Είχα την εντύπωση ότι ένα αστυνομικό βιβλίο δεν μπορεί να απογοητεύσει τον αναγνώστη του, καθώς πάντα θα υπάρχει η αγωνία που θα σε οδηγεί, μηχανικά έστω, στο τέλος της υπόθεσης. Από την εμπειρία που έχω με τα αστυνομικά μυθιστορήματα το συναίσθημα της αγωνίας ξεκινά στην πρώτη σελίδα και τελειώνει μόνο όταν φτάσω στην τελευταία. Σχεδόν πάντα ο φόνος παρουσιάζεται στην πρώτη σελίδα κι ο δολοφόνος στην τελευταία. Οι λέξεις σε υπνωτίζουν, σε κρατούν σφιχτά από το χέρι και βασανιστικά αργά σε οδηγούν στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Υπάρχει και διαδραστικότητα, πάντα ο αναγνώστης προσπαθεί να μαντέψει ποιος είναι ο δολοφόνος και να κατανοήσει το κίνητρο της αποτρόπαιας πράξης. Μα τις περισσότερες φορές μαντεύεις λάθος κι υπόσχεσαι ότι την επόμενη φορά θα έχεις γίνει καλύτερος και θα το βρεις. Εξάλλου ο κάθε συγγραφέας έχει το δικό του προσωπικό στιλ, διαβάζοντας όλο και περισσότερα βιβλία του μαθαίνεις να αναγνωρίζεις το ύφος που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις ποιον ήρωα θα κάνει δολοφόνο αυτή τη φορά, νομίζεις.
Τα βιβλία με αυτές τις υποθέσεις κατηγορούνται όλο και περισσότερο ότι παίρνουν τη σκυτάλη από τη ροζ λογοτεχνία με σκοπό να γίνουν τα νέα best sellers που θα μαγέψουν και το γυναικείο κοινό παράλληλα με το αντρικό, στο οποίο ούτως ή άλλως είχαν πέραση. Κλείνω τα αφτιά μου σε αυτούς που μιλάνε για μη ποιοτικά βιβλία, χάσιμο χρόνου κ.λπ. Με αυτήν την κατηγορία ασχολήθηκαν μεγάλοι συγγραφείς κι έχουν γραφτεί πολλές σελίδες με οδηγίες για το πως θα γράψει κάποιος ένα πετυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα. Δηλώνω λάτρης του αστυνομικού, αλλά μόνο του καλού.
Έφτασε τυχαία στα χέρια μου ένα αστυνομικό βιβλίο που ο βασικός ήρωας είναι το χάρτινο δημιούργημα της Αγκάθα Κρίστι, ο Ηρακλής Πουαρό. Δεν είχε τύχη να διαβάσω ποτέ μου κάποιο από τα βιβλία της Κρίστι (μάλλον αυτές οι εκδόσεις Λυχνάρι φταίνε) και θεώρησα καλή επιλογή να γνωριστώ μαζί της μέσα από ένα βιβλίο της Sophie Hannah που το όνομα Agatha Christie μοστράρει στο εξώφυλλο του βιβλίου και ξεγελά προς στιγμήν τον επίδοξο αναγνώστη σαν να πρόκειται για κάποιο βιβλίο της διάσημης συγγραφέως. Και με όλα αυτά στο μυαλό ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίο Agatha Christie: έγκλημα με υπογραφή των εκδόσεων Διόπτρα. Σκέτη απογοήτευση. Από την αρχή κάτι δεν μου πήγε καλά. Ανούσιες περιγραφές, πλατειασμός σε σημεία άνευ σημασίας, καμία ροή, καμία αγωνία, όλα ένα τίποτα. Όταν έφτασα στη μέση του βιβλίο αποφάσισα ότι η ανάγνωσή του δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Ή μάλλον είχε ένα νόημα και μάλιστα μεγάλο. Με έκανε να επισπεύσω την ανάγνωση ενός βιβλίο της πραγματικής συγγραφέως.
Έτρεξα στη βιβλιοθήκη να πάρω το πιο διάσημο βιβλίο της. Αυτό που όταν δούλευα στα βιβλιοπωλεία έβλεπα να εξαφανίζεται με γρήγορους ρυθμούς. Οι δέκα μικροί νέγροι, από έκδοση εφημερίδας δυστυχώς κι όχι από τις κλασικές εκδόσεις, βρέθηκε στα χέρια μου και ξεκίνησα την ανάγνωση. Μαγεία! Όλο το σκηνικό μου θύμιζε θεατρικό έργο καθώς το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης διαδραματίζεται σε ένα δωμάτιο. Δέκα άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους συγκεντρώνονται σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ο καθένας τους έχει λάβει μια πρόσκληση από κάποιον που φαίνεται να τον γνωρίζει καλά. Και οι δέκα έχουν ένα κοινό στοιχείο, όλοι έχουν διαπράξει στο παρελθόν κάποιον φόνο κι έχουν αθωωθεί. Στο νησί που φτάνουν δεν τους περίμενε κανείς οικοδεσπότης. Ένας ένας πεθαίνουν. Ο δολοφόνος είναι ανάμεσά τους αλλά κανείς από τους ήρωες ή από τους αναγνώστες δεν μπορεί να τον βρει. Μόνο όταν η ανάγνωση φτάσει στην τελευταία λέξη η υπόθεση θα ολοκληρωθεί.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος που να διαβάζει αστυνομικά βιβλία και να μην έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο. Αν υπάρχει όμως κάνει ένα μεγάλο λάθος που πρέπει να το διορθώσει αμέσως.




