Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Οι στρατιωτικές βιβλιοθήκες



Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η American Library Association πραγματοποίησε μια μεγάλη εκστρατεία συγκέντρωσης βιβλίων για τους Αμερικάνους στρατιώτες που ήταν στο μέτωπο. Παρακινούσαν με οποιονδήποτε τρόπο (με ντουντούκες, με αφίσες) τους πολίτες της χώρας να φέρουν βιβλία ώστε να στηθεί η στρατιωτική βιβλιοθήκη. Έξω από τη δημόσια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης είχαν στηθεί στρατιωτικές σκηνές που παραλάμβαναν τα βιβλία. Στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται μέρος των βιβλίων που είχαν συγκεντρωθεί καθώς και η αφίσα που παρακινεί τους πολίτες να φέρουν βιβλία ενώ στη δεύτερη φαίνεται ένας άνθρωπος με ντουντούκα που προφανώς θα λέει κάτι παρόμοιο με το σύνθημα από πίσω του. 
Την κίνηση για τη δημιουργία στρατιωτικής βιβλιοθήκη πρώτοι ξεκίνησαν οι Βρετανοί και στη συνέχεια μιμήθηκαν οι Αμερικανοί.

Στρατιωτική βιβλιοθήκη στη Γαλλία το 1919

Όλη η ιστορία αναφέρεται στο βιβλίο Books in the War: The Romance of Library War Service του Theodore W. Koch που εκδόθηκε το 1919. 


Ο συγγραφέας ήταν βοηθός βιβλιοθηκονόμου στην ιστορική βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου στο Μίσιγκαν από το 1904 έως το 1915. Η συνεισφορά του στη βιβλιοθήκη ήταν μεγάλη καθώς επέφερε σημαντικές αλλαγές. Έδωσε προνόμια στους φοιτητές καθώς τους επέτρεψε το δανεισμό βιβλίων κάτι που επιτρεπόταν μόνο στους ακαδημαϊκούς, άνοιξε το αναγνωστήριο για το κοινό τις Κυριακές και οργάνωσε βιβλιοθηκονομικά μαθήματα κατά την καλοκαιρινή περίοδο, στα οποία δίδασκε ο ίδιος την επιστήμη της Bιβλιοθηκονομίας, σε μια εποχή που ακόμα δεν είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα η επιστήμη αυτή. Το 1909 συμμετείχαν στις πρώτες οχτώ εβδομάδες των μαθημάτων 217 μαθητές. Τα μαθήματα αυτά εξελίχθησαν στην πορεία στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας του Πανεπιστημίου.

Μαθητές από τα καλοκαιρινά μαθήματα βιβλιοθηκονομίας

Το 1915 ταξίδεψε στην Αγγλία ως απεσταλμένος για να διαπραγματευτεί με τους Βρετανούς λογοκριτές  σχετικά με τις απαγορεύσεις προσκτήσεων ξένων εκδόσεων από τις εχθρικές χώρες, Γερμανία, Αυστρία. Εξαιτίας του πολέμου ήταν δύσκολο να καταφέρει και πολλά. Ωστόσο, όσο ήταν στο Λονδίνο αξιοποίησε το χρόνο του παρατηρώντας πως οι Άγγλοι προμήθευαν βιβλία στα στρατόπεδα. Ο Koch έκανε ολόκληρη έρευνα για τις στρατιωτικές βιβλιοθήκες, η οποία αναφέρεται στο βιβλίο.
Στη συνέχεια, από το 1916 έως το 1919 εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσο ως υπεύθυνος στο τμήμα των παραγγελιών, ενώ από το 1919 έως το θάνατό του το 1941 εργάστηκε ως βιβλιοθηκονόμος στο πανεπιστήμιο Northwestern στο Ιλινόις.  
Στην επιμνημόσυνη δέησή του ο πρόεδρος του Πανεπιστημίου ύμνησε τα έργο και τον επαγγελματισμό του όχι μόνο στο διοικητικό κομμάτι των βιβλιοθηκών αλλά και στη σημασία που έδινε στις βιβλιοθήκες ως βασικό φορέα του πολιτισμού.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Εξομολογήσεις ενός Άγγλου βιβλιοφάγου

Ο Μαραμπού διάβασε ένα εξαιρετικό, μου φαίνεται, βιβλιαράκι από μια σειρά των εκδόσεων Printa που συγκεντρώνει μόνο αριστουργηματικά κείμενα, και μας έστειλε εντυπώσεις.

Ο Thomas De Quincey (1785-1859) έγινε γνωστός κυρίως για το βιβλίο του Οι εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου. Εκτός όμως από οπιοφάγος υπήρξε και βιβλιοφάγος, και αυτές οι συνδηλώσεις εξάρτησης που υπονοούνται, γαληνεύουν την καρδιά κάθε αναγνώστη που αναγνώρισε κάποτε στον εαυτό του σημάδια ενός έντονου ψυχικού μαρτυρίου. Γιατί αν το όπιο καταπράυνε τους σωματικούς του πόνους, τα βιβλία αποτέλεσαν την ασπίδα της ψυχικής του υγείας, παρά την εξαρτησιογόνο διάθεση που αμφότερα τα σκευάσματα περιείχαν.
Οι Επιστολές σε έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί, δεν είναι ένα βιβλίο στείρου διδακτισμού, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει από τον – ελαφρώς κακόγουστο – τίτλο του. Αντιθέτως, σκορπίζει ολόγυρα την χαρά της γνώσης, εκείνης που δεν μπαίνει σε καλούπια, είναι ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο του παλιού καλού καιρού, μεγάλης νοηματικής συμπύκνωσης και υψηλής περιεκτικότητας σε σκέψεις.
Η γλώσσα του είναι απαράμιλλα όμορφη και αν σας φανεί λίγο στυφή, μην ξεχνάτε ότι βγήκε από ένα κελάρι σχεδόν 200 χρόνων και πρέπει να του δώσετε τον χρόνο να “αναπνεύσει” στο τώρα, για να μπορέσει να αναδείξει όλα τα λεπτά του αρώματα!

Στα νιάτα μου δεν μπορούσα να μπω σε κάποια μεγάλη βιβλιοθήκη, ας πούμε εκατό χιλιάδων τόμων, χωρίς να με κατακλύσει ένα συναίσθημα οδύνης και πνευματικής ταραχής, που θύμιζε τα δάκρυα τα οποία έχυνε ο Ξέρξης όταν ατενίζοντας τον τεράστιο στρατό του σκεφτόταν ότι σε εκατό χρόνια δεν θα υπήρχε ψυχή ζώσα. Εμένα, σε σχέση με τα βιβλία, θα με κατέκλυζε το ίδιο συναίσθημα την ημέρα του θανάτου μου. Εδώ, είπα μέσα μου, υπάρχουν εκατό χιλιάδες βιβλία, που ακόμα και το χειρότερό τους θα μπορούσε ν' αποτελέσει για μένα πηγή χαράς και γνώσης˙ μόνο που κατά πάσα πιθανότητα θα κληθώ στους ουρανούς προτού προλάβω να βγάλω το μέλι ούτε από το ένα εκατοστό αυτής της κυψέλης. Είμαι σίγουρος ότι και απ' το δικό σας μυαλό περνά συχνά η ίδια σκέψη (...) σας διαβεβαιώνω ότι μιλάω για την πιο αληθινή βάσανο που είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ.

Αυτά τα μικρά θεωρητικά δοκίμια σε μορφή επιστολών, δημιουργούν μία συμπαγή θεωρία της λογοτεχνίας, πολύ πριν οι σύγχρονες θεωρίες κάνουν την εμφάνισή τους.
Σ' αυτό το έργο ο Ντε Κουίνσι υπογραμμίζει τη σημασία της μελέτης των γλωσσών καθώς και των φιλοσόφων, και  χωρίζει τη λογοτεχνία σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τη λογοτεχνία της γνώσης, πραγματική, αναλυτική, και τη λογοτεχνία της δύναμης, που συγκινεί και μεταμορφώνει τον κόσμο. Τα δικά του κείμενα, ονειρικά, λαβυρινθώδη και εξαίσια, τον τοποθετούν αμέσως μεταξύ των οπαδών της δεύτερης.
Από την κερκίδα της ίδιας πλευράς, ζητωκραυγάζω και εγώ με όλη μου την δύναμη!

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Βιβλία που καρφιτσώθηκαν στη μνήμη


Δεν γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω.
Κάποια κάπου με απογοήτευσαν και ποιο το νόημα να γράψω για βιβλία που δεν με ενθουσίασαν. Κάποια άλλα πάλι ήταν τόσο καλά που οι λέξεις οι δικές μου περιττεύουν.
Για άλλα πάλι ήθελα να γράψω δυο λόγια εδώ, αλλά ξεπήδησαν άλλες σκέψεις που έγιναν αναρτήσεις κι αυτά πήραν μετάθεση στο πίσω μέρος του μυαλού και ξεχάστηκαν.
Και φυσικά είναι και τα βιβλία για βιβλία ή οι βιβλιοφιλικές περιγραφές και πληροφορίες, που πάντα έχουν θέση εδώ.
Είναι όμως και κάποια βιβλία που ενώ τα έκλεισα και σαν να ένιωσα ότι έχασα το χρόνο μου, κατάφεραν να μείνουν στο μυαλό μου σαν να τα διάβασα εχτές.
Έχω διαβάσει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναμφίβολα καλοδουλεμένα βιβλία που όμως μετά από το πέρας ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος ξεχάστηκαν, και από την άλλη πλευρά η δύναμη κάποιων, που αριστουργήματα δεν τα λες, υπερίσχυσε.
Οπότε αν ένα βιβλίο καταφέρει να τρυπώσει στη μνήμη μου και να μείνει εκεί, το θεωρώ άθλο για τον συγγραφέα και ας είχα κλείσει το βιβλίο απογοητευμένη.

