει κανείς σε εκείνο το κορίτσι που λέει ότι αν σας κάνουν δωρεές βιβλία και δεν τα θέλετε να τους δίνετε το τηλέφωνό μου, τα θέλω εγώ, ό,τι βιβλίο, διαβάζω τα πάντα. Τι να πεις στον εκπαιδευτικό που δεν δέχεται τις δωρεές γιατί δεν ξέρει τι να κάνει τα βιβλία που θα έρθουν; 
Τι θα προλάβω να κάνω μέσα σε πέντε μήνες; και ό,τι κάνω πόσο παραπάνω θα διαρκέσει;
Για την ώρα δέκα χιλιάδες και πλέον βιβλία μπαίνουν στα ράφια πάλι από την αρχή, με τη σωστή σειρά. Είναι κάποια αρχή κι ας είναι να τα ανεβοκατεβάζω μόνη. Επίσης, παρακαλώ και για δωρεές, όσοι πιστοί προσέλθετε. 

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Αυτές οι "Μέρες" του Σεφέρη


Συνεχίζω να περνώ τις μέρες μου διαβάζοντας Σεφέρη. Πόσες αναγνώσεις χωρούν στα ημερολόγιά του, πόσες μελέτες, πόσα άλλα κείμενα μπορούν να γεννήσουν και προπάντων πόσες σκέψεις. Μια ολόκληρη εποχή, μια ολόκληρη ζωή μέσα από τη ματιά του σπουδαίου ποιητή που λόγω επαγγέλματος ταξίδευε πολύ, αγαπούσε τη μουσική και κόπιαζε φτιάχνοντας  στίχους. Ο δεύτερος τόμος (24 Αυγούστου 1931 - 12 Φεβρουαρίου 1934) γεμάτος μουσικές πληροφορίες από κονσέρτα που παρακολούθησε, συνθέτες που είδε να διευθύνουν τα έργα τους, η μουσική που ενέπνευσε την ποίησή του. Στον τρίτο τόμο (16 Απριλίου 1934 - 14 Δεκεμβρίου 1940) βρίσκει κανείς πληροφορίες για τους τυπογράφους της περιόδου, κυρίως το τυπογραφείο του Ταρουσόπουλου, και τις προσπάθειες του να συνεργαστεί μαζί τους. Στον πέμπτο τόμο (1 Γενάρη 1945 - 19 Απρίλη 1951) βρίσκονται όλες οι σκέψεις του από την εποχή που ζούσε σε πόλεις της Τουρκίας, συγκινητική η στιγμή που επέστεψε στα πάτρια εδάφη προσπαθώντας να βρει τις αναμνήσεις του.
 
Αντιγράφω μερικές σκέψεις του για μουσική, ποίηση, εκδόσεις:

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου (1940)
Στο μικρό δωμάτιο το τσίμπαλο με τις δύο σειρές τα μαύρα πλήκτρα, η μουσική του Μπαχ. Το σιδερένιο φανάρι κρεμασμένο στο βάθος, μπροστά στο γυμνό τοίχος, μου θύμιζε το φανάρι της πρώτης πράξης της Τρικυμίας, που είδα κάποτε στο Λονδίνο. Σε μια γωνία πάνω από τη βιβλιοθήκη, κρεμασμένα, πάνω σε μια ταπετσαρία από λινάτσα, διάφορα ξύλινα πνευστά με ωραία πατίνα. Ο Γκίκας τα κοιτάζει και τ' αγγίζει με δάκτυλα προσεκτικά, θαρρείς μην τα ξυπνήσει. Είναι σχήματα που μπορούν να θρέψουν την τέχνη του. Όταν, κάπως απροσδόκητα, τον ακούω: "Θα ήθελα ν' ακούσω τι ήχο κάνουν." Έχω την εντύπωση ότι κι αυτή η απορία του είναι μια απορία πλαστική. Πως ο ήχος που θα ήθελε ν' ακούσει θα συμπλήρωνε την ιδέα του για μια πλαστική έκφραση αυτών των οργάνων.

Δευτέρα, 29 Απρίλη (1940)
Κοιτάζοντας το πρωί πόσο ανθρώπινο μπορεί να είναι ένα τοπίο, συλλογιζόμουνα την αντίδραση που ένιωθα πάντα ακούγοντας τη λέξη "ποιητής" με την υπερβατική έννοια που της δίνουν τόσο συχνά, σα να ήταν ο ποιητής κανένας ιππόγρυπας. Αντίδραση που μ' έκανε ν' αποφύγω, όσο μπορούσα, να ονομάσω έτσι εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, ή να ονομάσω "ποιήματα" την εργασία μου. Ποιητής, για τους περισσότερους σημαίνει άνθρωπο στο περιθώριο της ζωής, στα σύννεφα, όπως λένε, και που έχει στη διάθεσή του έναν ακατάσχετο καταρράκτη λέξεων. Πόσο δύσκολα, κάποτε, μιλά ο ποιητής, δεν το καταλαβαίνουν. Βλέπουνε μόνο ένα φουσκωμένο εγώ και δεν υποψιάζονται πόσο άρνηση του εγώ, απεναντίας, χρειάζεται για να φτάσει κανείς στην παραδοχή που σου επιτρέπει να φτιάξεις ένα ποίημα.

Σάββατο, 2 Νοέμβρη (1946)
Δεν αποσπάται κανείς εύκολα από ένα ποίημα που έχει τελειώσει, δεν κόβονται εύκολα οι κλωστές. Όλη τη μέρα σήμερα πασπατεύω ακόμη την Κίχλη, γυαλίσματα, διορθώματα, συμπληρώματα μικρών τόνων. Αισθάνομαι ακόμη μωλωπισμένος από το ποίημα. Τράβηξε κάμποση πείρα ζωής των τελευταίων χρόνων και ιδέες στίχων που σημείωνα σκόρπια από τον περασμένο Γενάρη.

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου (1947)
Χτες και σήμερα δοκίμια της Κίχλης. Έχασα πολύ καιρό από το τέλος του Δεκέμβρη. Ο Ταρουσόπουλος, ο τυπογράφος (όχι ο Πέτρος, ο άλλος), που τον παρακαλούσα να κινήσει τη δουλειά για να τελειώνουμε: "Τι τσίχλες και κοτσύφια μου λέτε, έχω τώρα τα Πρακτικά της Ακαδημίας!"

