Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Για ένα μικρό μικρό βιβλίο

Βρέθηκα σε ένα νεοκλασικό κτίριο στη Ζωδόχου Πηγής, ακριβώς κάτω από το Λόφο του Στρέφη. Περιοχή που αδιάκοπα βολτάρω γύρω γύρω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά και κάθε φορά η βόλτα διαφέρει.
Όλο κάτι αλλάζει. Η ώρα, η μέρα, οι άνθρωποι, εγώ.
Από τα παράθυρα δεν κρέμονταν βαριές σκουρόχρωμες κουρτίνες, ούτε γλάστρες αλλά και ούτε άνθρωποι, κρέμονταν βιβλία. Εξώφυλλα νέων εκδόσεων, κάθε φορά και νέα χρώματα. Δεν προλαβαίνεις να συνηθίσεις τα προηγούμενα και τσουπ σου ζωγραφίζουν άλλα. Να υπάρχει ποικιλία για να μη βαρεθείς. Καταστροφή η τόση μεγάλη ποικιλία.
Η μαύρη μεταλλική πόρτα κλειστή. Χτυπάω το κουδούνι και μου ανοίγουν, σαν να ήρθα σε φίλο.
Βόλτα στα ράφια των εκδόσεων Άγρα, ακριβώς κάτω από το Λόφο του Στρέφη, στο άσπρο ανακαινισμένο κτίριο με
τη μαύρη πόρτα. Οι σελιδοδείκτες στον τοίχο μπροστά σου με το που μπαίνεις αποτελούν πρόκληση. Κάθε φορά περισσότεροι, κάποιος λείπει από τη συλλογή, κάποιος χρησιμοποιήθηκε και τσαλακώθηκε, κάποιος ξεχάστηκε σε άλλο σπίτι. Περιπλανήθηκα ανάμεσα σε ράχες βιβλίων αλλά και σε πλάτες ανθρώπων που έψαχναν, μικρός χώρος, ιδανικός για να κουτσομπολέψεις.
Ε ναι αυτό έκανα.
Έπεφτε το βλέμμα όλο σε βιβλία που ήθελα από καιρό και ακόμα δεν έχω πάρει, κάποιο να πάρω να διαβάσω.Και καθώς χάζευα άκουσα:
Αααα αυτό είναι!
Γυρνάω και βλέπω έναν απορημένο υπάλληλο που παρά τις επίμονες προσπάθειες να βρει το βιβλίο που του ζήτησαν δεν τα είχε καταφέρει και μια χαρούμενη κοπέλα να κρατάει στα χέρια της ένα μικρό βιβλιαράκι.
"Το έχω διαβάσει και μου άρεσε πολύ, θα πάρω κι άλλα αντίτυπα να τα δωρίσω σε φίλους".
Πλησιάζω. Το εξώφυλλο δε μου λέει τίποτα και διαβάζω "Θα σε κάνω βιβλίο". Μάλιστα!

Έτος έκδοσης: 1996. Συγγραφέας: Κατερίνα Σκαλιώρα.
Στην πρώτη σελίδα:
Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα.
Γιώργος Σεφέρης.

Το αγοράζω και αφήνω όλα τα υπόλοιπα να περιμένουν.
Αυτό δεν το είχα ξαναδεί ποτέ. Κανείς δεν είχε μιλήσει γι' αυτό και έχουν περάσει δώδεκα χρόνια. Μόνο εκείνη η κοπέλα που ήθελε να πάρει τρία να τα δωρίσει σε φίλους. Ούτε εφημερίδες, ούτε free press και στο ίντερνετ τώρα που ψάχνω, τίποτα. Αδικία.
Θα σε κάνω βιβλίο ή τα μοναχικά μυρμήγκια ο πλήρης τίτλος. Η πρώτη προσπάθεια της συγγραφέως να γράψει βιβλίο για ενήλικους. Της αρέσουν τα παραμύθια και με αυτά ασχολείται. Ευτυχώς και σε αυτό το βιβλίο διαβάζω σκόρπια παραμύθια για δύο μυρμήγκια που κυκλοφορούν στο μπάνιο εκεί δίπλα από τη μπανιέρα, για εφτά σαμιαμίθια που πανικοβάλουν τους φίλους.
Σκόρπιες λέξεις-σκέψεις, τριών ανθρώπων που ίσως να είναι και ένας. Δύσκολες που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, θα συμφωνήσω. Και η μοναξιά δύσκολη. Όταν συνηθίζεις είναι καλά. Όταν χάνεται, χάνεσαι.
Μικρό, λιτό, δεν σε βάζει σε πολλές σκέψεις (κακό αυτό) αλλά γλυκό, όμορφο και ευαίσθητο, ξεχειλίζει από συναίσθημα και μοιάζει αληθινό. Σίγουρα θα το δώριζα και εγώ σε φίλους.
Γιατί κανείς δεν έχει μιλήσει ποτέ, απορώ.
Και στα βιβλιοπωλεία άμα πας είμαι σίγουρη πως θα σου πουν: δεν το έχουμε αλλά μπορούμε να το παραγγείλουμε. Είναι μικρό και δεν χωράει.
Ε που να χωρέσει όλη η βιβλιοπαραγωγή στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Αλήθεια πιστεύουν ότι θα χωρέσει στα ράφια των σπιτιών;
Φεύγοντας από τις εκδόσεις Άγρα ζήτησα έναν κατάλογο.
Γέλασα που ο κατάλογος είναι πιο μεγάλος από το βιβλίο που αγόρασα, γέλασε και ο πωλητής που μου ανέφερε ότι ο επόμενος θα είναι διπλάσιος.

