Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Μια ιστορική έκδοση

Τον Ιούλιο του 1970 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο με τον τίτλο Δεκαοχτώ Κείμενα. Είχε προηγηθεί, το Μάρτιο του 1969, η δήλωση του Σεφέρη κατά της χούντας και κατά της λογοκρισίας.  Ένα χρόνο αργότερα δεκαοχτώ συγγραφείς σπάζουν την εκδοτική σιωπή τους, συνεργάζονται και δημοσιεύουν σε έναν τόμο κείμενα πρόκληση εναντίον του καθεστώτος. Για την ευθύνη της έκδοσης συγκροτείται εκδοτική ομάδα που αποτελούνταν από τους: Μανόλη Αναγνωστάκη, Αλέξανδρο Αργυρίου, Νίκο Κάσδαγλη, Αλέξανδρο Κοτζιά, Τάκη Κουφόπουλο, Ρόδης Ρούφο, Θ. Δ. Φραγκόπουλο με σκοπό να απαλλάξουν την εκδότρια, Νανά Καλλιανέση, από ένα μέρος της ευθύνης.
Το βιβλίο γνώρισε τεράστια επιτυχία, τυπώθηκε σε 3.000 αντίτυπα τα οποία εξαντλήθηκαν σε διάστημα ενός μήνα. Ξανατυπώνεται τέσσερις φορές και μέσα σε έξι μήνες είχαν πουληθεί 12.000 αντίτυπα. Αυτή η επιτυχία ήταν που βόηθησε στο να αποτραπεί η κατάσχεσή του.
Το 1994, στην επέτειο των 40 χρόνων λειτουργίας του ιστορικού εκδοτικού οίκου, ανατύπωσαν σε πανομοιότυπη έκδοση τον τόμο των 18 Κειμένων, χρειάζεται να τον έχουμε και εμείς σήμερα.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή ανατρέχω στο αντίτυπό μου και διαβάζω λίγες από τις λέξεις των σημαντικότερων μεταπολεμικών λογοτεχνών. Μια έκδοση απλή, χωρίς περιττές λέξεις και εικόνες. Ένα εξώφυλλο με τον τίτλο πάνω πάνω με κεφαλαία. Ακολουθούν οι δεκαοχτώ συγγραφείς, δεκαοχτώ ονόματα με κεφαλαία σε αλφαβητική σειρά και πρώτο πρώτο να ξεχωρίζει το όνομα του Σεφέρη.
Κανένα στολίδι, δεν χρειάζεται, εδώ μέσα θα βρείτε μόνο πυκνογραμμένες λέξεις.

Ξεφυλλίζοντας το χέρι σταματά στα ποιήματα του Αναγνωστάκη.
Δεκατέσσερα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο "ο στόχος" κι αυτός με κεφαλαία.
Αφήνω εδώ το πρώτο και το τελευταίο:

Ποιητική 

— Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις, 
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου 
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον 
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας 
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε 
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους. 

— Το τι  δ ε ν  πρόδωσες  ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια, 
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας 
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια 
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά 
Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε. 
Για ποιά ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε; 

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις. 
Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες. 

Σαν  π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

***

Επίλογος (απόσπασμα)

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες
την ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος,
«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ένας Χαλεπάς σε καιρούς χαλεπούς!


Ο Μαραμπού διάβασε τη βιογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά και μας έστειλε εντυπώσεις, αλλά αυτή τη φορά το θεώρησα μεγάλη σύμπτωση καθώς από καιρό είχα σκοπό να δω την θεατρική παράσταση «Γιαννούλης Χαλεπάς: η κοιμωμένη μου». Έτσι αποφάσισα να «πειράξω» την ανάρτηση του Μαραμπού τοποθετώντας πρόσθετες πληροφορίες σε παρενθέσεις, τις οποίες αποκόμισα από την θεατρική απόδοση της ζωής του.


Ο Γιαννούλης Χαλεπάς διέθετε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους τραγικούς ήρωες της αρχαιότητας (συνεπώς μια παράσταση για τη ζωή του θυμίζει πολύ αρχαίο δράμα). Το πιο γνωστό και διαδεδομένο του έργο είναι η Κοιμωμένη, το επιτύμβιο άγαλμα στο τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Ά Νεκροταφείο Αθηνών,  κυρίως γιατί αυτό το έργο σηματοδότησε την έναρξη του εγκλεισμού του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας και στιγμάτισε τον ίδιο ως έναν τρελό και ανισόρροπο άνθρωπο (στο έργο αναφέρεται ότι ο Χαλεπάς είχε γνωρίσει τυχαία την Αφεντάκη που η μορφή της τον μάγεψε. Σμιλεύοντας το επιτύμβιο άγαλμά της ερωτεύτηκε μέσα από την τέχνη του την αγαλματένια φιγούρα της νεκρής).
Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου, ένα μικρό χωριό που επιβιώνει από την κατεργασία του μαρμάρου και την πώλησή του σε γειτονικές ή περισσότερο μακρινές αγορές. Ο μικρός Χαλεπάς εντυπωσιάζεται από το μάρμαρο και επιδίδεται στην σμίλευσή του, φτιάχνοντας μικρά αριστουργήματα τα οποία έλκουν συχνά τις σκωπτικές παρατηρήσεις και τις επιπλήξεις των οικείων του. Η τέχνη του πατέρα του και των περισσοτέρων συγχωριανών του σημαίνει αδιάκοπο και σκληρό κάματο – «γι' αυτούς η “άλλη τέχνη” δεν υπήρχε παρά μόνο ως πολυτέλεια, ιδιοτροπία ή και τρέλα· το ίδιο έκανε» (ο πατέρας του Ιωάννης είχε μεγάλη επιχείρηση μαραμαρογλυπτικής η οποία τον ανάγκαζε να απουσιάζει εκτός Ελλάδος αφήνοντας την οικογένεια στα χέρια της μάνας).
Ο γλύπτης αρνείται την καριέρα του εμποράκου (που το επέβαλε η οικογένειά του) και καταφέρνει να γραφτεί στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα όπου μετακομίζει με την οικογένειά του (στη θεατρική παράσταση η οικογένεια παραμένει στην Τήνο γεγονός που φέρει αντιδράσεις από τη μητέρα που θεωρεί ότι η τέχνη απομακρύνει από εκείνη το γιο της) και αργότερα με την βοήθεια υποτροφίας από το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου, εγγράφεται στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Εκεί διαπρέπει γρήγορα, απαλλαγμένος από την ασφυκτική μέγγενη της μικρής κοινωνίας του και της δύσκαμπτης κριτικής του εγχώριου καλλιτεχνικού κόσμου (το γλυπτό του «Το παραμύθι της πεντάμορφης» αποσπά το πρώτο βραβείο γλυπτικής της Ακαδημίας του Μονάχου).
Ένας καινούριος κόσμος χτίζεται γύρω του, ο οποίος όμως, δύο χρόνια αργότερα, γκρεμίζεται με πάταγο, όταν η διακοπή της υποτροφίας του τον αναγκάζει να γυρίσει στην Αθήνα. Όπως επισημαίνει με έμφαση η συγγραφέας του δοκιμίου, Λήδα Καζαντζάκη, «υποθέτουμε πως ο άλλος καλλιτέχνης, που πήρε τη θέση του Χαλεπά, διέθετε τα προσόντα που απαιτούνται σ' αυτές τις περιπτώσεις... Αυτά δεν αντισταθμίζονται ούτε με βραβεία ούτε με επαίνους ξένων καθηγητών, όσο φημισμένοι κι αν είναι. Έτσι λειτουργούσαν τα πράγματα τότε, έτσι λειτουργούν ακόμα και τώρα. Σ' αυτό δεν έχουν αλλάξει πολλά».
Οι προσπάθειες να ανεξαρτητοποιηθεί και να αναγνωριστεί καλλιτεχνικά αποτυγχάνουν. Μόνο μερικές παραγγελίες ιδιωτών δίνουν διέξοδο στην έκφραση. Δουλεύει 20 ώρες την ημέρα στο υπόγειο του σπιτιού των γονιών του. Η φυγή μέσω της τέχνης. Η μητέρα θεωρεί υπερβολικό να δουλεύει τόσο πολύ, εξωφρενικό, ένα είδος τρέλας. Ο γλύπτης καταβυθίζεται στην κατάθλιψη, αποπειράται να αυτοκτονήσει, δουλεύει εξαντλητικά· γόνιμο έδαφος για να καλλιεργηθεί από τους οικείους του και τους γνωστούς, η εικόνα του παρανοϊκού, του ψυχικά ασθενούς. Επιστρέφει στην Τήνο και τίθεται υπό την γονεϊκή κηδεμονία. Το 1888 ο πατέρας του αποφασίζει τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο Κέρκυρας.

