Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ημερολόγιο 2014 για την ανάγνωση


"Ο αμερικάνος συγγραφέας και ντιλετάντης Λόγκαν Πέαρσαλ Σμιθ είπε κάποτε: "Μερικοί άνθρωποι νομίζουν ότι το σημαντικό είναι η ζωή˙ όμως εγώ προτιμώ το διάβασμα". Όταν διασταυρώθηκα για πρώτη φορά με τούτο τον αφορισμό τον θεώρησα πνευματώδη˙ τώρα τον βρίσκω –όπως μου συμβαίνει με πολλά αποφθέγματα– ολισθηρό και ψευδή.
Η ζωή και το διάβασμα δεν είναι χωριστές δραστηριότητες.
Η διάκριση είναι πλαστή (όπως όταν ο Γέητς φαντάζεται ότι πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα "στην τελειότητα της ζωής ή του έργου"). Όταν διαβάζεις ένα σπουδαίο βιβλίο, δεν δραπετεύεις από τη ζωή. Βυθίζεσαι σ' αυτήν. Μπορεί να υπάρχει μια επιφανειακή απόδραση –σε διαφορετικές χώρες, ήθη, γλωσσικά σχήματα–, όμως αυτό που κατά βάθος κάνεις είναι να διερευνήσεις τους τρόπους με τους οποίους κατανοείς τις λεπτές αποχρώσεις της ζωής, τα παράδοξά της, τις χαρές της, τους πόνους και τις αλήθειες της. Η ανάγνωση και η ζωή δεν εξελίσσονται ξεχωριστά – συμβιώνουν. Και για το σοβαρό έργο της φαντασιακής ανακάλυψης και της αυτογνωσίας υπάρχει και παραμένει ένα και μόνο τέλειο σύμβολο: το έντυπο βιβλίο".

Αυτά αναφέρει ο Τζούλιαν Μπαρνς στην ερώτηση "Διαβάζουμε λοιπόν˙ αλλά γιατί;", ερώτηση που τέθηκε σε συγγραφείς και συνεργάτες των εκδόσεων Μεταίχμιο με σκοπό να δημιουργηθεί το ημερολόγιο του 2014. Ένα ξεχωριστό ημερολόγιο με σκέψεις ανθρώπων που προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να απαντηθεί από τους λάτρεις της ανάγνωσης με λίγες και μόνο λέξεις. Ανά τρεις και τέσσερις μέρες μια χρωματιστή σελίδα που περιγράφει τη μαγεία της ανάγνωσης, την επίδραση των βιβλίων από τότε που ήρθαμε σε επαφή με τον μαγικό κόσμο του παραμυθιού έως σήμερα.

Με λίγες λέξεις απαντά ο Ευγένιος Τριβιζάς "Διαβάζουμε για να αλλάζουμε".

Δεν ξέρω αν αλλάζουμε πάντως το μόνο σίγουρο είναι ότι μεγαλώνοντας η επιθυμία για μυθ-ιστορίες παραμένει.

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Μεταίχμιο για το αντίτυπο που μου προσέφεραν να μου κρατάει συντροφιά το έτος ετούτο.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Ο γέρος και η θάλασσα

Ο Μαραμπού διάβασε και μετά από πολλές πιέσεις μας έστειλε την συντομότερη ανάρτηση που θα μπορούσε να γράψει.

Ο Χέμινγουεϊ δεν είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Μοιράζομαι ανάμεσα στις κριτικές που λένε ότι έχει γράψει μερικά πολύ άσχημα βιβλία και σε εκείνες που ισχυρίζονται ότι έχει γράψει αριστουργήματα.  Επιμένω να συντάσσομαι με τις πρώτες! Όμως, η νουβέλα του, “Ο γέρος και η θάλασσα” είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο.
Πρόκειται για την περιπέτεια ενός γέρου Κουβανού ψαρά ο οποίος πιάνει έναν μεγάλο ξιφία και ύστερα από τρία μερόνυχτα μάχης καταφέρνει να τον υποτάξει. Καθώς όμως επιστρέφει στο λιμάνι, οι καρχαρίες καταβροχθίζουν το κουφάρι του ξιφία, με αποτέλεσμα ο ψαράς να φθάσει πίσω με ένα τεράστιο ψαροκόκαλο δεμένο στην βάρκα του. Εντυπωσιάζει η  όμορφη επιλογή των λέξεων καθώς και η μάχη του γέρου με το ψάρι (και κατ' επέκταση με την φύση), όπου η συνήθεια του γέρου να μονολογεί ολομόναχος πάνω στην βάρκα στην απόλυτη ερημιά της θάλασσας, προσδίδει έναν ιδιότυπο χαρακτήρα στην αφήγηση. Αναπόφευκτα, σε όλη την έκταση του βιβλίου και σίγουρα στο τέλος του, διαφαίνεται ένας έντονος συμβολισμός, ο οποίος ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως.
Μεγάλη πρωταγωνίστρια σε έργα αυτού του είδους, είναι φυσικά η θάλασσα! Μπορεί να μην έχει τον βίαιο χαρακτήρα του “Τυφώνα” του Κόνραντ, ούτε το ανεξήγητο μυστήριο του “Μόμπι Ντικ”, διαθέτει όμως μια διακριτική παρουσία που γοητεύει, ικανή να σε κάνει να την αναπολείς μέσα από τις μυστηριακές φλόγες του αναμμένου τζακιού!


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Ένα μαγικό παραμύθι των εκδόσεων Κίχλη

Οι εκδόσεις Κίχλη το έχουν καταφέρει.
Με πέντε χρόνια παρουσίας στην ελληνική βιβλιαγορά και με ούτε σαράντα τίτλους στον κατάλογο τους, έχουν καταφέρει να αποτελούν εγγύηση αναγνωστικής απόλαυσης.
Η μικρή κίχλη στη ράχη ενός βιβλίου αρκεί για να σε πείσει ότι το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί.
Ο δε συνδυασμός ενός συγγραφέα των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ενός ονειρικού τίτλου με τον υπότιτλο "μαγικό παραμύθι" και ενός χάρτινου εξωφύλλου με απλά χρώματα σε κάνει να μην μπορείς να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από αυτό το βιβλίο.
Ακόμη κι αν βρίσκεσαι όλη μέρα ανάμεσα σε χιλιάδες εξώφυλλα.
Δεν θα ησυχάσεις άμα δεν το διαβάσεις.
Κάπως έτσι συνέβη με τα Πορφυρά πανιά του Ρώσου Aleksandr Grin (1880-1932).
Από τις νέες εκδόσεις είναι πολλά εκείνα τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω, ίσως να τα διαβάσω τα επόμενα χρόνια ίσως και ποτέ, αλλά όταν βρέθηκα στο Booktalks και είπα θέλω να αγοράσω ένα βιβλίο, χωρίς πολλή σκέψη ήθελα αυτό το βιβλίο.
Και είναι αυτό ακριβώς που μου είχε τάξει ο υπότιτλος: ένα παραμύθι σίγουρα μαγικό. Μια λαϊκή παραβολή εμπλουτισμένη ούτως ώστε να μην είναι μια γραπτή καταγραφή μιας ιστορίας που έζησε από στόμα σε στόμα. Η πιο καλογραμμένη ιστορία αγάπης που έχω διαβάσει.
Και να 'μαι τώρα εδώ να μιλάω γι' αυτό το βιβλίο χωρίς καν να το έχω τελειώσει.
Μάλλον γιατί μου έδωσε την αφορμή να αφήσω εδώ ένα απόσπασμα από, τι άλλο, την περιγραφή μιας βιβλιοθήκης.

