Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Της Κυριακής η βόλτα

Τα βήματά μας και αυτήν την Κυριακή μας έφεραν στην οδό Ηφαίστου, στο υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο με το όνομα ο Κήπος των Βιβλίων. Από ενδιαφέρον, από περιέργεια, από ένα αίσθημα ανησυχίας για κάτι που είναι πια δηλωμένα καταδικασμένο. Είχε βάλει κρύο, φυσούσε κιόλας, και οι άνθρωποι στους δρόμους περπατούσαν κλειστά και αμυντικά. Να μην εκτίθενται στο κρύο. Αποφεύγοντας όμως, το κρύο, το κεφάλι σκύβει, οι ώμοι σφίγγουν και γέρνουν μπροστά, τα χέρια βυθίζονται στις τσέπες, τα δάκτυλα κοκαλιάζουν και αγκυλώνουν, τα μάτια δακρύζουν και βλέπουν θολά. Το περπάτημα γίνεται βιαστικά, το χάζι χάνεται.
Την εβδομάδα που πέρασε στο μυαλό μας χτίζονταν εικόνες, πώς θα ήταν σήμερα ο υπόγειος κήπος, θα έχει κόσμο και τι κόσμο, οι στοίβες θα ήταν χαμηλωμένες, πιο αυξημένη η ακαταστασία, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη ή συναισθηματικά φορτισμένη ή αδιάφορη ή φαταλιστική ή τι, τέλος πάντων.
Φτάνουμε στο σημείο, όλα ίδια, το πωλητήριο εκεί, η βιτρίνα ανέγγιχτη, οι αφίσες στον τοίχο εκεί. Φτάνουμε στην αρχή των σκαλιών. Η ματιά μας κατηφορίζει στην είσοδο. Οπ! Το άνοιγμα μπλοκαρισμένο. Η φόρα κόβεται απότομα. Μια πράσινη σπαστή κουκούλα φράζει το άνοιγμα. Τέλος, δεν προλάβαμε, καμιά εικόνα, πάει έκλεισε το σύστημα. Έκλεισε. Ό, τι πήραμε πήραμε. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να στεκόμαστε εκεί.
Τι θα απογίνουν τα βιβλία; Πού θα πάνε; Υπάρχει άραγε κανένας που να ενδιαφερθεί; Πώς γίνεται να μάθουμε. Περπατάμε μουδιασμένα, σκεφτικά.
Το Μοναστηράκι συνεχίζει ολόγυρα με τα μαγαζιά, τους πάγκους, τα κιόσκια, τις τέντες, τα σεντόνια κατάχαμα. Αντικείμενα παλιά και παλιότερα, και καινούργια. Μέσα σε όλα και βιβλία διάσπαρτα, κάθε σπίτι έχει κάποιου είδους έντυπο, φυλλάδια, περιοδικά, σχολικά, νεανικές αναγνώσεις. Μα να, υπάρχουν και παλαιοβιβλιοπωλεία. Θα πρέπει να βρίσκονταν καιρό τώρα. Εμείς δεν τα είχαμε προσέξει, στην σκιά του μεγάλου κήπου των βιβλίων, οι μικρότεροι δεν φαίνονταν τόσο. Σαν την ιστορία του κυπαρισσιού που περήφανα σκίαζε την αγριάδα που φύτρωνε στα πόδιά του έως ότου το χτύπησε αστροπελέκι και το έκαψε, ιστορία που μου διηγήθηκαν από το τηλέφωνο.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Μια βόλτα στη Ξάνθη