Υ. Γ. Τα συνθήματα στους τοίχους των Εξαρχείων δεν μας επιτρέπουν να ξεχάσουμε:

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Γεια σε όλους εκεί έξω, στον μεγάλο κόσμο!
Νομίζω ότι έχω πάθει πια μια τέτοια, πώς να το θέσω τώρα, διαστροφή που ο άξονας της γης έχει καταργηθεί και όλα περιστρέφονται γύρω από βιβλία και αν δεν το κάνουν στα φανερά, το κάνουν πάντως και δεν το καταλαβαίνουν. Όλα τα βιβλία μήπως είναι βιβλιοβιβλία μιας και αναφέρονται σε προηγούμενα, απαντάνε σε παλιότερα…
Και βιβλιοειδήσεις πολλές με την Βιβλιοθήκη της Βέροιας να αναγνωρίζεται διεθνώς, τις αλλαγές που επιτελούνται στην γραφή και ανάγνωση καθώς οι τεχνολογίες, όχι και τόσο νέες πια και καθιερωμένες, είναι εδώ για να μείνουν για το καλύτερο και το χειρότερο, αλλά περισσότερα ενημερωτικά άλλη στιγμή.
Αγαπημένες οι εκδόσεις Άγρα, ακουμπάνε ξανά και ξανά τις χορδές στις Βολτίτσες, κάνοντάς τις να βγάζουν ήχους γεννημένους από τις καλοτυπωμένες σελίδες τους. Αυτήν την φορά πρόκειται για τον 666ο τίτλο της σειράς που κυκλοφόρησε με καθυστέρηση τρεισήμισι
χρόνων. Ο σημαδιακός αριθμός είχε κρατηθεί για να ταιριάξει με το περιεχόμενο της έκδοσης. Αν δεν έβγαινε το βιβλιαράκι των 75 σελίδων θα αποτελούσε μέγα μυστήριο του μέλλοντος και χίλιες μύριες εκδοχές θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξιχνίασης άρθρων, δοκιμίων και γιατί όχι και διατριβής ακόμα. Ο χαμένος αριθμός θα αποκτούσε βαρύνουσα σημασία. Γιατί ειδικά ο πολυσυζητημένος αριθμός 666 που έχουν γραφεί τόσα από παλιά και έχουν γίνει τόσες ταινίες τρόμου και φρίκης; Φοιτητές των βιβλιακών σπουδών και ερευνητές θα έπλαθαν εκδοχές και θα αφηγούνταν τα ευρήματά τους με λογική και πειθώ συνάμα. Στο επίκεντρο θα έμπαινε ο εκδότης, η εκδοτική του στρατηγική, και οι δεισιδαιμονίες του, τι δείγματα προκαταλήψεων έδειχνε στην καθημερινότητά του, ο αριθμός 13 σε συνδυασμό με τις Τρίτες τον τάραζαν, όταν έβλεπε μαύρες γάτες τι έκανε, περνούσε κάτω από σκάλες, έφτυνε τον κόρφο του κλπ, κλπ. Όμως, όμως τώρα τέτοια μελέτη δεν θα χρειαστεί, ο Δημήτρης Ι. Κυρτάτας που είχε αναλάβει να γράψει, έγραψε, 666, ο αριθμός του Βιβλίου, Εγώ το Άλφα και το Ωμέγα, ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος και εξηγεί την ιστορία, το σκεπτικό του 666, άρα κενό που να χρήζει εξηγήσεων
δεν υπάρχει, εκτός εάν στο ράφι οι εκδόσεις δεν τοποθετηθούν σύμφωνα με τον αριθμό έκδοσης αλλά με την ημερομηνία έκδοσης, οπότε θα απέχει τουλάχιστον δέκα ράφια, αν υπολογίσει κανείς ότι κάθε ράφι κρατάει κατά μέσο όρο περίπου 30 βιβλία, 40 αν έχουν λίγες σελίδες και δεν πιάνουν τον στάνταρ χώρο, από την θέση που κανονικά θα έπρεπε να κατέχει και απομακρυσμένο όπως θα ήταν μπορεί και να χανόταν.
Αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που φόρτωσε στον αριθμό 666 τις γνωστές τρομερές και προειδοποιητικές ιδιότητες. Άρα, άρα ένα βιβλιοβιβλίο που μιλάει για ένα άλλο βιβλίο που με την σειρά του μιλάει για άλλα βιβλία, τα ευαγγέλια, χειρόγραφα που διατηρούν με απτή υπόσταση τον λόγο μέσα στον χρόνο. «Η εμμονή στη διαδικασία της γραφής είναι εντυπωσιακή και αντιβαίνει στα βιβλικά προηγούμενα… είναι εντολή θεϊκή…» (σ. 40-41), λέει ο καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ο συγγραφέας. Και το δεύτερο παράθεμα από το 666ο βιβλίο που διαλέγω είναι μια προφητική εικόνα καταστροφής. Προβλέπει ο προφήτης Ησαΐας «Ο ουρανός θα τυλιχτεί σαν βιβλίο και όλα τ’ άστρα θα πέσουν όπως τα φύλλα από το αμπέλι και όπως πέφτουν τα φύλλα από τη συκιά». Εικόνα που δανείζεται και παραλλάσσει ο Ιωάννης «ο ουρανός αποκόπηκε, όπως τυλίγεται ένα βιβλίο, κι όλα τα όρη και τα νησιά μετακινήθηκαν από τον τόπο τους» (σ. 52-53), τότε που έγραφαν πάνω σε κυλίνδρους. Προσωπικά «βλέπω» καλύτερα την παρομοίωση του Ησαΐα. Από το ουράνιο φύλλο του χαρτιού θα πέσουν τα αστέρια σαν φυτικά, γήινα φύλλα. Ο Ιωάννης περιγράφει το τύλιγμα του βιβλίου σαν διαδικασία βίαιη που φέρνει σκοτάδι.