"Αυτό συνέβη στη βιβλιοθήκη. Η ψηλή της πόρτα, με το θαμπό γυαλί στο πάνω μέρος, ήταν συνήθως κλειδωμένη, όμως ο σύρτης μόλις που κρατιόταν από την εσοχή του θυρόφυλλου. Πιέζοντας με το χέρι, η πόρτα υποχωρούσε κι άνοιγε. Όταν, παρακινημένος από το ερευνητικό του πνεύμα, ο Γκρέυ μπήκε στη βιβλιοθήκη, εντυπωσιάστηκε με το σκονισμένο φως, η δύναμη και η ιδιαιτερότητα του οποίου οφείλονταν στο χρωματιστό σχέδιο που υπήρχε στο επάνω μέρος του τζαμιού των παραθύρων. Επικρατούσε μια ησυχία εγκατάλειψης εδώ, που θύμιζε νερό λίμνης. Σκοτεινές σειρές από ράφια βιβλιοθήκης έφταναν σε μερικά σημεία μέχρι τα παράθυρα, που δεν μπορούσαν να ανοίξουν τελείως. Ανάμεσα στις βιβλιοθήκες υπήρχαν διάδρομοι με στοίβες βιβλίων. Εδώ κι εκεί βρίσκονταν διάσπαρτα ένα ανοιχτό λεύκωμα με σκισμένα τα μεσαία φύλλα, κύλινδροι δεμένοι με χρυσά κορδόνια, σωροί από θλιβερά στην όψη βιβλία, παχιά στρώματα από χειρόγραφα, ένα βουναλάκι από τόμους-μινιατούρες που, όταν τους άνοιγες, έτριζαν σαν φλοιός, σχέδια και πίνακες, σειρές νέων εκδόσεων, χάρτες, κάθε είδους εξώφυλλα, χοντροκομμένα, κομψά, μαύρα, παρδαλά, μπλε, γκρίζα, χοντρά, λεπτά, τραχιά και λεία. Οι βιβλιοθήκες ήταν παραφορτωμένες με βιβλία. Έμοιαζαν με τοίχους που πίσω από τον όγκο τους είχαν φυλακίσει τη ζωή. Στην αντανάκλαση του γυαλιού της βιβλιοθήκης διαγράφονταν άλλες βιβλιοθήκες, σκεπασμένες με άχρωμες, αστραφτερές κηλίδες. Πάνω στο στρογγυλό τραπέζι έστεκε μια τεράστια υδρόγειος σφαίρα, κλεισμένη στον μπακιρένιο σφαιρικό σταυρό που σχημάτιζαν ο ισημερινός και ο μεσημβρινός."

Περισσότερα για τα Πορφυρά πανιά θα βρείτε εδώ.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις.


Όσοι έχετε ένα σχετικό πάθος με το σκάκι, σίγουρα θα έχετε συναντήσει το όνομα του Μαρσέλ Ντυσάν (Marcel Duchamp), είτε σε φωτογραφίες όπου απεικονίζεται ο ίδιος να παίζει σκάκι είτε σε μερικές δημιουργίες του που έχουν ως θέμα το δημοφιλές αυτό παιχνίδι. Όσοι πάλι, έχετε πάθος με την λογοτεχνία, αν ανατρέξετε στα εξώφυλλα της «Σκακιστικής νουβέλας» από τις εκδόσεις Άγρα, θα ευτυχήσετε να κάνετε μια πρώτη γνωριμία μαζί του!
Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις που έδωσε ο Μαρσέλ Ντυσάν στον Πιερ Καμπάν (Pierre Cabanne) το 1966, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, παρατήρησα μία συχνότατη αναφορά σε φράσεις όπως: «ήταν διασκεδαστικό», «με διασκέδασε πολύ», «ήταν κάπως αδιάφορο», «μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο».  Αυτές οι φράσεις περικλείουν την ηθική στάση του Μαρσέλ Ντυσάν, που κράτησε όλη του την ζωή, «ένας από τους πλέον ευφυείς καλλιτέχνες του 20 αιώνα», σύμφωνα με την γνώμη του Αντρέ Μπρετόν.
Ξεκίνησε ως ζωγράφος την περίοδο του Φωβισμού και του Κυβισμού αλλά αποξενώθηκε γρήγορα από τα παραδοσιακά μέσα όταν κατάλαβε ότι όλη η ζωγραφική τέχνη αποτελούσε μια οπτική γλώσσα – τη γλώσσα του αμφιβληστροειδούς! Συμπορεύτηκε με τους Σουρεαλιστές, σε μια παράλληλη πορεία, οι οποίοι προσπάθησαν κάπως να ξεφύγουν από την αμφιβληστροειδή γλώσσα.
Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο Ντυσάν επινόησε έναν νέο τρόπο προσέγγισης, χρησιμοποιώντας το γυαλί ως επιφάνεια δημιουργίας αντί του μουσαμά, πάνω στον οποίο τα χρώματα ατονούν και βρομίζουν με το πέρασμα των χρόνων. «Το Μεγάλο Γυαλί ήταν μια άρνηση κάθε αισθητικής, με την συνηθισμένη έννοια της λέξης».
Ο Μαρσέλ Ντυσάν είναι περισσότερο γνωστός για τις δημιουργίες ready-made, βιομηχανικά έτοιμα προϊόντα όπου με κάποιες φράσεις ενσωματωμένες πάνω τους, «επιθυμεί την μεταφορά της σκέψης του θεατή σε άλλες σφαίρες που έχουν περισσότερη σχέση με τον λόγο». Με εντυπωσίασαν πολύ οι φράσεις-λογοπαίγνια (αποτελέσματα των σουρεαλιστικών παιχνιδιών που πραγματοποιούνταν συχνά στις συναντήσεις των Σουρεαλιστών) που συνοδεύουν τα ready-mades, όπου πράγματι, ταξιδεύουν το θεατή σε άλλες νοητικές σφαίρες. Τα λογοπαίγνια λειτουργούν μόνο στην γαλλική γλώσσα, αλλά υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, πολλές επεξηγήσεις του μεταφραστή, όπου πετυχαίνει μια κάποια συνάφεια με την ελληνική γλώσσα.
Ο Ντυσάν συνήθιζε να αναφέρεται στις δημιουργίες του με την λέξη «πράγματα». Όπως ο ίδιος αναφέρει, η λέξη «art» προέρχεται από τα Σανσκριτικά και σημαίνει «κάνω»! Ο Μαρσέλ Ντυσάν έκανε πράγματα που τον διασκέδαζαν (γι' αυτό και οι τόσες αναφορές της λέξης “διασκεδάζω”),  αδιαφορώντας (να και η έτερη λέξη!) για το νόημα που κανονικά θα έπρεπε να φωλιάζει στα έργα του. Δεν αποδεχόταν τον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη ο οποίος είναι υποχρεωμένος να κάνει κάτι, που θεωρεί ότι οφείλει τον εαυτό του στο κοινό. Υπήρξε ένας αντι-καλλιτέχνης, βαθιά καλλιτεχνικός. «Προτιμώ να ζω, να αναπνέω, παρά να δουλεύω. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά που έκανα θα έχει μια οποιαδήποτε σημασία από κοινωνική άποψη στο μέλλον. Επομένως, αν θέλετε, η τέχνη μου είναι να ζω˙ κάθε δευτερόλεπτο, κάθε ανάσα είναι έργο που δεν γράφεται πουθενά, που δεν είναι ούτε ορατό ούτε εγκεφαλικό. Είναι ένα είδος μόνιμης ευφορίας».
Η έκδοση της Άγρας είναι πολυτελής, με δεκάδες ιλουστρασιόν φωτογραφίες των «πραγμάτων» του Ντυσάν για τα οποία γίνεται λόγος στο κείμενο της συνέντευξης καθώς και επίμετρο, με επιλεγμένα κείμενα καλλιτεχνών από το κύκλο των Σουρεαλιστών. Μετά την ανάγνωση, αρκεί να πείτε, «Με διασκέδασε πολύ!» ή «Μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο!» είναι σίγουρο ότι, ο Μαρσέλ Ντυσάν, θα συμφωνούσε με οποιαδήποτε από τις δύο γνώμες!

Το βιβλίο αυτό ήταν το πρώτο μου απόκτημα, από το νεογέννητο βιβλιοπωλείο Booktalks, αποτέλεσμα βιβλιοφιλικής συνεύρεσης της Κατερίνας Μαλακατέ και του Librofilo.

ΥΓ. Εκεί θα είμαστε σήμερα για ένα μεσημεριανό καφεδάκι για να ζηλεύει ο Μαραμπού...

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Στο κατώφλι του 2014 με ζωγραφιές και μυρωδιές της Μαριέλας!