Επόμενος προορισμός μας η Ξάνθη. Μια διαφορετική βόλτα με άρωμα βουνού και βόλτες στην παλιά πόλη. Για την ακρίβεια δεν είδα τίποτα έξω από την παλιά πόλη με αποτέλεσμα να συνδυάσω την Ξάνθη με όμορφα σπιτάκια, γραφικά και ιστορικά μονοπάτια.
Πρώτη μας στάση το Λαογραφικό Μουσείο. Από την πρώτη ματιά το κτήριο εξωτερικά κάνει εντύπωση, το ίδιο και εσωτερικά. Ο διευθυντής του μουσείου με ιδιαίτερη χαρά μας ξενάγησε στο χώρο, μας μίλησε για το κτήριο, για την Ξάνθη όλη, για τις πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις του μουσείου, οι οποίες σίγουρα είναι αξιοζήλευτες. Περιπλανώμενη στους χώρους του γνώρισα την καθημερινή ζωή της υπαίθρου της Ξάνθης, τις φορεσιές καθώς και τα εργαλειά που χρησιμοποιούσαν. Ακολούθησα την ιστορική πορεία της πόλης μέσα στο χρόνο, όπως αυτή αναφέρεται στα ειδικά μπάνερς και το βλέμμα μου καρφώθηκε σε μια πρόταση που με προβλημάτισε: "Πως, πράγματι, να ανεχτεί κανείς, σε μια πόλη τόσης οικονομικής ακμής, με 50 καπνέμπορους, με δύο αρωματοπωλεία, να συναντά ένα όλο κι όλο Βιβλιοπωλείο - Βιβλιοδετείο - Χαρτοπωλείο;", έλεγε κάποιος λόγιος της εποχής, πώς πράγματι.
Σε συνεργασία με την Φιλοπρόοδο Ένωση Ξάνθης (ΦΕΞ) στο Λαογραφικό Μουσείου πραγματοποιούνται εργαστήρια για όλες τις ηλικιές και για όλα τα γουστα: εργαστήρι μουσικό, κουκλοθεατρικό, κοσμήματος, χοροθεάτρου, σχεδίου, φωτογραφίας, αγιογραφίας, κόμικς κτλ. Κρατώ στα χέρια μου το πρόγραμμα των δράσεων και πραγματικά εντυπωσιάζομαι για τις τόσες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται καθημερινά και όλα εξαιτίας της όρεξης και της αγάπης λίγων ανθρώπων. Σίγουρα οι άνθρωποι εκεί δεν έχουν τίποτα απολύτως να ζηλέψουν από τη μεγάλη μας πόλη και κυρίως τα παιδιά, που τους δίνεται η ευκαιρία να αξιοποιήσουν τον ελεύθερο τους χρόνο δημιουργικά. Ξεφυλλίζω μία έκδοση της ΦΕΞ που έχει συγκεντρώσει το αποτέλεσμα από το εργαστήρι ζωγραφικής: 136 σελ. με ζωγραφιές των μικρών που έμαθαν για την ιστορία της τέχνης ζωγραφίζοντας διάσημους πίνακες, μέσα από αυτούς μαθαίνω κι εγώ και ξαναβλέπω πίνακες από την οπτική γωνία ενός παιδιού. "Η τέχνη δεν αναπαράγει αυτό που βλέπουμε. Μας κάνει να δούμε.", λέει ο Paul Klee και είμαι σίγουρη ότι αυτά τα πιτσιρίκια είδαν.


Η βόλτα συνεχίστηκε και παρόλο το κρύο είχε ήλιο, να στρίψουμε σε όλα τα περίεργα στενάκια, να δούμε, να ρουφήξουμε όσα πιο πολλά μπορούμε, να τραβήξουμε φωτογραφίες για να συνοδεύουν τις αναμνήσεις μας, να αναπνεύσουμε όλο το οξυγόνο για να έχουμε αποθέματα και ξαφνικά βρεθήκαμε σε μια έκθεση ζωγραφικής. Ο Γιάννης Βούρος παρουσιάζει τα έργα του, όλα με όμορφα χρώματα μα οι πίνακες με συνδυασμό κείμενο και εικόνας ήταν αυτοί που μου έκαναν περισσότερη εντύπωση, ζωγραφισμένες λέξεις. Δε ξέρω αν είναι σωστό να σας δείξω έναν πίνακα του αλλά γι' αυτό δεν είναι η τέχνη; για να τη μοιραζόμαστε.
Και φυσικά βιβλιοπωλεία. Πώς είναι δυνατόν να μην επισκεφτώ νέα βιβλιοπωλεία; Στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Στογιαννίδη βρίσκεται το βιβλιοπωλείο "Σελίδες". Όλοι οι τοίχοι βιβλία, ξύλινες σκάλες, ξύλινο πάτωμα και όλο το υπόλοιπο ράφια. Ψάχνοντας για τοπικές εκδόσεις όλοι όσοι ρώτησα με οδήγησαν στον εκδοτικό οίκο Σπανίδη. Λίγο πιο πέρα από την παλιά πόλη βρέθηκα σε ένα περισσότερο σύγχρονο βιβλιοπωλείο που στεγάζονται οι εν λόγω εκδόσεις. Από εκεί πήρα το λάφυρο μου. Μια ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Εφραιμίδου με τίτλο "Πόλη μου, σαν το ρόδο". Οι σελίδες του μυρίζουν Ξάνθη για τον λόγο αυτό το επέλεξα για να μπει στη βιβλιοθήκη μου και γιατί υπάρχει μέσα ένα ποίημα με τον τίτλο Ταξίδι:

Τι ήθελα να πω,
τι ήθελα να γράψω, τόχω ξεχάσει.
Κάθομαι εδώ, στην άκρη του Κόσυνθου,
πάνω στην πέτρα που βουίζει από νερό.
Φυσάει ο χρόνος και βυθίζομαι
σ' αυτόν τον ποταμό.
Σε πάτο από μουντό σεντούκι.
Βλέπω τη μάνα μου,
να κουβαλάει άστρα
σε λευκό πανί...
Κτίζει τον τόπο μου.
Εδώ να καθίσω μου γνέφει.
Μες στο ξανθό ξυλόχωμα
που 'ναι ζεστό.
Να ξεφτίσω στην άκρη
του παραμυθιού μου.

Μια γεύση από Ξάνθη είναι οι φωτογραφίες της Olga στο blog Healight. Ευχαριστώ για την ενημέρωση!

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Παλαιοβιβλιοπωλείο της Ηφαίστου stop

palaiovivliopoleio
Το έγραψαν οι εφημερίδες ότι κλείνει το παλαιοβιβλιοπωλείο στο υπόγειο της οδού Ηφαίστου στο Μοναστηράκι. Πωλείται. Τα βιβλία, περιοδικά, λυτά φύλλα, παλιά και μεταχειρισμένα, έχουν ειδικές τιμές προκειμένου να ελαφρώσει ο χώρος, γιατί να αδειάσει εντελώς μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου, μάλλον αδύνατο, εκτός και αν γίνει γενικό πλιάτσικο.
Κυριακή μεσημεράκι, η ατμόσφαιρα διάφανη και ο κόσμος πυκνός στριμώχνεται με διάθεση χαλαρή. Στο παλαιοβιβλιοπωλείο παρατηρείται κίνηση, καμιά δεκαριά άνθρωποι με τα μάτια στραμμένα στα ράφια, με τα χέρια γεμάτα, αγκαλιές που όλο φορτώνονται. Κεφάλια γερτά να ξεψαχνίζουν τις ορατές πλάτες των βιβλίων. Και εκτός από το ψάξιμο, ερωτήματα, είναι αλήθεια; θα συμβεί; πότε; Όχι εντελώς φανερά, σαν ψίθυρος που διατρέχει την ατμόσφαιρα. Ποιο είναι το πραγματικό γιατί, τι υπάρχει από πίσω, είναι οικονομικό ή κάτι άλλο, τι άλλο δηλαδή, ποια είναι η ιστορία που κλείνει ένα τόσο παλιό παλαιοβιβλιοπωλείο, στέκι γνωστό για τα μαζέματά του.