Λέμε, το λοιπόν, να αλλάξουμε την εικόνα του blog, τα χρώματα, την διάταξη, τέτοια, έτσι να πάρει μορφή πιο φρέσκια. Οι συσκευασίες παίζουν τον ρόλο τους και αυτές! Αν και ζορίζομαι λίγο γιατί η παλιά θα χαθεί και ξεχαστεί και όπως και να το κάνουμε και την γούσταρα και συναισθηματικά τόσο καιρό έχω κουμπώσει μαζί της.

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Οι άγραφες πλάκες

Η ζέστη της Αθήνας απερίγραπτη, το κάτι άλλο, σε βαθμούς Κελσίου και σε ποιότητα. Βαριά και υγρή αναδύεται από την άσφαλτο, τα τσιμέντα, τα γυάλινα κτήρια. Ένας φούρνος καυτού αέρος που στον ήλιο προστίθεται και η αίσθηση της ψησταριάς. Το ξέρω ότι βρισκόμαστε στην καρδιά των καλοκαιρινών διακοπών και μάλλον απομακρυσμένοι από το ιντερνετικά μέσα επικοινωνίας, όμως δεν γίνεται να μην ξαμολήσω τις λέξεις μου εκεί έξω.
Οι διακοπές ενδείκνυνται για ξάααπλα και κατά φυσική συνέπεια, διάβασμα κάθε είδους και περιεχομένου, από εφημερίδες και περιοδικά, μυθιστορίες και αφηγήματα έως σοβαρά διαβάσματα με υπογραμμίσεις, σημειώσεις και αποστηθίσεις. Η ξάπλα το τραβάει το διάβασμα. Το βλέπουμε στους ζωγραφικούς πίνακες όπου εικονίζονται αναγνώστες, η στάση είναι οριζόντια, συνήθως ανάσκελα μα και μπρούμυτα. Χαλαρή, αφημένη, ταξιδιάρικα αλλοπαρμένη. Σαν να εισχωρεί καλύτερα, σε όλο το μήκος του σώματος η αίσθηση της ανάγνωσης. Σαν απλώνεται, να ρουφιέται, να κυκλοφορεί η ήχηση των γραμμένων-τυπωμένων σε όλο το σώμα. Η στάση του διαβάσματος λέει πολλά και κάθε ανάγνωση έχει την στάση και την ατμόσφαιρά της. Η μελέτη ζητάει θέση πιο πειθαρχημένη, καθιστή με πλάτη όρθια, σε γωνία. Οι εφημερίδες θέλουν χώρο και χέρια τεντωμένα. Τα περιοδικά δυνατό δείκτη για να γυρνάνε χωρίς να κολλάνε οι σελίδες. Η αναζήτηση, το ψάξιμο συγκεκριμένης πληροφορίας σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες γίνεται και στα όρθια, κοιτώντας από πάνω προς τα κάτω, μεγαλύτερη εποπτεία. Ανάλογα.
Αν και υπάρχει ήδη λίστα ανάγνωσης, μια βολτίτσα στα βιβλιοπωλεία δεν βλάπτει. Βλάπτει δηλαδή γιατί αναπόφευκτα μεγαλώνει την κατάσταση των αναγνωσμάτων. Εεεε δεν θα βρεις καναδυό, πάντως, τίτλους που ξέφυγαν, εεε δεν θα αντισταθείς και πολύ. Έτσι και εγώ παραχώνω, χωρίς καν να καλοκοιτάξω, δυο (πέντε στην περίπτωσή μου, προσπάθησα να σας κρύψω τους τρεις αλλά ποιον πάω να κοροϊδέψω τώρα;) που έχουν βιβλιοτίτλους. Λάφυρα. Το άγραφο χαρτί του Σάκη Τότλη από την Έδεσσα (αφήγημα, εκδόσεις ποταμός, Αθήνα 2010, 107 σ.) έχει να κάνει με χαρτί. Στο οπισθόφυλλο μας λέει «… τα πρώτα εντυπώματα στο άγραφο χαρτί της παιδικής μνήμης γίνονται