Στο πεδίο των πολύ προσωπικών προτιμήσεων του A Book Blog διαβάζω με έκπληξη και ευχαρίστηση: «Λατρεύω την μυρωδιά των βιβλίων και του καφέ». Πόσο μεγάλη σημασία έχουν οι μυρωδιές, πώς μας τραβούν και μας δένουν σε συνειρμούς, με τις αισθήσεις μας που εύκολα παραμελούμε. Καφέ δεν πίνω (τι ανωμαλία και αυτή!), η μυρωδιά των βιβλίων, του μελανιού να φιλά αγκαλιαστά το κολλαρισμένο χαρτί με ξετρελαίνει. Με μεθά και χώνω την μύτη μου στο μισάνοιχτο βιβλίο να εισπνεύσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίδει. Η σκόνη πάλι όταν μαζεύεται και καταπίνεται μέσα στους πόρους του χαρτιού βγάζει μια άλλη μυρωδιά, όπως και ο συνδυασμός υγρασίας και μούχλας. Μπορεί να φανταστεί κανείς το δίδυμο του αρώματος ενός ζεστού καφέ και ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Δυο ευχαριστήσεις συγχρονισμένες μαζί. Μπορεί να λαχταρήσει να διαβάζει ενώ ρουφά γουλιά γουλιά τον καφέ της προτίμησής του. Οι μυρωδιές δεν αποτυπώνονται, δεν πιάνονται. Οι εικόνες αντίθετα μπορούν να αιχμαλωτιστούν, να αποδώσουν παραστάσεις, να αφηγηθούν εκείνα που βλέπουμε και να αφήσουν να ξεγλιστρήσουν, να υπονοήσουν μερικά από εκείνα τα άλλα που σκεφτόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ζωγραφιές με κούπες του καφέ –μικρές, μεγάλες, κοντόχοντρες, καταστρόγγυλες, με χερούλια, με πόδι, λουλουδάτες, μονόχρωμες, και πάει λέγοντας– συνταιριασμένες με γράμματα, με λέξεις, με σελίδες, με βιβλία κλειστά και βιβλία ανοικτά και ξαναπάει λέγοντας, εκθέτει έως το τέλος της πρώτης εβδομάδας του νέου χρόνου, 5 Ιανουαρίου 2014 (πήρε παράταση μέχρι 12/1), η ζωγράφος μπλογκοφίλη Μαριέλα στον ιδιαίτερο χώρο που φέρει την ονομασία «Συλλαβή» σε πεζόδρομο του Παγκρατίου. Εκεί, που στο ισόγειο πίνεις τον καφέ σου και στο παταράκι έχει βιβλία να δεις και να αγοράσεις, με άλλα λόγια σε έναν χώρο που πλανώνται και οι δύο αγαπημένες μυρωδιές, βρίσκονται αναρτημένοι πάνω από τους καναπέδες, κάτω και στο μήκος της ανηφορικής σκάλας οι πίνακες της Μαριέλας που απεικονίζουν εικαστικά την τελετή, την αναπαράσταση της ανάγνωσης μετά καφέ. Πολύ πετυχημένο το όλο ως σύνολο. Λειτουργίες που κλείνουν η μια την άλλη μέσα τους και αλληλοπεριγράφονται αυτογνωστικά. Οι πίνακες, νομίζω 21 τον αριθμό, λογής λογής διαστάσεων, από μικρούτσικοι σε μεγάλους, τελάρα αλλά και σε κορνίζα έχουν ο καθένας την προσωπικότητά του. Α, να και αυτός έχει τούτο, είναι αλλιώτικος, τα γράμματα κρύβονται στους ζεστούς αχνούς, παραμονεύουν, κείμενα περιμένουν να αναγνωριστούν, ένα ολόκληρο βιβλιαράκι. Χρώματα αλλού γλυκά, αλλού ρέπουν σε ασπρόμαυρη φτιαξιά, αλλού φωτεινά, αλλού έντονα και ένας νυχτερινός σκοτεινός «στο κοτσάνι της νύχτας». Τεχνικές διάφορες,υλικά ποικόλα, να χαρίζουν παραστατικότητα. Κοιτάζοντας μπαίνεις στις ζωγραφιές σκύβεις, τις βλέπεις από κοντά σαν να θέλεις να χωθείς εκεί στις λεπτομέρειες. Και φεύγοντας να αναλογίζεσαι ποιος σου άρεσε καλύτερα και γιατί σε άγγιξε. Να τους ξαναφέρνεις στο μυαλό και να σε ζεσταίνει η όμορφη εικόνα τους και να φαντάζεσαι σε ποιο σημείο του σπιτιού σου θα ήθελες να τους κρεμάσεις, να σε ταξιδεύει. Ευχαριστούμε Μαριέλα για το δώρο της ζωγραφικής σου!

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τα βιβλία του 2013

Πράγματι το 2013 ήμουν δραστήρια τόσο ως αναγνώστρια όσο ως μπλόγκερ. Είναι γιατί μάλλον το έτος αυτό ξεκίνησε και τελειώνει βρίσκοντάς με ανάμεσα σε ράφια με βιβλία. Μπορεί να είμαι σε διαφορετική πόλη, σε διαφορετικούς χώρους, με άλλους ανθρώπους, τα βιβλία όμως παραμένουν.
Προσπαθώντας να θυμηθώ τα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει δημιούργησα μια βιβλιολίστα, σαν αυτές που έφτιαχνα παλιά. Είναι εύκολο να φτιάχνεις τέτοιου είδους λίστες με τα βιβλία που έχεις διαβάσει όταν αυτά βρίσκονται στα ράφια της βιβλιοθήκης σου, όταν όμως τα περισσότερα βιβλία είναι δανεισμένα είτε από βιβλιοθήκες είτε από αλλού, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Προσπαθώντας, λοιπόν, να θυμηθώ, ανέτρεξα σε όλες τις στιγμές μου και σε όλους εκείνους τους χώρους που διάβασα ένα βιβλίο. Ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες εξωφύλλων από τα βιβλία που κουβαλούσα στην τσάντα μου ή που είχα ακουμπισμένα στον κομοδίνο και στο τραπέζι. Κι έτσι η λίστα είναι χρονικά ταξινομημένη ξεκινώντας από το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Άφησα έξω όλα τα παιδικά βιβλία καθώς είναι αδύνατον να θυμηθώ όλα εκείνα που διάβασα, αλλά ακόμη και αν τα θυμόμουν η λίστα θα γινόνταν βαρετά μεγάλη. Παρατηρώ ότι για τα περισσότερα βιβλία δεν έφτιαξα μια ανάρτηση και για κάποια θέλησα να φτιάξω αλλά το μεταθέτω για την επόμενη χρονιά. Για όποιο όμως θελήσετε περισσότερες πληροφορίες εδώ είμαστε. Φυσικά βιβλία που ξεκίνησα αλλά ποτέ δεν τέλειωσα, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα.

Εύχομαι για όλους το 2014 να είναι ένα ακόμη πιο διαβαστερό έτος και σίγουρα ευτυχέστερο.

Gogol, Nikolaj Vasilievic (2007). Η μύτη, Κοροντζής

Κυρτάτας, Δημήτρης (2010). 666: Ο αριθμός του βιβλίου, Άγρα

Barnes, Julian (2011). Ένα κάποιο τέλος, Μεταίχμιο

Γιώτης, Ντίνος (2013). Η γαλλίδα δασκάλα, Ψυχογιός

Haddon, Mark (2004). Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα, Ψυχογιός


Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Λίγο πριν αλλάξει σελίδα ο Χρόνος