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Μια δημόσια βιβλιοθήκη της Αγγλίας

Είναι πολύ συνηθισμένο πια σε μια παρέα γνωστών να βρίσκεται κάποιος που έχει φύγει εκτός Ελλάδας και επιστρέφει στα πάτρια εδάφη αραιά και που να δει συγγενείς και φίλους. Είναι ωραίο να συζητάς μαζί τους, σου μεταφέρουν μια καθημερινότητα διαφορετική από τα συνηθισμένα που ίσως οι μόνιμοι κάτοικοι δεν τη παρατηρούν. Αξιοζήλευτη καθημερινότητα. Παρατηρώ ότι όσο πιο πολλά χρόνια μένουν εκτός Ελλάδας σαν να έχει αλλάξει κάτι, όχι μόνο στη προφορά τους αλλά και στις συνήθειές τους. Ειδικά εκείνοι που προσαρμόστηκαν πλήρως στη νέα τους ζωή. Βέβαια όλοι θέλουν να επιστρέψουν πίσω. Συζητώντας με κάποιον που ζει μόνιμα τα τελευταία δέκα και πλέον χρόνια στο Μπέρμιγχαμ μου ανέφερε για την εξαιρετική δημόσια βιβλιοθήκη που έχουν στην πόλη του, την οποία μάλιστα επισκέπτεται πολύ συχνά. Μου μίλησε για το πόσο καλά είναι οργανωμένη και ενημερωμένη, για το πλήθος κόσμου που εργάζεται εκεί, για το πώς μπορεί να παραγγείλει ένα βιβλίο που δεν υπάρχει στη συλλογή και να του το φέρουν σε μία δύο μέρες, για τη συλλογή αφιερωμένη στον Σέξπιρ που διαθέτει. Μάλιστα μου ανέφερε με πολύ υπερηφάνεια ότι την προηγούμενη χρονιά διάβασε είκοσι βιβλία, ενώ την ανάγνωση μου την ανέφερε πρώτη στην ερώτηση σχετικά με τις ασχολίες του στον ελεύθερο χρόνο. Πριν φύγει δεν είχε καμία σχέση με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Έψαξα να βρω πληροφορίες γι' αυτή τη βιβλιοθήκη που με τόσο καλά λόγια μου μίλησε αυτός ο ξενιτεμένος γνωστός. Πραγματικά ό,τι και να μου έλεγε δεν θα μπορούσα να φανταστώ την εικόνα της βιβλιοθήκης που βλέπω στις φωτογραφίες. Ξεπερνάει τη φαντασία μου, νομίζω τη φαντασία όλων των κατοίκων αυτής της χώρας. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη δημόσια βιβλιοθήκη της Ευρώπης, ενώ το νέο κτίριο που είναι ένα αρχιτεκτονικό διαμάντι, ολοκληρώθηκε το 2013. Το Μπέρμιγχαμ είναι μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στην Αγγλία και διαθέτει μία δημόσια βιβλιοθήκη 35.000 τ.μ. και δέκα επιπέδων! Δεν το χωράει ο νους μου! Ούτε καν μπορώ να φανταστώ πως θα ήταν η ζωή μου ζώντας σε πόλη με μια τέτοια βιβλιοθήκη, πόσο μάλλον δουλεύοντας σε αυτήν...




Το κτίριο στο οποίο μεταφέρθηκε η βιβλιοθήκη εγκαταλείποντας το παλιό που δεν αρκούσε για μια σύγχρονη βιβλιοθήκη του 21ου αιώνα και θεωρήθηκε ξεπερασμένο, σχεδιάστηκε από μια ολλανδική αρχιτεκτονική εταιρεία, η οποία γνώριζε την ιστορία την πόλης (ήταν ένα βιομηχανικό κέντρο με μεταλλευτικές βιομηχανίες). Εξωτερικά το κτίριο φαντάζει να σκεπάζεται από μια γιγάντια μεταλλική δαντέλα φτιαγμένη από κύκλους, ενώ το μεταλλικό στοιχείο επικρατεί και εσωτερικά.
Εξυπηρετεί καθημερινά χιλιάδες αναγνώστες, ενώ πραγματοποιεί ετησίως εκατοντάδες εκδηλώσεις. Περιλαμβάνει πωλητήριο, καφέ, θέατρο, αμφιθέατρο, στούντιο ηχογράφησης, ενώ η έκθεση που είναι αφιερωμένη στον Σέξπιρ στεγάζεται σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο στον τελευταίο όροφο της βιβλιοθήκης βικτοριανής αισθητικής επενδυμένο με το ξύλο της πρώτης βιβλιοθήκης. Αν κάποιος σκοπεύει να ταξιδέψει σε αυτή την πόλη της Αγγλίας δεν πρέπει να παραλείψει να επισκεφθεί αυτήν την εντυπωσιακή βιβλιοθήκη.

Ευτυχισμένοι κάτοικοι αυτής της πόλης, αυτής της χώρας.

Περισσότερες πληροφορίες για αυτή την ιδιαίτερη βιβλιοθήκη μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα της. 

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Ετήσιος απολογισμός αναγνώσεων


Το 2015 ήταν φτωχό αν αναλογιστώ τα βιβλία που διάβασα. Με το ζόρι αγγίζουν τα είκοσι, πιο λίγα από κάθε άλλη χρονιά. Η ανάγνωση θέλει σταθερότητα, ησυχία και χρόνο κάτι που δεν είχα το έτος που μας πέρασε, χωρίς απαραίτητα να με στενοχωρεί αυτό.
Άλλαξα τρεις πόλεις, Αθήνα-Κωνσταντινούπολη-Καλαμάτα, κάνοντας ισάριθμες μετακομίσεις κι αλλαγές σπιτιών. Ενδιάμεσα έγιναν πολλά ταξίδια αναψυχής. Ταξίδια και βιβλία δύσκολα συνδυάζονται. Το ίδιο και οι αλλαγές σπιτιών. Λίγα βιβλία με ακολούθησαν στις περιπλανήσεις μου. Επιλεγόντουσαν βιαστικά, την τελευταία στιγμή, σύμφωνα με το χώρο που υπήρχε στις αποσκευές. Κι αυτό κάπως δικαιολογεί το ότι δεν διάβασα κάτι που να με ενθουσίασε, με εξαίρεση κάποιες μελέτες που απήλαυσα ιδιαίτερα, ή ότι τα βιβλία που ξεκίνησα και άφησα ήταν πολύ περισσότερα και ποιοτικότερα από αυτά που τελικά ολοκλήρωσα. 
Παρόλ' αυτά, αν αναλογιστώ τα μέρη που είδα, τους ανθρώπους που γνώρισα, τις εναλλαγές παραστάσεων, ήταν ένα πλούσιο έτος. Πόσο μάλλον αν σκεφτώ τα βιβλία που επεξεργάστηκα, καταλογογραφώντας, τεκμηριώνοντας, ταξινομώντας, ψηφιοποιώντας τα οποία ξεπερνούν τα 8.000 σε δύο διαφορετικές βιβλιοθήκες που είχα τη χαρά να εργαστώ. Κι είναι κι αυτό μια κάποια ανάγνωση, του βιβλιοθηκονόμου ανάγνωση.
Αφήνω εδώ τη βιβλιολίστα του 2015, για να ανατρέξω νοερά στις αναγνώσεις του έτους που έφυγε, να θυμηθώ τα βιβλία που με συντρόφευσαν. Όλα σκορπισμένα σε διάφορα σπίτια, κανένα εδώ μαζί μου την ώρα αυτή, γι' αυτό και μπορεί να ξεχνώ και κάποιο. Τα τοποθετώ ανάλογα με το τι με άγγιξε περισσότερο, αξιολόγηση που μόνο στα λογοτεχνικά μπορώ να κάνω.