«Ορκιζόμεθα ότι ο Γιαννούλης Χαλεπάς έπαθεν τας φρένας, το πρώτον, κατά το 1879 έτος. Τα πρώτα της φρενοπαθείας συμπτώματα ήταν γέλως άνευ λόγου, φόβοι, ενίοτε περί της ζωής του, ενίοτε επετίθετο κατά του πατρός του και των οικείων του. Ακολούθως απεπειράθη πολλάκις ν' αυτοχειριασθεί. Εγένετο χρήσις της οικείας θεραπείας άνευ αποτελέσματος. Προϊόντος μάλιστα του χρόνου, έβαινε και βαίνει επί τα χείρω. Ώστε ήδη καθίσταται επικίνδυνος, διότι όχι μόνον κατά των γονέων και οικείων επιτίθεται, αλλά και κατά του τυχόντος: ώστε ο πατήρ του είναι αναγκασμένος να τον έχει αδιαλείπτως υπό φρουράν. Λάβοντες υπ' όψιν, τα ανωτέρω βεβαιούμεν ότι είναι απολύτος ανάγκη η εισαγωγή τούτου εν τίνι φρενοκομείω προς αποφυγήν απευκταίου».

(Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στο ψυχιατρείο του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει και του κατέστρεφαν οτιδήποτε δημιουργούσε, γεγονός που επιβάρυνε την ψυχική κατάσταση του καλλιτέχνη που η μόνη διέξοδός του ήταν η τέχνη του.)         
Με τον θάνατο του πατέρα του το 1902, ύστερα από 14 χρόνια εγκλεισμού, εγκαταλείπει το ψυχιατρείο Κέρκυρας για το πιο οικείο ψυχιατρείο του πατρικού σπιτιού του με δεσμοφύλακα την μητέρα του (η καταπίεση της μητέρας ήταν χειρότερη από αυτή που είχε να αντιμετωπίσει στο ψυχιατρείο). (Το 1916 πεθαίνει η μητέρα του και ο καλλιτέχνης ζει απομονωμένος στην Τήνο εντελώς ξεκομμένος από την τέχνη του, βόσκει πρόβατα και αντιμετωπίζεται ως ο τρελός του χωριού. Χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία που χρειάζονταν για να συνεχίσει την τέχνη του αρχίζει ξανά να ασχολείται με τη γλυπτική. Το έργο του γίνεται γνωστό στην Αθήνα και αρκετές προσωπικότητες της εποχής τον επισκέπτονται στην απομόνωσή του. Το 1930 μετά από πιέσεις της ανιψιάς του, Ειρήνη Χαλεπά, εγκαθίσταται στην Αθήνα όπου ζει τα τελευταία του οχτώ χρόνια).
 
Τα γλυπτά της (δημιουργικότερης μετά το θάνατο της μητέρας) περιόδου χάνουν την επιρροή του κλασικισμού που διακρίνουμε στην Κοιμωμένη του 1879 και γίνονται περισσότερο άγρια, εκφράσεις μιας έντονης προσωπικής αγωνίας,  μοντέρνα, σχεδόν κυβιστικά, ακολουθώντας το ευρωπαϊκό ρεύμα της εποχής. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι ο καθιστός Οιδίποδας που ομοιάζει εκπληκτικά με τον Σκεπτόμενο άνθρωπο του Ροντέν.

info:

Λήδα Καζαντζάκη (2007). Γιαννούλης Χαλεπάς: Ο σμιλευτής της αγωνίας, εκδόσεις Ηλέκτρα, σ.72.

Γιαννούλης Χαλεπάς, η Κοιμωμένη μου
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ Κυψέλης 15, Κυψέλη
Συγγραφέας: Γιώργος Χριστοδούλου
Σκηνοθέτης: Γιάννης Μόρτζος
Ηθοποιοί: Γιούλη Ζήκου, Πέτρος Αποστολόπουλος, Λήδα Κατσούδη
3 Οκτωβρίου μέχρι 22 Δεκεμβρίου
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο στις 21:30. Κυριακή στις 19:30
Εισιτήρια: Πέμπτη: 10 ευρώ, Παρασκευή και Σάββατο: 18 ευρώ, Κυριακή: 15 ευρώ. Φοιτητικό: 10 ευρώ, άνεργοι δωρεάν (υποχρεωτική αγορά ενός προγράμματος αξίας 5 ευρώ).

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Μια συμφέρουσα αγορά, εισιτήριο χωρίς επιστροφή

Ο Στέφαν Τσβάιχ είναι ένας αγαπημένος συγγραφέας που η ζωή και το έργο του είχαν απασχολήσει παλαιότερη ανάρτηση με αφορμή την έκδοση δύο διηγημάτων του από τις εκδόσεις Άγρα.
Βλέποντας στο παζάρι της πλατείας Κοτζιά τον τίτλο Νουβέλλες δεν μπορούσα να μην κοιτάξω τα περιεχόμενα του βιβλίου για να δω ποια διηγήματά του εμπεριέχει η έκδοση. Από τους εννέα τίτλους των περιεχομένων μου έκανε εντύπωση ο τίτλος "Ο πυρετός του σκακιού", ελπίζοντας ότι πρόκειται για την πολυπόθητη "Σκακιστική νουβέλα" και βλέποντας την τιμή (πέντε ευρώ) το έβαλα στο καλάθι χωρίς δεύτερη σκέψη.
Διαβάζοντας τις εννέα νουβέλες ευχαριστήθηκα τόσο την ανάγνωσή τους που δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ στον τόσο μεγάλο αυτόν συγγραφέα αλλά, δίχως καμία αμφιβολία, η σκακιστική νουβέλα ήταν πέρα για πέρα ανώτερη.
Πρόκειται για το τελευταίο αριστούργημα που έγραψε ένα χρόνο πριν την αυτοκτονία του το 1942 και το οποίο δημοσιεύθηκε ένα χρόνο μετά.
Το κείμενο, βαθιά αυτοβιογραφικό, περιγράφει την φρίκη της απομόνωσης, το χειρότερο ίσως βασανιστήριο το οποίο μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος.
Η πνευματική στέρηση που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά μόνο στην τρέλα.
Ο βασικός ήρωας βρίσκεται σε ένα καράβι μαζί με άλλους Ευρωπαίους που ταξιδεύουν μακριά από τη φρίκη του ναζισμού. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με έναν παγκοσμίου φήμης σκακιστή αλλά και με τις μνήμες της απομόνωσής του. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του από τους ναζί σε ένα άδειο δωμάτιο ξενοδοχείου στην προσπάθεια του να απασχολήσει το πνεύμα του είχε καταφέρει να κλέψει ένα βιβλίο.
Το πολυπόθητο αυτό αγαθό που ήλπιζε ότι θα του απάλυνε το βασανιστήριό του ήταν μία σκακιστική μέθοδος.

Η περιγραφή της εύρεσης του χάρτινου φίλου είναι ένας ύμνος για την απόλαυση της ανάγνωσης.
Αφήνω εδώ κάτι λίγο:

"Ξαφνικά τα μάτια μου πέσανε σε κάτι το διαφορετικό. Σε κάτι που φούσκωνε την τσέπη μιας χλαίνης. Πλησίασα και, κάτω από το τεντωμένο ύφασμα, νόμισα πως ξεχώρισα το ορθογώνιο σχήμα ενός βιβλίου. Ένα βιβλίο! Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: βιβλίο! Τέσσερις μήνες τώρα δεν είχα κρατήσει βιβλίο στα χέρια μου και με το να το βλέπω με θάμπωνε. Ένα βιβλίο που μέσα σ' αυτό θάβλεπα λέξεις χαραγμένες τη μία πίσω από την άλλη, αράδες, σελίδες, φύλλα που θα μπορούσα να τα γυρίσω. Ένα βιβλίο απ' όπου θα παρακολουθούσα άλλες σκέψεις, καινούργιες, που θα με αποτραβούσαν απ' τις δικές μου και που θα μπορούσα να τις συγκρατήσω στο μυαλό μου. Τι εύρημα! Με μεθούσε και με γαλβάνιζε συγχρόνως! Τα βλέμματά μου είχαν καρφωθεί σαν υπνωτισμένα στην εξογκωμένη τσέπη όπου διαγράφονταν το σχήμα του, τόσο κοφτερά, σαν νάθελαν να τρυπήσουν το μανδύα. Δε μπορούσα να συγκρατηθώ και ζύγωσα πιο κοντά του. Στην ιδέα πως θ' αγγίξω ένα βιβλίο, έστω κι απ' έξω απ' το ύφασμα, τα δάκτυλά μου καίγανε ως τις άκριες των νυχιών μου. Και χωρίς να το νοιώθω όλο και πλησίαζα."

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό διήγημα που συμπεριλαμβάνεται μαζί με άλλα οχτώ κείμενα του Στέφαν Τσβάιχ σε ένα δερματόδετο τόμο.
Έκδοση που ούτε καν γνώριζα την ύπαρξή της. 