Συνηθίζεται στο τέλος κάθε χρόνου να γίνεται, να κάνει ο καθένας και η καθεμιά μας τον προσωπικό του απολογισμό: τι θέλησε και κατάφερε, τι θέλησε και του ξέφυγε, τι δεν θέλησε και να που του συνέβη, να αναρωτηθεί αν θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τους καρπούς αποκόμισε, αν έκανε βήματα προς τα εμπρός, αν έγινε έστω και ένα απειροελάχιστο του χιλιοστού αυτό που λένε «καλύτερος άνθρωπος». Και να ονειρευτεί πράγματα για την επόμενη, την χρονιά που έρχεται ακάθεκτη. Όσον αφορά τις Βολτίτσες δεν ήταν η καλύτερη μου χρονιά, δεν επέδειξα την πειθαρχία της μιας φοράς την εβδομάδα και μια ανάρτηση, δηλαδή συνολικά 54 ή κάπου εκεί κοντά αναρτήσεις. Πολύ απέχω ακόμα και από τις μισές. Μετρώ και είναι συνολικά 20, άντε αν προλάβω να γίνουν 21, μεγάλη διαφορά δεν κάνει. Θα μπορούσα να κλέψω αναρτώντας βιβλιοεικόνες και βιβλιοπίνακες είναι αλήθεια, μα δεν θα το κάνω. Ευτυχώς, η Librarian υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια, είδε και διάβασε πολλά, ανταποκρίθηκε και γνώρισε πολλούς αναγνώστες του βιβλιοblog μας. Στην τελική για αυτό είμαστε δυο, για να συμπληρώνουμε ιδέες, λόγια, εικόνες, εντυπώσεις και αναρτήσεις, μια συνεχής παρουσία και επικοινωνία που τόσο χαιρόμαστε και δεν θα την αλλάζαμε με τίποτα. Ήρθαμε για να μείνουμε!
Και για να μην ξεχνιόμαστε ένα βιβλιοβιβλιαράκι της Edith Wharton με τίτλο Η διαστροφή της ανάγνωσης, από τις εκδόσεις Άγρα. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1903 και στην ελληνική γλώσσα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2009 εκτός εμπορίου στο πλαίσιο μιας ωραίας ιδέας που έχει υιοθετηθεί και από άλλους εκδοτικούς οίκους, αντί χριστουγεννιάτικης κάρτας, ως «χριστουγεννιάτικο ευχετήριο βιβλίδιο», «αντί ευχών». Σε δεύτερο γύρο το βιβλίδιο μαζί με εκείνα που είχαν τυπωθεί για τον ίδιο σκοπό, φέτος το 2013 μπήκε στο εμπόριο, ενταγμένο στην σειρά με την παιγνιώδη ονομασία «Ο άτακτος λαγός» και σήμα στο εξώφυλλο έναν λαγό με μακριά αυτιά ανάσκελα, ξεκαρδισμένο στα γέλια με την γλώσσα απέξω. Τόσο άτακτο!! Τέτοια τα κέφια του εκδότη!! Εκδοτικά το βιβλιαράκι είναι ιδιαίτερο, για το σχεδόν τετράγωνο σχήμα του αλλά κυρίως για το χρώμα του χαρτιού που είναι τυπωμένο: gialloro διαβάζω στον κολοφώνα, βαθύ χρυσαφί, κροκί, της πηχτής πικάντικης μουστάρδας. Η ανάγνωση σε αυτό το υπόβαθρο είναι κάπως διαφορετική, το μάτι ξεσυνήθιστο, οι υπογραμμίσεις και σημειώσεις δυσκολεύονται. Η ολοσέλιδη φωτογραφία της συγγραφέως καθισμένη στο γραφείο της να κοιτά κατάματα τον φωτογραφικό φακό στημένη, σφιγμένη, μοδάτη και περιποιημένη μα με μελαγχολία ανάμεικτη με ματαιότητα, παίρνει μια αλλοτινή διάσταση στον βαθυκίτρινο κάμπο του φόντου. Σαν να μην έχει ολοκληρωθεί η εμφάνιση της φωτογραφίας, σαν να έχει πάρει φως, ή σαν, αντίθετα, να την βλέπουμε μπροστά μας να παλιώνει. Η Ήντιθ Ουώρτον γεννημένη το 1862 στην Νέα Υόρκη έγραψε περισσότερα από 40 λογοτεχνικά βιβλία, ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ το 1920 και η πρώτη που ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Γέηλ. Πέθανε στο Παρίσι το 1937. Το θέμα που πραγματεύεται το έχουμε ξαναπιάσει στις Βολτίτσες και είχε μάλιστα, προκληθεί έντονος διάλογος και είχαν εκφραστεί διαφορετικές απόψεις και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις τους. Η Ουώρτον υποστηρίζει ότι η ανάγνωση «σκουπιδιών» ισοδυναμεί με διαστροφή, ότι η ανάγνωση από την αίσθηση ενός καθήκοντος που επιβάλλεται από την κοινωνία ως καλή συνήθεια και πρακτική είναι ακόμα μεγαλύτερη διαστροφή και επιφέρει καταστροφικές συνέπειες όταν ο «μηχανικός αναγνώστης» μιμητικά, δίχως κατανόηση, κατατάσσει τον εαυτό του στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, εισβάλλει με ύφος σε επικράτειες μακρινές του, συζητά, κρίνει, κατακρίνει, διατυπώνει αμάσητες και στερεοτυπικές απόψεις, ή ακόμα και επιβραβεύει, έτσι από μόδα, το βιβλίο της μόδας. Αυτός ο αναγνώστης απειλεί την λογοτεχνία που έχει ανάγκη από εξασκημένους, δυναμικούς αναγνώστες, εκείνους που οι αναγνώσεις τους συνδέονται αναμεταξύ τους, γονιμοποιούν η μια την άλλη, φορτίζονται και γεννούν συνδυαστικά το νέο. Δεν αφήνει ασχολίαστο τον παράγοντα της οικονομίας, της παραγωγής βιβλίων, του κανόνα της ζήτησης. Είναι με δυο λόγια καταπέλτης για τον μηχανικό αναγνώστη που μένει στην επιφάνεια, στον συρμό, δεν νιώθει τα λεπτά σημεία και ούτε ξέρει για να προσπαθήσει. Ας μην τα βάλω με την κάθετη αυτή άποψη που ακόμα και στις μέρες μας δεν απέχει από την πραγματικότητα, την βλάβη που προκαλεί η επιφανειακότητα και το δήθεν. Υπάρχουν παράμετροι που μας αναγκάζουν να την ανεχόμαστε. Η μόδα του μηχανικού αναγνώστη είναι καλύτερη από την μόδα της βίαιης επιβολής απόψεων. Ένας μηχανικός αναγνώστης μπορεί να καλλιεργήσει την εικόνα του αναγνώστη και εντέλει να δημιουργήσει έναν αναγνώστη. Ένας μηχανικός αναγνώστης με σκουντήματα, ίσως και κλωτσιές, ίσως να μπορέσει να μεταπηδήσει σε άλλη κλίμακα, ενώ ένας μη αναγνώστης θα παραμείνει μη αναγνώστης. Ο μηχανικός αναγνώστης μπορεί να αποκτήσει συναίσθηση της κατάστασής του και να μην αναζητά να επιβάλλεται και ούτε κάθε εξής. Καλή συνέχεια της χειμερινής εορταστικής περιόδου.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ζητείται αναγνώστης 4-8 ετών...


Διαβάζοντας το βιογραφικό του Κοτσιαρή Βασίλη στη biblionet θαυμάζω που η δημόσια εκπαίδευση έχει τέτοιους ανθρώπους γεμάτους όρεξη να μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα.
Ο Βασίλης ζει και εργάζεται στην όμορφη Κω (που έχω καιρό να επισκεφτώ και πρέπει να βάλω στο πρόγραμμα), συντονίζει την ιστοσελίδα ο μαγικός κόσμος του παιδικού βιβλίου, μια ιστοσελίδα γεμάτη κριτικές και προτάσεις ποιοτικών παιδικών βιβλίων και γράφει παιδικά βιβλία.
Ο δρόμος του τον έβγαλε στο ροζ μπλογκ μας και είχε την ευγενή καλοσύνη να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου στείλει το τελευταίο του βιβλίο το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γιάννη Διακομανώλη με τίτλο "Αϊ Βασίλης της χρονιάς!" των εκδόσεων από την Πάτρα "Κόκκινη Κλωστή Δεμένη" (παραμυθένιο όνομα εκδοτικού οίκου).
Αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο έλαβα ένα μεγάλο άσπρο φάκελο που περιείχε το χρωματιστό γιορτινό βιβλίο. Στα καθίσματα του μετρό άφησα την ιστορία να με ταξιδέψει σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη ηλικία, στα χρόνια εκείνα που πρόσμενα να εμφανιστούν με έναν μαγικό τρόπο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο κουτιά τυλιγμένα με γυαλιστερά περιτυλίγματα.

Υπομονετικά περίμενα να φτάσουν οι μέρες των γιορτών, να βγάλω από το ράφι μου το βιβλίο με τους πολλούς Άγιους Βασίληδες και να γράψω αυτήν την ανάρτηση.
Να που οι μέρες των δώρων έφτασαν.


Νομίζω ότι αρκετά έμεινε στη δική μου βιβλιοθήκη τώρα αναζητώ τον επόμενο αναγνώστη του.
Όμως, ο επόμενος αναγνώστης θέλω να είναι μεταξύ τεσσάρων με οχτώ ετών (δηλαδή λίγο μικρότερος από εμένα) και να πιστεύει πολύ ή να μην πιστεύει καθόλου στον Άγιο Βασίλη.
Όποιος γνωρίζει έναν τέτοιο τύπο αναγνώστη που θα ήθελε να διαβάσει αυτό το βιβλίο ας αφήσει ένα σχόλιο και όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάβω εγώ. 