Καλή νέα ολόφρεσκη χρονιά. Κι ας είναι να διαβάζουμε λιγότερο αν είναι να εργαζόμαστε περισσότερο.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Διαβάζοντας Σεφέρη


Τις τελευταίες μέρες του έτους τούτου αποφάσισα να τις αφιερώσω διαβάζοντας Σεφέρη.
Είναι γιατί συνειδητοποίησα ότι ένας χρόνος πέρασε χωρίς να διαβάσω τίποτα το σπουδαίο (η βιβλιολίστα μου είναι έτοιμη και περιμένει να αναρτηθεί προσεχώς).
Κάποτε είχα δει σε ένα όνειρο να με ρωτούν ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας λογοτέχνης κι εγώ χωρίς καθόλου σκέψη, σχεδόν αυθόρμητα, απάντησα τον Σεφέρη. Βγαίνοντας από το όνειρο απόρησα γιατί χωρίς να τον έχω διαβάσει απάντησα δίχως καμία αμφιβολία το όνομά του. Την επόμενη μέρα πήγα στην ομορφότερη δημόσια βιβλιοθήκη που έχω επισκεφθεί, στο νησί των φοιτητικών μου χρόνων, την Κέρκυρα, και έψαχνα να βρω τι από Σεφέρη θα πάρω να διαβάσω. Κέρδισαν οι Μέρες, αδυνατώ όμως να θυμηθώ ποιος τόμος. Πρόκειται για εφτά τόμους, σαν ημερολόγιο, σαν τετράδια με λογοτεχνικές ασκήσεις, σαν αυτοβιογραφία, γεμάτους με τις σκέψεις του τοποθετημένες σε χρονολογική σειρά. Απόλαυσα τη γραφή του, σε κάθε λέξη ανατριχιάζοντας, συμφώνησα με την ονειρική μου άποψη. Έναν τόμο μονάχα διάβασα, υποσχόμενη ότι θα τους αγοράσω όλους γιατί αυτά τα βιβλία δεν είναι να τα έχεις δανεικά. Πρέπει να είναι δικά σου, να τα υπογραμμίζεις, να σημειώνεις, να ανατρέχεις σε αυτά όποτε το μυαλό θελήσει. Πέρασαν όμως τα χρόνια και την υπόσχεση δεν την κράτησα, κανέναν από τους τόμους δεν αγόρασα, κανέναν από τους τόμους τους υπόλοιπους δεν διάβασα. Κι όμως πρέπει να διαβάσουμε τον Σεφέρη για να θυμηθούμε ότι αυτός ο τόπος δημιουργεί ποίηση. Κι ας είναι να έχουμε διαβάσει μόνο μία ποιητική του συλλογή με τον γενικό τίτλο Μυθιστόρημα.
Μπαίνοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης που ζω τώρα και κάνοντας αυτές τις σκέψεις οδηγήθηκα στα έργα του Σεφέρη αναζητώντας τις Μέρες. Πήρα τους δύο πρώτους τόμους και ξεκίνησα ένα ταξίδι στη ζωή του νομπελίστα ποιητή μας. Τη Δευτέρα θα πάω να πάρω τους επόμενους δύο. Κάπως έτσι θα με βρει το τέλος του έτους και η αρχή του επόμενου. Απολαμβάνοντας τις λέξεις του μεγάλου αυτού ανθρώπου και προσμένοντας να πιάσω στα χέρια μου τις λέξεις του επόμενου μεγάλου καλλιτέχνη που θα συναντήσω στα ράφια κάποιας βιβλιοθήκης.

Σε όλους εσάς εύχομαι αυτές τις ημέρες τις γιορτινές να τις περνάτε απολαμβάνοντας ό,τι σας ευχαριστεί περισσότερο.
Χρόνια πολλά, μόνο καλά, πάντα δημιουργικά. 