Στη λίστα με τα βιβλία του 2013 υπάρχουν δύο τέτοια βιβλία.

Το πρώτο βιβλίο είναι το Κράτα μου το χέρι του Δημήτρη Μαμαλούκα. Το είχα κερδίσει στην εκπομπή του librofilo στο amagiradio. Ο Μαμαλούκας είναι ένας συγγραφέας που συμπαθώ ιδιαίτερα καθώς η Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα  ήταν από τα πρώτα βιβλία για βιβλία που είχα διαβάσει. Το τελευταίο του βιβλίο το διάβασα σε μία μέρα, όμως όταν έφτασα στο τέλος που είχε να κάνει με κάτι παραφυσικό, έφυγε όλη η αγωνία και έγινε απογοήτευση. Είναι σαν αυτές τις ταινίες που περιμένεις να δεις τι θα γίνει και στο τέλος ο πρωταγωνιστής απλά ξυπνάει από ένα όνειρο.
Όμως το τέλος ξεχάστηκε (μου το θύμισαν πρόσφατα) και το μόνο που έμεινε ήταν η αγωνία του πρωταγωνιστή, τα συναισθήματα, η ψυχολογία του καθώς και το διαμέρισμά του. Ένα διαμέρισμα πίσω από την οθόνη ενός κινηματογράφου που ο κάθε πυροβολισμός της ταινίας ακούγονταν σαν έκρηξη και με πολλά άλλα προβλήματα όπως την αφόρητη ζέστη από σωλήνες. Αυτό το σπίτι ήταν λες και ήταν το δικό μου, ένιωσα σαν να έμεινα κι εγώ στο ίδιο ακριβώς διαμέρισμα.

Το δεύτερο είναι Η Γαλλίδα δασκάλα του Ντίνου Γιώτη.
Ένα βιβλίο που το διάβασα επειδή αναφέρθηκε ότι θα γινόταν ταινία με γυρίσματα στο Πήλιο. Καθώς ήμουν στο Βόλο πέρσι, όλοι περίμεναν να έρθουν οι κάμερες και να ξεκινήσουν τα γυρίσματα.
Εκφράσεις τύπου "θα παίξει ο γιος της κύριας τάδε που είχε παίξει ένα θεατρικό στο σχολείο κι ήταν πολύ καλός" ήταν πολύ συνηθισμένες.
Από περιέργεια έπιασα, λοιπόν, στα χέρια μου αυτό το βιβλίο και προσπαθούσα να συνδέσω τις περιγραφές του χωριού με κάποιο από τα πανέμορφα χωριουδάκια του Πηλίου.
Ανούσια ιστορία, με σεξ, ίντριγκες και έναν φόνο που με κράτησε όμως σε αγωνία και έφτασα έως το τέλος. Η ταινία μάλλον δεν γυρίστηκε ποτέ, ακόμα θα την περιμένουν εκεί στο Βόλο.
Αυτό το βιβλίο όμως είχε μια περιγραφή που αν και πέρασε ένας χρόνος, μένει ακόμη εκεί, καρφιτσωμένη στη μνήμη.
Ένα βράδυ ο πρωταγωνιστής της ιστορία οδηγεί προς το χωριό του. Βυθισμένος στις σκέψεις του αφαιρείται χαζεύοντας τα αστέρια του ουρανού. Χάνει πρόσκαιρα τον έλεγχο του αυτοκινήτου και παραλίγο να συγκρουστεί με ένα αυτοκίνητο του αντίθετου ρεύματος. Έχοντας ανακτήσει τον έλεγχο σκέφτεται πως αν είχε τρακάρει και είχε πεθάνει όλοι θα πίστευαν ότι τον πήρε ο ύπνος και κανείς δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι κοιτούσε ένα αστέρι.

Όπως και να το κάνουμε είναι μαγικός αυτός ο κόσμος των βιβλίων, συνέχεια με εκπλήσσει.

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

Ο ερωτευμένος Σοπέν

Άλλο θέμα είχα στο μυαλό αλλά με τόσες καρδούλες γύρω μπήκα στον πειρασμό της ημέρας και ενδίδω αναφέροντας μια ιστορία έρωτα που μόλις εχτές έμαθα.
Κι όταν μιλάμε για έρωτα μιλάμε για μουσική και βιβλία. Αναπόφευκτα.
Ο Σοπέν έχει βασανίσει και γοητεύσει όλους τους πιανίστες του κόσμου καθώς οι συνθέσεις του αποτελούν τα σημαντικότερα έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου και σίγουρα δεν μπορεί να μην υπάρχει πιανίστας που να μην έχει παίξει κάποιο από τα έργα του. 
Τόσο συνηθισμένος που αν ακούσετε ένα κομμάτι με πιάνο που δεν γνωρίζετε  και βρεθεί εκεί γύρω ένας μουσικόφιλος να σας ρωτήσει "Γνωρίζεις τον συνθέτη;" απαντήστε "Σοπέν", υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχετε απαντήσει σωστά.
Αυτός λοιπόν ο συνθέτης, γεννήθηκε το 1810 στην Πολωνία και το 1831 εγκαταστάθηκε στο κέντρο του πολιτισμού, το Παρίσι, που συναναστράφηκε με τις σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής. Εκεί αυτός ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός και φιλάσθενος αλλά και ιδιοφυής άνθρωπος γνώρισε το 1837 τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του, τη Γεωργία Σάνδη. 
Η Αμαντίν-Ωρόρ-Λουσίλ Ντυπέν, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Σάνδη γεννήθηκε το 1804 στο Παρίσι και ήταν φεμινίστρια πριν καν δοθεί ορισμός σε αυτό τον όρο. Αφού παράτησε τον πρώτο της σύζυγο κυκλοφορούσε στο Παρίσι με αντρικά ρούχα, αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε μέρη που απαγορεύονταν η είσοδος των γυναικών. Μετά το χωρισμό της έζησε αρκετές ερωτικές περιπέτειες, αλλά η σχέση της με τον Σοπέν είχε ένταση και διάρκεια καθώς συζούσαν επί δέκα χρόνια. Γνωρίστηκε με τον Σοπέν στο σπίτι ενός ακόμη ερωτικού συντρόφου της, του Λιστ. Αρχικώς ο Σοπέν τη χαρακτήρισε ως αντιπαθητική δυσανασχετώντας με τις ασυνήθιστες για την εποχή συνήθειες της, όπως το να φοράει παντελόνια και να καπνίζει δημόσια βαριά τσιγάρα, πίπα και πούρα.
Όμως αυτήν την εκκεντρική γυναίκα και συγγραφέα πετυχημένων μυθιστορημάτων την ερωτεύτηκε σφόδρα όταν την συνάντησε ξανά μερικούς μήνες αργότερα.

Εγκαταστάθηκαν στη Μαγιόρκα και έζησαν εκεί για ένα διάστημα με τα δύο παιδιά της,  όμως η υγεία του Σοπέν με συμπτώματα φυματίωσης χειροτέρευε και η ασυνήθιστη συμπεριφορά της Σάνδη, η αντρική ενδυμασία και η συμβίωση με έναν άντρα χωρίς γάμο, προκαλούσε αντιδράσεις στους περιοίκους με αποτέλεσμα να καταφύγουν σε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Αν και η υγεία του Σοπέν χειροτέρευε, ήταν μια από τις παραγωγικότερες περιόδους, καθώς συνέθεσε νέα έργα και αναθεώρησε κάποια παλαιότερα. Παράλληλα, η Σάνδη έγραψε το βιβλίο Ένας χειμώνας στη Μαγιόρκα.
Η ανάρρωση του Σοπέν καθυστερούσε πολύ να έρθει καθώς η εύθραυστη υγεία του συνεχώς τον ταλαιπωρούσε. Η Σάνδη όλα αυτά τα χρόνια έμενε αφοσιωμένη στον εραστή της και του συμπαραστεκόταν στα προβλήματά υγείας του. 
Όμως, σταδιακά ο έρωτας άρχισε να υποχωρεί και η Σάνδη θέλησε να χωρίσει και διάλεξε έναν αλλόκοτο τρόπο για να του το πει, όπως αναφέρεται στη Μυστική ζωή των μεγάλων μουσουργών, των εκδόσεων Αιώρα.
Την εποχή εκείνη γράφει το μυθιστόρημα Λουκρητία Φλοριάνι στο οποίο ένας χαρακτήρας που είναι βασισμένος στην ίδια έχει έναν εραστή με τα χαρακτηριστικά του Σοπέν. Η ενάρετη, ευγενική και πανέμορφη ηρωίδα του μυθιστορήματος διώχνει τον παρανοϊκά ζηλιάρη και παρασιτικό εραστή της. 
Οι νύξεις της απέτυχαν και ο Σοπέν απλά επαινεί τη Σάνδη για τη δημιουργικότητα της παρά τις αντιδράσεις των φίλων του.
Το καλοκαίρι του 1847 χωρίζει οριστικά από τον φιλάσθενο Σοπέν, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει νικημένος από την αρρώστια του.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Το καλό μου το βιβλίο