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ένα βιβλιοβιβλίο στα σκαριά


Διαβάζοντας δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε μια εξαιρετική ιδέα-πρόσκληση που δεν μπορούσα να μην την αναδημοσιεύσω εδώ.
Η ιδέα ανήκει στον Γ. Μπίκο, επίκουρο καθηγητή του τμήματος Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων Πληροφόρησης του ΤΕΙ Αθήνας, ο οποίος είναι και επιμελητής της σειράς «Κουλτούρα και Τέχνες» των εκδόσεων Γρηγόρη.
Σκέφτηκε, λοιπόν, να εντάξει – μάλλον – σε αυτήν τη σειρά ένα βιβλιοβιβλίο γραμμένο από πολλούς νέους συγγραφείς.
Για τον λόγο αυτόν, προσκαλεί, όποιον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στο έργο, να στείλει ένα λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο να αφορά το βιβλίο, την πράξη της συγγραφής, τη ζωή των συγγραφέων, τη σχέση των ανθρώπων με τα βιβλία, τη συνήθεια της ανάγνωσης, τη φιλαναγνωσία, τη βιβλιοφιλία, την καθημερινότητα των βιβλιοθηκονόμων ή τις βιβλιοθήκες και τον κόσμο τους.

Η υπόθεση αυτού του έργου μπορεί να εκτυλίσσεται σε οποιαδήποτε εποχή και η έκτασή του να μην υπερβαίνει τις 1900 λέξεις. Μπορεί να είναι ποιήμα ή πεζό, αφήγημα, διήγημα, χρονογράφημα, ευθυμογράφημα, ένας εσωτερικός μονόλογος σκέψεων και στοχασμών, πεζό ποίημα, ένα κείμενο με περιεχόμενο που παραπέμπει σε σελίδες ημερολογίου ή σε αυτοβιογραφικό λεύκωμα, ή, ακόμα και ένας σχεδόν θεατρικός διάλογος. Μπορεί να βασίζεται σε βιώματα του συγγραφέα, ή σε μία εντελώς φανταστική υπόθεση. Βασικό όμως αιτούμενο είναι να διαθέτει λογοτεχνικό περιεχόμενο και υφή, και να μην περιορίζεται σε περιγραφές και μόνο, κάποιων καταστάσεων.
Στόχος είναι τα καλύτερα από τα έργα που θα σταλούν, να δημοσιευθούν εντός των πρώτων μηνών του 2014 σε ένα βιβλίο που θα φιλοξενεί λογοτεχνήματα μη επαγγελματιών, νέων Ελλήνων συγγραφέων, με θέμα το βιβλίο, την ανάγνωση, τη συγγραφή και, ίσως, τις βιβλιοθήκες και τη ζωή των βιβλιοθηκονόμων.

Προ(σ)καλώ όλους τους αναγνώστες αυτού του μπλογκ να ανοίξουν τους κειμενογράφους τους (ή τα παλιά αρχεία τους) και να δημιουργήσουν ένα βιβλιοκείμενο σαν αυτά που αγαπάμε να διαβάζουμε εμείς εδώ και να το στείλουν μέχρι τις 26/1/14 στη διεύθυνση g_bicos@hotmail.com.

Ανυπομονώ να δω την έκδοση αυτή, είμαι σίγουρη ότι θα συγκεντρώσει ιστορίες γεμάτες βιβλιοθήκες.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Οι αρχαίοι Κυνικοί

O Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις.
Οι αρχαίοι Κυνικοί θεωρούνταν οι παρίες της φιλοσοφίας. Περιθωριακοί, μισότρελοι και φαφλατάδες. Κανείς δεν τους έπαιρνε στα σοβαρά παρά μόνο για όσο διάστημα κρατούσε η παράξενη “παράστασή” τους. Κάποτε που ο Διογένης μιλούσε για ένα σοβαρό ζήτημα και κανείς δεν πλησίαζε να ακούσει άρχισε να σφυρίζει σαν πουλί˙ μόλις μαζεύτηκαν πολλοί τούς κατσάδιασε που όταν πρόκειται για ανοησίες σπεύδουν με ζήλο, ενώ για τα σπουδαία πράγματα καθυστερούν και δεν έχουν καμία διάθεση.
Αντιρρησίες και ασυμβίβαστοι, τα έβαζαν με την εξουσία και τις κοινωνικές συμβάσεις. Δεν προκαλούσαν μόνο κούφιους εντυπωσιασμούς αλλά γέμιζαν τις “παραστάσεις” με βαθύ στοχασμό που αποτέλεσε την μακρόχρονη φιλοσοφία τους, που έφθασε μέσω μαρτυριών μεταγενέστερων φιλοσόφων και βιογράφων, ως τις μέρες μας. Ποιος δεν γνωρίζει για το αναμμένο φανάρι καταμεσήμερο, με το οποίο ο Διογένης έψαχνε για έναν άνθρωπο ή για τον άνθρωπο του Πλάτωνα, ο οποίος όταν διατύπωσε τον ορισμό του ότι ο άνθρωπος είναι ένα δίποδο ζώο χωρίς φτερά, ο Διογένης μάδησε ένα κοτόπουλο και το ελευθέρωσε την Ακαδημία του πρώτου, αναφωνώντας “Αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα”!
Εκείνο που εντυπωσιάζει με τους Κυνικούς είναι η απόλυτη συνέπεια και ταύτιση ανάμεσα στην σκέψη και την ζωή τους. Περιφρονούσαν με ζήλο τα χρήματα, ο πλούτος είναι ένας εμετός της τύχης, και παρά ταύτα ένιωθαν ευτυχείς με την ύπαρξή τους – ο Διογένης έλεγε ότι τον είχαν βρει όλα όσα συμβαίνουν στις τραγωδίες: γιατί ήταν φτωχός, πλανόβιος, πρόσκαιρος. “Ενώ όμως τέτοια είναι η κατάστασή μου, είμαι έτοιμος να συναγωνιστώ σε ευτυχία τον βασιλιά των Περσών”.
Η ζωή τους ήταν μοναχική και εγκρατής, και συμπορευόταν με τα βαθιά πιστεύω τους – όταν κάποτε ορισμένοι τον περιγελούσαν που περπατούσε στη στοά αντίθετα, ο Διογένης τους είπε: “Δεν ντρέπεστε εσείς που πορευόσαστε ανάποδα στη ζωή να κατηγορείτε εμένα επειδή το κάνω ανάποδα στο περπάτημα;” Θεωρούσε ότι, οι άνθρωποι εφοδιάζονται με ό,τι τους είναι απαραίτητο για να ζουν, ενώ με ό,τι τους είναι απαραίτητο για να ζουν σωστά δεν εφοδιάζονται και κατέληγε με μια αιχμηρή κυνικότητα (μια λέξη της οποίας υπήρξε ο δημιουργός!) που συμψήφιζε όλη την κοσμοθεωρία του ότι στη ζωή πρέπει να είναι κανείς εφοδιασμένος με νου ή με μια θηλιά.
Το βιβλίο είναι μια βιβλιογραφική καταγραφή όλων των σωζόμενων αποσπασμάτων και μαρτυριών για τους βασικότερους εκπροσώπους της Κυνικής φιλοσοφίας – Αντισθένης (που θεωρείται και ο θεμελιωτής), Διογένης ο Κυνικός, Κράτης, Ιππαρχία, Μητροκλής και μερικοί ελάσσονες Κυνικοί. Όλα τα παραπάνω αποσπάσματα αποδίδονται στον Διογένη τον Κυνικό και επέλεξα τα “δικά του” γιατί είναι ο πλέον γνωστός εκπρόσωπος της Κυνικής φιλοσοφίας. Ωστόσο, μερικά αποσπάσματα αποδίδονται (ίσως ελαφρώς παραφρασμένα) σε δύο ή περισσότερους Κυνικούς και αυτή η σύγχυση οφείλεται στο γεγονός ότι οι Κυνικοί δεν άφησαν γραπτά πίσω τους και η διδασκαλία τους προέρχεται από μεταγενέστερους μελετητές με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μια συλλογή αποφθεγμάτων και τίποτα περισσότερο. Είναι χρήσιμο αν διαβαστεί αλλά δεν ξέρω κατά πόσο είναι και ελκυστικό. Επειδή όμως, μου αρέσει η Κυνική φιλοσοφία και θα ήθελα να πείσω μερικούς να ψαχτούν παραπάνω, δράττομαι της ευκαιρίας, να μνημονεύσω ένα εξαιρετικό βιβλιαράκι του Τζαίησον Ξενάκη με τίτλο “Χίππηδες και Κυνικοί”, εκδ. Απόπειρα, που προλογίζει ο θρυλικός Λεωνίδας Χρηστάκης (ένα must read ανάγνωσμα για ψαγμένους αναγνώστες που είναι εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια και εξαφανισμένο από προσώπου γης, όμως, όποιος καταφέρει να βρει ένα αντίτυπό του κάπου, μπορεί να γίνουν θαύματα εν όψει Χριστουγέννων, θα νιώσει πλήρης και πλούσιος!).
Για να επιστρέψω ξανά στο βιβλίο που παρουσιάζω εδώ, ο Ν. Μ. Σκουτερόπουλος (που έκανε την επιμέλεια, την μετάφραση και τον σχολιασμό των αποσπασμάτων), στο πρόλογό του – και αυτό θα είναι ο δικός μου επίλογος – επισημαίνει το εξής: έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το κέντημα του αρχαίου κόσμου από την καλή˙ με τους Κυνικούς το βλέμμα στρέφεται για λίγο και στην ανάποδη όψη του, την όχι και τόσο όμορφη, αυτήν όμως που, όπως θα έλεγε και ο Σοπενάουερ, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πώς ενώνονταν τα νήματα.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Πιο βιβλιοβιβλίο δεν γίνεται