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Ταξίδι στις Βρυξέλλες


Και όταν λέμε ταξίδι εννοούμε βόλτες σε νέους δρόμους ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους που μιλούν μια άλλη γλώσσα και έχουν διαφορετική κουλτούρα και νοοτροπία από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Εννοούμε συνάντηση με ξενιτεμένους φίλους που όλο και πληθαίνουν. Εννοούμε ακόμη βόλτα στους χώρους τέχνης και πολιτισμού που είναι τα μουσεία και, ένεκα του επαγγέλματος, οι βιβλιοθήκες. Τώρα αν αυτοί οι χώροι είναι κλειστοί λόγω μιας αόρατης απειλής, ατύχησες, αλλά τι να κάνεις που δεν μπορείς να τα προβλέπεις όλα όταν οργανώνεις ένα ταξίδι.
Υπάρχουν βέβαια και τα βιβλιοπωλεία, γιατί η όποια λόξα ταξιδεύει μαζί με εσένα.
Το Cook & Book είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλιοπωλείο που επισκέφτηκα στο σύντομο ταξίδι αναψυχής στην πρωτεύουσα του Βελγίου. Βρίσκεται, δικαίως, στα είκοσι πιο όμορφα βιβλιοπωλεία του κόσμου που παρουσιάζονται εδώ, ανάμεσά τους και ένα ελληνικό, το Ατλαντίς της Σαντορίνης που κάποια στιγμή θα ήθελα να επισκεφτώ.
Το όνομά του παραπέμπει σε βιβλιοπωλείο που εξειδικεύεται σε βιβλία μαγειρικής, όμως είναι ένας πανέμορφος χώρος με ιδιαίτερη εσωτερική αρχιτεκτονική και διακόσμηση που συνδυάζει το καλό φαγητό και το βιβλίο. Ξενίζει λίγο το φαγητό μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο αλλά άμα το καλοσκεφτείς δεν είναι και τόσο άσχημο να δοκιμάζεις ωραία φαγητά και παράλληλα να ενημερώνεσαι για τις νέες εκδόσεις. Εξάλλου τα μαγειρεία βρίσκονται σε απόσταση από τα βιβλία και χρησιμοποιούν υπερσύγχρονους εξαερισμούς χωρίς να ενοχλούν το άρωμα των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.   
Αποτελείται από δύο χωριστά κτήρια και από εννέα δωμάτια, κάθε δωμάτιο έχει διαφορετική θεματολογία βιβλίων και διαφορετική διακόσμηση. Ένα δωμάτιο συγκεντρώνει βιβλία στα αγγλικά με την ανάλογη διακόσμηση, έπιπλα βικτωριανής εποχής, φωτιστικά στα χρώματα της αγγλικής σημαίας. Ήταν το πιο ήσυχο και απόμερο δωμάτιο που επιλέξαμε να γεμίσουμε με τη φασαρία της δικής μας άγνωστης γλώσσας πίνοντας καφέ και όχι δοκιμάζοντας τα φαγητά, δυστυχώς.
Cook & Book λοιπόν, το ιδιαίτερο βιβλιοπωλείο που γνώρισα στις Βρυξέλλες την περίοδο που λόγω του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παρίσι ήταν όλα κλειστά και ο στρατός παραφύλαγε σε κάθε γωνιά της πόλης.







  

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Μποέμικη ζωή: ταινία + βιβλίο


Οι Γάλλοι έχουν χιούμορ. Δεν αναφέρομαι σε όλους τους Γάλλους βέβαια, δεν θα μπορούσα να ήξερα άλλωστε. Αναφέρομαι στον κινηματογράφο τους, καθώς αν θελήσει κάποιος να του πω μια ταινία που μ' έκανε και γέλασα δεν θα σκεφτώ καμία ελληνική, καμία αγγλική και σε καμία μα καμία περίπτωση αμερικάνικη. Θα σκεφτώ κάποιες γαλλικές, όπως για παράδειγμα το "Δείπνο ηλιθίων" (1998) ή του Κώστα Γαβρά (Έλληνας βέβαια αλλά οι ταινίες του είναι γαλλικές) "Το τσεκούρι" (2005). Θα σκεφτώ επίσης και τη γαλλο-φιλανδική "Μποέμικη ζωή" (1992) του Καουρισμάκι. Άκρως απολαυστική ταινία, ιδανική να δει κάποιος στη φοιτητική του ζωή (ειδικά αν πρόκειται για αιώνιο φοιτητή) γιατί σε εκείνη την ηλικία θα κατανοήσει και θα συμπονέσει τους πρωταγωνιστές. 


Δεν γνώριζα ότι αυτή η εξαιρετική ταινία στηρίζεται στο βιβλίο "Σκηνές μποέμικης ζωής" του Γάλλου συγγραφέα Henry Marger (1822-1861), ούτε από την ομοιότητα των τίτλων δεν το είχα συνδέσει, αλλά το κατάλαβα με το που ξεκίνησα την ανάγνωση των πρώτων σελίδων του βιβλίου κι ας έχουν περάσει χρόνια από τότε που είδα την ταινία. Η ιστορία του βιβλίου και της ταινίας στηρίζεται σε μεγάλο μέρος της στη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος καταγόταν από φτωχή οικογένεια, έμεινε για ένα διάστημα της ζωής του στο δρόμο και για να βιοποριστεί έκανε πλήθος εργασιών. Χάρις όμως στη μόρφωση που είχε, την οποία απέκτησε λόγω της κλήσης του στα γράμματα και λόγω της θέλησης της μητέρας του, ασχολήθηκε πολύ με το γράψιμο, γι' αυτό και οι εργασίες που αναλάμβανε είχαν σαν κύριο λόγο την σύνταξη κειμένων. Παράλληλα, είχε έφεση στις τέχνες γι' αυτό κι όλα τα χρήματα που του απέφεραν οι διάφορες εργασίες πήγαιναν στην αγορά βιβλίων, στην παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων αλλά και στα εστιατόρια και στα καφενεία. Κατά τη διάρκεια του φτωχού αλλά άκρως καλλιτεχνικού βίου του, γνώρισε και συμπορεύτηκε με πολλούς άτυχους και άσημους καλλιτέχνες, άγνωστους δημοσιογράφους, αιώνιους φοιτητές, όλοι τους λάτρευαν τις τέχνες και ανυπομονόσουν να ξοδέψουν τα όποια λεφτά έπιαναν στα χέρια τους κερνώντας ο ένας τον άλλον αλκοόλ και φαγητό καθώς συζητούσαν για μουσική, για ποίηση αλλά και για τον έρωτα.

Αυτή τη μποέμικη ζωή του περιγράφει στο βιβλίο του που ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αρκετά δυσάρεστη καθώς έζησε στην ανέχεια (και για τον λόγο αυτόν πέθανε μόλις 39 χρονών) είναι γραμμένη με κωμικό τρόπο και έτσι το γέλιο και η ειρωνεία καλύπτουν την όποια δύσκολη και στενάχωρη στιγμή. Αυτό το κωμικοειρωνικό ύφος του βιβλίου απέδωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ο Καουρισμάκι στην ταινία του. Μετά από ενάμιση σχεδόν αιώνα που ο Μυρζέ έγραψε αυτό το βιβλίο αφηγούμενος τη μποέμικη ζωή του  ο Καουρισμάκι ανέδειξε την καλλιτεχνική αξία αυτού του συγγραφέα.

Την ταινία την απόλαυσα πολύ αλλά μέσα από το βιβλίο ο συγγραφέας μου αυτοσυστήθηκε και μου γνωστοποίησε ένα κομμάτι της γαλλικής μποέμικης ζωής του 19ού αιώνα που λίγο πολύ όλοι οι καλλιτέχνες της περιόδου έζησαν.

