Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Μια επέτειος και ένα παιδικό βιβλίο

H αδυναμία μας για τα παιδικά βιβλία είναι μια αλήθεια που δεν κρύβεται. Ίσως να φταίει η εικονογράφηση γιατί καμιά φορά είναι η ιστορία των χρωμάτων και των εικόνων που με μαγεύει και όχι των λέξεων. Μόνο που τα παιδικά βιβλία συγκεντρώνουν και τα δύο: την εικόνα που όσο περνάει ο καιρός έχω την εντύπωση ότι γίνεται όλο και πιο δελεαστική και τις λέξεις, την αφήγηση, σταθερή αξία αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Αφήγηση απαλλαγμένη από πολυπλοκότητες και δυσνόητες λέξεις, ώστε να εξαλείψει κάθε αίσθημα κόπωσης και ανίας, με φόντο ολοσέλιδες εικόνες φτιαγμένες από τα πιο ζωηρά χρώματα της παλέτας του εικονογράφου, ώστε να εξαφανιστεί εντελώς η γυμνή σελίδα πίσω από τα μαύρα γράμματα, είναι το μυστικό της επιτυχίας των παιδικών βιβλίων. Όλα καλλιεργούνται με σκοπό να προσεγγιστεί η πιο απαιτητική κατηγορία αναγνωστών. Πείθουν ακόμη και εμάς, απλούς φίλους των βιβλίων.

Πράγματι, τα παιδιά αποτελούν το πιο απαιτητικό αναγνωστικό κοινό και ακόμη περισσότερο τα παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού που μόλις έχουν κατακτήσει (ή ακόμη προσπαθούν να κατακτήσουν) το μηχανισμό της ανάγνωσης. Σε αυτήν την κατηγορία στοχεύει το ολιγοσέλιδο βιβλιαράκι με τίτλο «Τσέπες γεμάτες λέξεις» που έχω στα χέρια μου που ακόμη και η σελιδαρίθμηση απουσιάζει ως μάλλον άχρηστη λεπτομέρεια για τους αναγνώστες-στόχος. Μια ιστορία 250 λέξεων, όπως και των υπολοίπων βιβλίων της σειράς, όσες λέξεις δηλ. μπορούν να «αντέξουν» οι αναγνώστες ηλικίας 7-8 ετών. Υπό αυτόν τον περιορισμό λέξεων η συγγραφέας Δέσποινα Μπογδάνη-Σουγιούλ αφηγείται την ιστορία του μικρού Οδυσσέα που δεν είναι άλλος παρά ο μεγάλος μας Οδυσσέας Ελύτης.
Με αφορμή την επέτειο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του που είναι την επόμενη εβδομάδα (2/11) αλλά και όλο το 2011, φέρνω στη μνήμη μου το μικρό αυτό βιβλίο που είναι ίσως η ομορφότερη ιστορία που διάβασα για το μεγάλο αυτόν ποιητή. Γιατί κι εγώ κάπως έτσι φαντάζομαι τον μικρό Οδυσσέα να μαζεύει στις τσέπες του λέξεις και λίγο πριν σκοτεινιάσει να τρέχει να τις σκορπίσει στη θάλασσα, να τις κάνει πουλιά, να πετάξουν ελεύθερες όσο πιο μακριά γίνεται...

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Οι άνθρωποι που περίμεναν να προωθηθούν στην ταράτσα της Στοάς του Βιβλίου είχαν την μορφή φιδιού ή πάλι σχημάτιζαν μια μακριά ουρά που έφτανε έως την Πανεπιστημίου. Χτες το βράδυ, μετά τις οκτώ που είχε σκοτεινιάσει. Τι κοινό είχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Κρατούσαν ένα τουλάχιστον βιβλίο στα χέρια τους. Πολλοί κρατούσαν περισσότερα από ένα στην αγκαλιά τους και άλλοι κρατούσαν γεμάτη σακούλα. Τα βιβλία ήταν σημάδι αναγνώρισης. Το συνεκτικό του ανθρώπινου ιστού ήταν τα βιβλία. Κινητήριος ώθηση προσφοράς σε μια εποχή που μας στερούν χωρίς να μας δίνουν το λόγο, σταλάζοντας αισθήματα ανασφάλειας, καταστροφή, φόβου. Ισοπεδώνοντας το μέλλον, πνίγοντας προσδοκίες. Βιβλία για να δοθούν σε φυλακές και ιδρύματα. Βλέμματα διερευνητικά, πόσοι πολλοί μπορούμε να είμαστε, τι βιβλίο έφερε τούτος, κουβέντες μεταξύ αγνώστων παρά το στριμωξίδι και το σπρωξίδι. Εκδήλωση με μεγάλη ανταπόκριση που μάλλον δεν την υπολόγισαν οι διοργανωτές. Γιατί γέμιζε και γήπεδο, μπάσκετ πάντως. Είχε και λογάκια αναγνωρίσιμων προσώπων για τα βιβλία της ζωής τους και μουσικές. Στην είσοδο επικρατούσε το αδιαχώρητο. Κάθε κίνηση ήταν αργή και ασφυκτική, και όμως, μικροί και μεγάλοι, εκεί, επίμονοι και αποφασισμένοι, να δώσουν το βιβλίο τους. Εκείνο που δεν ήθελαν πια, το παλιό και σκονισμένο από το ράφι. Εκείνο το διαβασμένο, να πάει παρακάτω. Το άλλο που νόμισαν ότι θα αρέσει, θα πιάσει τόπο, θα αγγίξει αναγνώστες σε ιδιαίτερες συνθήκες και καταστάσεις. Το αγαπημένο βιβλίο που άφησε κάτι καθοριστικό. Ένα μοίρασμα για το καλό, τέλος πάντων.