οι πιο εσαεί πυκνογραμμένες αποσκευές.» Δεν είναι ένα βιβλίο για βιβλία αν και αναφέρεται περιστασιακά σε δημοφιλή οικογενειακά περιοδικά αναγνώσματα (σ. 29, 40-41, 75), στον Θησαυρό, το Ντόμινο, το Ρομάντσο, τον Καζαμία, το πρώτο τετράδιο στο νηπιαγωγείο, τα βιβλία της α΄ δημοτικού. Αναφέρεται σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας που της αποδίδει αυτονόητα το χτίσιμο της προσωπικότητάς του. Εικόνες ανοικτού φυσικού περιβάλλοντος και αχνοπατητά πρόσωπα της οικογένειας και της γειτονιάς. Εικόνες που γράφτηκαν και δεν ξεγράφονται, ανακαλούνται κατά παραγγελία ανά πάσα στιγμή. Δεν χάνονται, κατέχουν την πιο σημαντική θέση. «Αν έσβηναν ποτέ από τη μνήμη μου, η ψυχή μου θα άδειαζε μεμιάς από όλα. Θα σωριαζόμουν στη στιγμή σαν άδειο σακί.» (σ. 106), καταλήγει. Σε αυτές τις αναμνήσεις αποδίδει τον εαυτό του, αυτές αποτυπώθηκαν στο παιδικό του άγραφο παρελθόν, σε αυτές προστρέχει για συμπεράσματα και μαθήματα ζωής, από αυτές αντλεί δύναμη, αυτές είναι η αλήθεια του.
Καταφανής οπαδός της σκέψης που μας παραδίδεται από τους Ρωμαίους όπως διατυπώνεται στην λατινική φράση «tabula rasa» που πάει να πει άγραφη πλάκα. Οι άνθρωποι (πλάκες ή χαρτιά) είναι, γίνονται ό,τι πρωτοσκαλιστεί, πρωτογραφτεί απάνω τους. Καθένας υλικό ακατέργαστο, εκτεθειμένο στην εικόνα και την εμπειρία, μια πρόκληση γα το μέλλον. Η άλλη σχολή στον αντίποδα της άγραφης πλάκας υποστηρίζει ότι όλα είναι προδιαγεγραμμένα εξαρχής από την υλική κατασκευή μας, μέσα από τα χρωματοσώματά μας, ότι εκεί είναι γραμμένες ακόμα και οι αρρώστιες που θα πάθουμε στο πέρασμα του χρόνου. Η χημεία του σώματός μας γεννά κάθε αντίδραση, χαμόγελα και δάκρυα.
Όπως τα φυσικά χαρακτηριστικά, το πακέτο της εξωτερικής συσκευασίας μας, είναι δοσμένο από τις κληρονομιές μας έτσι το ίδιο αντίστοιχα συμβαίνει και με το μέσα πακέτο. Μεγάλη και άλυτη κουβέντα που στην ουσία της βάζει το ερώτημα αν έχουμε επιλογές ή αν κυριαρχεί ο γενετικός προγραμματισμός. Και για να δώσω την δική μου απάντηση με την οποία κάπως τακτοποιώ το ερώτημα, τοποθετούμαι κάπου στην υφαλοκρηπίδα των δυο σχολών. Ναι, η φυσική μας κατασκευή είναι δοσμένη, και ναι, οι παιδικές εμπειρίες είναι καθοριστικές σε μεγάλο βαθμό μα αυτά είναι δεδομένα που έχουμε την δυνατότητα όταν ωριμάσουμε, να διαχειριστούμε, εμείς τα ενορχηστρώνουμε, τα κάνουμε κάτι αφού τα αξιολογήσουμε, αφού βάλουμε τον κανόνα των αξιών μας.. Το τι μας δόθηκε δεν το ορίσαμε, το τι κάνουμε με την προίκα μας μπορούμε να το ορίσουμε, επιλογές υπάρχουν (πλήθος και συνέχεια) όπως και δικαιολογίες.