Αναζητώντας ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία που δεν δανείζονται, όσα βιβλία δηλαδή δεν ανήκουν στην κατηγορία "λογοτεχνία", εντόπισα ένα παιδικό βιβλίο που από τη ράχη έμοιαζε να μην ανήκει στην κατηγορία που το είχαν τοποθετήσει και προπάντων ένιωσα ότι αδικείται στερώντας του τη δυνατότητα δανεισμού. Βέβαια, όσο και να στύβω το κεφάλι μου δεν μπορώ να βρω τον λόγο για να να μην δανείζονται οι μελέτες μιας δημόσιας βιβλιοθήκης.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή παραμυθιών του Γρηγορίου Ξενόπουλου με τον τίτλο "Το καλό μου το βιβλίο" κι αυτός ήταν ο λόγος που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και θέλησα να το ξεφυλλίσω, η αναζήτηση ενός ακόμα βιβλίου για βιβλία.
Κοιτώντας τα περιεχόμενα ανάμεσα στα διάφορα παραμύθια που συγκεντρώσει βρήκα αυτό που δικαιώνει τον τίτλο.
Ένα καθαρά βιβλιοφιλικό παραμύθι γεμάτο με εικόνες εποχής, μιας άλλης εποχής.
Ένας βιβλιόφιλος δεν αγαπά τόσο το περιεχόμενο το βιβλίο όσο το βιβλίο ως αντικείμενο.
Γιατί το βιβλίο δεν είναι μόνο η ιστορία που περιέχει, είναι από μόνο του μια ιστορία που έχει να μας αφηγηθεί πολλές ιστορίες ακόμη. Εκείνες των κατόχων του.
Αντιγράφω εδώ το παραμύθι με τον γενικό τίτλο του βιβλίου.


«Το κάθε χαλασμένο παιχνίδι, το κάθε κιτρινισμένο χαρτάκι, ως και το ξεχασμένο εργόχειρο, όλα, μα όλα, καθώς τα ξέθαβα από το σκονισμένο σεντούκι της σοφίτας, μου χάριζαν μια δυνατή συγκίνηση και μου έφερναν στο νου χίλιες δυο πικρόγλυκες αναμνήσεις. Μα την πιο μεγάλη συγκίνηση ένιωσα σαν αντίκρισα τ’ ομορφόδετο παλιό βιβλίο με τα μεγάλα γράμματα και τις ζωντανές του εικόνες.
Α, το παλιό βιβλίο, τι ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου! Όχι με την τερπνή ιστορία που μου διηγούνταν, αλλά με μια αχνή, σχεδόν αδιόρατη κηλίδα και μια τρυπίτσα που είχε στο εξώφυλλο.
Η κηλίδα δεν είναι από τις συνηθισμένες μουτζούρες που απρόσεχτα παιδιά κάνουν στα βιβλία τους . Όχι, είναι κηλίδα καμωμένη στο τυπογραφείο, που δεν την προσέχει κανείς αμέσως. Δεν την πρόσεξε και η νόνα μου όταν, για το περιεχόμενο, και την κομψότητά του, διάλεξε για δώρο μου εκείνο το βιβλίο. Δεν την πρόσεξα ούτε εγώ, όταν, τρελή από χαρά, το θαύμαζα και το ξεφύλλιζα. Μα την πρόσεξε ο αδερφός μου, που δεν είχε πάρει δώρο, και μου την έδειξε.
Ο ενθουσιασμός μου, όμως, δεν έπεσε:
Μπα, του λέω ούτε που φαίνεται.
Αλήθεια, δε φαίνεται αμέσως, μου αποκρίθηκε, μα υπάρχει πάντα κι όταν κανείς το προσέξει, χάνει όλη την ευχαρίστηση που είχε πριν.
Ήμουνα μικρή τότε και δε σκέφτηκα να παραπονεθώ στο μεγάλο αδελφό μου. Γιατί να μου δείξει αυτήν τη μουντζούρα, που εγώ δεν θα την πρόσεχα, γιατί να θελήσει να λιγοστέψει την ευχαρίστηση που μου προξενούσε τ’ όμορφο βιβλίο; Πήρα ένα σουγιαδάκι κι άρχισα πεισματωμένη να ξύνω την κακιά μουντζούρα.
Φυσικά δεν άργησα να τρυπήσω το χαρτί και ν’ αρχίσω τα κλάματα. Τότε άρχισα και τα παράπονα κατά του Τάκη. Έβαλα μάλιστα και τη μαμά να τον μαλώσει. Αυτός δικαιολογήθηκε:
- Και μήπως εγώ της είπα να το σχίσει; Ας το καθάριζε με τη γομολάστιχα. Τι να της κάνω; Να της πω ότι η ασχήμια που έβλεπα ήταν στολίδι; Δεν μπορούσα.
- Δεν ήταν καμιά ανάγκη να της πεις το παραμικρό, τον αντέκρουσε η μαμά. Ή, τουλάχιστον αφού της έδειξες το κακό, έπρεπε να της έλεγες πώς μπορούσε να το διορθώσει. Μα, εσύ την έσπρωξες να κάνει το κακό χειρότερο.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
- Ας είναι, όμως. Σ’ όλα αυτά που έκανες υπάρχει και κάτι καλό. Εννοώ την παρατήρησή σου πως δε σημαίνει τίποτα αν φαίνεται ή όχι το κακό που υπάρχει και πως, όσο μικρή κι αν είναι μια ασχήμια κι όσο καλά κι αν κρύβεται, τη στιγμή που θ’ αποκαλυφθεί ελαττώνει σημαντικά την αξία του όμορφου πράγματος. Σε συγχαίρω γι’ αυτή την παρατήρηση. Και σε συμβουλεύω να την θυμάσαι. Αργότερα, στη ζωή, θα τη νιώσεις περισσότερο αυτή την αλήθεια. Θα γνωρίσεις ανθρώπους μ’ ένα σωρό προτερήματα, που θα σ’ ενθουσιάσουν στην αρχή, όπως και το βιβλίο την αδερφή σου. Μα, άμα τους γνωρίσεις καλύτερα, θα ανακαλύψεις, κάποιο αόρατο ελάττωμα, μια κρυφή κηλίδα στ’ όμορφο βιβλίο της ψυχής τους. Να το θυμάσαι αυτό που έπαθε σήμερα η Νίνα, που κατάφερε, δηλαδή, άμα γνώρισε το κακό, να το κάνει μεγαλύτερο, γιατί χωρίς να ξέρει, με σπουδή και μ’ αδεξιότητα, ζήτησε να το πολεμήσει.
Ήμουνα πολύ μικρή τότε για να καταλάβω αυτά τα λόγια, μα ο αδερφός μου κατάλαβε. Περιμάζεψε λοιπόν το βιβλίο, που εγώ δεν το ήθελα πια, γιατί ήταν τρύπιο, κι αργότερα, πολύ πολύ αργότερα, μου το ξανάδωσε και μου επανέλαβε τα λόγια της μαμάς.
Ω, πόσες φορές στη ζωή μου, τα ξαναθυμήθηκα…»        


Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Διαβάζοντας μέσα στο δάσος

Ο Αμερικάνος νατουραλιστής συγγραφέας Henry David Thoreau (1817-1862) έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στο Harvard και έχοντας επιστρέψει στη γενέτειρα πόλη Κόνκορντ της Μασαχουσέτης, αποφασίζει στα 28 του χρόνια να αφήσει εργασία και σπίτι για να ζήσει μέσα στο δάσος δίπλα σε μια πανέμορφη λίμνη, τη λίμνη Walden Pond.


Ζει για δύο χρόνια απολαμβάνοντας τις χαρές της φύσης, ξεκομμένος από τις ανέσεις που προσφέρει η ζωή στην πόλη, χτίζει ο ίδιος την καλύβα του με πενιχρά έξοδα και καλλιεργεί βασικές τροφές. Τρώει ελάχιστα αλλά στοχάζεται πολύ, μιλάει λίγο με ανθρώπους αλλά περισσότερο με τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Προσπαθεί να επιβιώσει με ελάχιστα έως καθόλου χρήματα και τελικά καταφέρνει να επιβιώσει σε συνθήκες διαφορετικές από αυτές μπορεί να φανταστεί ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ευτυχία.


Το 1854 εκδίδει το βιβλίο στο οποίο περιγράφει την εμπειρία του ζώντας κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες δίνοντας τους για τίτλο το όνομα της λίμνης: Walden. 
Ένα αρκετά πυκνογραμμένο βιβλίο που περιέχει τις σκέψεις ενός αυθεντικού, και ίσως του πρώτου, οικολόγου, που αγαπά τη φύση ίσως περισσότερο και από τον άνθρωπο. 

Βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί σήμερα καθώς περιέχει ιδέες, αν και σε υπερβολικό βαθμό θα έλεγα, που οι υλιστικές μας απολαύσεις μας έχουν κάνει να ξεχάσουμε.
Οι περιγραφές της φύσης που είναι διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο μου θύμισαν αρκετά τον Προυστ και το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο.
Η επίγευση τελειώνοντας το βιβλίο είναι η αντίληψη ότι η ευτυχία προέρχεται από τη φύση και από τον στοχασμό. Όχι από τα χρήματα, όχι από τα υλικά αγαθά, όχι από τις ανθρώπινες σχέσεις, όχι από την εργασία. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος εργάζεται για να φάει περισσότερο και τρώει περισσότερο για να εργαστεί περισσότερο.  
Κρατώ μία συμβουλή: 
"Η συμβουλή μου είναι να είστε πολύ προσεχτικοί άμα έχετε να κάνετε με επιχειρήσεις που απαιτούν πιο πολύ καινούρια ρούχα παρά καινούριο άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι καινούριος, πώς θα του ταιριάσουνε τα καινούρια ρούχα;"

Και φυσικά δεν μπορώ να μην αναφέρω εδώ ότι αυτός ο άνθρωπος που έζησε επί δύο χρόνια μέσα στο δάσος με ελάχιστα αγαθά αφιερώνει ένα κεφάλαιο για τα βιβλία. 
Εκεί μέσα στη φύση, με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία και ελάχιστη ζεστασιά το χειμώνα έχει φροντίσει να έχει μαζί του μερικά καλά βιβλία, να τα διαβάζει σιγά σιγά γιατί εκεί το σοβαρό διάβασμα είναι καλύτερο από ότι στο πανεπιστήμιο.
Έχει μαζί του μερικά βιβλία αρχαίων συγγραφέων και φιλοσόφων γιατί:
"το καλό διάβασμα -δηλαδή το διάβασμα βιβλίων που είναι γεμάτο αλήθεια- είναι μια ευγενική άσκηση που θα κάνει τον αναγνώστη να αγωνιστεί και να κοπιάσει περισσότερο απ' όσο για οποιαδήποτε άλλη από τις ασκήσεις και τα σπορ της εποχής μας".

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Η μεγάλη βιβλιοθήκη της μικρής μας πόλης


Μακριά από τη μεγάλη μας πόλη ο χρόνος κυλάει πιο αργά, η ημέρα ως δια μαγείας αποκτά περισσότερες ώρες.
Φταίει που η άκρη όλων των άλλων πόλεων είναι αρκετά βήματα πιο κοντά.
Δεν προλαβαίνεις να βγεις από το σπίτι και η βόλτα τελείωσε, έφτασες κιόλας στον προορισμό σου.
Είναι και οι επιλογές που είναι δραματικά περιορισμένες, πού είναι τα μουσεία, πού είναι τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, οι εκθέσεις, τα βιβλιοπωλεία, τα καταστήματα των Αθηνών.
Εδώ τίποτα, μαθαίνεις να αρκείσαι στο λίγο.
Εδώ έχει μόνο φύση, αυτό που λείπει από τις μεγάλες πόλεις. Εδώ έχει εκείνα τα χρώματα που συναντάς σπάνια μέσα στο μονότονο γκρι της Αθήνας.
Αλλά αρκεί το χρώμα;
Σαφώς φταίει και η ανεργία.
Περπατώ στο Ναύπλιο, χαζεύω την πόλη γύρω που έχει κάτι από Κέρκυρα να μου θυμίζει και κοιτώ μαγεμένη τα όμορφα χρώματα που τις μέρες που έχει ήλιο ζωντανεύουν, εκπέμπουν θερμότητα.
Περπατώ χαζεύοντας ώσπου να καταλάβω ότι κύκλους κάνω, έχω φτάσει έως το τέρμα και δεν μπορώ να το πιστέψω. Αρχίζω πάλι για να καταλήξω στο ίδιο σημείο.


Πέφτω πάνω στη βιβλιοθήκη, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου που φέρει το όνομα ο Παλαμήδης. Χαίρομαι που υπάρχει, αισθάνομαι ασφάλεια.
Μπορώ να φύγω από την Αθήνα με ένα βιβλίο μόνο στις αποσκευές μου.
Στην επαρχεία δεν υπάρχουν προσφορές, ούτε παζάρια στην Πλατεία Κοτζιά.
Το 10% την ενιαίας τιμής στα βιβλία είναι προς τα πάνω, τα έξοδα για τα μεταφορικά, λένε.
Φαντάσου αν καταργηθεί.
Γι' αυτό η δημόσια βιβλιοθήκη μου μοιάζει με παράδεισο, είναι νοσοκομείο ψυχής, φορέας πολιτισμού.
Κοιτώ όλα αυτά τα ράφια και βλέπω πόσα βιβλία υπάρχουν για διάβασμα.
Είναι σαν να είναι όλα δικά μου, είναι όλα δικά μου.


Όλα παλιές εκδόσεις, με τσαλακωμένες ράχες, κιτρινισμένα φύλα, όπως μου αρέσουν να είναι τα βιβλία. Αναζητώ τίτλους που ήθελα καιρό να διαβάσω και τα βρίσκω όλα! Χαρά ενός παιδιού! Βρίσκω και άλλα που ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι θα υπήρχαν εδώ, σε μια μικρή βιβλιοθήκη, μιας μικρής πόλης.
Χαζεύοντας στα ράφια, προσπαθώντας να προσαρμοστώ με το σύστημα ταξιθέτησης που έχουν χρησιμοποιήσει, πέφτω σε ένα σημείο με μόνο νέες εκδόσεις. Δεν μπορώ να το πιστέψω, είναι βιβλία που μόλις έχουν κυκλοφορήσει, αυτή η μικρή βιβλιοθήκη ξαφνικά αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.
Αποκλείεται αυτό το κράτος να έδωσε κονδύλια για αγορά νέων εκδόσεων, τότε πως βρέθηκαν εδώ αυτά τα βιβλία που βλέπω στους πάγκους των βιβλιοπωλείων;
Ήρθε ένας κύριος, μου απαντούν, και μας έκανε δωρεά 300 βιβλία, όλα νέες εκδόσεις.
Τριακόσια βιβλία μέσα σε κούτες, δεν το πιστεύαμε!
Αυτός ο κύριος άραγε θα ξέρει, θα μπορεί να φανταστεί ότι έκανε κάποιους ανθρώπους χαρούμενους; Να ας πούμε εμένα, που ανυπομονώ να διαβάσω αυτά τα βιβλία που δανείστηκα για να πάω τρέχοντας να πάρω κι άλλα!
Να πάω στη μεγάλη βιβλιοθήκη της μικρής μας πόλης.


Κάθε μικρή και μεγάλη πόλη θα έπρεπε να έχει βιβλιοθήκη.
Αντί να θέλουν να τις κλείσουν θα έπρεπε να τις φροντίσουν, να τις μεγαλώσουν, να τις αξιοποιήσουν.
Είναι βαρετό να συζητάμε ξανά και ξανά τα αυτονόητα, δύο βήματα πίσω και μισό μπροστά.
Και βέβαια δεν πρέπει να κλείσει καμία βιβλιοθήκη.
https://secure.avaaz.org/en/petition/Ohi_sto_kleisimo_ton_ellinikon_laikon_vivliothikon/?whHtifb

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Το βιβλίο ως δώρο

Ο Μαραμπού έστειλε  για ανάρτηση τις σκέψεις του για ένα θέμα με το οποίο πολλές φορές έχουμε ασχοληθεί εδώ αλλά δεν θα βαρεθούμε να ασχολούμαστε: τα βιβλιοδώρα. 
Και συγκεκριμένα αναφέρεται στα βιβλία που προσφέρουν ως δώρα ραδιοφωνικές και διαδικτυακές εκπομπές καθώς και ιστοσελίδες. Συμμετέχοντας και εγώ σε όσους διαγωνισμούς βρίσκω για βιβλία ή προσκλήσεις για θέατρο κι έχοντας κερδίσει ουκ ολίγες φορές ένα έχω να πω, 
αν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να σου δωρίζουν είναι να κερδίζεις!
Πολύ όμορφες προωθητικές ενέργειες των εκδοτικών οίκων, με τη σειρά μας προωθούμε κι εμείς όσο μπορούμε.

Τα βιβλία είναι από εκείνα τα είδη δώρων που απολαμβάνω περισσότερο να κάνω παρά να δέχομαι, κυρίως γιατί όταν επιλέγω ένα βιβλίο για δώρο, παρασύρομαι από την ακατανίκητη επιθυμία να το διαβάσω πρώτα πριν το δώσω. Αυτό όμως κρύβει τον κίνδυνο να μην αρέσει τελικά τόσο πολύ στον παραλήπτη. Στον αντίποδα, όταν μου χαρίζουν βιβλία, έχω την χαρά μικρού παιδιού μπροστά από την γυάλα με τα ζαχαρωτά. Αν και πολλές φορές η απογοήτευση θα έρθει σύντομα, η στιγμιαία χαρά είναι ανόθευτη!
Αν κάποιος μου πρότεινε να επιλέξω ανάμεσα σε 20 ευρώ ή ένα βιβλίο (χωρίς να ξέρω ποιο είναι), σχεδόν σίγουρα θα επέλεγα το βιβλίο. Βέβαια, η λογική υπαγορεύει να επιλέξεις τα 20 ευρώ με τα οποία θα μπορέσεις να αγοράσεις όποιο βιβλίο θες. Τα 20 ευρώ όμως, είναι πολύ λίγα για να αγοράσουν την έκπληξη, ακόμα και αν πρόκειται για δυσάρεστη έκπληξη! 
Εδώ θέλω να αναφερθώ στα βιβλία που προσφέρουν διαδικτυακές/ ραδιοφωνικές εκπομπές. Ακόμα και αν γίνονται για λόγους προώθησης, δεν παύουν να είναι ακαταμάχητα δώρα. Είναι βιβλία που γνωρίζεις εκ των προτέρων, τα διεκδικείς με άλλα άτομα, ίσως αναγκάζεσαι να πληρώσεις και τα έξοδα μεταφοράς, όμως όταν τα κρατάς στα χέρια σου ενθουσιάζεσαι με το απόκτημά σου και ευχαριστείς την Θεά Τύχη  για την εύνοια που σου έδειξε!