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Οι χαλασοχώρηδες


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δημοσίευσε διηγήματά του καθώς και μεταφράσεις σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της εποχής, εργασία που τον βοηθούσε να επιβιώσει φτωχικά και του στερούσε τις ώρες του από το αγαπημένο του νησί. Το 1892 ξεκίνησε τη συστηματική συνεργασία με την εφημερίδα "Ακρόπολις" του Βλάση Γαβριηλίδη στην οποία μεταξύ των άλλων δημοσίευσε σε συνέχειες το εκτενές διήγημά του Χαλασοχώρηδες.
Πρόκειται για μία κοινωνικοπολιτική σάτιρα γραμμένη ένα χρόνο πριν τη χρεωκοπία της χώρας στην οποία ο Παπαδιαμάντης παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατεί την τελευταία εβδομάδα πριν από τις βουλευτικές εκλογές προφανώς στη Σκιάθο. Η ψηφοθηρία, η δωροδοκία, ο ανταγωνισμός και περισσότερο από όλα η υποδούλωση στο χρήμα και ο εκφυλισμός του πολιτικού συστήματος καθιστούν το έργο αυτό διαχρονικό.
Το διήγημα αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό ανεβαίνει για τρίτη χρονιά στο θέατρο Altera Pras.
Η θεατρική ομάδα που αποτελείται κυρίως από νέους ηθοποιούς επέλεξε να παρουσιάσει το έργο με έναν ιδιαίτερο και δύσκολο τρόπο. Χωρίς καμία αλλοίωση και προσθήκη στο έργο του Παπαδιαμάντη οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν τη καθαρεύουσα στην οποία είναι γραμμένο το κείμενο.


Ο θεατής νιώθει ότι διαβάζει το διήγημα ενώ παράλληλα οι ηθοποιοί υποδύονται αφηγούμενοι.
Ο κόπος των ηθοποιών για να αποδώσουν με θεατρικότητα ένα έργο που γράφτηκε για αναγνώστες εφημερίδας και όχι για θεατές θεατρικής παράστασης είναι φανερός από την αρχή έως το τέλος της παράστασης.
Είμαι σίγουρη ότι ο συγγραφέας του διηγήματος θα ήταν υπερήφανος για αυτή τη θεατρική μεταφορά του έργου του.
Το χειροκρότημα των θεατών είναι πολύ λίγο για να εκφράσει τα μπράβο για το δύσκολο εγχείρημα που κατάφερε να φέρει εις πέρας η θεατρική ομάδα. Εύχομαι οι ηθοποιοί σε κάθε χειροκρότημα να αντιλαμβάνονται ότι οι κόποι τους δικαιώθηκαν.
Μια εξαιρετική παράσταση που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω εξαιτίας της Roadartist και για το λόγο αυτόν την ευχαριστώ ιδιαίτερα.
Το διήγημα μπορείτε να το βρείτε εδώ αλλά η παρακολούθηση αυτής της θεατρικής παράστασης είναι κάτι παραπάνω από την ανάγνωσή του.

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Είναι βιβλίο

Είναι βιβλίο δεν είναι παρά ο τίτλος ενός παιδικού βιβλίου! στο οποίο οι Βολτίτσες έχουν αναφερθεί και παλιότερα, μαζί με άλλα παιδικά βιβλία. Σε αυτήν την ανάρτηση θα το ξεφυλλίσουμε από πιο κοντά. Σχήματος μεγάλου, με σκληρό εξώφυλλο, καλοτυπωμένο, με εικονογράφηση καθαρών γραμμών που σου κλείνουν παιχνιδιάρικα το μάτι, που έχουν την αίσθηση του χιούμορ και κουβέντας για προηγούμενα πράγματα συνδέοντάς τα με το παρόν και ίσως το μέλλον. Γραμμένο το 2010, πάνω από έξι μήνες φιγουράριζε ανάμεσα στα ευπώλητα, τα μπεστ σέλερ. Συγγραφέας και εικονογράφος του συγχρόνως, ο Αμερικανός Lane Smith, βραβευμένος για τις δουλειές του. Στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο κυκλοφόρησε εφέτος το 2013 (ακριβούτσικο πρέπει να πω, κοντά 11 ευρώ και το αγόρασα μόνο και μόνο για να το έχω στα χέρια μου όταν θα το παρουσίαζα, γιατί ειδάλλως διαβάζεται στα όρθια, λόγια πολλά δεν έχει). Τα πρόσωπα της αφήγησης είναι τρία: ένα ποντίκι με στριφτή ουρά, ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά και μια μεγαλοκέφαλη μαϊμού. Η μαϊμού είναι του βιβλίου, ο γάιδαρος του υπολογιστή, ρωτάει και δεν καταλαβαίνει γιατί ο υπολογιστής κάνει άλλα από το βιβλίο. • Στέλνει μηνύματα; • μπλογκάρει; • σκρολάρει; • συνδέεται ασύρματα με το ίντερνετ; • τουιτάρει; • φορτίζει; • έχει κωδικό; • έχει ποντίκι; • βγάζει ήχους; Όχι δεν τα κάνει αυτά γιατί είναι βιβλίο, το δανείζεσαι από την Βιβλιοθήκη και όταν το διαβάσεις το επιστρέφεις. Αν και είναι βιβλιοβιβλίο, με την μεριά του έντυπου δεν μας λέει τι κάνει το βιβλίο που δεν κάνουν οι νέες τεχνολογίες. • είναι πιασούμενο, έχει σχήμα, έχει όγκο, δεν δανείζεται μια οθόνη για να εμφανιστεί • μυρίζει αλλιώς, το μελάνι πάνω στο χαρτί, ακόμα και η σκόνη έχει ιδιαίτερη μυρωδιά όταν κάθεται πάνω στο χαρτί, άσε πια την υγρασία… • μπορείς να χαϊδέψεις τις σελίδες του, δεν δίνουν όλα οι ποιότητες του χαρτιού την ίδια αίσθηση και τα χρώματα έχουν υφή • δεν είναι τόσο τεμπέλικο, χρειάζεσαι πάνω από ένα δάκτυλο για να το λειτουργήσεις. Χρειάζεσαι τα δυο σου χέρια σου ολόκληρα • τα φύλλα του είναι σταθερά, δεν χάνονται αν τυχόν κάνεις μια λανθασμένη κίνηση και πατήσεις το παραδιπλανό πλήκτρο • είναι σταθερό γενικά, το βρίσκεις ίδιο πάντα, όπως το θυμόσουν, χωρίς παρεμβολές, δεν προδίδει την μνήμη σου (τις περισσότερες φορές) • δεν χρειάζεται πρίζα, φόρτισμα, δίκτυο για να μπεις μέσα του • έχει άλλο ρυθμό, μπορείς να στέκεσαι, να κοντοστέκεσαι, δεν σε αγχώνει να τρέχεις δεξιά και αριστερά • μπορείς να το μοιράζεσαι γιατί δεν είναι φορτωμένο με όλα σου τα προσωπικά και δεν το χρειάζεσαι συνέχεια • ζει στην εποχή του, σε κάθε εποχή • και τέλος, με τον τρόπο του συνδέεται και συνδέει. Στην τελευταία σελίδα απευθύνεται στους μεγάλους «Το διάβασμα κάνει καλό στην υγεία…» για αυτό οι γονείς να διαβάζουν στα παιδιά τους ακόμα και όταν έχουν μάθει ανάγνωση, να διαβάζουν οι ίδιοι ώστε να προσφέρουν το πρότυπο, να επισκέπτονται συχνά την τοπική βιβλιοθήκη , να αναζητούν αφορμές για ανάγνωση, δεν χρειάζεται να είναι μόνο βιβλία, μπορεί να είναι ένα σωρό άλλα: διαφημίσεις στον δρόμο, περιοδικά και εφημερίδες στο σπίτι ή και κρεμασμένα στο περίπτερο, οδηγίες χρήσης, τέτοια και τέλος, λέει, να περιορίζουν τον χρόνο μπροστά στις οθόνες γενικά (τηλεόραση, υπολογιστής, και τώρα πια i-pads. Οι τεχνολογίες μπορούν και νομίζω ότι επιβάλλεται να συνυπάρχουν, σε ισορροπίες που ο καθένας διαμορφώνει ανάλογα. Οι κυριαρχίες, τα μονοπώλια είναι που δουλώνουν και δημιουργούν εξαρτήσες.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Τα ψώνια του Σαββάτου


Είχα έθιμο να επισκέπτομαι κάθε χρόνο το Φεβρουάριο το παζάρι βιβλίων που διοργάνωνε ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών στην πλατεία Κλαυθμώνος. Έφευγα πάντα με σακούλες γεμάτες βιβλία εξαιτίας του πλήθους των τίτλων και των καλών τιμών.
Έχω χρόνια να τηρήσω το έθιμό μου καθώς ήμουν εκτός Αθηνών.
Μάθαινα όμως για την επιτυχία των προηγούμενων ετών, μεγάλη προσέλευση κόσμου, υψηλές πωλήσεις. Μία φορά δεν αρκεί για ένα τόσο πετυχημένο παζάρι βιβλίων.
Έτσι, εχτές ξεκίνησε, για πρώτη φορά, το Φθινοπωρινό παζάρι σε μία από τις ομορφότερες πλατείες της πόλης, την πλατεία Κοτζιά.