Ο κύριος Σωτήρης πίσω από τον πάγκο και τα γυαλιά του βγάζει την ετυμηγορία της τιμής, κόβει τα βιβλία, κόβει και τον υποψήφιο αγοραστή, πόσο το λαχταρά, μέχρι πού θα πήγαινε για να αποκτήσει το ξεδιαλεγμένο μέσα από τους όγκους τρόπαιό του και αποφαίνεται. Η φάση του παζαρέματος είναι σχεδόν αυτονόητη, αν και ελαφρύ, άλλοτε σε παρακλητικό άλλοτε σε αδιάφορο άλλοτε αποφασιστικό, ανάλογα. Η στιγμή της πληρωμής, της πλαστικής σακούλας, της αναχώρησης.



Ένας χώρος ξέχειλος από χαρτί. Αντίτυπα με ράχες σπασμένες, άνισα ζυγισμένα το εξώφυλλο με το οπισθόφυλλο, τσαλακωμένα με σελίδες τσακισμένες, σκονισμένα, λεκιασμένα ή απλά βρώμικα, σημειωμένα, υγρασμένα με μια μυρωδιά που τρυπάει τον αέρα και επιτίθεται στα ρουθούνια, παρατεταγμένα σε πάγκους και ράφια, ντανιασμένα σε στήλες που συγκρατούν η μια την άλλη ξεκινώντας από το έδαφος, δεμένα και άδετα. Ράφια παντού μέχρι το ταβάνι, πάνω από δύο μέτρα μου φάνηκαν, σκάλες που κατηφορίζουν, σειρές τα αστυνομικά, τα Βίπερ, οι εκδόσεις του Γαλαξία, οι αισθηματικές Νόρες. Χωρισμένα κατά θέμα ελληνική και ξένη λογοτεχνία στο βάθος του πρώτου δωματίου, ιστορία και πολιτική δεξιά μπαίνοντας, λεξικά στο πέρασμα, το άλλο δωμάτιο με πιο ειδικά, νομικά, παιδικά, ιατρικά και βάλε. Εντελώς αδύνατον να τα δει κανείς όλα. Μακριά η αλυσίδα της διακίνησης και διάχυσης του βιβλίου, κρίκος της και τα παλαιοβιβλιοπωλεία, παράταση παρουσίας, ελπίδα του συλλέκτη, του φοιτητή, του κυνηγού της ευκαιρίας. Ένα κατάστημα ανακύκλωσης.

Όταν πρωτοτυπώνονται τα βιβλία και κάθονται στους πάγκους των βιβλιοπωλείων φρέσκα, λαμπερά, μελανομυριστά, είναι όλα ίδια. Σαν περάσει ο καιρός, αρχίζουν να σπανίζουν έως ότου να εξαφανιστούν από το πρόσωπο της αγοράς. Τότε αρχίζει η αναζήτηση ενός αντιτύπου που να έχει απομείνει ξεχασμένο, πουλημένο για δεύτερη φορά δεύτερο χέρι. Και το τότε μπορεί να μην απέχει και πολύ από την χρονολογία έκδοσης. Μπορεί να είναι πέντε δέκα χρόνια, και όχι πραγματικά παλιά, αιώνων, και τέτοια.

Πάει το παλαιοβιβλιοπωλείο της οδού Ηφαίστου, ο κύκλος του κλείνει αλλά ο κύκλος των βιβλίων του είναι δυνατόν να μην κλείσει αν βρουν καινούρια στέγη. Ας κάνουμε την βόλτα μας προς τα εκεί, κάτι θα βρούμε σίγουρα να τραβήξει την περιέργειά μας, το ενδιαφέρον μας, κάποια σκέψη ή ανάμνηση.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

