Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Πολτοποιημένες αναμνήσεις

Έψαξα αρκετά γι’ αυτό το βιβλίο. Περιπλανήθηκα στα μεγάλα και μικρά βιβλιοπωλεία των Αθηνών, ελπίζοντας ότι θα υπάρχει σε κάποιο σκονισμένο ράφι. Έφταιγε ο τίτλος του. Παντού ίδια απάντηση: εξαντλημένο. Που ξέρεις, σκεφτόμουν, ίσως και πολτοποιημένο, όπως τόσοι τίτλοι, όσους χωράει όλος ο κατάλογος των Ελληνικών Γραμμάτων. Τι ιδέα και αυτή να τα πολτοποιήσουν όλα, ενώ τόσες βιβλιοθήκες πεινάνε. Η φρίκη των ημερών μας διακρίνεται παντού. Η αλήθεια είναι ότι δεν πήγα από τα παλαιοβιβλιοπωλεία, αν και εκεί είχα περισσότερες πιθανότητες να το βρω, έχω καιρό να περάσω από εκείνη τη γειτονιά. Και τελικά βρέθηκε, για φαντάσου, βρέθηκε στη δημόσια βιβλιοθήκη του νησιού μου. Πόσο χαζή νιώθω όταν καμιά φορά υποτιμώ την αξία των βιβλιοθηκών κι ας ρίχνω το φταίξιμο σε άλλους παράγοντες.
Γκαρσονιέρα για παλιά βιβλία (μα τι τίτλος, πως γίνεται να μη θες να το δεις;), του Δημήτρη Μιχαηλίδη, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που εξαιτίας τους το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφορεί. Αλήθεια το 1996, χρονιά που

κυκλοφόρησε, είναι τόσο μακριά από το σήμερα;
Περιλαμβάνει εννιά διηγήματα και τον τίτλο του τελευταίου δανείστηκε ολόκληρο το βιβλίο, υποθέτω πως αυτό είναι και το πιο δυνατό. Μέσα σε 14 σελίδες συγκεντρώνεται όλη η αγάπη του δημοσιογράφου, συγγραφέα αλλά και εκδότη Δ. Μιχαηλίδη για τα βιβλία. Καμιά φορά δεν χρειάζεται πολύ χώρος για να εκφράσεις ένα συναίσθημα. Μόνο που τότε κάθε λέξη, κάθε σημείο στίξης έχει νόημα και τελειώνοντας μένει η γλυκιά αίσθηση του «θέλω κι άλλο».
Ξαφνικά έγινα ο ήρωας του διηγήματος. Ξύπνησα μετά από 40 χρόνια σε μια άλλη ζωή, στο γραφείο ενός δικού μου σπιτιού γεμάτο με σκονισμένα ράφια. Κάθε βιβλίο και μία ιστορία, της δικής μου ζωής ιστορία. Από κάποια θέλω να απαλλαγώ, ίσως απλά και μόνο για να ξεχάσω ή για να κάνω χώρο, πρακτικό και θεωρητικό, ώστε να μη γκρινιάζουν οι υπόλοιποι που ζουν μαζί μου. Να τα πετάξω, να τα χαρίσω, να τα πουλήσω ή να ακολουθήσω το δρόμο των Ελληνικών Γραμμάτων και να τα πολτοποιήσω; Αδύνατον! Κι έτσι επιλέγω ένα διαφορετικό δρόμο, να νοικιάσω μια γκαρσονιέρα, να σαν κι αυτή που μένω τώρα, και να τα μεταφέρω όλα εκεί, να πηγαίνω όταν θα θέλω να ξεφύγω και να συναντήσω τα φαντάσματα του παρελθόντος που με στοιχειώνουν.
Σίγουρα σε όποια ηλικία κι αν βρεθώ θα θέλω να ξε-φεύγω και να μένω μόνη, μακριά από φασαρία και ρουτίνα και να αναπολώ κοιτώντας μία μία τις χρωματιστές ράχες των βιβλίων της ζωής μου.
«Μόλις άναψε το φως, πραγματικά ένιωσε έκπληξη. Άδειο, όπως το είχε νοικιάσει, του φαινόταν μια τρύπα. Τώρα σαν να ήταν πιο μεγάλο και στον ένα τοίχο του σαλονιού μια βιβλιοθήκη με όλα του τα βιβλία, βέβαια ακατάστατα και ανακατωμένα, αλλά ήταν τα βιβλία του. Κάθισε σε μια πολυθρόνα και τα έβλεπε σαν υπνωτισμένος και σκέφτηκε αρκετά συγκινημένος: Αυτά τα βιβλία είναι η ζωή μου. Εξορισμένα σ’ ένα μικρό κρυφό διαμέρισμα, στην ψυχή μου».