Σήμερα, μαζί με τα ψώνια της εβδομάδας στη μεγαλύτερη και φθηνότερη αγορά της Αθήνας έκανα και το πρώτο πέρασμα από το παζάρι βιβλίου.
Συμμετέχουν 120 εκδότες (ίσως και περισσότεροι από την κάπως αποτυχημένη έκθεση βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως) μεταξύ αυτών η Εστία, ο Ίκαρος, ο Καστανιώτης, ο Λιβάνης, Το Ροδακιό, η Απόπειρα κι άλλοι πολλοί αγαπημένοι εκδοτικοί οίκοι.  Όλοι με βιβλία που ίσως δεν είχαν την αναμενόμενη ζήτηση βρίσκοντας την ευκαιρία να αδειάσουν τις αποθήκες τους. Μέσα στο πλήθος των τίτλων όλων των θεματικών κατηγοριών (πεζογραφία, ποίηση, παιδικά, ιστορικά, επιστημονικά κτλ.) πάντα βρίσκει κανείς βιβλία που θα ήθελε. Οι τιμές όλων των βιβλίων που έπιασα κυμαίνονται μεταξύ τριών με πέντε ευρώ. Φυσικά υπάρχουν και πιο φθηνά ή και πιο ακριβά.
Για άλλη μια φορά μου έκανε εντύπωση ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί όχι μόνο για να χαζέψει αλλά και για να αγοράσει.
Είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν φεύγει χωρίς να πάρει ένα ή και πολλά περισσότερα βιβλία, γεγονός που επιβεβαιώνει η κίνηση στα ταμεία.
Έφυγα γεμάτη βιβλία με σκοπό να επιστρέψω.
Το παζάρι θα είναι εκεί γεμάτο φθηνά βιβλία έως τις 20 Νοεμβρίου.

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

πέντε χρόνια οι βολτίτσες στην μπλογκόσφαιρα!

Ημέρα επετείων η σημερινή, χτεσινή πια που ανεβάζω το κειμενάκι. Μακριά από τις βολτίτσες λίγο καιρό τώρα να στροβιλίζομαι σε λύπες, αρρώστιες, πιέσεις και απογοητεύσεις που δεν λένε να κοπάσουν. Δεν ήθελα να ξεσπάσω εδώ που είναι μια ζωτική και συγχρόνως δημιουργική διέξοδος έκφρασης. Δεν ήθελα να έρχομαι λυπημένη με σκέψεις να σέρνονται στα πατώματα, σε ένα εκατομμύριο αποχρώσεις του μαύρου (όχι δεν έχω διαβάσει τις αποχρώσεις του γκρι!!). Τέλος πάντων. Το βάφτισμα κάθε νέου πράγματος, κάθε προσπάθειας έχει μεγάλη σημασία. Δίνει το στίγμα, εκπέμπει ένα μήνυμα, το κέφι που κλείνει μέσα στο ξεκίνημά του, υπογράφει την πρόθεση. Καθίσαμε με την librarian, πέντε χρόνια πριν, να διαλέξουμε το όνομα του blog θέλαμε και είχαμε αποφασίσει να στήσουμε. Δεν θυμάμαι επακριβώς αλλά είχαν πέσει στο τραπέζι καμιά δυο χλιαρές ιδέες που δεν μας αντιπροσώπευαν. Μετά είπαμε να λεγόμαστε Βόλτα, συμφωνήσαμε γελαστά ότι μας άρεσε αλλά όταν μπήκαμε να το δηλώσουμε, είχε προλάβει άλλος. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είδα ποιος είχε καπαρώσει το όνομα και τι περιεχόμενο είχε το blog εκείνο, παράλειψη, θα το κάνω όμως τώρα άμεσα. Βολτίτσες ήταν η επόμενη ιδέα, και ναι μας άρεσε πολύ και ήταν ελεύθερη να γίνει το δικό μας όνομα και έτσι έμεινε. Είναι αλήθεια ότι μας εκφράζει. Κάναμε, τότε, καθημερινές βολτίτσες μέσα στην Αθήνα, άλλοτε με συγκεκριμένο προορισμό άλλοτε περιφερόμασταν παντελώς άσκοπα. Ξεκουραζόμασταν σε τοιχαλάκια και παγκάκια, τρώγαμε στο πόδι κουβεντιάζοντας συνεχώς μια για το ένα μια για το άλλο, προσωπικά και γενικά, μα πάνω από όλα για διαβάσματα και βιβλία, για βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία, για παλαιοπωλεία, για εκδότες ντόπιους και ξένους. Ό, τι απόσταση μας χώριζε, τα βιβλία την νικούσαν. Πολλές από τις αναρτήσεις προέκυψαν από αυτές ακριβώς τις βόλτες στις εκθέσεις, φεστιβάλ, παζάρια βιβλίου, από αγορές κατά την διάρκειά τους. Πολλές ιδέες ήρθαν από τις βολτένιες κουβέντες, από αλληλοπαρακινήσεις. Από τα τριγυρίσματα και τις ανακαλύψεις μέσα στην πόλη γεννήθηκαν ιδέες που φόρεσαν λόγια που τα μοιραστήκαμε στο κοινωνικό δίκτυο, το μεγάλοοοο και άπιαστο, απρόσωπα στην αρχή. Στην συνέχεια, γνωρίσαμε και από κοντά φίλους σχολιαστές. Αυτό είχε το κουράγιο και το θάρρος να το κάνει η librarian περισσότερο. Με όσους γράφανε σχόλια αναπτύχθηκαν διάφορων επιπέδων σχέσεις, σύμπλευσης, συμπληρωματικές, γελαστές αλλά και θυμωσιάρικες (θυμάμαι μια που επίσημα δήλωσε επίσημα ότι εγκατέλειπε την παρέα μας), αναμονής και προσμονής από ανάρτηση σε ανάρτηση. Όλους τους φίλους συνοδοιπόρους τους ευχαριστούμε. Τα νούμερα και ο χάρτης που δείχνει με κόκκινα αστεράκια από ποια μέρη του κόσμου μπαίνουν άνθρωποι ήταν και είναι παιχνίδι πολύ ανεβαστικό γιατί η επικοινωνία είναι τόσο απαραίτητη, ακόμα και για τους κλειστούς και εσωστρεφείς. Παρακολουθώ στην τηλεόραση (μήπως ήρθε η ώρα να την ξανακόψω;;;) το καβγά για την εθνική επέτειο και αναλογίζομαι ότι καλό είναι να γίνονται συζητήσεις και καλό είναι να επανασκεφτόμαστε τι ακριβώς γιορτάζουμε, τι επιλέγουμε να θυμόμαστε για εμάς και τους άλλους, πώς το γιορτάζουμε, τι επιθυμούμε από αυτήν την επέτειο, πώς θέλουμε δηλαδή να λειτουργήσει, να βάζουμε νέο πλαίσιο και παρόμοια. Όμως, καθόλου δεν ξέρουμε να διαχειριζόμαστε αυτήν την διαδικασία…. Να κλείσω με μια χρωστούμενη πληροφορία. Θυμάστε εκείνον τον πίνακα με το βιβλιοπωλείο, και ανθρώπους να ψηλαφούν και φυλλομετρούν βιβλία στα ράφια και τους πάγκους. Εεε λοιπόν ο καλλιτέχνης που τον έφτιαξε, έχει ζωγραφίσει και άλλους πίνακες με το ίδιο θέμα, λέγεται Willy Belifante και είναι στην βικιπαίδεια.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Σαν σήμερα...