"Οι μποέμ είναι ασκούμενοι καλλιτέχνες. Το να 'σαι μποέμ είναι το πρώτο βήμα για την Ακαδημία, το νοσοκομείο ή το νεκροτομείο"

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2015

Οι ιστορίες μέσα και πίσω από τον Μόμπι Ντικ, το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ


Το Ναντάκετ είναι ένα μικρό νησί της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, κρέμεται 24 μίλια έξω από την απόληξη του ακρωτηρίου Κοντ, και βρέχεται από τον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Σήμερα στηρίζει την τουριστική του ανάπτυξη σε αυτό που υπήρξε επί δυο αιώνες, τον 18ο και 19ο: η φαλαιονοθηρική πρωτεύουσα του κόσμου, κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου λαδιού όταν το λάδι «έπαιρνε» συστηματικά ο άνθρωπος εκείνης της πλευράς της γης, από φάλαινες. Η κοινωνία του Ναντάκετ είχε στο επίκεντρό της, οικονομικά και αξιακά, την επιχείρηση του θαλάσσιου κυνηγιού. Πολλοί ναυτικοί που έλειπαν έως και δυο χρόνια από τα σπίτια τους καθώς οι πληθυσμοί των φαλαινών εξαφανίζονταν από τις κοντινές τους θάλασσες εξαιτίας της ανθρώπινης καταδίωξης, άφησαν γραπτά κατάλοιπα για τις εμπειρίες τους, την ζωή εν πλω, τις καιρικές συνθήκες, τις δυσκολίες και σκληρότητες μέσα στο πλοίο, τις σχέσεις του πληρώματος και την άσκηση διοίκησης, τον τρόπο κυνηγού, επεξεργασίας (κομμάτιασμα) και φύλαξης σε βαρέλια του προϊόντος των θηραμάτων, εικόνες από το ταξίδι και τα συναισθήματά τους απέναντι στις ομορφιές της φύσης και τους φόβους απέναντι στο άγνωστο. Γραπτά απομνημονεύματα άφησαν και επιζώντες από το ναυάγιο του Έσσεξ που ξεκίνησε το ετήσιο ταξίδι του 1819, ναυάγησε 15 μήνες αργότερα στα νερά του Νότιου Ειρηνικού. Οι είκοσι άνδρες στριμώχτηκαν σε τρεις βάρκες, περιπλανήθηκαν επί τρεις μήνες και επέζησαν τελικά οκτώ, έχοντας κάνει επιλογές λανθασμένες ως προς τις ναυσιπλοϊκές εκτιμήσεις τους και την πορεία τους και υπερβατικές ως προς τις επιβιωτικές συμπεριφορές τους (ανθρωποφαγία).

Το ναυάγιο του φαλαινοθηρικού Έσσεξ ήταν γνωστό στην εποχή του, ένα πλέγμα αφηγήσεων βασισμένων στις διηγήσεις επιζώντων –που διαφοροποιούνται και μεταξύ τους ανάλογα με την θέση του καθενός-, τους μύθους που διαμορφώθηκαν με τις παραμορφωτικές διαθλάσεις που φέρνει το πέρασμα του χρόνου και οι ασυνέχειες της μνήμης, εκείνα που έγραψαν οι εφημερίδες, εκείνα που εννοούνταν γιατί ήταν αυτονόητα ή δεν ήταν δυνατόν να γραφτούν. Αυτό το περιστατικό έδωσε τροφή στην έμπνευση συγγραφέων όπως ο Έμερσον και ο Έντγαρ Άλαν Πόε και στάθηκε η αφετηρία του Χέρμαν Μέλβιλ για το μυθιστόρημά του Μόμπι Ντικ, που με δυσκολία διαβάστηκε στην εποχή του αλλά σήμερα τοποθετείται στα καταστατικά λογοτεχνικά κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται σε όλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η κριτική ερμηνεία έχει αφαιρέσει τα πραγματικά συμβάντα και τοποθετεί το μυθιστόρημα στην σφαίρα της αλληγορίας, της αναμέτρησης του ανθρώπου με την Φύση.

Τις σιωπές της ιστορίας του περιστατικού, της περιπλάνησης, και τον εντοπισμό της συνέχειας των επιζώντων, τι απέγιναν, πώς και με ποιον τρόπο έζησαν μετά, αναζήτησε, εντόπισε, συναρμολόγησε ο ερευνητής Ναθάνιελ Φίλμπρικ, διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Μελετών Ιγκαν και ξετυλίγει στο βιβλίο του με τίτλο Στην καρδιά της θάλασσας (εκδόσεις Ωκεανίδα, α΄ έκδοση, 2002, σ. 367, σειρά: η περιπέτεια του ανθρώπου).

Η επιθετική φάλαινα Μόμπι Ντικ με την σειρά του έχει προκαλέσει κατά καιρούς το ενδιαφέρον πολλών σκηνοθετών. Η Καρδιά της θάλασσας, η ιστορία-πηγή έμπνευσης, έγινε με την σειρά της κινηματογραφική ταινία που θα φθάσει στις ελληνικές αίθουσες προβολής τον καινούργιο χρόνο, δίνοντάς μας χρόνο να διαβάσουμε το βιβλίο που σίγουρα θα δίνει περισσότερες λεπτομέρειες και χρόνο επαφής με τον τόπο και τις συνήθειές του.

Κλείνοντας, έχω τον πειρασμό να μπω σε έναν παραλληλισμό, τι γινόταν στα δικά μας τα μέρη ενώ η φαλαινοθηρική ναυτιλία άνθιζε στον Ειρηνικό Ωκεανό.  Το 1819 όταν απέπλευσε το Έσσεξ, σύμφωνα με σύγχρονες αποτιμήσεις υπολογίζεται ότι 20 ελληνόκτητα πλοία είχαν φτάσει στην Μάλτα, 112 στο Λιβόρνο, 34 στην Ανκόνα, 11 στην Βενετία, 29 στην Τεργέστη, 91 στο Λιβόρνο, 10 στην Γένοβα, 15 στην Νάπολη, και 7 στην Μεσίνα. Κύριο προϊόν μεταφοράς ήταν τα σιτηρά τα οποία φορτώνονταν σε λιμάνια που εκτείνονταν από την Αδριατική Θάλασσα και έφταναν στην Μαύρη Θάλασσα και τον Ατλαντικό, περιλαμβάνοντας τα Ιόνια και όλο το Αιγαίο Πέλαγος (Ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821: ο αιώνας της ακμής πριν από ην Επανάσταση, επιμ. Τζ. Χαρλαύτη, Κ. Παπακωνσταντίνου, Κέδρος, 2013). Όταν το Έσσεξ βυθίστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1820, η Φιλική Εταιρεία βρισκόταν σε βαθμό υψηλής εγρήγορσης, όσο το πλήρωμα αγωνιζόταν στις βάρκες λιμοκτονώντας, έγινε η διάσκεψη της Βοστίτσας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διάβηκε τον Προύθο ποταμό, η Πύλη κήρυξε αποστάτη τον Αλή πασά και οι Έλληνες άρχιζαν τον Αγώνα.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Οι ανύπαρκτες σχολικές βιβλιοθήκες