Για ένα ατόφιο βιβλιοβιβλίο


Διαβάζοντας το μικρό αγγλικό –αμερικανικό μάλλον σωστότερα- βιβλιαράκι της Anne Fadiman, τόσο μου άρεσε που σκέφτηκα ότι θα ήθελα να το μεταφράσω στα ελληνικά. Να αναμετρηθώ με τις λέξεις του, να τις φέρω στα μέτρα και τα σταθμά τα δικά μας, να δανειστώ εικόνες και εκφράσεις, να πλουτίσουμε με παραστάσεις φερμένες από αλλού. Και αυτό γιατί οι μεταφράσεις το κάνουν, μεταγγίζουν από γλώσσα σε γλώσσα ένα σωρό πράγματα από ιδέες, τρόπους διατύπωσης και σκέψης, ήχους ακόμα και τις ίδιες τις λέξεις, που συμβαίνει να ταξιδεύουν σε ποικίλα γλωσσικά περιβάλλοντα, γνώριμες και αγνώριστες συγχρόνως, με καινούριο αέρα. Και αν παλαιότερα με εκνεύριζε ότι στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή υπερτερούσαν οι εκδόσεις μεταφρασμένων έργων, σήμερα έχω αναθεωρήσει και νομίζω ότι οι μεταφράσεις είναι εντέλει ασκήσεις ελληνικού λόγου και αυτογνωσίας. Εξάλλου έχει μετατραπεί πια και η αναλογία μεταξύ ελληνικών και μεταφρασμένων.
Το ήθελα γιατί τα θέματά του είναι απολύτως μέσα στον κόσμο του τυπωμένου χαρτιού, ένα και ένα, της καθημερινότητας, των σπουδαστικών χρόνων, των οικογενειακών αναμνήσεων, γραμμένα με ευαισθησία και αίσθηση του χιούμορ, αεράτα άλλα όχι ανάλαφρα, με την χροιά της στοχαστικότητας αλλά όχι βαριά και ασήκωτα ένα πράγμα.. Σε απόλυτα πρώτο πρόσωπο, προσωπικό εντελώς μα που προχωρά σε μια γενικότερη θέα. Δεκαοκτώ σύντομα κεφάλαια που πραγματεύονται ζητήματα όπως για παράδειγμα την συστέγαση βιβλιοθηκών δύο ανθρώπων, την λειτουργία τους και την σχέση μεταξύ ανθρώπων και βιβλίων, του πάντρεματός τους, τις ιδιαίτερες λέξεις που μένουν στο παρελθόν και σιγά σιγά εξαφανίζονται από την χρήση, τα ειδικά και περίεργα ράφια του καθενός, εκείνα τα άσχετα, και τι κουβαλάνε, για την συμπεριφορά μας στα σώματα των βιβλίων, τις υπογραμμίσεις, σημειώσεις, διπλώματα, σκισίματα, αν έχουν την ίδια βαρύνουσα σημασία όπως το περιεχόμενό τους, τα βιβλία ως αντικείμενα ομορφιάς και σεβασμού, βιβλία οικογενειακά κειμήλια και το πέρασμά τους από ζωή σε ζωή, τις αφιερώσεις στα πρωτοσέλιδα και το πνεύμα τους που δένεται αδιάσπαστα με το αντίτυπο εφεξής, για παθιασμένους αναγνώστες και αναγνώσεις ιστορικών κειμένων, για την γλώσσα, τον ρατσισμό, τον σεξισμό και όλα τα κοινωνικά και πολιτισμικά που καθρεφτίζει στις πτυχές του συντακτικού των γλωσσών, για τους επιμελητές και διορθωτές των κειμένων που μπαίνουν στο πετσί των γραπτών άλλων και τα υποστηρίζουν έτσι ώστε να δείξουν τον ωραιότερό τους εαυτό ακόμα και όταν δεν τους ανήκουν, για τα μέσα γραφής και το δέσιμο που έχουμε μαζί τους -τα μολύβια, στιλούς, πένες- και την μαγεία που νομίζουμε ότι μας δίνουν όταν γίνονται προέκταση των δακτύλων και του νου μας, για την συνέχεια στα γραψίματα μιας και όλα έχουν ειπωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο άρα μιλάμε για ανακύκλωση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για τους καταλόγους των εκδοτικών οίκων, για τα βιβλία κύβους παιχνίδια, για τις δημόσιες και τις ιδιωτικές αναγνώσεις που είναι και στις δύο περιπτώσεις παραστάσεις, για τα παλαιού τύπου σκοτεινά και σκονισμένα βιβλιοπωλεία που αργοεξαφανίζονται, για τον τρόπο που τοποθετούμε τα βιβλία δίπλα δίπλα το ένα στο άλλο και τέλος, για βιβλία για τα βιβλία (και αυτή!! και από το 1998). Στο τέλος προτείνει τίτλους βιβλιοβιβλίων, άπειρων που όλα θα ήθελα να τα έχω και όχι μόνο να τα έχω αλλά και να τα διαβάσω. Ουφ! μια τεράστια πρόταση βγήκε χωρίς ανάσα. Δεν τα ανέφερα και όλα ούτε μπήκα σε λεπτομέρειες…
Και ο τίτλος του, ex libris, είναι ξεχωριστός. Ως επίθετο σημαίνει εκείνη την ένδειξη που σημειώνει την προέλευση από συλλογή βιβλίων ή βιβλιοθήκης, ως ουσιαστικό, από την άλλη, είναι μια καρτέλα στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία του κατόχου του βιβλίου. Στην πρώτη και πιο γνωστή, του επιθέτου εκδοχή του (ex lib σε συντομογραφία, χαϊδευτικά), είναι ένα ορθογώνιο ή τετράγωνο σήμα κολλημένο στην μέσα μεριά του εξωφύλλου που συνήθως έχει να κάνει με παραστάσεις βιβλίων, ανάγνωσης, γνωστά και αγαπημένα με φαντασία και εικαστικότητα δοσμένα (δείγματα βρίσκονται εδώ στις πρώτες αναρτήσεις που έκαναν οι Βολτίτσες).
Όμως δεν προχώρησα σε καμία μετάφραση, δεν το δοκίμασα καν. Έκανα τις δικές μου σκέψεις περπατώντας πάνω στα κείμενα, ακλούθησα και πιο δικά μου, μίλησα μαζί τους, με άλλα ναι συμφώνησα με άλλα όχι και τόσο, έφτιαξα και δικά μου, και έμεινα εκεί.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας

Ταξιδεύω από χώρα σε χώρα, από πόλη σε πόλη. Να βρίσκομαι σε μία διαρκή κίνηση, να φεύγω πριν προλάβω να βαρεθώ, να επιστρέφω όταν κάτι θα νιώθω ότι μου έχει λείψει και να υπάρχει πάντα κάτι να με περιμένει.
Τα ταξίδια στο εξωτερικό είναι πάντα γεμάτα νέες εμπειρίες, όλα καινούρια και διαφορετικά. Είναι τα χρώματα που αλλάζουν, οι εικόνες, οι ήχοι, οι άνθρωποι.
Από την άλλη, τα ταξίδια σε διάφορες ελληνικές πόλεις έχουν κι αυτά να σου αφηγηθούν ιστορίες, να γνωρίσεις και να μάθεις. Πάντα για να μαθαίνεις.
Άφησα λοιπόν την Αθήνα και είπα να επισκεφτώ διάφορες πόλεις πιο βόρειες. Πρώτος προορισμός η Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά μια μεγάλη στάση στην Καβάλα.
Ανάμεσα σε θάλασσα και βουνό, σε βόλτες μεταξύ παλιάς και νέας πόλης, ακολούθησα την ιστορία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της. Ξεκίνησε το 1956 και η πρώτη της στέγη ήταν ένα κτήριο στη οδό Ομονοίας, όπου παρέμεινε εκεί έως το 1984. Στο κτήριο αυτό σήμερα υπάρχει μια καφετέρια με το όνομα Παλαιά Βιβλιοθήκη και διατηρεί το ύφος της βιβλιοθήκης. Ένας πραγματικά εντυπωσιακός χώρος γεμάτος με βιβλία, ένα δωμάτιο σαν γραφείο με ράφια και τραπέζια για να παίξεις σκάκι ή να πιείς τον καφέ σου και στον υπόλοιπο χώρο παντού βιβλία, η ιστορική εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, βιβλία να κρέμονται στους τοίχους. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν περιγράφουν καλύτερα το χώρο.