Κάπου μεταξύ ραφιών, βιβλίων, λέξεων και σκόνης περνάν τα χρόνια.
Μεγαλώσαμε και μυαλό δεν βάλαμε, παραμείναμε ροζ.
Μα όπου κι αν είμαστε πάντα στα ίδια μέρη θα επιστρέφουμε.
Πριν πέντε χρόνια αποφασίσαμε να φτιάξουμε αυτό το μπλογκ, να μιλάμε για τις βόλτες μας στους δρόμους και στα βιβλία, γι' αυτά που αγαπάμε, για εκείνα που μας ευχαριστούν. Πέρασαν τα χρόνια και έμαθα να κοιτώ γύρω μου και να βλέπω αναρτήσεις. Οι περισσότερες  έμειναν μόνο στη σκέψη, άλλες έγιναν λέξεις και μπήκαν εδώ, πάντα κάπως λιγότερο σε σχέση με αυτό που ήθελα.
Σαν σήμερα πριν από πέντε χρόνια έγραψα την πρώτη μου ανάρτηση μιλώντας για έναν αγαπημένο χώρο. Έτσι θέλησα να ξεκινήσω, μιλώντας για τη γειτονιά που με έμαθε να αγαπώ τους μύθους.
Για το ίδιο παλαιοβιβλιοπωλείο θέλω να μιλήσω και σήμερα που όσα χρόνια κι αν περάσουν, όποτε θα επιστρέφω στην Αθήνα, θα θέλω να περνώ να κουβεντιάζω. Ακόμη κι αν μετακόμισε μερικά στενά παραπέρα, ακόμη και αν έγινε διαφορετικό από εκείνο που θυμόμουν, μένουν οι άνθρωποι ίδιοι να μου μιλούν για τα σχέδια που ολοκληρώθηκαν.
Στα ευχάριστα να μένουμε, να θυμόμαστε, να κουβεντιάζουμε.
Θυμόμουν τις ζωγραφισμένες στο χαρτί εικόνες, καρφιτσωμένες στο τοίχο ανάμεσα σε ράφια που ήθελαν να εκδοθούν να συνοδεύσουν ένα έτοιμο γραμμένο παραμύθι.
Και να, μαθαίνω τώρα μετά από καιρό, ότι το σχέδιο πραγματοποιήθηκε, το βιβλίο εκδόθηκε και ξεκίνησε το δικό του ταξίδι.
Κρατώ στα χέρια μου το δικό μου αντίτυπο με την αφιέρωση τη γραμμένη για εμένα στην πρώτη λευκή σελίδα.
Το παραμυθένιο παραμύθι του παλαιοβιβλιοπώλη Γιάννη Πανουτσόπουλου με τίτλο Τη νύχτα που ξυπνούσε η Αγνωστούπολη και με την ονειρική εικονογράφηση της Μαρίας Ρήγα ταξιδεύει τον κύριο Αλφάκη, την κυρία Βητούλα, τον Γραμμούλη και τη Δελτούλα μεταξύ Αγνωστούπολης και Λεξούπολης, μεταξύ ονείρου και φαντασίας. Ταξιδεύει όλους εμάς στον μαγικό κόσμο των λέξεων.




Σας ευχαριστώ από καρδιάς που όλα αυτά τα χρόνια έρχεστε εδώ να διαβάσετε τις λέξεις μας, αυτές που προσπαθούν να περιγράψουν τα ταξίδια μας.
Όσοι έχετε ευχαρίστηση αφήστε μας για δώρο (δώρο που από καιρό έχω ζηλέψει) τίτλους βιβλίων προς διάβασμα. 
Σαν να δωρίζατε ένα αγαπημένο βιβλίο σε κάποιον φίλο.   

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Ντάντι, τσέκαρε το μέιλ σου!

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις:

Ακόμη και έτσι, σταλμένη σύμφωνα με τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής και χρησιμοποιώντας εφηβική φρασεολογία, η “Επιστολή προς τον πατέρα” του Φραντς Κάφκα, παραμένει αναλλοίωτη ως προς την ουσία της και διαβάζεται με διαρκώς ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Όλο το σωζόμενο έργο του – κατεστραμμένο, κατά τας διαθήκας του! – διαπνέεται από μια σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου και υποψιάζεσαι ότι αυτή η περιώνυμη επιστολή αποτελεί το θεμέλιο λίθο όλου του οικοδομήματος. Ο ίδιος ο Κάφκα ζήτησε τα κείμενά του Μεταμόρφωση, Κρίση και Θερμαστής να εκδοθούν σε ένα βιβλίο υπό τον γενικό τίτλο “Οι γιοι”. Το διήγημα “Ένας επαρχιακός γιατρός” αφιερώνεται, σχεδόν ειρωνικά, εξαιτίας της γνώμης που είχε ο πατέρας για τις ασχολίες του γιου, “στον πατέρα μου”. Το παράσιτο Γκέοργκ Σάμσα απηχεί πολύ εύγλωττα την όλη ιδέα. Αποσπάσματα από την Δίκη ή τον Πύργο, φανερώνουν την σχέση πατέρα-γιου. “Τα γραπτά μου είχαν να κάμνουν με εσένα, εγώ θρηνούσα εκεί βέβαια μόνο ό,τι δεν μπορούσα να θρηνήσω στην αγκαλιά σου”.
Σε όλη την επιστολή ο Κάφκα προβαίνει σε μια μυθοποίηση του πατέρα,  από την πρώτη τρυφερή παιδική ηλικία, και δεν επιχειρεί την απομυθοποίησή του ούτε στο ελάχιστο, τα χρόνια που ακολουθούν. “Εκείνα που εσύ ήσουν αναγκασμένος να τ' αποκτήσεις με αγώνες εμείς τα λαμβάναμε απ' τα δικά σου χέρια, αλλά τον αγώνα για την εξωτερική ζωή, στον οποίο είχες πάραυτα πρόσβαση εσύ και τον οποίο φυσικά ούτε και μεις γλυτώνουμε, αυτόν εμείς είμαστε αναγκασμένοι να τον δώσουμε αργά, με παιδικές δυνάμεις όντες ενήλικοι”.
Ο πατέρας παρουσιάζεται αυταρχικός και δεσποτικός, με άτεγκτους κανόνες διαπαιδαγώγησης που δεν επιτρέπεται να παραβούν τα παιδιά, εκείνος όμως “σπάει” συνεχώς για τον εαυτό του, εύρωστος και υγιής, έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τον κοκαλιάρη και ασθενικό Φράντς, γεμίζοντάς τον από μικρό, με συναισθήματα ενοχής και μηδαμινότητας. Όχι όμως βίαιος· ουδέποτε χειροδίκησε. “Είναι επίσης αλήθεια πως εσύ ούτε μια φορά στην πραγματικότητα δεν με χτύπησες. Αλλά οι κραυγές, η ερυθρίαση του προσώπου σου, το πώς έλυνες βιαστικά τις τιράντες, η πρόχειρη θέση τους στην ράχη της καρέκλας ήσαν για μένα σχεδόν χειρότερα. Είναι όπως όταν πρόκειται να απαγχονιστεί κάποιος. Αν πράγματι απαγχονιστεί, τότε είναι νεκρός και όλα έχουν περάσει. Αν όμως είναι αναγκασμένος να βιώνει όλες τις προετοιμασίες για τον απαγχονισμό και, μόλις δει να κρέμεται εμπρός στο πρόσωπό του η θηλιά, πληροφορηθεί τη χάρη που του δίνουν, τότε μπορεί όλη του τη ζωή να μέλλει να υποφέρει απ' αυτό”.
Η επιθυμία του για ανεξαρτησία και φυγή είτε με τεμπέλικη ενατένιση του ταβανιού από το κρεβάτι του, είτε με την γραφή κειμένων ή ημερολογίων  είτε με τις προσπάθειες να παντρευτεί και να εγκαταλείψει την πατρική εστία, συνήθως ναυαγούσαν μέσα σε απόνερα ενοχής. “Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στην σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ' εμένα”. Το γεγονός ότι, εν τέλει, η επιστολή δεν παραδόθηκε ποτέ στον πατέρα, συμπυκνώνει με διαφωτιστικό τρόπο την νομοτέλεια του πατέρα έναντι του γιου.
Ο ριζοσπαστικότερος συγγραφέας του εικοστού αιώνα υπήρξε ένας βαθιά ενοχικός άνθρωπος, τα ημερολόγια του είναι καταθλιπτικότατα και η ζωή του ακόμα περισσότερο. Αν διαβάσεις πρώτα τα ημερολόγια και αυτή την επιστολή, ίσως να μην θες να διαβάσεις τα βιβλία του· αν όμως διαβάσεις πρώτα τα βιβλία του, σίγουρα αυτά τα “κατάλοιπα” θα είναι φυσικό επακόλουθο, στην προσπάθειά σου να φωτίσεις καλύτερα έναν αφύσικο συγγραφέα.
Η πατρική φιγούρα συνήθως εκφράζει την εξουσία (αλλά αυτό, οι διάφοροι ψυχαναλυτές, θα το πουν καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσα εγώ!), γενικά οι σχέσεις με τους γονείς μας είναι σχέσεις εξουσίας και όλοι έχουμε κάνει ανάλογες σκέψεις και έχουμε βιώσει ανάλογα συναισθήματα. Μην θεωρήσετε αυτήν την επιστολή αναχρονιστική, παρωχημένη ή ότι δε σας αφορά. Μην την καταχωνιάσετε στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία ως κάτι ανεπίκαιρο και ελαφρώς ενοχλητικό. Όπως συνηθίζεται και στην ρητορική των μέιλ, αν σας ρωτήσουν,“Εμπιστεύεστε τον αποστολέα αυτού του μηνύματος;”, απαντήστε, ναι!