Κρατώ στα χέρια μου το 360 του Αχιλλέα Κυριακίδη, το τέταρτο βιβλίο που κέρδισα από την εκπομπή  Garagebooks και αναλογίζομαι πόσο τυχερός είμαι! Μπορεί να ξίνισα στην αρχή, επειδή κέρδισα το πιο μικρό ανάμεσα σε πολλά άλλα βιβλία που κληρώνονταν σε εκείνη την εκπομπή, γιατί το πιο μικρό, γκρίνιαξα, λες και βρισκόμουν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο και σύγκρινα το μέγεθος (και κατ' επέκταση την αξία του δώρου) του δικού μου πακέτου με εκείνο του αδερφού μου. Όταν πλέον το διάβασα, αντιλήφθηκα την πλάνη μου.
Η μικρή αυτή νουβέλα περιλαμβάνει μερικές καθημερινές ιστορίες ανθρώπων, των οποίων οι ζωές περιπλέκονται αδιόρατα, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό σύνολο. Κάθε δυο σελίδες περίπου, μόλις πας να αναφωνήσεις “μα τι γίνεται εδώ τέλος πάντων;”, λαμβάνεις απροειδοποίητα την απάντηση και συνεχίζεις έτσι ως το τέλος. Η δύναμη της νουβέλας είναι σίγουρα η γλώσσα της, που αποδεικνύει απλώς το αυταπόδεικτο, τον λόγο δηλαδή που, νιώθω σιγουριά κάθε φορά που βλέπω το όνομά του στην θέση του μεταφραστή.

Έχω λάβει δυο τσάντες γεμάτες βιβλία, μου έχουν κάνει δώρο δύο βιβλία σε κυλικείο νοσοκομείου, έχω κερδίσει δυο χούφτες βιβλία από διάφορες εκπομπές, όμως αν θέλω να κρατήσω την τύχη με το μέρος μου πρέπει να βρω έναν τρόπο για να την ικανοποιήσω. Ο πιο αξιόπιστος είναι να δωρίζω και γω με την σειρά μου, βιβλία!


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η Περσινή αρραβωνιαστικιά στο θέατρο του Νέου Κόσμου


Θεωρώ τη Ζυράννα Ζατέλη μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες πεζογράφους της εποχής μας. Ο χαρακτηρισμός είναι μάλλον αυθαίρετος καθώς δεν
έχω διαβάσει τίποτα δικό της, δεν έτυχε, ενώ πάντα ήθελα. Φταίνε τα καλά λόγια που έχω ακούσει για τα βιβλία της από ανθρώπους που εμπιστεύομαι και σέβομαι τη γνώμη τους, μπορεί να ευθύνεται και η εκκεντρική κόκκινη φιγούρα της που τη συναντώ συχνά πυκνά στο κέντρο της Αθήνας και σα να ξεχωρίζει από όλο το πλήθος περπατά πάντα χωμένη σε σκέψεις-λέξεις με έντονα χρώματα, ξεχωρίζει χωρίς όμως μου φαίνεται να το επιδιώκει.

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ήθελα να δω την παράσταση Περσινή αρραβωνιαστικιά από τότε που έμαθα ότι η συγγραφέας συμφώνησε να δώσει τα δικαιώματα του πρώτου βιβλίου της για να γίνει ένα από τα διηγήματά της θεατρική παράσταση αν και δεν είχε γραφτεί γι' αυτόν τον λόγο. Όχι μόνο έδωσε τα δικαιώματα αλλά βοήθησε στη δημιουργία της. Όμορφο συναίσθημα να σκέφτεσαι ότι ένα σου βιβλίο δίνει αφορμή σε νέους ανθρώπους για περαιτέρω δημιουργία εξελίσσοντας το απόσταγμα της φαντασίας σου.

Στο δώμα του θεάτρου του Νέου Κόσμου μας υποδέχτηκε ο άνθρωπος που με μια ηλεκτρική κιθάρα στην άκρη της σκηνής επένδυσε μουσικά τη θεατρική παράσταση και που κατά κάποιον τρόπο διηύθηνε όλη την ιστορία.
Τρεις ηθοποιοί υποδύονται την πρωταγωνίστρια της ιστορίας, την αφηγήτρια.
Τρεις ηθοποιοί που αλληλοσυμπληρώνονται και βοηθούν στο να αποδώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ψυχολογία ενός παιδιού όταν έρχεται αντιμέτωπο με τον πόνο.
Ένα τραύμα της παιδικής ηλικίας που μένει θυμίζοντας ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει και να επιβιώσει από τον πιο δυνατό πόνο αλλά πάντα κάτι μένει μέσα να τον υπενθυμίζει, ίσως και μια μικρή δόση τρέλας που βρίσκεται στο μεταίχμιο της παράνοιας και του χιούμορ.

Το βιβλίο σίγουρα πρέπει να το διαβάσω, μετά από αυτό δεν έχω καμία μα καμία αμφιβολία ότι είναι καλό. 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Δύσκολες γεννήσεις…

Όλο με παρακινεί, δηλαδή μου γκρινιάζει η Librarian, «γράψε, γράψε για το blog μας, όλο το αμελείς τον τελευταίο καιρό». Και δεν είναι ότι δεν το θέλω, το ζήτημα του χρόνου είναι και ήταν πάντα πιεστικό. Είναι, το έχω ψυχολογήσει, ότι η λεγόμενη κρίση κάπως με επηρέασε, με χάλασε, με ξεθεμελιώνει ύπουλα γκρεμίζοντας, ακυρώνοντας σκέψεις. Προσπαθώ να στέκομαι ή καλύτερα γραπώνομαι από πράγματα να μην γλιστρήσω πιο αλλού.
Μεγάλη χαρά μου έδωσε ο πίνακας της Μαριέλας από την έκθεση «Καφές και ανάγνωση». Καφέ δεν πίνω, από διάβασμα εντάξει. Τον παρέλαβα χτες με μια γελαστή κουβέντα πάνω σε θέματα αγαπημένα. Δεν τον κρέμασα ακόμη, τον ακούμπησα απέναντι από το κρεβάτι μου, σε ένα ράφι. Τον κοίταζα για παρηγοριά το βράδυ που τσούλησε πολύ αργά με την βροχή να χτυπάει όπου βρει, τον κοιτάζω και τώρα με την χαρά της νέας πρόσκτησης που ανεβάζει τα κουράγια.

Το βιβλίο που ήθελα να παρουσιάσω σήμερα είναι του Francis Haskell (1928-2000) που δίδαξε ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κοντά τριάντα χρόνια. Τα θέματα που τον τράβηξαν και μελέτησε έφεραν νέες ματιές: η ιστορία του γούστου –τι μας αρέσει, τι μας ευχαριστεί, πότε και πώς συμβαίνει το μαζικό φαινόμενο του συρμού- και η κοινωνιολογία του πολιτισμού. Το βιβλίο του γραμμένο το 1988 αλλά φρεσκομεταφρασμένο τον Σεπτέμβριο του 2013 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, καθιερωμένες ως ΠΕΚ για συντομία και χαϊδευτικά τιτλοφορείται Η δύσκολη γέννηση του βιβλίου τέχνης (μετάφραση Παναγιώτης Ιωάνου). Δεν είναι βαρύ ούτε στριφνό στην κατανόησή του. Είναι έκδοση φροντισμένη με καλοτυπωμένη εικονογράφηση, τόσο συνδεδεμένη με το αντικείμενο που επεξεργάζεται τόσο απαραίτητη για να φτιάξει κανείς αίσθηση. Ως πρώτο βιβλίο τέχνης ο Χάσκελ καθιερώνει την πολύχρονη προσπάθεια με την πρωτοβουλία του συλλέκτη Πιέρ Κροζά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με συγγραφέα τον Πιέρ-Ζαν Μαριέτ που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1729. Το βιβλίο τέχνης, όρος ασαφής από μόνος του, καλείται να διαχειρίζεται τον έντυπο χώρο που διαθέτει με ισομέρεια ανάμεσα στο κείμενο και την απεικόνιση στην οποία αναφέρεται. Δεν είναι απλή συρραφή εικονογραφημένων εκτυπώσεων. Σήμερα, πολλά μπορεί να είναι αυτονόητα, στο ξεκίνημά τους όμως δεν ήταν. Άνοιξαν δρόμο, θέσπισαν, όρισαν κάτι καινοφανές. Απαραίτητη η συμβολή των τεχνικών επιτευγμάτων, χωρίς αυτά τα προχωρήματα, τις κατακτήσεις δεν θα ήταν δυνατή η ύπαρξη του βιβλίου τέχνης. Η δημοσιοποίηση των βασιλικών, αριστοκρατικών ιδιωτικών συλλογών που απευθύνονταν σε ένα μεγαλύτερο κοινό, που μπορούσαν να γίνουν ορατές, όχι απευθείας αλλά με όχημα το έντυπο. Μια κατάκτηση με φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Διαφωτισμού γιατί πετύχαινε μια μεγαλύτερη διευρυμένη επικοινωνία κατορθωμάτων του πολιτισμού και της διανόησης, η έννοια του κοσμοπολιτισμού χωρίς σύνορα ήταν παρούσα, και χαλάρωνε την καθιερωμένη ιεραρχία. Καταλήγοντας, τα βιβλία παίρνουν χίλιες μορφές, έχουν κάνει και φέρνουν τόσα εμπλουτιστικά στην ζωή μας που δεν μπορεί παρά να είναι θαυμαστά. Και μοιραστικά.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Δύο εκθέσεις του Μουσείου Μπενάκη