Αντίστοιχους χώρους έχω ξανασυναντήσει μόνο σε παλαιοβιβλιοπωλεία της Γαλλίας που σχεδόν όλα έχουν μέσα τη δική τους καφετέρια. Σίγουρα όσοι έχουν επισκεφτει στην Γαλλία την Becherel, την πόλη του βιβλίου, θα έχουν να αφηγηθούν περισσότερες ιστορίες: βιβλιοπωλεία-ανθοπωλεία, βιβλιοπωλεία-εστιατόρια κτλ.
Στη συνέχεια η Δημοτική Βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στο ιστορικό κτήριο της πρώην Μεγάλης Λέσχης Φιλοπτωχου Κυριών Καβάλας, δίπλα από το Δημαρχείο, όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το 2003. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο τετραώροφο σύγχρονων προδιαγραφών κτήριο όπου βρίσκεται και σήμερα. Από την επίσκεψη μου στη βιβλιοθήκη κατάλαβα ότι λειτουργεί άρτια, με μόνιμους βιβλιοθηκονόμους με όρεξη και γνώσεις και από τα πολλά άδεια ράφια διαπίστωσα ότι στα επόμενα χρόνια οι 56.000 τόμοι που ήδη διαθέτει θα έχουν σχεδόν σίγουρα διπλασιαστεί. Ο κάθε όροφος προσφέρει μια διαφορετική υπηρεσία στο κοινό, εφημερίδες, περιοδικά, αναγνωστήριο, δανειστικό τμήμα, αίθουσα υπολογιστών.
Στη βιβλιοθήκη αυτή με χαρά εντόπισα και ξεφύλλισα ένα βιβλίο εξαντλημένο από τις εκδόσεις Πόλις με τίτλο "Μικρός που είναι ο κόσμος", ίσως κάποια στιγμή να το εντοπίσω και σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο και επιτέλους να το αγοράσω.
Περισσότερες πληροφορίες για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας εδώ.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Ο υπολογιστής της Μάρας


Κόρκυ Πωλ και Βάλερι Τόμας, Ο υπολογιστής της Μάρας, μετάφραση από τα αγγλικά Δημήτρης Παπαδημήτρης, εκδόσεις Άμμος, Αθήνα 2005.