Τέλος πάντων κατάφερα να το βαρύνω και πάλι το θέμα. Και η κατάστασή μου είναι χειρότερη γιατί διαβάζοντας τις Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα του Ζακ Μπονέ γεννήθηκε η επιθυμιά ανάγνωσης άλλων έξι βιβλίων, μεταφρασμένων στα ελληνικά και τριών αμετάφραστων, μα τι καταδίκη είναι αυτή τέλος πάντων, το νήμα δεν έχει τελειωμό, και δεν χρειάζεται να το ξηλώνεις τις νύχτες σαν την Πηνελόπη γιατί έτσι και αλλιώς οι αναγνώσεις δεν έχουν ούτε τέλος ούτε τελειωμό για όποιον στα μάγια τους έχει πιαστεί…

32.000 φεύγα επισκέπτες στις Βολτίτσες, ουάου, μα τι άλλο να πούμε από ένα μεγάλο ευχαριστούμε!

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

Με όρεξη για κουβέντα


Στην Ελισσάβετ
Η μία κουβέντα θυμίζει άλλη κουβέντα και είναι καιρός να γράψω μια ανάρτηση που χρωστάω, κυρίως σε εμένα.
Συμπαθώ ιδιαίτερα τους μικρούς εκδοτικούς οίκους και ευτυχώς σε αυτή τη χώρα υπάρχουν πολλοί (το 2008 ήταν 707 σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΚΕΒΙ). Ένας αριθμός ιδιαίτερα μεγάλος, σχεδόν υπερβολικός σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό. Ωστόσο, οι πολλοί εκδοτικοί οίκοι αν και κατέχουν ένα μικρό ποσοστό της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής καταφέρνουν να δώσουν μοναδικά χαρακτηριστικά στην ελληνική αγορά του βιβλίου, όπως τη διατήρηση της πολυφωνίας, την έκδοση λιγότερο δημοφιλών συγγραφέων, ποιοτικότερων βιβλίων και βιβλίων που σπάνια μπαίνουν στις λίστες των ευπώλητων. Δε ξέρω πόσοι θα επιβιώσουν από την κατάσταση που επικρατεί αλλά κάτι σαν να με κάνει να πιστεύω ότι θα επιβιώσουν όσοι πραγματικά το θέλουν.
Το χαρακτηριστικό εκείνο που τους διαφοροποιεί από τους πιο εμπορικούς εκδοτικούς οίκους είναι ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε τέτοιους χώρους ξέρουν καλά τη "δουλειά", την κάνουν επειδή την αγαπούν και την κάνουν με ένα μεράκι που δεν συναντάω πότε στους απρόσωπους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, εκεί που τα ράφια είναι γεμάτα από βιβλία που τα ξέχασαν ακόμη και εκείνοι που τα έφτιαξαν. Δεν τους νοιάζει ο πελάτης (τι άσχημα που ηχεί αυτή η λέξη για τον αγοραστή βιβλίων) που θα περάσει μια βόλτα θα πάρει και κάτι και θα φύγει, θέλουν τον πελάτη-αναγνώστη που θα περάσει ξανά για να πει πως του φάνηκε το βιβλίο.
Εξάλλου δεν είναι τυχαίο ότι όλοι αυτοί οι συμπαθητικοί εκδοτικοί οίκοι συγκεντρώνονται στους δρόμους γύρω από την περιοχή των Εξαρχείων.