Ο Γιώργος Δαρδανός των εκδόσεων Gutenberg εκτός από εξαιρετικός εκδότης αποδεικνύει έμπρακτα πως στηρίζει το δικαίωμα όλων στην ανάγνωση και δεν είναι απλά άλλος ένας έμπορας ή επιχειρηματίας. Είναι ένας βιβλιόφιλος, που τον ενδιαφέρουν η εκπαίδευση, οι βιβλιοθήκες, η αναγνωστική πολιτική αυτού του τόπου. Τα βιβλία του "Οι παπαγάλοι δεν διαβάζουν βιβλία" και "Όταν η γάτα γλείφει τη λίμα" είχαν συντροφεύσει τα φοιτητικά μου χρόνια και είχαν δώσει τροφή για σκέψη και εκπόνηση προπτυχιακών εργασιών. Τότε βέβαια δεν είχα ιδέα για όσα συνέβαιναν ή είχα μια πιο ρομαντική ιδέα για τον εκτός ακαδημαϊκού χώρου κόσμο. Με θλίβει που ακόμη ο ακαδημαϊκός χώρος και οι άνθρωποί του επιμένουν στη θεωρία, στην έρευνα και στην επιστήμη και αγνοούν την πραγματικότητα σαν το ένα να μην συνδέεται με το άλλο. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση στο χώρο των βιβλιοθηκών και των αρχείων της Ελλάδας; ποιες οι ελλείψεις; ποιες οι αδυναμίες; ποια τα εργασιακά δικαιώματα των αποφοίτων των σχολών Βιβλιοθηκονομίας;
Ποιος ακαδημαϊκός ασχολείται με αυτά τα ασήμαντα;

Ο Γιώργος Δαρδανός, ένας εκδότης, είναι αυτός που τόλμησε να μιλήσει για την κατάσταση των σχολικών βιβλιοθηκών και την αναμφισβήτητη αναγκαιότητά τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κι ακόμη και σήμερα, που παρ' όλη την παρανοϊκή κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό δημόσιο και την αποδυνάμωση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος (και όχι μόνο), συνεχίζει να αναρωτιέται τι να απέγιναν άραγε εκείνες οι 774 σχολικές βιβλιοθήκες που δημιουργήθηκαν σε ισόποσα γυμνάσια αυτής της χώρας. Τι να απέγιναν τα 6.000 βιβλία με τα οποία εμπλουτίστηκαν οι πρώτες σχολικές βιβλιοθήκες; Τι να απέγιναν άραγε εκείνα τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια για τη δημιουργία και την περαιτέρω ενίσχυση σχολικών βιβλιοθηκών (και να ήταν μόνο αυτά που κανείς δεν ξέρει σε ποιανού τσέπη μπήκαν).

Το νεοκδοθέν βιβλίο του "Σχηματική σκέψη" συγκεντρώνει κείμενα που αναφέρονται στις ανύπαρκτες σχολικές βιβλιοθήκες ενώ συνοδεύεται από ένα cd που φέρει τον εύστοχο τίτλο "6.001 φυλακισμένοι τίτλοι βιβλίων στις σχολικές βιβλιοθήκες, κατάλογος". Το cd περιέχει τον κατάλογο με τους τίτλους που μετά από τη σύσταση ειδικών επιτροπών (και μεγάλου καβγά, φαντάζομαι, ώστε να ικανοποιηθούν εκδότες και συγγραφείς) επιλέχθηκαν για να γεμίσουν τα ράφια και τους τοίχους των πρώτων σχολικών βιβλιοθηκών που κουτσοδημιουργήθηκαν επί Γεράσιμου Αρσένη.
6.000 βιβλία που κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν. Σε μια χώρα χωρίς καμία οργάνωση, πρόβλεψη και στόχο, φαντάζει αστείο να ξέρει κάποιος που να κατέχει μια θέση ευθύνης που να βρίσκονται κάποια βιβλία. Σε αυτόν τον τόπο κανείς δεν ξέρει τίποτα και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν κάνει τίποτα.

Ρωτήστε τους μόνιμους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς που τα τελευταία χρόνια ταξιδεύουν από άκρη σε άκρη την χώρα αυτή, γεμίζοντας τα χιλιάδες κενά εκπαιδευτικών (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό) που δημιουργήθηκαν με το μη διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών τα τελευταία έξι χρόνια. Αυτοί έχουν περάσει από τόσα σχολεία που σίγουρα θα έχουν συναντήσει αυτά τα φυλακισμένα βιβλία, αν βέβαια έχουν κάποια ευαισθησία για τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες.
Μη ρωτήσετε βιβλιοθηκονόμους γιατί ποτέ δεν είδαν αυτές τις βιβλιοθήκες και ό,τι έμαθαν γι' αυτές το έμαθαν ρωτώντας. Οι βιβλιοθήκες αυτές δημιουργήθηκαν για να τις λειτουργούν εκπαιδευτικοί και όταν κάποιοι συνάδελφοι κινήθηκαν νομικά ο δικηγόρος δεν ανέλαβε τη σίγουρα χαμένη υπόθεση καθώς το Υπουργείο Παιδείας έχει το δικαίωμα να μετακινεί το προσωπικό στο εσωτερικό του. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις δημόσιες βιβλιοθήκες και με την εθνική βιβλιοθήκη αλλά και με τα γενικά αρχεία του κράτους που κάθε χρόνο εκατοντάδες εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων αποσπούνται για βρεθούν εκτός αιθουσών διδασκαλίας σε έναν χώρο που δεν έχει καμία συνάφεια με τις σπουδές τους κάνοντας εργασίες άσχετες με τα προσόντα τους. Μήπως τότε πρέπει να αναλογιστούν όσοι παίρνουν τις αποφάσεις αν οι βιβλιοθήκες (και δεν αναφέρομαι στις ανύπαρκτες σχολικές) και τα αρχεία πρέπει να εντάσσονται στο Υπουργείο Παιδείας ή μήπως το Υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε να είναι αρμόδιο;

Όλα αυτά τα θέματα κι άλλα πολλά με στοιχεία και αριθμούς αναφέρονται σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι που ελπίζω να διαβαστεί και να συζητηθεί από πολλούς γιατί όλοι μαζί ίσως καταφέρουμε κάτι. Το κυριότερο να κατανοήσουν αυτοί που δεν ξέρουν πόσο σημαντικές είναι οι σωστά οργανωμένες βιβλιοθήκες.