Ένα βιβλίο γεμάτο ιστορίες και αναμνήσεις δοσμένες με διάθεση νοσταλγική συνάμα και πραγματιστική. Ιστορίες που πορεύονται πάνω στην πρόσφατη ιστορία μας, στην εμπλοκή των ανθρώπων με τα γεγονότα και τ’ αντίστροφο, την καταλυτική επίδραση των γεγονότων στις ζωές των ανθρώπων. Ένα βιβλίο που μιλάει συνέχεια για βιβλία, εκείνα του σχολείου, εκείνα που κυκλοφορούσαν στο σπίτι, στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, τα κοινώς αποδεκτά και γνώριμα, εκείνα που επιτρεπόταν να διαβαστούν, τα απαγορευμένα, εκείνα που δεν είχαν ακόμα ακουμπήσει το χαρτί και βρίσκονταν στην διαδικασία του γραψίματος, άλλα κείμενα που ήταν γραμμένα αλλά χρειάζονταν σκηνοθεσία και ερμηνεία θεατρική. Κείμενα και λόγος παντού, το προδίδει κιόλας ο τίτλος του που παραπέμπει ακριβώς στο εργαλείο γραφής Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο. Της Άλκης Ζέη, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, φετινό του Σεπτεμβρίου, το συναντώ στις λίστες των ευπώλητων, όχι πολύ ψηλά μα υπάρχει. Ελπίζω να παραμείνει και να ανέβει. Και εκτός του ότι όλη η αφήγηση κατέχεται από τον πολιτισμό του βιβλίου, αναφέρεται και πιο συγκεκριμένα σε ανθρώπους των εκδόσεων. Στις εκδόσεις Ίκαρος και στις εκδόσεις Κέδρος πιο συγκεκριμένα. Προσπάθειες και οι δυο που έφεραν νέα δεδομένα, που έκαναν την διαφορά με το ύφος, τον χαρακτήρα και τις επιλογές τους. Ζωές και άνθρωποι που ονειρεύονταν έναν καλύτερο κόσμο και όχι μόνο τον ονειρεύονταν, πίστευαν ότι ήταν εφικτό αν… Αξίζει να κυνηγάμε εκείνα τα αν, τις προϋποθέσεις που μπορούν συλλογικά να φέρουν, να φτιάξουν καλύτερες συνθήκες. Αυτά κρατώ γιατί αυτά ακριβώς χρειάζομαι σε τούτη την εποχή.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Οι Bouquinistes του Παρισιού


Διαβάζοντας για τους Bouquinistes του Παρισιού, τους βιβλιοπώλες εκείνους που πουλούν παλιά βιβλία στις δύο όχθες του Σηκουάνα δημιουργώντας την αίσθηση ότι το ποτάμι αυτό κυλά ανάμεσα σε δύο βιβλιοθήκες, μου ήρθε στο νου ένα απόσπασμα που είχα διαβάσει σε έναν παλιό βιβλιογραφικό κατάλογο σπάνιων εκδόσεων. Ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μαρίνου Σιγούρου Εντυπώσεις από το Παρίσι, έκδοση του 1910 των Παναθηναίων, το οποίο φέρει τον τίτλο "Παλαιοβιβλιοπώλες".
Το ανιγράφω εδώ ολόκληρο για τους λάτρεις των παλιών βιβλίων αλλά και του όμορφου Παρισιού.