Οι άνθρωποι των μικρών εκδοτικών οίκων έχουν χαμόγελο, έχουν όρεξη για κουβέντα. Κουβέντα που ξεκινά πάντα από τα βιβλία.
Κάπως έτσι γνώρισα τις εκδόσεις Απόπειρα, στην φετινή έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο καθώς αναζητούσα ανθρώπους με όρεξη. Στο περίπτερο των εκδόσεων δε βρήκα μόνο όρεξη αλλά και φιλική διάθεση, μια πόρτα ανοιχτή έτοιμη να σου προσφέρει ζεστό καφέ που θα αρωματίσει αγαπημένες συζητήσεις.
Πίσω από το πάγκο των εκδόσεων Απόπειρα ένιωσα ξανά βιβλιοπώλισσα, έβλεπα τους ανθρώπους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, να σταματούν για να ξεφυλλίσουν, να ρωτήσουν, να ζητήσουν. Μάντευα τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις και τους κατάτασσα σύμφωνα με αυτές. Άλλο και τούτο κουσούρι μου να έχω για κριτήριο τη βιβλιοθήκη του καθενός!
Και μες στον κόσμο που ρωτούσε ήμουν και εγώ που ρωτούσα τα δικά μου και η Ελισσάβετ μου απαντούσε με χαμόγελο και το
πήγαινε και πιο πέρα. Και μαζί με εμένα απαντούσε και στον κόσμο που στέκονταν, όλος ο κατάλογος μαζί με τις τιμές βαθιά τυπωμένος στη μνήμη.
"Ε ναι, δουλεύω εκεί από μικρό παιδί, ο εκδότης είναι θείος μου" την ακούω ακόμη να μου λέει.
Όσο διήρκησε η έκθεση περνούσα από το περίπτερο των εκδόσεων Απόπειρα έτσι για κουβέντα. Στη τελευταία μου επίσκεψη λίγο πριν φύγω από την Αθήνα την ακούω να μου λέει "Δε σε κέρασα τίποτα. Πάρε όποιο βιβλίο θες" και μου δείχνει όλα τα βιβλία που είχε μπροστά της. Για σκέψου δουλεύεις σε ένα βιβλιοπωλείο και έχεις τη δυνατότητα να χαρίσεις ένα βιβλίο σε κάποιον που απλά συμπάθησες.
Της είπα να μου δώσει ένα αγαπημένο της και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μου φανέρωσε το Junky του Μπάροουζ.
Το βιβλίο θα μπει στο αγαπημένο ράφι όχι γιατί μου άρεσε η ιστορία του αλλά γιατί μου θυμίζει την ιστορία που μόλις άφησα.
Σίγουρα θα περάσω με την πρώτη ευκαιρία μια βόλτα από το βιβλιοπωλείο τους στη Ναυαρίνου για να συνεχίσω τη κουβέντα που μοιάζει να μην έχει τέλος.


Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ο συλλέκτης

Οι εκδόσεις Άγρα μας έκαναν ένα εξαιρετικό καλοκαιρινό δώρο. Δύο εκδόσεις, η μια μετά την άλλη, με τους αριθμούς 980 και 981 φτιαγμένες για τα ράφια μας.
Ας πιάσω πρώτα την προτελευταία μιας που και η τελευταία ήδη αναφέρθηκε στην πιο κάτω ανάρτηση.

Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και η αόρατη συλλογή.
Δύο διηγήματα του Στέφαν Τσβάιχ που έχουν ένα κοινό, είναι γεμάτες από ανθρώπους που ζουν ανάμεσα σε βιβλία διατηρώντας το πάθος ενός συλλέκτη και ενός σωστού επαγγελματία. Κάθε διήγημα και μία ασυνήθιστη προσωπικότητα που ζει ηθελημένα ή όχι σε ένα διαφορετικό από αυτόν που βλέπουμε γύρω μας κόσμο. Σε άλλη περίπτωση θα μπορούσαν να είχαν κερδίσει αρνητικά συναισθήματα αλλά με τις περιγραφές του Τσβάιχ μόνο τη συμπάθεια του αναγνώστη μπορεί να προσελκύσουν.
Είναι γιατί, ίσως, που σε κάθε διήγημα προβάλει ένα μέρος από τη δική του γοητευτική προσωπικότητα. Στη μία περίπτωση δεν περιγράφεται τίποτα άλλο παρά η αγάπη του για το βιβλίο σαν αντικείμενο αλλά και σαν περιεχόμενο.
Αγάπη που κάθε πολυγραφότατος συγγραφέας τρέφει ούτως ή άλλως.
Στην άλλη απεικονίζεται το πάθος του ως συλλέκτη μιας και από πολύ νωρίς ξεκίνησε να συλλέγει, μια συλλογή που διέλυσε όταν όλα γύρω του είχαν καταστραφεί και η κοσμοθεωρία του είχε καταρρεύσει, λίγο πριν δώσει ένα τέλος στη ζωή του.