Είναι γνωστό ότι οι πίνακες ζωγραφικής με θέμα το βιβλίο και την ανάγνωση μου αρέσουν ιδιαίτερα, ειδικά όταν μπορώ να προμηθευτώ τους πίνακες αυτούς σε μορφή κάρτας, δεν χάνω την ευκαιρία. Έτσι ξεκίνησα μια συλλογή από διάφορα μουσεία τα οποία έχω επισκεφθεί και έχω εντοπίσει πίνακες του καλλιτέχνη που απεικονίζουν στιγμές ανάγνωσης. Η Έλλη βέβαια είχε νωρίτερα από εμένα αυτήν την ιδέα και η συλλογή της είναι ασυναγώνιστη.

Πρόσφατα επισκέφτηκα το Μουσείο Μπενάκη το κτίριο της οδού Πειραιώς με σκοπό να δω, μετά από παρότρυνση της Roadartist και της σχετικής ανάρτησής της, τη φωτογραφική έκθεση με τίτλο Ελληνικές θάλασσες: ένα φωτογραφικό ταξίδι μέσα στο χρόνο. Και ήταν πράγματι ένα ταξίδι και στην ιστορία της φωτογραφίας αλλά και της Ελλάδας γενικότερα, καθώς με το πέρασμα των χρόνων έβλεπες την εξέλιξη της φωτογραφίας καθώς και του μέρους που απεικόνιζε.
Εκείνη τη μέρα είχαμε την ευκαιρία να επισκεφτούμε και δεύτερη έκθεση καθώς μόλις εκείνο τον καιρό είχε ξεκινήσει η εικονογράφηση της αυτοβιογραφίας του Γιάννη Τσαρούχη με έργα του καλλιτέχνη και πληροφορίες για τη ζωή του.
Η έκθεση αυτή αποτελεί το πρώτο μέρος από τα συνολικά δύο που θα παρουσιαστούν, θα διαρκέσει μέχρι τις 27/7/2014 και περιλαμβάνει τα πρώτα χρόνια της ζωή του καλλιτέχνη και τα πρώτα καλλιτεχνικά του βήματα. Διακρίνονται οι επιρροές, οι άνθρωποι και τα γεγονότα που τον στιγμάτισαν, εκείνοι που τον δίδαξαν, τον ενθάρρυναν ή τον αποθάρρυναν.

Στο πωλητήριο του μουσείο εντόπισα σε κάρτες δύο έργα το Τσαρούχη που δεν γνώριζα και ήταν ιδανικές για τη συλλογή μου.
Το πρώτο έχει τίτλο "Τέσσερις άνδρες σε καφενείο ζωγραφισμένοι εξ απροόπτου" και χρονολογία 1927, τον δημιούργησε δηλαδή στα 17 του χρόνια. Ο Τσαρούχης είναι γνωστό ότι προτιμά να ζωγραφίζει αντρικές φιγούρες οπότε δεν ήλπιζα ότι θα βρω αναγνώστριες. Στον πίνακα απεικονίζονται οι τέσσερις άνδρες να κάθονται σε ανοιχτό χώρο, οι δύο να συνομιλούν ο ένας να διαβάζει εφημερίδα και ο τέταρτος με ένα ανοιχτό τετράδιο στο πόδι να γράφει. Θα ήθελα να τοποθετήσω την εικόνα αυτή στην πλατεία Δεξαμενής και τους άντρες αυτούς να ανήκουν στη λογοτεχνική γενιά του '30, γιατί όχι;


Το δεύτερο έργο του φέρει τον τίτλο "Κουρείο στο Μαρούσι" με τη χρονολογία 1947.
Με αισθητή τη διαφορά των είκοσι ετών που έχουν μεσολαβήσει απεικονίζεται ένας άντρας να διαβάζει (έτσι μου φαίνεται) σκεπτικός σε μια γωνία του μαγαζιού του καθώς περιμένει. Η αλήθεια είναι πως αν δεν είχε αυτόν τον τίτλο με τόσους πίνακες γύρω του θα ήμουν σίγουρη πως βρίσκεται στο σπίτι του και όχι στον εργασιακό του χώρο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτό το κουρείο θα ήταν ξεχωριστό, το ίδιο και ο κουρέας-αναγνώστης.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ημερολόγιο 2014 για την ανάγνωση


"Ο αμερικάνος συγγραφέας και ντιλετάντης Λόγκαν Πέαρσαλ Σμιθ είπε κάποτε: "Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι το σημαντικό είναι η ζωή˙ όμως εγώ προτιμώ το διάβασμα". Όταν διασταυρώθηκα για πρώτη φορά με τούτο τον αφορισμό τον θεώρησα πνευματώδη˙ τώρα τον βρίσκω –όπως μου συμβαίνει με πολλά αποφθέγματα– ολισθηρό και ψευδή.
Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες.
Η διάκριση είναι πλαστή (όπως όταν ο Γέητς φαντάζεται ότι πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα "στην τελειότητα της ζωής ή του έργου"). Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή. Βυθίζεσαι σ' αυτήν. Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση –σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα–, όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις είναι να διερευνήσεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξά της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της. Η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά – συμβιώνουν. Και για το σοβαρό έργο της φαντασιακής ανακάλυψης και της αυτογνωσίας υπάρχει και παραμένει ένα και μόνο τέλειο σύμβολο: το έντυπο βιβλίο".

Αυτά αναφέρει ο Τζούλιαν Μπαρνς στην ερώτηση "Διαβάζουμε λοιπόν˙ αλλά γιατί;", ερώτηση που τέθηκε σε συγγραφείς και συνεργάτες των εκδόσεων Μεταίχμιο με σκοπό να δημιουργηθεί το ημερολόγιο του 2014. Ένα ξεχωριστό ημερολόγιο με σκέψεις ανθρώπων που προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να απαντηθεί από τους λάτρεις της ανάγνωσης με λίγες και μόνο λέξεις. Ανά τρεις και τέσσερις μέρες μια χρωματιστή σελίδα που περιγράφει τη μαγεία της ανάγνωσης, την επίδραση των βιβλίων από τότε που ήρθαμε σε επαφή με τον μαγικό κόσμο του παραμυθιού έως σήμερα.

Με λίγες λέξεις απαντά ο Ευγένιος Τριβιζάς "Διαβάζουμε για να αλλάζουμε".

Δεν ξέρω αν αλλάζουμε πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι μεγαλώνοντας η επιθυμία για μυθ-ιστορίες παραμένει.

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Μεταίχμιο για το αντίτυπο που μου προσέφεραν να μου κρατάει συντροφιά το έτος ετούτο.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο γέρος και η θάλασσα

Ο Μαραμπού διάβασε και μετά από πολλές πιέσεις μας έστειλε την συντομότερη ανάρτηση που θα μπορούσε να γράψει.

Ο Χέμινγουεϊ δεν είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Μοιράζομαι ανάμεσα στις κριτικές που λένε ότι έχει γράψει μερικά πολύ άσχημα βιβλία και σε εκείνες που ισχυρίζονται ότι έχει γράψει αριστουργήματα.  Επιμένω να συντάσσομαι με τις πρώτες! Όμως, η νουβέλα του, “Ο γέρος και η θάλασσα” είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο.
Πρόκειται για την περιπέτεια ενός γέρου Κουβανού ψαρά ο οποίος πιάνει έναν μεγάλο ξιφία και ύστερα από τρία μερόνυχτα μάχης καταφέρνει να τον υποτάξει. Καθώς όμως επιστρέφει στο λιμάνι, οι καρχαρίες καταβροχθίζουν το κουφάρι του ξιφία, με αποτέλεσμα ο ψαράς να φθάσει πίσω με ένα τεράστιο ψαροκόκαλο δεμένο στην βάρκα του. Εντυπωσιάζει η  όμορφη επιλογή των λέξεων καθώς και η μάχη του γέρου με το ψάρι (και κατ' επέκταση με την φύση), όπου η συνήθεια του γέρου να μονολογεί ολομόναχος πάνω στην βάρκα στην απόλυτη ερημιά της θάλασσας, προσδίδει έναν ιδιότυπο χαρακτήρα στην αφήγηση. Αναπόφευκτα, σε όλη την έκταση του βιβλίου και σίγουρα στο τέλος του, διαφαίνεται ένας έντονος συμβολισμός, ο οποίος ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως.
Μεγάλη πρωταγωνίστρια σε έργα αυτού του είδους, είναι φυσικά η θάλασσα! Μπορεί να μην έχει τον βίαιο χαρακτήρα του “Τυφώνα” του Κόνραντ, ούτε το ανεξήγητο μυστήριο του “Μόμπι Ντικ”, διαθέτει όμως μια διακριτική παρουσία που γοητεύει, ικανή να σε κάνει να την αναπολείς μέσα από τις μυστηριακές φλόγες του αναμμένου τζακιού!