«Όταν περνώ, έξω από τη Γαλλική Ακαδημία, στην προκυμαία του Σηκουάνα, σταματώ εμπρός στα ξύλινα κιβώτια των Bouquinistes και κυττάζω τα παλιά βιβλία. Κληρικοί γαλήνιοι, γέροι σοφοί, παρά ξένοι άνθρωποι, νέοι ανήσυχοι διψασμένοι για τη μάθηση, ο κόσμος που αγαπά τα βιβλία, λησμονιέται εκεί με το πρόσωπο βυθισμένο στις ξεθωριασμένες σελίδες και με τη σκέψη φευγάτη στον περασμένο καιρόν ή σε μεταφυσικούς στοχασμούς.
Λίγα βήματα παραπέρα το Παρίσι οργιάζει πολυθόρυβο.
Όλα αυτά τα παλιά βιβλία, τα μικρά μετάλλινα αγαλματάκια, οι μικρογραφίες, τα ειδώλια βλέπουν το φως της ημέρας, αφού θα έμειναν λησμονημένα και παραριγμένα για πολλά χρόνια, σε κλειστά σκοτεινά καταγώγια, σε αραχνιασμένες σοφίτες. Μια μυστική πνοή του Καιρού, κάτι σαν από την ψυχή της Ιστορίας περνάει απάνω από αυτά τα κιβώτια που σκεπάζουν και στολίζουν σαν στεφάνι τις όχθες του Σηκουάνα. Σηκώνεται σαν σκόνη η αναθυμίαση των άψυχων και πλημμυρίζει με χίλιες σκέψεις την φαντασίαν όσων ζούνε με όνειρα.
Και ο περίγυρος, από το Λούβρον ως την Παναγιά του Παρισιού, διηγείται όλη την ιστορία της Γαλλίας. Μαζί με τη σκόνη του δρόμου αναπνέω και τη σκόνη της Ιστορίας, τις αναμνήσεις των εποχών. Βλέπω και αισθάνομαι την εργασία των γενεών που επέρασαν, ταχνάρια ενός λαού.
Τέτοιο θέαμα κάνει κάθε στοχαστική  ψυχή να περιφρονεί τα πράγματα του κόσμου.
Κοντά στα νεκρά παλαιϊκά πράγματα, όπως μέσα σ' ένα κοιμητήρι, νοιώθω την ειρηνική βαθιά θλίψη που εμπνέει το μοιραίο πέρασμα της ζωής.
Αυτά τα βιβλία που πουλιούνται για λίγες πεντάρες, μας δίνουν το πικρότερο μάθημα μιας απελπιστικής σοφίας.
Μια ξεθωριασμένη ψυχή φωλιάζει μέσα στις σκοτεινές σελίδες των, μια θλιβερή γεροντική ψυχή, ένα σιωπηλό πνεύμα του πόνου.
Ρίχνω μια γοργή ματιά στο τυπωμένο χαρτί που θυμίζει τη ματαιότητα της εφήμερης επιτυχίας, την εργασία που περνά άκαρπη και αγνώριστη, την ανώφελη προσπάθεια που χάνεται...
Πόσοι άγνωστοι συγγραφείς! Ονόματα που δεν τα είδα ποτέ, ονόματα που ποτέ δεν τα άκουσα. Ποιός τους ξέρει, και ποιός τους συλλογίζεται τους ευλογημένους  αυτούς ανθρώπους που θυσιάσανε τα ωραιότερα χρόνια της ζωής των σε μιαν εργασία χαμένη και άσκοπη, σ' ένα περιττό κόπο!
Ψηλά τα δένδρα είναι ολοπράσινα από τους ανοιξιάτικους χυμούς και στα κλαδιά γλυκοκελαϊδούν τα πουλιά. Κάτου ο Σηκουάνας κυλά τα θολοπράσινα νερά του. Κ' εγώ, με θλιμμένη ψυχή, συλλογίζομαι όλους αυτούς τους λησμονημένους συγγραφείς, που κοιμούνται, μαζί με το έργο τους, άγνωστοι τον αιώνιον ύπνο.
Το βαθύ πικρό αίσθημα που νοιώθω μοιάζει σαν συμπάθεια και σαν εγωισμός.
Τι τάχα αξίζει να προσθέσει κανείς λίγες ή πολλές σελίδες στην άπειρη πληθώρα του τυπωμένου χαρτιού;
Γυρίζει στο νου μου ο φόβος που βασάνισε σχεδόν όλους όσοι ζήτησαν να διαιωνίσουν (!) τη σκέψη τους επάνω στο χαρτί, που το τρώει ο σκόρος, που το σαπίζει η υγρασία, που το σκίζει ο άνθρωπος.
Ο γερό-bouquiniste δεν σκοτίζεται από τέτοιους στοχασμούς, και φαίνεται ευτυχισμένος γιατί ξέρει πως η Ευτυχία δεν αφίνει να την πιάσουν παρά μόνον όσοι αδιαφορούν ή την περιφρονούν, ή εκείνοι που δεν την έχουν ανάγκη, γιατί όταν γεννήθηκαν, τη βρήκαν σκυμένη από πάνω τους.
Δεν θα συλλογίζεται τη φτώχια του και δεν θα λογαριάζει την ηλικία του. Κάθεται μπροστά στα βιβλία του και όταν δεν τα πουλεί τα διαβάζει. Έτσι γυρτός, ασπρομάλλης, ζαρωμένος, ήρεμος, μου θυμίζει κάποιους γέρους πούχει ζωγραφίσει ο Ρέμπραντ, σκυμένους στην ανάγνωσην ή στην προσευχή, με τη μορφή μισοφωτισμένην από μια περαστικήν αχτίνα, ενώ το κορμί των το σκεπάζει σκιά.
Ζει με εγκαρτέρηση και κυττάζει όλα τα πράγματα με το παρατηρητικό, αλλά ψυχρό και αδιάφορο βλέμμα του φιλοσόφου, που δεν μπορεί τίποτε να τον εκπλήξει, γιατί όλα τα είδε, όλα τα περιμένει και του φαίνονται φυσικά. Τον κόσμο τον πέρνει όπως βρίσκεται, και δεν του φαίνεται και πολύ κακός, ούτε θαρρεί πως πρέπει να διορθωθεί.
Κι' όταν διαβάζοντας του ξεφεύγει ένα σβυμένο ειρωνικό μισοχαμόγελο, θάναι γιατί βρίσκει περιττή κι' άσκοπη τη ματαιοδοξία των σοφών που θέλουν να συστηματοποιήσουν μεθοδικά την τρελλήν αυτή σφαίρα που χωρίς λόγο στρηφογυρίζει ακούραστη μέρα και νύχτα.
Όσα δεν καταλαβαίνει από τ' απούλητα βιβλία που διαβάζει, δεν ζητεί να τα μάθει. Δεν νοσταλγεί ξένες χώρες, γιατί κάνει φανταστικά ταξίδια, σε περασμένους καιρούς και μακρυνούς τόπους που τους γνωρίζει μόνο από τις εικόνες των βιβλίων του, ή που τους ονειρεύεται μισονυσταγμένος, ακίνητος στο σκαμνί του, κυττάζοντας τα θολοπράσινα νερα του Σηκουάνα και περιμένοντας κανένα θεόλστατο πελάτη.
Βλέπει την παρισινή ζωή  να περνά ολημερίς μπροστά του, και στη μορφή του ζωγραφίζεται αυτή η σκέψη:
-Τίποτε δεν με συγκινεί, τίποτα δεν με ενθουσιάζει. Συνήθισα τη θλίψη κ' ελησμόνησα τη χαρά.
Άλλοι περνούν βιαστικοί και αδιάφοροι χωρίς να ρίξουν μια ματιά στα βιβλία. Άλλοι στέκονται και τα φυλλομετρούν και τα κυττάζουν. Φαντάζομαι πως το ξεχασμένο βιβλίο θ' ανατριχιάζει από κρυφή ηδονή, θα νοιώθει χαρά να το ξεφυλλίζουν απαλά σαν να το χαϊδεύουν τα δάχτυλα ενός αγνώστου. Ύστερα από πολυκαιρινή λησμονιά θα έχει την πρόσκαιρην αυταπάτη πως δεν είναι άχρηστο. Κάποιος διαβάτης που κοντοστέκει, μισοδιαβάζοντας με γλήγωρες ματιές, μπορεί να ενδιαφερθεί και από την πιο ανόητη φυλλάδα, ο καθένας μπορεί να βρει στις σελίδες της μιαν ιδέα, μια σκέψη του, κάτι που να τον ενθουσιάσει ή να τον παρηγορήσει.
Ενώ φεύγω το πέρασμα μιας ωραίας κόρης με κάνει να λησμονήσω τα ξεθωριασμένα βιβλία και τους μαύρους στοχασμούς.
Η ξανθή κόμη της αστράφτει στο φως, και στο λαμπρό χαμόγελο του ήλιο φεγγοβολάει πρόσχαρη της φύσης η αιώνια νιότη, που αδιαφορεί για την ανθρώπινη σοφία και που δεν έχει καμμιάν απαισιοδοξία».

Εκατοντάδες ζωγράφοι έχουν εμπνευστεί από τους Bouquinistes του Παρισιού, το ίδιο πολυάριθμες είναι και οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο διαδίκτυο για τους ιστορικούς αυτούς βιβλιοπώλες του Σηκουάνα.
Ο πρώτος πίνακας είναι του Tavik Frantisek Simon και φέρει τον τίτλο ο Παλιός Βιβλιόφιλος (Παρίσι, 1926).
Ο δεύτερος είναι του Antoine Blanchard με τίτλο Notre Dame, les bouquinistes, Paris.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

The ghost's library

Πρόκειται για μια εξαιρετική σειρά που περιλαμβάνει εκατοντάδες φωτογραφίες υπό τον τίτλο "Η βιβλιοθήκη του φαντάσματος". Όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στη σοφίτα ενός παλιού οικοτροφείου δημιουργώντας ένα κλίμα μυστηρίου.
Η Kim Kelley-Wagner έχοντας σπουδάσει τα έτη 1977-1981 στην Καλών Τεχνών του Kent State University και έχοντας εργαστεί ως γραφίστας και web designer έχει τραβήξει και εκθέσει χιλιάδες φωτογραφίες αλλά η σειρά αυτή έχει έναν λόγο να ξεχωρίζει και να μας αρέσει.
Οι παλιοί γεμάτοι ρωγμές γκρι τοίχοι έρχονται σε αντίθεση με το φωτεινό παράθυρο που προβάλει ένα γαλάζιο κομμάτι του ουρανού, καθώς και με τα ρούχα των μικρών κοριτσιών που επιλέχτηκαν για το ρόλο του φαντάσματος-αναγνώστη. Σκόρπια βιβλία πάνω στο τραπέζι, στο παράθυρο, στο πάτωμα, αναπτύσσουν περισσότερο την αίσθηση του παλιού που έρχεται σε σύγκρουση με την αίσθηση του νέου, που πηγάζει από τα μικρά κορίτσια.
Η καλλιτέχνης αναφέρει ότι αν όλες οι φωτογραφίες μπουν σε μια σειρά αφηγούνται μια ιστορία, την ιστορία που δημιουργεί η φαντασία του ανθρώπου.
Ξεχωρίζω μερικές:








 Περισσότερες φωτογραφίες της μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Η εκδοτική δραστηριότητα στα χρόνια του Καβάφη. Αλεξάνδρεια 1893-1933