Θα σταθώ στο επίμετρο της παρούσας έκδοσης που σχετίζεται με το πάθος του, γιατί η ζωή και ο χαρακτήρας ενός συγγραφέα είναι αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο. O Τσβάιχ ως συλλέκτης επικεντρώνεται κυρίως στα κάθε είδος αυτόγραφα (πρωτότυπα χειρόγραφα κείμενα). Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του έδινε τη δυνατότητα από πολύ μικρή ηλικία να ξεκινήσει να συλλέγει αυτόγραφα των αγαπημένων του συγγραφέων. Αρχικά αγοράζοντας χειρόγραφα από τους ίδιους τους συγγραφείς και μετά λαμβάνοντας μέρος σε διάφορες δημοπρασίες. Η συλλογή του έγινε ένα εξαιρετικό αρχείο με υλικό από μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας και όχι μόνο.
Το αρχείο του περιλάμβανε αυτόγραφα των: Ρίλκε, Μπαλζάκ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Κλάιστ, Νίτσε, Φρόυντ, Μπάυρον, Μποντλέρ, Φλωμπέρ, Σταντάλ, Τολστόι, Γκόρκι, Ουάιλντ, Μάρξ, Σόπενχάουερ, Ροβεσπιέρου, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Μότσαρτ και πολλών ακόμη άλλων. Το υλικό αυτό δεν αποτελούσε μόνο μια συλλογή αλλά αποτέλεσε μέσο ώστε να ερμηνευθεί το έργο των μεγάλων αυτών δημιουργών σε μια προσπάθεια να εξηγήσει το μεγάλο μυστήριο που κρύβεται πίσω από την καλλιτεχνική έμπνευση. Οι έννοιες αυτές αναλύονται στο βιβλίο του "Μυστικό της καλλιτεχνικής δημιουργίας":
"Οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, όταν δημιουργούν δεν είναι σε θέση να παρατηρήσουν το πως δημιουργούν και είναι ακόμη λιγότερο ικανοί να μας το εξηγήσουν κατόπιν. Αποτελούν μέτριους και δίχως πρακτική αξία μάρτυρες της προσωπικής τους διαδικασίας δημιουργίας (....)".
Το ένα βιβλίο σίγουρα σε φέρνει στο άλλο και στο επίμετρο εντόπισα ένα ακόμη βιβλίο που θέλω να το έχω στα ράφια μου.
Η βεβαιότητά του ότι η συλλογή του θα αντέξει στο χρόνο ως έχει δεν έγινε πραγματικότητα. Αποδείχτηκε ένα περιττό βάρος στα χρόνια του πολέμου καθώς αναζητούσε καταφύγιο από χώρα σε χώρα, περισσότερο καταφύγιο του θανάτου του, και για το λόγο αυτό εκποιήθηκε. Μοιράστηκε και αγοράστηκε από βιβλιοθήκες και ιδιώτες και εξακολουθεί να επιβιώνει ελπίζω έστω και διασκορπισμένη.

Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

Σε πρώτο πρώτο πρόσωπο

Είναι που έλεγα να παραμείνω στην περιοχή της βιογραφίας και αυτοβιογραφίας και μια σειρά από κουβέντες και συμπτώσεις συνηγόρησαν. Ένα γενικό πλαίσιο για αρχή. Η βιογραφία ανήκει στον κλάδο της Ιστορίας, είναι εργαλείο της, και της το ανταπέδωσε βελτιώνοντας το ύφος του ιστορικού γραψίματος. Στον Μεσαίωνα πολύ δημοφιλείς ήταν οι βιογραφίες αγίων και κυβερνητών. Λειτουργούσαν σαν πρότυπα μαθήματα μα μεγάλη ώθηση γνώρισε το είδος μετά το 1579, οπότε μεταφράστηκαν στα αγγλικά οι Παράλληλοι Βίοι του Πλούταρχου. Η μετάφραση γνώρισε μεγάλη επιτυχία και διαβάστηκε ευρύτατα. Οι βιογραφίες και αυτοβιογραφίες διαχώριζαν την θέση τους από την μυθιστορηματική αφήγηση που άρχιζε να αναπτύσσεται ραγδαία στον σαξονικό και δυτικό κόσμο. Τώρα στο επίκεντρο της βιογραφίας δεν βρίσκονταν μόνο οι άγιοι, οι μάρτυρες, οι βασιλείς και κυβερνήτες αλλά και κοινοί άνθρωποι που ξεχώρισαν ή ακόμα έζησαν ζωές καθημερινές, κοινές. Όσο για την αυτοβιογραφία μπορούσε να πάρει τις μορφές της πνευματικής εξομολόγησης, των απομνημονευμάτων (που οφείλει πολλά στην γαλλική επιστολογραφία του 17ου αιώνα) και του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος. Ωπα, φτάνει, μέχρι εδώ το πλαίσιο της θεωρίας της λογοτεχνίας.
Το έφεραν έτσι τα πράγματα (ώρα με ανάμεικτα αισθήματα) και συναντήθηκα με βιβλία μου εγκιβωτισμένα για χρόνια. Ήρθε η ώρα και ελευθερώθηκαν, ξανασκαρφάλωσαν στα ράφια, επιδεικνύοντας τις όμορφες ράχες τους, φτιάχνοντας έναν αυθαίρετο, χρωματικό πίνακα. Ένα ένα τα τράβηξα από τα δυο ταλαίπωρα κιβώτια, τα έπιασα για να τα ξεσκονίσω και το καθένα, κυρίως λογοτεχνία μα όχι μόνο, μου χαμογέλασε από κάτι, μια μνήμη, μια αίσθηση διαφορετικής διαβάθμισης. Ανάμεσά τους μια σειρά τριάντα τόμων, λεπτά λευκώματα, βιογραφιών σημαντικών ανθρώπων του κόσμου από όλους του χώρους: βασιλείς, στρατηγοί, μουσικοί, ζωγράφοι, επιστήμονες, φιλόσοφοι, στοχαστές (η σειρά απαρίθμησης βγαίνει αυτόματα αλλά ξαναδιαβάζοντάς την περιέχει στοιχεία αξιολόγησης. Δεν την αλλάζω, το κρατώ όμως πόσο βαθιά είναι ριζωμένη αυτή η ιεράρχηση αξιών. Γιατί οι στοχαστές να μην αναπηδήσουν πριν από τους βασιλείς;;).
Ανοίγω μερικούς, ναι θυμάμαι, ατέλειωτες ώρες βρίσκονται εκεί. Οι εικόνες ζωντανεύουν ταξίδια. Μερικές ράχες είναι χάλια, σπασμένες πάνω ή κρέμονται χαλαρά πια στο βιβλίο, σημάδι πυκνής χρήσης. Έτσι ο αριθμός 1, ο Μέγας Ναπολέων. Έκπληξη μου κάνει μα η εξήγηση βρίσκεται σε έναν πίνακα. Ιππεύει ο Ναπολέων, τα μαλλιά του κυματίζουν ορμητικά. Άλογο και καβαλάρης κοιτούν κατάματα τον θεατή. Είναι το μάτι του αλόγου που με τραβά δυνατά: έντονο, υγρό, ατίθασο. Η ράχη σε χειρότερη κατάσταση αντιστοιχεί στον Γαλιλαίο. Γιατί; γιατί το τηλεσκόπιό του το έστρεψε σε όλες τις γωνίες, ίσια μα βασικά ψηλά προς τα πάνω. Μάκρυνε την ματιά του στο βάθος του ουράνιου σκότους, πρώτος αυτός, τολμώντας, ηγαίνοντας αντίθετα με τα κατεστημένα, με κίνδυνο της ζωής του που χειρίστηκε διπλωματικά, για αυτό.