Βιβλίο κερδισμένο από την επίσκεψη στην 2η Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου που δεν προδίδει το βιβλιοβιβλιακό του περιεχόμενο και την βιβλιοσύνη του με την πρώτη ματιά. Αμέσως προστίθεται στον σχετικό κατάλογο. Αν έχουν σημασία τα παιδικά βιβλία για βιβλία είναι γιατί μαζί με τις άλλες ιδέες, παραμύθια, σοφίες, ποιήματα, διδακτικά και φανταστικά, ζητήματα καθημερινότητας αναφέρονται και υπογραμμίζουν, συχνότερα από όσο νομίζουμε, την παρουσία και την έννοια των βιβλίων στον κόσμο μας. Αποτελούν και αυτά ένα θέμα με δύναμη και ενδιαφέρον. Η ιδιαιτερότητα εδώ είναι ότι υπάρχει αυτοαναφορά: βιβλία για βιβλία κάτι σαν πίνακες ζωγραφικής για πίνακες, φωτογραφίες για φωτογραφίες.
Η εικονογράφηση του Πωλ Κόρκυ πληθωρική και χαρακτηριστική καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των σελίδων, αφήνοντας ίσα ίσα χώρο για το κείμενο της διήγησης. Δίνει σημασία στις λεπτομέρειες και στις λεπτομερειούλες. Οι εικόνες του κρύβουν επιμέρους ιστορίες με χιούμορ. Τα ράφια, τα συρτάρια, τα σκεύη μαγειρικής, τα σκουπίδια, η ακαταστασία, το στοίβαγμα ανόμοιων πραγμάτων, ίχνη βρώμας, αποφάγια, ένα οικείο χάος. Ασπράδια ματιών ξεχωρίζουν από μισανοιγμένα ντουλάπια. Ποντίκια αλλά και περίεργα μυθοζωάκια. Το σπίτι της Μάρας της μάγισσας κατοικείται, έχει μια δική του ζωή που παρακολουθεί αυτήν της Μάρας με θαυμασμό από μέσα, απέναντι από το δικό μας βλέμμα. Πατάει σε δυο κόσμους, τον παλιό και μάλιστα τον υπερβατικό της μαγείας και τον σύγχρονο, με τον υπολογιστή (μαγικό και αυτόν κατά κάποιο τρόπο, αφού όλα του είναι αόρατα), την φωτεινή εναλλασσόμενη οθόνη, τις υποδοχές του, τις πρίζες, τα καμπυλωτά φιδοκαλώδια που μπερδεύουν και κατακλύζουν τον χώρο και το ποντίκι, αντικείμενο απορίας και απροσμέτρητου μίσους της μαύρης γάτας Μαύρας.
Και η ιστορία, που και στα ελληνικά ριμάρει, περπατάει σε μια μετάβαση μεταξύ δύο κόσμων. Η Μάρα (Winnie το αγγλικό πρωτότυπο όνομα) αποκτά υπολογιστή, σερφάρει στο δίκτυο για να διαλέξει καινούριο μαγικό ραβδί, βγάζει στην βροχή την Μαύρα γιατί όλο τριγυρίζει και μπερδεύεται με το ποντίκι. Η βροχή στάζει μέσα στο σπίτι και η Μάρα πανικόβλητη αναζητά το βιβλίο με την σωστή μαγική λέξη που επιδιορθώνει σκεπές που στάζουν. Χαμός αλλά τέλος καλό και η Μάρα έχει την ιδέα να βάλει μαγικές λέξεις στον υπολογιστή για να μην έχει ανάγκη τα βιβλία. Αμέσως στρώνεται στην δουλειά, κάνει καλού κακού και μια δοκιμή, την Μαύρα από μαύρη κάνει μπλε και την επαναφέρει, αν και η Μαύρα είναι εκτός από βρεγμένη και καταθυμωμένη. Στην συνέχεια, πετά τα μαγικά βιβλία στα σκουπίδια, δεν τα χρειάζεται καθώς οι σωστές λέξεις είναι τώρα στον υπολογιστή. Όμως, την νύχτα η Μαύρα βρίσκει την ευκαιρία να επιτεθεί στο ποντίκι και… το επόμενο πρωί η Μάρα ψάχνει, ψάχνει για να την βρει. Υπολογιστής και Μαύρα άφαντοι, άφαντα και τα βιβλία και το ραβδί, άοπλη η Μάρα… Με τα πολλά (να μην σας τα πω και όλα αν και μπαίνω στον πειρασμό) η τάξη αποκαθίσταται και η Μάρα καταλήγει «Καλός ο υπολογιστής,
μπορείς σ’ αυτόν να στηριχτείς,
μα το βιβλίο το μαγικό
και το καλό ραβδί μου
δεν θα τα αποχωριστώ
ποτέ πια στη ζωή μου!»
Και υπολογιστής και βιβλία (και ραβδί).
Με άλλα λόγια έτερον εκάτερον. Πάντα θα κρατάμε τα αγαπημένα και αναντικατάστατα, λειτουργικά ή συναισθηματικά. Το ένα μέσο δεν εξαιρεί το άλλο. Δεν λειτουργούν σε αποκλειστικότητα. Αντίθετα, συμπληρώνουν, προσφέρουν νέες δυνατότητες, συνθέτουν νέες πραγματικότητες και πάντως δεν σκοτώνουν το ένα το άλλο. Το μεταμορφώνουν, και το αλλάζουν βέβαια. Οι ισορροπίες επαναπροσδιορίζονται, οι κυριαρχίες μεταβάλλονται, οι ειδικότητες ανακατευθύνονται. Αλλά αφού το γνωρίζουμε και είμαστε ψύχραιμοι, χωρίς πανικούς και υστερίες, είναι δυνατόν να είμαστε προετοιμασμένοι όσο γίνεται, να σχεδιάζουμε με σύνεση για το γενικό όφελος και να ορίζουμε την εξέλιξή τους όσο γίνεται.

Όχι;