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Βιβλιογλυτπά του Ramon Todo

Ο Ramon Todo γεννήθηκε το 1969 στο Τόκιο, παρακολούθησε σπουδές γλυπτικής και στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, πόλη στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα.
Ο Todo αρέσκεται στο να δημιουργεί γλυπτά με υλικά διαφορετικών υφών δημιουργώντας μια όμορφη αντίφαση. Το υλικό που χρησιμοποιεί συχνά είναι το γυαλί το οποίο τοποθετεί σε αντικείμενα ιστορικής ή γεωφυσικής σημασίας.
Έχει τοποθετήσει στρώσεις καλογυαλισμένου γυαλιού σε πέτρες, ηφαιστειακούς βράχους, τμήματα από το τείχος του Βερολίνου και σε βιβλία.
Πράγματι το γυαλί δημιουργεί μια τέλεια αντίθεση με όλα τα υλικά που το έχει χρησιμοποιήσει. Τοποθετημένο στο εσωτερικό τους δίνει την αίσθηση ότι το υλικό έχει κοπεί μαγικά με μια γυαλιστερή στρώση που ακτινοβολεί λάμψη.  

Μερικά από τα γλυπτά του:






Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη εδώ.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Οι εποχές

Ένα από τα επαγγέλματα που ζηλεύω περισσότερο είναι εκείνο του εκδότη.
Πολλοί οι λόγοι, ο κυριότερος όμως είναι το ρίσκο που καλείται να πάρει για να ικανοποιήσει είτε μια μερίδα του αγοραστικού κοινού είτε ακόμα και τον εαυτό του τον ίδιο.
Άλλες φορές μια κίνησή του γίνεται μια πρόσκαιρη επιτυχία που αποδίδει οικονομικό όφελος άλλες φορές μένει στην ιστορία.
Η επιτυχία μιας ιδέας δεν μένει μόνο στο χώρο του βιβλίου.

Το 1875 ο εκδότης του μουσικού περιοδικού Nouvellist της Αγίας Πετρούπολης αποφάσισε να χαρίσει ένα δώρο στο αναγνωστικό του κοινό. Παρήγγειλε στον P. I. Tchaikovsky να συνθέσει ένα πιανιστικό κομμάτι για κάθε μήνα του χρόνου, το οποίο το περιοδικό θα προσέφερε στους αναγνώστες του. Η συλλογή αυτή από 12 αριστουργηματικές μινιατούρες που περιγράφουν μουσικά τον κάθε μήνα του χρόνου, εκδόθηκε το 1886 με τον τίτλο Οι εποχές.

Το Σάββατο 5/10 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών δώδεκα πιανίστες εμφανίστηκαν για να ερμηνεύσουν τον κάθε μήνα του χρόνου.
Ήταν μόνο ένα μέρος από την πρώτη συναυλία της Καμεράτα για τη νέα καλλιτεχνική περίοδο.
Η συναυλία περιλάμβανε έργα που σχετίζονταν με τις εποχές σε ένα μουσικό μαραθώνιο που διήρκησε πέντε ώρες.

Tchaikovsky The Season

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Among the art books


Ο πίνακας αυτός μου θυμίζει εικόνες της καθημερινότητάς μου.
Γι' αυτό μου αρέσει.
Άνθρωποι που στέκουν ανάμεσα σε ράφια βαθιά απορροφημένοι μπροστά από ανοιχτά βιβλία.
Ντυμένοι απλά, στέκουν εκεί ακίνητοι, σαν να θαυμάζουν τη θέα μπροστά από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο Onelio Marrero μέσα από τη ζωγραφική του, να αποδώσει πιστά αγαπημένες εικόνες της καθημερινότητας του, να παγώσει τον χρόνο, να τον κάνει δικό του, να ζήσει μέσα του.
Ακριβώς αυτό κάνουν και οι φωτογράφοι.
Πράγματι.
Μόνο που οι πινελιές του ζωγράφου στάζουν χρώμα που λερώνουν τα δάκτυλα και - που ξέρεις - άμα το χρώμα δεν έχει στεγνώσει μπορεί να λερώσει και τα μάτια.
Περισσότερα έργα του Onelio Marrero θα βρείτε εδώ.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αύξηση ύφους

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις:

Το βιβλίο του Ζώρζ Πέρεκ “Η αύξηση” είναι ένα απολαυστικό βιβλίο που βασίζεται σε μια απλή αλλά άκρως πρωτότυπη ιδέα. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι 6+1 και η δομή του είναι εμφανώς θεατρική (“ανέβηκε” γρήγορα στο θέατρο) αλλά η ουσία του είναι δοκιμιακή και εδράζεται εντός των ορίων της θεωρίας της λογοτεχνίας.
Τα πρόσωπα του έργου είναι:

1. Η πρόταση
2. Η εναλλακτική πρόταση
3. Η θετική περίπτωση
4. Η αρνητική περίπτωση
5. Η επιλογή
6. Το συμπέρασμα
  Η ιλαρά  (κάνει γκεστ εμφάνιση!)

Ένας υπάλληλος μιας μεγάλης επιχείρησης προσπαθεί να συναντήσει τον Τμηματάρχη του για να του ζητήσει αύξηση μισθού. Το βιβλίο ξεκινάει ως εξής:

1. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως , το πήρατε απόφαση και πάτε να δείτε τον Τμηματάρχη σας για να του ζητήσετε αύξηση.
2. Ή είναι στο γραφείο του ο Τμηματάρχης σας ή δεν είναι στο γραφείο του ο Τμηματάρχης σας.
3. Αν ο Τμηματάρχης σας ήταν στο γραφείο του, θα χτυπούσατε και θα περιμένατε να σας απαντήσει.
4. Αν ο Τμηματάρχης σας δεν ήταν στο γραφείο του, θα τη στήνατε στο διάδρομο για να τον δείτε να επιστρέφει.
5. Ας υποθέσουμε ότι ο Τμηματάρχης σας δεν είναι στο γραφείο του.
6. Εν τοιαύτη περιπτώσει , την στήνετε στο διάδρομο για να τον δείτε να επιστρέφει.


... και παίρνοντας ο συγγραφέας τον ήρωά του από την κατάσταση της τελευταίας πρότασης (όπου την έχει στημένη στο διάδρομο περιμένοντας να επιστέψει ο Τμηματάρχης), ξεκινά μια νέα αλληλουχία προτάσεων και πάει λέγοντας έως το τέλος του βιβλίου. Μη θαρρείτε καθόλου ότι, αυτή η ιδέα αποδυναμώνεται όσο προχωρά η ιστορία, αντιθέτως γίνεται όλο και πιο δυνατή και διανθίζεται κατά περιόδους με το εξαιρετικό χιούμορ του συγγραφέα της.
Το συγκεκριμένο βιβλίο φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό (για όποιον το έχει διαβάσει) τις “Ασκήσεις ύφους” του Ρειμόν Κενώ όπου και εκεί η ιδέα του είναι ακραίως πρωτότυπη και το αποτέλεσμα εξίσου απολαυστικό. Στις “Ασκήσεις ύφους” περιγράφεται ένα τυχαίο περιστατικό καθημερινότητας μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο, με 99 διαφορετικούς τρόπους (φιλοσοφικό, θεατρικό, με παρηχήσεις, αρχαΐζον κτλ). Ο Κενώ δημιούργησε την σχολή Oulipo, που στα ελληνικά αποδίδεται ως Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας, όπου οι συγγραφείς εκεί, εξασκούνταν σε πειραματικές γραφές που είχαν να κάνουν με την κατασκευή της γλώσσας και τις χρήσεις των λέξεων (της οποίας μέλος υπήρξε και ο Πέρεκ).

Οι “Ασκήσεις ύφους” υπήρξαν βαθιά επιρροή για μένα και μαζί με την “Αύξηση” αποτελούν δύο σημαντικά βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που νομίζω, θα βοηθούσαν πολύ εκείνους που ασχολούνται με την συγγραφή. Είναι τροφή για στοχασμό και αναστοχασμό πάνω στη δύναμη της γλώσσας και την αναζήτηση ενός προσωπικού ύφους γραφής. Αν και πιστεύω ότι η μετάφραση αποτελεί τροχοπέδη σε τέτοιους είδους συγγραφικά εγχειρήματα,  ο εξαίρετος και έμπειρος Αχιλλέας Κυριακίδης, έκανε το παν για να αμβλύνει αυτές τις γλωσσικές διαφορές. Ο τίτλος της ανάρτησης, “Αύξηση ύφους”, είναι ένας φόρος τιμής προς αυτά τα δύο βιβλία, κατασκευασμένος από εμένα και μόνο, μιας και η φράση στερείται εμφανώς νοήματος καθώς, δεν δύναται κάποιος να ποσοτικοποιήσει κάτι που λαμβάνει μόνο ποιοτικά χαρακτηριστικά. Διαβάζεται το ίδιο αμήχανα όπως και η φράση “Σ' αγαπώ πολύ”. Ας είναι καλά το Εργαστήριο Δυνητικής λογοτεχνίας που έδωσε νέα πνοή στις φράσεις μας!