Για την επέτειο των 150 χρόνων από τη γέννηση του Αλεξανδρινού ποιητή έχουν διοργανωθεί πλήθος εκδηλώσεων στην μεγάλη μας πόλη.
Θα αναφερθώ στην έκθεση που εγκαινιάστηκε στις 6 Νοεμβρίου στον Πολυχώρο του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με τίτλο "Η εκδοτική δραστηριότητα στα χρόνια του Καβάφη. Αλεξάνδρεια 1893-1933".
Τα εγκαίνια της έκθεσης ήταν μια ωραία εκδήλωση που είχαν τα λόγια που λείπουν από την έκθεση. Στην αίθουσα διδασκαλίας της βιβλιοθήκης του Μεγάρου, μπροστά από ένα γυαλιστερό πιάνο, είχαν στηθεί μικρόφωνα που προορίζονταν για τέσσερα άτομα: τον Αθανάσιο Μαρκόπουλο, Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, την Έφη Ανδρεάδη, επιμελήτρια της έκθεσης, την Αλεξάνδρα Χαριτάτου, κόρη του Μάνου Χαριτάτου του ΕΛΙΑ και τη λέκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Μαρία Ρώτα. Όλοι είπαν δύο λόγια εκτός από την ακαδημαϊκό που είπε αρκετά παραπάνω ικανά να μας κατατοπίσουν και να μας διαφωτίσουν. Στο κοινό την ημέρα των εγκαινίων βρίσκονταν γνωστοί μεταξύ γνωστών σαν μια κλειστή κοινωνία που δύσκολοι μπαίνουν νέα πρόσωπα.
Σκοπός της έκθεσης είναι να προβληθεί η εκδοτική δραστηριότητα της Αλεξάνδρειας τα χρόνια που ζούσε ο Καβάφης, τα τεκμήρια που τον συντρόφευαν στην καθημερινότητά του.
Ωραία ιδέα αν και κάπως πρόχειρη η υλοποίηση της.
Όλο το υλικό που προβάλλεται είναι δανεισμένο από τη συλλογή του ΕΛΙΑ και την προσωπική συλλογή του Χαριτάτου και είναι καλό το υλικό να ξεσκονίζεται, να φροντίζεται και να μπαίνει σε τζαμένιες βιτρίνες να το βλέπει ο κόσμος, να μην μένει κλεισμένο σε σκοτεινά ράφια.



Κάθε βιτρίνα και μία κατηγορία υλικού, εφημερίδες όπως η Ελπίς, ο Κήρυξ, περιοδικά όπως η Αλεξανδρινή Τέχνη, ο Εκκλησιαστικός Φάρος, λογοτεχνικά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων αλεξανδρινών εκδοτικών οίκων, βιβλία όλων των θεματικών κατηγοριών αλλά και παρτιτούρες, τεκμήρια που ίσως ο Καβάφης να είχε διαβάσει, να είχε δει στις βιτρίνες βιβλιοπωλείων, να είχαν αποτελέσει εν τέλει πηγή έμπνευσης για εκείνον τον μεγάλο ποιητή. Ακόμη, στην έκθεση παρουσιάζονται και κάποια χειρόγραφα του ποιητή κυρίως ποιήματα αλλά και τρία χειρόγραφα σημειώματα από το νοσοκομείο που νοσηλευόταν που λόγω τραχειοτομής αδυνατούσε να μιλήσει.
Συνοδευτικό της έκθεσης ένας κατάλογος με τα 129 τεκμήρια τα οποία περιέχει η έκθεση.
Εκεί θα είναι η έκθεση μέχρι τις 29 Νοέμβρη, Δευτέρα-Τρίτη και Πέμπτη-Παρασκευή: 10:00-18:00 Τετάρτη: 10:00-19:00 μετά όλα θα επιστρέψουν στα ράφια ή στα συρτάρια, τώρα όμως ξέρουμε την ύπαρξή τους.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Συνέδρια:δυναμικοί τόποι

Στο πρόγραμμα για σήμερα που έχει το κρυούλι του και θα πρέπει να φροντίσουμε να ντυθούμε πιο ζεστά, είχα σκεφτεί να επανέλθω σε ένα καθαρόαιμο βιβλιοβιβλίο. Το κρατώ κρυφό, άσσο στο μανίκι μου γιατί η ανάρτηση θα αναφερθεί στο συνέδριο που οργανώθηκε το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, στο Ευγενίδειο Πλανητάριο από την Οργανωτική Επιτροπή Ενίσχυσης Βιβλιοθηκών που μετρά μια δεκάχρονη παρουσία στον χώρο με εννέα δυναμικά συνέδρια. Διευκρινιστικά, ως υπότιτλο η Οργανωτική Επιτροπή, που για συντομία αποκαλείται «Συνεργασία», περιγράφει το στίγμα των δράσεών της «Διεθνείς συνεργασίες και τοπικά δίκτυα». Αγκαλιάζει, δέχεται και τα δυο ζητούμενα μέσα-έξω, με όρους ισότιμης ανάγκης και στόχευσης. Θέμα του συνεδρίου ήταν «Εκπαίδευση και Βιβλιοθήκες στον Ψηφιακό Κόσμο», ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον γιατί οι βιβλιοθήκες τελικά υπάρχουν και είναι οργανωμένες και προσπαθούν να κάνουν τη διαφορά στις τοπικές κοινωνίες και ομάδες αναγνωστών που υπηρετούν και να ενταχθούν στο γενικότερο κοινωνικό. Με άλλα λόγια να προσφέρουν, να κάνουν την διαφορά, να λειτουργήσουν δυναμικά, να φροντίσουν εκείνες τις ανάγκες που έχουμε αλλά τις αμελούμε, τις θεωρούμε πολυτέλεια να τις έχουμε ή πάλι άλλοι νομίζουν ότι δεν είναι για αυτούς γιατί υστερούν με τον ένα ή κάποιον τρόπο, τέλος πάντων. Τι καλά που θα ήταν οι βιβλιοθήκες να αποκτήσουν την κρίσιμη μάζα που θα κάνει την διαφορά και θα φέρει εντέλει χαρά στις ζωές μας. Το Συνέδριο τα είχε όλα, ελληνικές και ξένες ανακοινώσεις καλεσμένων από την Ολλανδία, Πορτογαλία και Φιλανδία. σεμινάρια συμμετοχικού χαρακτήρα, άφθονο ενημερωτικό υλικό φορέων στο τραπέζι υποδοχής, οργάνωση, τεχνολογικές υποδομές, φιλικό περιβάλλον και κλίμα ανοιχτοσύνης. Πολλοί νέοι άνθρωποι που ενδιαφέρονταν. Δεν θα σταθώ στις ανακοινώσεις και τις ερωτήσεις γιατί είναι ή σύντομα θα είναι όλα διαθέσιμα διαδικτυακά. Να πω όμως, ότι προσωπικά ωφελήθηκα με διάφορους τρόπους και πιστεύω ότι όλοι κάτι πήραμε. Εναύσματα για κουβέντες, σκέψεις. Ανανέωση για την πίστη που πρέπει με κάθε θυσία να συντηρούμε και να διατηρούμε, να μην το βάζουμε κάτω με τις εκατομμύριο (δεν είναι υπερβολή) δυσκολίες (που έχει κάποιο νόημα να τις αποκαλούμε προκλήσεις με τις οποίες καλούμαστε να αναμετριόμαστε συνεχώς οι άνθρωποι των βιβλιοθηκών μαζί με τους ανθρώπους των αρχείων και των μουσείων). Μήπως βγήκαν λίγο διδακτικά όλα αυτά, ίσως, αλλά δεν τα σβήνω και πάω στην σκηνή που εξαρχής ήθελα να καταλήξω. Την Παρασκευή, τελειώνοντας μάλλον αργά για Παρασκευή περίπου στις 8.30, σκοτάδι και να μοιάζει πιο βράδυ εξαιτίας της συσσωρευμένης κούρασης της εβδομάδας και της αλλαγής της ώρας, πολλοί περιμέναμε στην στάση το 550 να φανεί από την στροφή. Κρατώντας στα χέρια τα υλικά του συνεδρίου. Και πράγματι, κάποια στιγμή εμφανίστηκε, ήταν ευτυχώς διπλό και χώρεσαν όλοι και όλες και οι περισσότεροι βρήκαμε θέσεις να καθίσουμε. Και οι κουβέντες κυριάρχησαν και ακούγονταν σε όλο, μα όλο το κλειστό όχημα. Αφορούσαν εντυπώσεις από τις παρουσιάσεις, επεξηγηματικές, διευκρινιστικές για το τι ακούσαμε, τι σκεφτήκαμε, αν καταλάβαμε καλά, το ίδιο, ειπωμένο με λόγια για να πάρουν σταθερή οντότητα, να συνεννοηθούμε με βεβαιότητα. Συμμετοχή που δεν τελείωνε με το τέλος της φυσικής παρουσίας στον χώρο. Το καθαρό κέρδος, το νοιάξιμο, το ενδιαφέρον, η προσωπική εμπλοκή… αισιοδοξία!