Τώρα τυχαίο δεν μπορεί να είναι ότι, την ίδια ακριβώς ημέρα, πέφτω, κυριολεκτικά, πάνω σε ένα κεφάλαιο για βιογραφίες «Πρόσωπα αληθινά και πρόσωπα πλασματικά», φτιαχτά, στο εξομολογητικό βιβλιοβιβλίο του Jacques Bonnet, Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα (μετάφραση Βάνα Χατζάκη, Αθήνα, εκδόσεις Άγρα, 2010, 172 σ.). Ο Ζακ Μπονέ άνθρωπος μέσα στον παγκόσμιο σκηνικό της τέχνης του λόγου και της εικόνας, ιδρυτής εκδόσεων, επιμελητής, συνεργάτης εκδοτικών οίκων, συντάκτης και αρχισυντάκτης περιοδικών. Θα περιοριστώ σε αυτό το έβδομο κεφάλαιο του κατά τα άλλα απολύτως ρουφηχτικού βιβλίου με θέματα ολόγυρα στα βιβλία, τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία, τις αναγνώσεις και όλα.
Η ανατροπή του Μπονέ είναι ότι θεωρεί και επιχειρηματολογεί εκτεταμένα πάνω στην σύλληψη ότι πραγματικά, αληθινά, με την ζωή που τους δόθηκε είναι τα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές των βιβλίων και αντίστροφα οι συγγραφείς είναι άγνωστοι στην ουσία τους, εξαφανισμένοι, χωρίς βεβαιότητες. Οι βιογραφίες, λέει, βασίζονται σε στοιχεία ασυνεχή, αποσπασματικά. Ιστορικά πρόσωπα παρουσιάζονται καλύτερα μέσα από την λογοτεχνία γιατί ο δημιουργός τους έχει «προσδώσει μια πραγματικότητα πολύ λιγότερο επισφαλή απ’ ότι ένα ιστορικό πορτρέτο που φιλοδοξεί να εμφανίζεται ακριβές.» (σ. 120). Οι αυτοβιογραφίες, λέει πάλι, δεν είναι «παρά μια ολέθρια παραλλαγή του μυθιστορηματικού λόγου.» (σ. 113), «όπου συμφύρονται βιώματα και φαντασιώσεις.» (σ. 124).
Είναι καταπέλτης, φέρνει το ένα διάβασμα μετά το άλλο με σκοπό να στεριώσει το αναποδογυριστικό επιχείρημά του, του ποιος είναι πιο αληθινός, ο δημιουργός ή το δημιούργημα, στην πραγματικότητά μας, τι ξέρουμε στα αλήθεια, τι είμαστε σε θέση να ξέρουμε για τον συγγραφέα και τα πλάσματά του.
Δεν θα προσπαθήσω να ανατρέψω το σκεπτικό του Μπονέ, ούτε καν να κουβεντιάσω τώρα το θέμα των ορίων πραγματικότητας και μύθων, της επιβίωσης, χρήσης και έκφρασης ιδεών. Λυπάμαι, και πάλι, συμπέρασμα δεν έχει, μόνο ένα τηλεσκόπιο που γυρνάει (ίσως αχόρταγα ίσως απελπισμένα) προς κάθε διεύθυνση που μπορεί.