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ένα μαγικό παραμύθι των εκδόσεων Κίχλη

Οι εκδόσεις Κίχλη το έχουν καταφέρει.
Με πέντε χρόνια παρουσίας στην ελληνική βιβλιαγορά και με ούτε σαράντα τίτλους στον κατάλογο τους, έχουν καταφέρει να αποτελούν εγγύηση αναγνωστικής απόλαυσης.
Η μικρή κίχλη στη ράχη ενός βιβλίου αρκεί για να σε πείσει ότι το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί.
Ο δε συνδυασμός ενός συγγραφέα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ενός ονειρικού τίτλου με τον υπότιτλο "μαγικό παραμύθι" και ενός χάρτινου εξωφύλλου με απλά χρώματα σε κάνει να μην μπορείς να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από αυτό το βιβλίο.
Ακόμη κι αν βρίσκεσαι όλη μέρα ανάμεσα σε χιλιάδες εξώφυλλα.
Δεν θα ησυχάσεις άμα δεν το διαβάσεις.
Κάπως έτσι συνέβη με τα Πορφυρά πανιά του Ρώσου Aleksandr Grin (1880-1932).
Από τις νέες εκδόσεις είναι πολλά εκείνα τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω, ίσως να τα διαβάσω τα επόμενα χρόνια ίσως και ποτέ, αλλά όταν βρέθηκα στο Booktalks και είπα θέλω να αγοράσω ένα βιβλίο, χωρίς πολλή σκέψη ήθελα αυτό το βιβλίο.
Και είναι αυτό ακριβώς που μου είχε τάξει ο υπότιτλος: ένα παραμύθι σίγουρα μαγικό. Μια λαϊκή παραβολή εμπλουτισμένη ούτως ώστε να μην είναι μια γραπτή καταγραφή μιας ιστορίας που έζησε από στόμα σε στόμα. Η πιο καλογραμμένη ιστορία αγάπης που έχω διαβάσει.
Και να 'μαι τώρα εδώ να μιλάω γι' αυτό το βιβλίο χωρίς καν να το έχω τελειώσει.
Μάλλον γιατί μου έδωσε την αφορμή να αφήσω εδώ ένα απόσπασμα από, τι άλλο, την περιγραφή μιας βιβλιοθήκης.

"Αυτό συνέβη στη βιβλιοθήκη. Η ψηλή της πόρτα, με το θαμπό γυαλί στο πάνω μέρος, ήταν συνήθως κλειδωμένη, όμως ο σύρτης μόλις που κρατιόταν από την εσοχή του θυρόφυλλου. Πιέζοντας με το χέρι, η πόρτα υποχωρούσε κι άνοιγε. Όταν, παρακινημένος από το ερευνητικό του πνεύμα, ο Γκρέυ μπήκε στη βιβλιοθήκη, εντυπωσιάστηκε με το σκονισμένο φως, η δύναμη και η ιδιαιτερότητα του οποίου οφείλονταν στο χρωματιστό σχέδιο που υπήρχε στο επάνω μέρος του τζαμιού των παραθύρων. Επικρατούσε μια ησυχία εγκατάλειψης εδώ, που θύμιζε νερό λίμνης. Σκοτεινές σειρές από ράφια βιβλιοθήκης έφταναν σε μερικά σημεία μέχρι τα παράθυρα, που δεν μπορούσαν να ανοίξουν τελείως. Ανάμεσα στις βιβλιοθήκες υπήρχαν διάδρομοι με στοίβες βιβλίων. Εδώ κι εκεί βρίσκονταν διάσπαρτα ένα ανοιχτό λεύκωμα με σκισμένα τα μεσαία φύλλα, κύλινδροι δεμένοι με χρυσά κορδόνια, σωροί από θλιβερά στην όψη βιβλία, παχιά στρώματα από χειρόγραφα, ένα βουναλάκι από τόμους-μινιατούρες που, όταν τους άνοιγες, έτριζαν σαν φλοιός, σχέδια και πίνακες, σειρές νέων εκδόσεων, χάρτες, κάθε είδους εξώφυλλα, χοντροκομμένα, κομψά, μαύρα, παρδαλά, μπλε, γκρίζα, χοντρά, λεπτά, τραχιά και λεία. Οι βιβλιοθήκες ήταν παραφορτωμένες με βιβλία. Έμοιαζαν με τοίχους που πίσω από τον όγκο τους είχαν φυλακίσει τη ζωή. Στην αντανάκλαση του γυαλιού της βιβλιοθήκης διαγράφονταν άλλες βιβλιοθήκες, σκεπασμένες με άχρωμες, αστραφτερές κηλίδες. Πάνω στο στρογγυλό τραπέζι έστεκε μια τεράστια υδρόγειος σφαίρα, κλεισμένη στον μπακιρένιο σφαιρικό σταυρό που σχημάτιζαν ο ισημερινός και ο μεσημβρινός."

Περισσότερα για τα Πορφυρά πανιά θα βρείτε εδώ.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις.


Όσοι έχετε ένα σχετικό πάθος με το σκάκι, σίγουρα θα έχετε συναντήσει το όνομα του Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp), είτε σε φωτογραφίες όπου απεικονίζεται ο ίδιος να παίζει σκάκι είτε σε μερικές δημιουργίες του που έχουν ως θέμα το δημοφιλές αυτό παιχνίδι. Όσοι πάλι, έχετε πάθος με την λογοτεχνία, αν ανατρέξετε στα εξώφυλλα της «Σκακιστικής νουβέλας» από τις εκδόσεις Άγρα, θα ευτυχήσετε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία μαζί του!
Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις που έδωσε ο Μαρσέλ Ντυσάν στον Πιερ Καμπάν (Pierre Cabanne) το 1966, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, παρατήρησα μία συχνότατη αναφορά σε φράσεις όπως: «ήταν διασκεδαστικό», «με διασκέδασε πολύ», «ήταν κάπως αδιάφορο», «μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο».  Αυτές οι φράσεις περικλείουν την ηθική στάση του Μαρσέλ Ντυσάν, που κράτησε όλη του την ζωή, «ένας από τους πλέον ευφυείς καλλιτέχνες του 20 αιώνα», σύμφωνα με την γνώμη του Αντρέ Μπρετόν.
Ξεκίνησε ως ζωγράφος την περίοδο του Φωβισμού και του Κυβισμού αλλά αποξενώθηκε γρήγορα από τα παραδοσιακά μέσα όταν κατάλαβε ότι όλη η ζωγραφική τέχνη αποτελούσε μια οπτική γλώσσα – τη γλώσσα του αμφιβληστροειδούς! Συμπορεύτηκε με τους Σουρεαλιστές, σε μια παράλληλη πορεία, οι οποίοι προσπάθησαν κάπως να ξεφύγουν από την αμφιβληστροειδή γλώσσα.
Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο Ντυσάν επινόησε έναν νέο τρόπο προσέγγισης, χρησιμοποιώντας το γυαλί ως επιφάνεια δημιουργίας αντί του μουσαμά, πάνω στον οποίο τα χρώματα ατονούν και βρομίζουν με το πέρασμα των χρόνων. «Το Μεγάλο Γυαλί ήταν μια άρνηση κάθε αισθητικής, με την συνηθισμένη έννοια της λέξης».
Ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι περισσότερο γνωστός για τις δημιουργίες ready-made, βιομηχανικά έτοιμα προϊόντα όπου με κάποιες φράσεις ενσωματωμένες πάνω τους, «επιθυμεί την μεταφορά της σκέψης του θεατή σε άλλες σφαίρες που έχουν περισσότερη σχέση με τον λόγο». Με εντυπωσίασαν πολύ οι φράσεις-λογοπαίγνια (αποτελέσματα των σουρεαλιστικών παιχνιδιών που πραγματοποιούνταν συχνά στις συναντήσεις των Σουρεαλιστών) που συνοδεύουν τα ready-mades, όπου πράγματι, ταξιδεύουν το θεατή σε άλλες νοητικές σφαίρες. Τα λογοπαίγνια λειτουργούν μόνο στην γαλλική γλώσσα, αλλά υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, πολλές επεξηγήσεις του μεταφραστή, όπου πετυχαίνει μια κάποια συνάφεια με την ελληνική γλώσσα.
Ο Ντυσάν συνήθιζε να αναφέρεται στις δημιουργίες του με την λέξη «πράγματα». Όπως ο ίδιος αναφέρει, η λέξη «art» προέρχεται από τα Σανσκριτικά και σημαίνει «κάνω»! Ο Μαρσέλ Ντυσάν έκανε πράγματα που τον διασκέδαζαν (γι' αυτό και οι τόσες αναφορές της λέξης “διασκεδάζω”),  αδιαφορώντας (να και η έτερη λέξη!) για το νόημα που κανονικά θα έπρεπε να φωλιάζει στα έργα του. Δεν αποδεχόταν τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη ο οποίος είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι, που θεωρεί ότι οφείλει τον εαυτό του στο κοινό. Υπήρξε ένας αντι-καλλιτέχνης, βαθιά καλλιτεχνικός. «Προτιμώ να ζω, να αναπνέω, παρά να δουλεύω. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά που έκανα θα έχει μια οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη στο μέλλον. Επομένως, αν θέλετε, η τέχνη μου είναι να ζω˙ κάθε δευτερόλεπτο, κάθε ανάσα είναι έργο που δεν γράφεται πουθενά, που δεν είναι ούτε ορατό ούτε εγκεφαλικό. Είναι ένα είδος μόνιμης ευφορίας».
Η έκδοση της Άγρας είναι πολυτελής, με δεκάδες ιλουστρασιόν φωτογραφίες των «πραγμάτων» του Ντυσάν για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο της συνέντευξης καθώς και επίμετρο, με επιλεγμένα κείμενα καλλιτεχνών από το κύκλο των Σουρεαλιστών. Μετά την ανάγνωση, αρκεί να πείτε, «Με διασκέδασε πολύ!» ή «Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο!» είναι σίγουρο ότι, ο Μαρσέλ Ντυσάν, θα συμφωνούσε με οποιαδήποτε από τις δύο γνώμες!