Υ.Γ. Δεν θα είχα ενημερωθεί γι' αυτό το βιβλίο αν δεν είχα ακούσει την άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Γιώργου Δαρδανού στη ραδιοφωνική εκπομπή της Κατερίνας Μαλακατέ. 

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Γραφή Ανάγνωση Ζωή

Ο Μαραμπού διάβασε ένα πολύ αγαπημένο βιβλίο που είχε γράψει γι' αυτό η Έλλη στο προηγούμενο μπλογκ της, αφιερωμένο μόνο για βιβλιοβιβλία, 51 αγαπημένα βιβλία που μιλούν για συγγραφή και ανάγνωση. Ήταν μια καλή αφορμή να μπω σε αυτόν το ξεχασμένο χώρο και να θυμηθώ τα παλιά μας.
Να τι γράφει ο Μαραμπού γι' αυτό το μικρό σε όγκο μεγάλο σε περιεχόμενο βιβλίο:

Κρίνοντας από τον τίτλο, “Η τέχνη της γραφής”, ομολογώ ότι περίμενα κάτι διαφορετικό. Ένα εγχειρίδιο συγγραφής σεμιναριακού επιπέδου, με πρακτικές ασκήσεις αγελοποίησης για τους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και διδακτικές συμβουλές για αποξηραμένες φαντασίες. Ύστερα θυμήθηκα ότι τέτοια βιβλία συνήθως φέρουν τίτλους ανάλογους του επιπέδου του καθηγητή/συγγραφέα τους, του τύπου “Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα σε 10 πρακτικά βήματα” και εδώ που τα λέμε καλά κάνουν για να τα ξεχωρίζουμε και να μην τα αγοράζουμε!
Κρίνοντας από τον συγγραφέα όμως, αμέσως κατάλαβα ότι οι συμβουλές συγγραφής δεν θα μπορούσαν να μην κρύβουν μέσα τους συμβουλές ανάγνωσης και εκείνες με την σειρά τους να μην κρύβουν συμβουλές ζωής. Γραφή/ανάγνωση/ζωή αποτελούν μια σχέση αξεδιάλυτη και συνάμα τόσο ελκυστική. Ένας καλός συγγραφέας παρατηρεί τη δική του ζωή, διαβάζει πολλές άλλες, και γράφει για μια νέα! Οι συμβουλές του λοιπόν, δε θα μπορούσαν να αφορούν μόνο έναν “γραφιά” άλλα οποιονδήποτε από μας, αδιάφορο αν γράφουμε, διαβάζουμε μόνο, ή απλώς παρατηρούμε.
Το βιβλίο σταχυολογεί μερικά αποσπάσματα από την αλληλογραφία του Άντον Τσέχοφ με νέους συγγραφείς, που αν και εκ πρώτης όψεως δείχνουν να ενδιαφέρουν μόνο όσους ενδιαφέρονται για την γραφή, πολύ γρήγορα διαποτίζονται από την αστείρευτη καλοσύνη του συγγραφέα τους και παρηγορούν με την αλήθεια τους. Από τεχνικής απόψεως, τα αποσπάσματα (ακόμα και τα πιο μικρά) μοιάζουν, κατά διαβολικό τρόπο, με υποδείγματα διηγημάτων! Ας παραθέσω μερικά από τα πιο σύντομα:
“Θεέ μου, κάνε να μη μιλάω και να μη συζητώ γι' αυτά που δεν γνωρίζω και δεν καταλαβαίνω”.

“Πολιτική, θρησκευτική ή φιλοσοφική κοσμοθεωρία δεν έχω ακόμα. Αλλάζω κάθε μήνα, γι' αυτό θα πρέπει να περιοριστώ μόνο στις περιγραφές – πώς οι ήρωές μου αγαπούν, πώς παντρεύονται, γεννούν, πεθαίνουν και μιλούν”.

“Δεν είναι ανάγκη να επιδιώκεις αφθονία προσώπων στο έργο σου. Στο επίκεντρο πρέπει να είναι δύο: αυτός και αυτή...”

“Τα περιττά ονόματα το μόνο που κάνουν είναι να βαραίνουν το κείμενο”.

“Η συμβουλή μου: Σ' ένα έργο προσπάθησε να έχεις πρωτοτυπία και να είσαι όσο το δυνατό πιο έξυπνος, αλλά μη φοβάσαι να φαίνεσαι κουτός. Η σκέψη σου να είναι ελεύθερη, και ικανός γι' αυτό είναι μόνο εκείνος ο οποίος δε φοβάται να γράφει κουταμάρες”.

Η έκδοση του Πατάκη είναι κομψότατη. Το βιβλίο έχει ένα σχεδόν τετράγωνο σχήμα (για να συμβαδίζει με την τετράγωνη λογική του συγγραφέα!) και ένα γυαλιστερό εξώφυλλο με μια τεχνική εκτύπωσης τέτοια που αναλόγως την γωνία θέασης σού προσφέρει ενδιαφέροντες οπτικούς πειραματισμούς. Η πλούσια εισαγωγή και η ανθολόγηση ανήκει στον Piero Brunello και η μετάφραση είναι του Βασίλη Ντινόπουλου. Επισυνάπτονται 22 φωτογραφίες από διάφορα στάδια της ζωής (άρα και της γραφής/ανάγνωσης!) του Άντον Τσέχοφ.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα


Μου αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα κι ας μην τα διαβάζω συχνά. 
Τα κλασικά αστυνομικά τύπου Σέρλοκ Χολμς που ένας δαιμόνιος ντετέκτιβ προσπαθεί να εξιχνιάσει εγκλήματα, φόνους και ληστείες. Νομίζω ότι η γνωριμία μου με τέτοιου είδους βιβλία ξεκίνησε στο τέλος της πρώτης δεκαετίας της ζωής μου διαβάζοντας τις υποθέσεις εξιχνιάσεων μυστηρίων με τίτλο Τα πέντε λαγωνικά. Με χαρά βλέπω ότι κυκλοφορούν ακόμη από τις εκδόσεις Gutenberg. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ένα παιδί θα ξεκινούσε να διαβάζει κάποιο από τα βιβλία της σειράς και δεν θα το έφτανε μέχρι το τέλος. Το ίδιο πιστεύω και για κάποιον ενήλικα που ξεκινά να διαβάσει ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Δεν μπορεί να διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο και να μην έχεις αγωνία να φτάσεις μέχρι το τέλος. 
Τα τελευταία χρόνια η έκδοση και κατ' επέκταση η ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων έχει γίνει μόδα που ξεκίνησε από τις Σκανδιναβικές χώρες και έφτασε ως εδώ με τις εκατοντάδες μεταφράσεις. Πολύ εκδοτικοί οίκοι πια ειδικεύονται εκδίδοντας κυρίως αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι κάτι σαν ευχή και κατάρα, αν εκδώσεις ένα αστυνομικό μυθιστόρημα δεν θα σταματήσεις ποτέ. Θα εκδίδεις μέχρι να γεμίσεις πολλά ράφια βιβλιοπωλείων και σπιτιών. Το ίδιο συμβαίνει και αν ξεκινήσεις να διαβάζεις.

Στην Ελλάδα όμως ακόμη δεν γράφεται καλό αστυνομικό μυθιστόρημα ή τώρα ξεκινούν οι συγγραφείς να καταπιάνονται με υποθέσεις μυστηρίου. Έχουμε όμως δύο εξαιρετικούς συγγραφείς, κατά τη γνώμη μου, σε αυτόν τον τομέα. Ο ένας ήταν ο Γιάννης Μαρής (1916-1979) με τον ήρωα του τον αστυνόμο Μπέκα, που δεν αναγνωρίστηκε όσο ήταν εν ζωή καθώς οι κριτικοί της εποχής θεωρούσαν το συγγραφικό του έργο παραλογοτεχνικό. Πολλά βιβλία του τα διάβασα εξαιτίας εφημερίδας που εξέδιδε τα έργα του κάποια εποχή και τα διέθετε στην κυριακάτικη έκδοση. Ο άλλος είναι ο Κωνσταντινουπολίτης Πέτρος Μάρκαρης που το συγγραφικό του έργο χαίρει μεγάλης εκτίμησης στο εξωτερικό καθώς τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (Γερμανικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αγγλικά, Ισπανικά) και έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία. Ο Κώστας Χαρίτος είναι ο βασικός ήρωας των βιβλίων του. Δεν είχα διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του αλλά ήμουν σίγουρη ότι όποιο και να επιλέξω να διαβάσω θα το απολαύσω. Στη βιβλιοθήκη εντόπισα ένα μικρό βιβλίο με επτά ολιγοσέλιδες ιστορίες και δεν δίστασα να το δανειστώ για να ανακαλύψω επιτέλους τις λέξεις του σπουδαίου Μάρκαρη.
Ξεκίνησα να το διαβάζω και σταμάτησα μόνο όταν τελείωσε. Τι πρωτότυπο! Γι' αυτό δεν αγοράζω αστυνομικά, διαρκούν μόνο μία ανάσα και σχεδόν ποτέ δεν ανατρέχεις ξανά σε αυτά. Το να τα βρεις σε κάποια βιβλιοθήκη και να τα δανειστείς είναι το ιδανικότερο.
Η Αθήνα πρωτεύουσα των Βαλκανίων εκδόθηκε το μακρινό 2004 που η Αθήνα βρισκόταν σε έναν άλλο κόσμο καθώς η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων και οι νίκες στον αθλητισμό ήταν το μόνο που απασχολούσε κατοίκους και πολιτικούς. Οι ιστορίες του περιγράφουν ακριβώς το κλίμα εκείνης της εποχής που η Αθήνα ήταν το κέντρο της Ευρώπης αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μόνο η πρωτεύουσα των φτωχών χωρών που απαρτίζουν τα Βαλκάνια. Αυτή η ειρωνεία περιγράφεται σε μορφή μικρών ιστοριών μυστηρίου. 
Με καμία αμφιβολία δεν θα διστάσω να διαβάσω όλο το συγγραφικό έργο.

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Το λιμάνι της Καλαμάτας

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967) το 1911 εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα η οποία ενέπνευσε  αρκετούς πίνακές του και πράγματι η ομορφιά αυτού του νησιού μπορεί να εμπνεύσει καλλιτέχνες, κυρίως η φύση και τα παλιά κτίρια. Θυμάμαι ζωγράφους να στήνονται σε διάφορα σημεία της πόλης και να προσπαθούν να απεικονίσουν στον καμβά την ομορφιά που έστεκε μπροστά τους, κυρίως το επιβλητικό φρούριο που από διάφορα σημεία της πόλης μαγεύει κατοίκους και επισκέπτες. Τα κυπαρίσσια που ψιλόλιγνα ξεχωρίζουν στις καταπράσινες βουνοκορφές της Κέρκυρας, ξεχωρίζουν στους πίνακές του που κάθε που τους αντικρίζω μου θυμίζουν το νησί.
Το 1911 φιλοτέχνησε το Λιμάνι της Καλαμάτας.
Δεν ξέρω γιατί επέλεξε το μέρος αυτό, αλλά ρομαντικά θέλω να σκέφτομαι ότι ο Κ. Παρθένης περιπλανήθηκε στην πόλη αυτή και επέλεξε το πιο εντυπωσιακό μέρος, το μέρος με το περισσότερο μπλε που γαληνεύει τους ανθρώπους. Η προβλήτα του λιμανιού της Καλαμάτας, εκεί που ξεκινάει το λιμάνι της πόλης και εκεί που τελειώνει η εντυπωσιακή παραλία της.
Έναν αιώνα μετά η προβλήτα στέκει ακόμα εκεί, ίσως με κάποιες διαφορές που δεν μου επιτρέπουν να φωτογραφίσω ό,τι απεικονίζει ο πίνακας.
Παραμένει το ιδανικότερο σημείο για βόλτα, χαλάρωση και αγνάντι.
Τον πίνακα του Παρθένη μπορεί κανείς να τον χαζέψει από κοντά, να ακολουθήσει τις πινελιές του, στην Εθνική Πινακοθήκη.
Ο πίνακας του Παρθένη μπορεί να ζωντανέψει μπροστά σου αν βρεθείς στην προβλήτα στο λιμάνι της Καλαμάτας και τύχει να περάσει ένα λευκό ιστιοφόρο.