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Το έντυπο σε κρίση

Με έχει συνηθίσει το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης να εκδίδει βιβλία άριστα. Αγαπημένο μέρος το βιβλιοπωλείο τους στην Αμερικής που σαν να έχει συγκεντρώσει βιβλία εκδόσεων που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Αυτή τη φορά κίνησα στο χώρο τους στη Στοά του Βιβλίου αναζητώντας τον πολυπόθητο τίτλο Το έντυπο σε κρίση, το βιβλίο εξαϋλώνεται. Περπατώντας στη στοά χαζεύοντας βιτρίνες η μυρωδιά της μιζέριας ήταν παντού γύρω και τα περισσότερα βιβλιοπωλεία κλειστά με άδειες βιτρίνες. Η Στοά του Βιβλίου ήταν εξαρχής ένας χώρος που δεν κατάφερε να ζωντανέψει, να προσκαλέσει ανθρώπους, να γίνει σημείο συνάντησης. Κατάληξη προφανής που η κρίση απλά επιτάχυνε. Στα ίδια χνάρια βαδίζει, με πιο αργούς ρυθμούς, η Έκθεση Βιβλίου. Κάθε χρόνο μιζερότερη, μικρότερη, δίχως φαντασία, κέφι.
Το πολυπόθητο βιβλιαράκι του αμερικάνου ιστορικού Άντονι Γκράφτον σαν να εξηγεί με λίγες λέξεις την κατάσταση στο χώρο του βιβλίου παγκοσμίως.
Όλα αλλάζουν και όποιος δεν μπορεί να ακολουθήσει τις αλλαγές αργοπεθαίνει.
Ο Γκράφτον φαίνεται να αγαπά το έντυπο βιβλίο, τις βιβλιοθήκες, την μυρωδιά των παλιών βιβλίων αλλά αναγνωρίζει τα θετικά των νέων τεχνολογιών και των ψηφιοποιημένων βιβλίων. Καταγράφει μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα μέσα σε λίγες σελίδες - μόλις 105, μικρού σχήματος.
Διαισθάνεται τις αλλαγές που έχουν επέλθει στις αναγνωστικές συνήθειες των φοιτητών, οι οποίοι βομβαρδισμένοι από χιλιάδες πληροφορίες συνηθίζουν να διαβάζουν αποσπασματικά διατρέχοντας κείμενα και ποτέ να μην εμβαθύνουν, να μην κατανοούν εντέλει τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους.
Για τον Γκράφτον οι βιβλιοθήκες και τα έντυπα βιβλία χρειάζονται τόσο όσο οι μηχανές αναζήτησης καθώς εκεί συγκεντρώνονται πληροφορίες που ο ψηφιακός κόσμος αδυνατεί να μας προσφέρει.
Κάθε σελίδα του βιβλίου είναι τροφή για σκέψη ιδιαίτερα για όσους παρακολουθούν την αγορά του βιβλίου.
Το μειονέκτημα της έκδοσης είναι ότι το ΜΙΕΤ αποφάσισε να μεταφράσει και να εκδώσει το κείμενο αυτό πέντε χρόνια μετά την αμερικάνικη έκδοση. Πολλά από όσα αναφέρονται ήδη έχουν αλλάξει ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την ποιότητα του κειμένου και τη χρησιμότητα των πληροφοριών.  

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Παραθερίζοντας στο Νησί των Πιγκουίνων


Ο καλός φίλος Μαραμπού σαν να κατάλαβε ότι αλωνίζουμε και γι' αυτό δεν γράφουμε αναρτήσεις ήρθε σαν από μηχανής Θεός να μας ταρακουνήσει λίγο. Το Νησί των πιγκουίνων είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα διαβάσω με την πρώτη ευκαιρία και γι΄αυτό το λόγο με χαρά αναρτώ το παρακάτω κείμενο.
Γράφει ο Μαραμπού 

Ο όρος “Νόμπελ Λογοτεχνίας” έχει καταντήσει τα τελευταία χρόνια να ακούγεται σαν ευφημισμός. Όπως και το “Νόμπελ Ειρήνης” που δίνεται αφειδώς σε φιλοπόλεμες καρικατούρες. Τα πρώτα αγνά χρόνια του θεσμού όμως, αυτό το βραβείο το πήρε ένας Γάλλος, όνομα και πράγμα, ο Ανατόλ Φρανς και αυτό νομίζω, εξισώνει όλες τις ατυχείς επιλογές που ακολούθησαν. «Γιος βιβλιοπώλη, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μαζί με τα βιβλία. Από πολύ μικρός ασχολήθηκε με τη συγγραφή και αφιέρωσε τη ζωή του στην λογοτεχνία», μας πληροφορεί το σύντομο βιογραφικό του που φιλοξενεί το βιβλίο. Στο υπενθυμίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας από τις πρώτες φράσεις κάθε βιβλίου του και δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις παρά μόνο στην τελευταία τελεία.
Αν διαβάσεις Ανατόλ Φρανς, νιώθεις πλούσιος, ευρυμαθής όπως εκείνος, σοφός και σίγουρος· γαλήνιος και αισιόδοξος· όμως όλη αυτή η γνώση που υπάρχει μέσα στα βιβλία του, δεν προσφέρεται στους αναγνώστες ως άνοστη μασημένη τροφή, άλλα “καρυκευμένη” με τον σπόρο της αμφισβήτησης, ακόμα και για όσα σου προτείνει· σε βοηθάει να μην αναμασάς τις σκέψεις του αλλά να μάθεις να χωνεύεις τις δικές σου.
Από όσους συγγραφείς έχω διαβάσει, μόνο δύο μπορούν να χειριστούν την ειρωνεία τόσο λειτουργικά ώστε να καταφέρουν μια άνευ προηγουμένου κοινωνική κριτική στα περιβάλλοντά τους (άντε τρεις, ας συμπεριλάβω με  επιείκεια και τον Σαραμάγκου!). Ο ένας είναι ο Τόμας Μπερνχαρντ, του οποίου όμως η ειρωνεία είναι τόσο αιχμηρή και σφοδρή, μπερδεύοντας πολλούς αναγνώστες, που καταλήγουν να την κατατάξουν στις τάξεις μιας κατάφωρης και μισάνθρωπης  υβρεολογίας! Ο άλλος είναι ο Ανατόλ Φράνς που η ειρωνεία του είναι λεπτή, αδιόρατη, ανέφελη – τόσο που, την νιώθεις σαν απαλό  πουπουλένιο χάδι πάνω στην κοιλιά σου ενώ εκείνη ξεσκίζει ανελέητη τα σωθικά σου!
Στον πρόλογο του βιβλίου, ο αφηγητής που πρόκειται να γράψει την ιστορία των Πιγκουίνων, ζητά την βοήθεια ενός σπουδαίου ιστορικού γιατί δεν καταφέρνει και πολλά πράγματα μόνος του. Ο σοφός δάσκαλος τον συμβουλεύει. «Μα γιατί να ταλαιπωρήστε τόσο, φτωχέ μου φίλε, και γιατί να φτιάξετε εσείς ιστορική μελέτη, ενώ το μόνο που χρειάζεται, είναι να αντιγράψετε τις πιο γνωστές; Αν έχετε μια καινούργια άποψη, κάποια ιδέα πρωτότυπη, αν βλέπετε τα πράγματα και τους  ανθρώπους από διαφορετική σκοπιά, θα ξαφνιάσετε τους αναγνώστες. Και τα ξαφνιάσματα δεν αρέσουν στους αναγνώστες. Ζητούν πάντα να βρουν στην ιστορία τις κουταμάρες που έχουν κιόλας μάθει. Αν δοκιμάσετε να τους διδάξετε, θα τους ταπεινώσετε και θα θυμώσουν. Μην προσπαθείτε να τους φωτίσετε, γιατί θα φωνάξουν πως προσβάλλετε τις καθιερωμένες πεποιθήσεις τους». Υπάρχει καθόλου ειρωνεία εδώ; Μα τω θεό, δεν διακρίνω τίποτα!
 Πέρα από την πλάκα, είναι σελίδα και ειρωνεία, σελίδα και ειρωνεία, ένα page-irony turner βιβλίο! Κυριολεκτικά, τα βάζει με όλους: με την ημιμάθεια των ανθρώπων, τις θρησκευτικές μισαλλοδοξίες, τις πολιτικές μικρότητες, τα σεξουαλικά ήθη της εποχής. Μοιραία, καθ' όλη την πορεία της ανάγνωσης (τουλάχιστον από τη μέση του βιβλίου και ύστερα) κάνεις συνεχείς αναγωγές στην περίοδο της Γαλλικής επανάστασης. Ωστόσο, η ευρυμάθεια του συγγραφέα σε ταξιδεύει σε περιόδους πολύ πιο μακρινές και χαμένες στα βάθη του παρελθόντος, από την ιστορούμενη και, (κάτι που ενδεχομένως το υποπτευόταν και ο ίδιος όταν έγραφε το βιβλίο) σε προετοιμάζει για ανάλογες, καταγόμενες από τα ύψη του μέλλοντος!
Αυτό το άθλιο κλισέ, πιο επίκαιρο από ποτέ, φαίνεται να ταιριάζει στην προκειμένη περίπτωση. Ο κόσμος μάλλον δεν προόδευσε όσο θα περίμενε κανείς, αν δε γίνεται αμέσως αντιληπτό είναι γιατί λείπει ένας Ανατόλ Φρανς να το καταδείξει εκ νέου (αν και είπαμε, υπάρχει ο Τόμας Μπέρνχαρντ, μην ξεχνιόμαστε!). Το βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα, με την πανταχού παρούσα ειρωνεία να αποτελεί... τα κερασάκια στην τούρτα! Τα ονόματα των χαρακτήρων είναι επίσης πλασμένα με ειρωνεία και σας μεταφέρω μερικά όπως τα μετέπλασε η αμφιβόλου αξιοπιστίας ειρωνεία του μεταφραστή: κύριος Ντ' Ουβάριος, πάτερ Γκάιντας, πρίγκιπας Καμπουρίδης, Τουρλορόζα, Μουχληφαίστειος, Ραπάνιος, υποκόμης Ελίτσας, υποκόμης της Κλίνης, Φτασμένος, Προσωπέας κ.α.  
Ο Ανατόλ Φρανς είναι αγαπημένος μου συγγραφέας και μετά λύπης μου διαπιστώνω, διαισθάνομαι περισσότερο, ότι δεν διαβάζεται πια· θεωρείται παρωχημένος, κυρίως γιατί μέσα από τα έργα του παρουσιάζεται ως ένας ανθρωπιστής (άλλο άθλιο κλισέ, που αποδιδόταν συχνά και στον Καμύ) που ωστόσο, πριν προλάβουν να αναθαρρήσουν από περηφάνια οι άνθρωποι που θα διαβάσουν αυτό, μάλλον ενστερνιζόταν περισσότερο την άποψη που αποδίδεται στον σπουδαίο εφευρέτη Νικολά Τέσλα, “... λέτε ότι αγαπάτε τους ανθρώπους. Εγώ δεν τους αγαπώ. Εκείνο που εγώ αγαπώ είναι η ανθρωπότητα”.
Όποιος θέλει να περηφανεύεται για τα λογοτεχνικά του ταξίδια, πρέπει να παραθερίσει έστω και για λίγο στο Νησί των Πιγκουίνων (ας είναι και με ελεύθερο κάμπινγκ). Αν ανήκετε όμως, στους ανθρώπους που παραπονιούνται συχνά, «Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω πότε ειρωνεύεσαι και πότε όχι!», τότε διαβάστε κάτι άλλο, για να μην μείνει αναξιοποίητος ο πολύτιμος χρόνος σας!




Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Επιστροφή στην πόλη...

Ο Αύγουστος είναι ο μήνας που αγαπώ να επιστρέφω στην Αθήνα.
Είναι ο μήνας που η πόλη αδειάζει από τη φασαρία της και ξαναγίνεται μια ήσυχη και φιλική πόλη ιδανική για περπάτημα. Ειδικά την εβδομάδα του 15αγούστου.
Αυτή τη μέρα επέλεξα για να επισκεφτώ ένα μουσείο που δεν είχα προλάβει στο παρελθόν να δω, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Περπατώντας σε έναν από τους ομορφότερους δρόμους των Αθηνών έφτασα στο κτίριο της Villa Ilissia που χτίστηκε το 1840 από τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη για να χρησιμοποιηθεί ως χειμερινή κατοικία από την Δούκισσα της Πλακεντίας. Στο κτίριο αυτό στεγάζεται το μουσείο από το 1926 και σήμερα έχοντας αναδιαμορφωθεί εκτίθεται η μόνιμη συλλογή αλλά και περιοδικές εκθέσεις. Η μόνιμη συλλογή είναι ένα ταξίδι στη βυζαντινή τέχνη αλλά και ένα μάθημα μουσειολογίας εξαιτίας του τρόπου που αυτή εκτίθεται.
Ωστόσο, κίνητρο για την επίσκεψη ήταν η περιοδική έκθεση «Βιβλία καλλιτεχνών της συλλογής Teriade».
Η έκθεση αφορά τα ιδιαίτερα βιβλία που εξέδωσε το εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης (Teriade) στο Παρίσι από το 1943 έως το 1975. Ιδιαίτερα γιατί ο Ελευθερίαδης για την έκδοση τους συνεργάστηκε με τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, όπως τους P. Picasso, J. Miro, M. Chagall, H. Matisse, P. Bonnard, G. Rouault....
Η συμβολή του εκδότη ήταν καθοριστική καθώς το μεγαλειώδες αυτό εκδοτικό και καλλιτεχνικό γεγονός έγινε με τη δική του παρότρυνση και καθοδήγηση. Η βασική ιδέα ήταν η έκδοση σπουδαίων λογοτεχνικών κειμένων με ξεχωριστή εικονογράφηση υποταγμένη στο κείμενο αλλά και στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη.
Εκδόθηκαν 27 βιβλία και εντάχθηκαν στη σειρά "Μεγάλα Βιβλία Καλλιτεχνών".
Στην έκθεση εκτίθενται τα 26 γαλλικά βιβλία.
Κάθε βιβλίο ένα έργο τέχνης.
Μια αίθουσα γεμάτη λέξεις και χρώματα.



Η έκθεση θα είναι διαθέσιμη για το κοινό έως τις 12 Ιανουαρίου του 2014 και στη συνέχεια θα τοποθετηθεί στη μόνιμη στέγη της στο Μουσείο-Βιβλιοθήκη Στρατής Ελευθεριαδης-Teriade που βρίσκεται στη γενέτειρα του εκδότη, τη Λέσβο.
Περισσότερες πληροφορίες στο site του μουσείου:
http://www.byzantinemuseum.gr/

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

Βιβλιοεκθέματα

Η καλλιτέχνιδα Alicia Martin γεννήθηκε το 1964 στη Μαδρίτη κι έχει μια μανία που δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από αυτό το μπλογκ:
να δημιουργεί έργα τέχνης με βιβλία.
Το πιο εντυπωσιακό είναι αυτός ο ανεμοστρόβιλος από βιβλία που δίνει την εντύπωση ότι κάποιοι πολύ ισχυροί αέρηδες μπήκαν σε μια βιβλιοθήκη με αποτέλεσμα να σηκώσουν όλα τα βιβλία από τα ράφια και να τα παρασύρουν έξω από το παράθυρο. Το μεγαλειώδες έργο που μοιάζει να αψηφά τους νόμους της βαρύτητας, ονομάστηκε Βιογραφίες (Biografias) και περιλαμβάνει τρία παρεμφερή εκθέματα τοποθετημένα σε διάφορα σημεία της πόλης. Το καθένα αποτελείται από 5.000 βιβλία, τα οποία θυσιάστηκαν στο βωμό της τέχνης. Τα βιβλία είναι εσκεμμένα τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο ώστε δίνουν την αίσθηση του τυχαίου και του ατημέλητου. Οι σελίδες των ανοιχτών βιβλίων είναι ελεύθερες να κυματίσουν στα φυσήματα του αέρα ζωντανεύοντας το έκθεμα που κάθε άλλο παρά σιωπηρό είναι. Αναμφίβολα το έργο αυτό κόβει την ανάσα των επισκεπτών ειδικά εκείνων που αγαπούν τα βιβλία. Μπορεί οι φωτογραφίες και τα βίντεο να μην συγκρίνονται με τη ζωντανή επαφή αλλά σίγουρα δίνουν μια γεύση.




H δύναμη των βιβλίων έχει επηρεάσει όλο το έργο της Alicia Martin.
Μερικά ακόμη εκθέματά της:


Singularidad, 2012, 
Ciudad de la Cultura, Santiago de Compostela


Inbreeding, 2007 
Site-specific installation


Contemporaneos, 2007,
 MUSAC, Leòn


Jardines II, 2003,
 c-print, cm 165x110


Poliglotas,2003, 
video still, 2'