Το βιβλίο αυτό ήταν το πρώτο μου απόκτημα, από το νεογέννητο βιβλιοπωλείο Booktalks, αποτέλεσμα βιβλιοφιλικής συνεύρεσης της Κατερίνας Μαλακατέ και του Librofilo.

ΥΓ. Εκεί θα είμαστε σήμερα για ένα μεσημεριανό καφεδάκι για να ζηλεύει ο Μαραμπού...

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Στο κατώφλι του 2014 με ζωγραφιές και μυρωδιές της Μαριέλας!

Στο πεδίο των πολύ προσωπικών προτιμήσεων του A Book Blog διαβάζω με έκπληξη και ευχαρίστηση: «Λατρεύω την μυρωδιά των βιβλίων και του καφέ». Πόσο μεγάλη σημασία έχουν οι μυρωδιές, πώς μας τραβούν και μας δένουν σε συνειρμούς, με τις αισθήσεις μας που εύκολα παραμελούμε. Καφέ δεν πίνω (τι ανωμαλία και αυτή!), η μυρωδιά των βιβλίων, του μελανιού να φιλά αγκαλιαστά το κολλαρισμένο χαρτί με ξετρελαίνει. Με μεθά και χώνω την μύτη μου στο μισάνοιχτο βιβλίο να εισπνεύσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίδει. Η σκόνη πάλι όταν μαζεύεται και καταπίνεται μέσα στους πόρους του χαρτιού βγάζει μια άλλη μυρωδιά, όπως και ο συνδυασμός υγρασίας και μούχλας. Μπορεί να φανταστεί κανείς το δίδυμο του αρώματος ενός ζεστού καφέ και ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Δυο ευχαριστήσεις συγχρονισμένες μαζί. Μπορεί να λαχταρήσει να διαβάζει ενώ ρουφά γουλιά γουλιά τον καφέ της προτίμησής του. Οι μυρωδιές δεν αποτυπώνονται, δεν πιάνονται. Οι εικόνες αντίθετα μπορούν να αιχμαλωτιστούν, να αποδώσουν παραστάσεις, να αφηγηθούν εκείνα που βλέπουμε και να αφήσουν να ξεγλιστρήσουν, να υπονοήσουν μερικά από εκείνα τα άλλα που σκεφτόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ζωγραφιές με κούπες του καφέ –μικρές, μεγάλες, κοντόχοντρες, καταστρόγγυλες, με χερούλια, με πόδι, λουλουδάτες, μονόχρωμες, και πάει λέγοντας– συνταιριασμένες με γράμματα, με λέξεις, με σελίδες, με βιβλία κλειστά και βιβλία ανοικτά και ξαναπάει λέγοντας, εκθέτει έως το τέλος της πρώτης εβδομάδας του νέου χρόνου, 5 Ιανουαρίου 2014 (πήρε παράταση μέχρι 12/1), η ζωγράφος μπλογκοφίλη Μαριέλα στον ιδιαίτερο χώρο που φέρει την ονομασία «Συλλαβή» σε πεζόδρομο του Παγκρατίου. Εκεί, που στο ισόγειο πίνεις τον καφέ σου και στο παταράκι έχει βιβλία να δεις και να αγοράσεις, με άλλα λόγια σε έναν χώρο που πλανώνται και οι δύο αγαπημένες μυρωδιές, βρίσκονται αναρτημένοι πάνω από τους καναπέδες, κάτω και στο μήκος της ανηφορικής σκάλας οι πίνακες της Μαριέλας που απεικονίζουν εικαστικά την τελετή, την αναπαράσταση της ανάγνωσης μετά καφέ. Πολύ πετυχημένο το όλο ως σύνολο. Λειτουργίες που κλείνουν η μια την άλλη μέσα τους και αλληλοπεριγράφονται αυτογνωστικά. Οι πίνακες, νομίζω 21 τον αριθμό, λογής λογής διαστάσεων, από μικρούτσικοι σε μεγάλους, τελάρα αλλά και σε κορνίζα έχουν ο καθένας την προσωπικότητά του. Α, να και αυτός έχει τούτο, είναι αλλιώτικος, τα γράμματα κρύβονται στους ζεστούς αχνούς, παραμονεύουν, κείμενα περιμένουν να αναγνωριστούν, ένα ολόκληρο βιβλιαράκι. Χρώματα αλλού γλυκά, αλλού ρέπουν σε ασπρόμαυρη φτιαξιά, αλλού φωτεινά, αλλού έντονα και ένας νυχτερινός σκοτεινός «στο κοτσάνι της νύχτας». Τεχνικές διάφορες,υλικά ποικόλα, να χαρίζουν παραστατικότητα. Κοιτάζοντας μπαίνεις στις ζωγραφιές σκύβεις, τις βλέπεις από κοντά σαν να θέλεις να χωθείς εκεί στις λεπτομέρειες. Και φεύγοντας να αναλογίζεσαι ποιος σου άρεσε καλύτερα και γιατί σε άγγιξε. Να τους ξαναφέρνεις στο μυαλό και να σε ζεσταίνει η όμορφη εικόνα τους και να φαντάζεσαι σε ποιο σημείο του σπιτιού σου θα ήθελες να τους κρεμάσεις, να σε ταξιδεύει. Ευχαριστούμε Μαριέλα για το δώρο της ζωγραφικής σου!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τα βιβλία του 2013

Πράγματι το 2013 ήμουν δραστήρια τόσο ως αναγνώστρια όσο ως μπλόγκερ. Είναι γιατί μάλλον το έτος αυτό ξεκίνησε και τελειώνει βρίσκοντάς με ανάμεσα σε ράφια με βιβλία. Μπορεί να είμαι σε διαφορετική πόλη, σε διαφορετικούς χώρους, με άλλους ανθρώπους, τα βιβλία όμως παραμένουν.
Προσπαθώντας να θυμηθώ τα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει δημιούργησα μια βιβλιολίστα, σαν αυτές που έφτιαχνα παλιά. Είναι εύκολο να φτιάχνεις τέτοιου είδους λίστες με τα βιβλία που έχεις διαβάσει όταν αυτά βρίσκονται στα ράφια της βιβλιοθήκης σου, όταν όμως τα περισσότερα βιβλία είναι δανεισμένα είτε από βιβλιοθήκες είτε από αλλού, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Προσπαθώντας, λοιπόν, να θυμηθώ, ανέτρεξα σε όλες τις στιγμές μου και σε όλους εκείνους τους χώρους που διάβασα ένα βιβλίο. Ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες εξωφύλλων από τα βιβλία που κουβαλούσα στην τσάντα μου ή που είχα ακουμπισμένα στον κομοδίνο και στο τραπέζι. Κι έτσι η λίστα είναι χρονικά ταξινομημένη ξεκινώντας από το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Άφησα έξω όλα τα παιδικά βιβλία καθώς είναι αδύνατον να θυμηθώ όλα εκείνα που διάβασα, αλλά ακόμη και αν τα θυμόμουν η λίστα θα γινόνταν βαρετά μεγάλη. Παρατηρώ ότι για τα περισσότερα βιβλία δεν έφτιαξα μια ανάρτηση και για κάποια θέλησα να φτιάξω αλλά το μεταθέτω για την επόμενη χρονιά. Για όποιο όμως θελήσετε περισσότερες πληροφορίες εδώ είμαστε. Φυσικά βιβλία που ξεκίνησα αλλά ποτέ δεν τέλειωσα, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα.

Εύχομαι για όλους το 2014 να είναι ένα ακόμη πιο διαβαστερό έτος και σίγουρα ευτυχέστερο.

Gogol, Nikolaj Vasilievic (2007). Η μύτη, Κοροντζής

Κυρτάτας, Δημήτρης (2010). 666: Ο αριθμός του βιβλίου, Άγρα

Barnes, Julian (2011). Ένα κάποιο τέλος, Μεταίχμιο

Γιώτης, Ντίνος (2013). Η γαλλίδα δασκάλα, Ψυχογιός

Haddon, Mark (2004). Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα, Ψυχογιός