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Χίλιες μία νύχτες και μία ακόμη δώρο

Οι αραβικές ιστορίες της Σεχραζάντ στο Χίλιες και μία νύχτες (ή τα Παραμύθια της Χαλιμάς για το ελληνικό κοινό) υπήρξαν η βάση και η πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία τριών διηγημάτων, όλων δημοσιευμένων υπό τον τίτλο Η χιλιοστή δεύτερη νύχτα.
Τρία διηγήματα που γράφτηκαν σε διαφορετικoύς χρόνους, σε διαφορετικές χώρες από τρεις διαφορετικούς συγγραφείς. O Γάλλος Theophile Gautier to 1842, ο Αμερικάνος Edgar Allan Poe το 1845 και ο Ρουμάνος Nicolae Davidescu το 1937 θέλησαν να δώσουν συνέχεια στο Χίλιες και μία νύχτεςκαι να δώσουν πνοή μέσα από την πένα τους στην ηρωίδα και αφηγήτρια των ιστοριών, ενώνοντας τη μυθοπλασία της Ανατολής με εκείνη της Δύσης.
Για άλλη μια φορά θέτω το ερώτημα για το κατά πόσο δίκαιο είναι να δανείζεσαι έναν ήρωα και να συνεχίζεις μια ιστορία που έχει ξεκινήσει (και ουσιαστικά τελειώσει) κάποιος άλλος. Ο Σάλιντζερ απέρριψε το ενδεχόμενο να δοθεί συνέχεια στο Ο φύλακας στη σίκαλη, «προστατεύοντας» με νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων το χάρτινο ήρωα του, γεγονός που είχα αναφέρει σε προηγούμενη ανάρτηση. Σε αυτήν την περίπτωση κανείς δεν εμπόδισε, δεν θα μπορούσε άλλωστε, τη συγγραφή και τη δημοσίευση των τριών αυτών μικρών αριστουργημάτων. Οι συγγραφείς είχαν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν μέσα από την τέχνη του λόγου, μια συνομιλία που υπερπηδά τα εμπόδια του χρόνου και της λήθης.
Θα σταθώ στο δεύτερο από τα τρία διηγήματα, εκείνο του Πόε (ή Πόου όπως συνηθίζουν να προφέρουν μερικοί), διότι ήταν η αφορμή να θυμηθώ ξανά την αψεγάδιαστη γραφή ενός ευφυή συγγραφέα.
Το διήγημα θέλει τη Σεχραζάντ να αφηγείται τη χιλιοστή δεύτερή της ιστορία που δεν είναι άλλη από την εξιστόρηση των επιτευγμάτων της Δύσης και την περιγραφή μιας μακρινής πραγματικότητας (μέσα πάντα από το οξύ ύφος του Πόε). Όλα όμως ακούγονται παράδοξα στον βγαλμένο από άλλη εποχή βασιλιά, ο οποίος δεν πιστεύει λέξη από όλη την αφήγηση και την τιμωρεί με τον τρόπο που της άξιζε.
Μέσα στις ευφυείς περιγραφές των επιτευγμάτων της Δύσης, ο Πόε δεν παρέλειψε να προσθέσει και την τυπογραφία, απόσπασμα που δεν θα μπορούσα να μην αφήσω εδώ:
«Αλλά ένας άλλος, ακόμη πιο επιτήδειος θαυματοποιός, κατασκεύασε ένα εκπληκτικό πλάσμα που δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε θηρίο, έχει εγκέφαλο από μολύβι, αναμειγμένο από ένα μαύρο υλικό σαν πίσσα, και δάχτυλα που έχουν τόση ταχύτητα και επιδεξιότητα ώστε να μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα να φτιάξει είκοσι χιλιάδες αντίτυπα του Κορανίου μέσα σε μιαν ώρα, και με τόση εκπληκτική ακρίβεια που να είναι όλα πανομοιότυπα, μέχρι το τελευταίο ιώτα».
Πράγματι «η αλήθεια είναι πιο παράξενη από τη φαντασία» όπως αναφέρει το παλαιό ρητό με το οποίο ξεκινά το διήγημά του.