Έτσι ακριβώς.

Να ευχηθώ κι εγώ με τη σειρά μου καλό υπόλοιπο καλοκαιριού συντροφιά με όμορφες σκέψεις.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Τι διαβάζουμε στις διακοπές;

Είναι λίγος, μάλλον προς το αρκετός, καιρός τώρα που οι Βολτίτσες χάλασαν την εβδομαδιαία τους συνάντηση. Μια απορύθμιση, είναι αλήθεια. Όμως, μας λείπουν. Πολύ μας λείπουν γιατί βρίσκουμε κομμάτι έκφρασης, κομμάτι εαυτού.
Οι διακοπές ενδείκνυνται επίσημα ως περίοδος ανάγνωσης. Ο ελεύθερος χρόνος, η σχόλη, ταιριάζει με την ενασχόληση του διαβάσματος. Άνθρωποι που δεν διαβάζουν στην καθημερινότητά τους, στις διακοπές έχουν περιλάβει την ανάγνωση περιοδικών και τουλάχιστον ενός βιβλίου. Συστηματικοί αναγνώστες φορτώνουν τις αποσκευές τους με τόμους που ταξιδεύουν μαζί στους προορισμούς τους. Γονείς αγοράζουν στα παιδιά τους βιβλία για τις μακρές ημέρες μη σχολείου. Οι δανεισμοί στις παρέες ανθίζουν. Ανταλλαγές ιδεών για βιβλία του Αυγούστου αποτελούν θέμα συζήτησης τις τελευταίες μέρες πριν την αναχώρηση. Τα βιβλία είναι πάντως μέσα στην εικόνα της προσδοκίας της αυτοδιάθεσης του χρόνου των διακοπών μας. Οι εκδότες το γνωρίζουν και προγραμματίζουν ανάλογα τις νέες κυκλοφορίες για το καλοκαίρι. Ο Τύπος αφιερώνει σχετικά ένθετα, έχουμε πληροφόρηση και κατεύθυνση, βέβαια (για τα ένθετα λέω να επανέλθω). Οι φίλοι μας κάνουν δώρο βιβλίο για τις διακοπές και εμείς πάλι διαλέγουμε από τα ράφια, και τα ηλεκτρονικά ράφια, ένα κάτιτις που μας γυάλισε στο μάτι και ως ιδέα. Ίσως κιόλας να θέλουμε να εξερευνήσουμε τους βιβλιοχώρους του τόπου επίσκεψής μας. Να ανακαλύψουμε εκεί επιτόπου κάτι παλιό, κάτι που μένει κρυφό, αόρατο έξω από τα μεγάλα κανάλια κυκλοφορίας των εντύπων, κάτι ιδιαίτερο παραγωγής και σύνδεσης με αυτό το μέρος που τώρα βρεθήκαμε.
Στις διακοπές, λοιπόν, διαβάζουμε. Διαβάζουμε λογοτεχνία, μυθιστορήματα, αστυνομικά, διηγήματα, ίσως και ποίηση, δοκίμια και αναλύσεις, μελέτες. Διαβάζουμε βιβλία που τα κρατήσαμε ειδικά για τις διακοπές, βιβλία που αρχίσαμε με χαρά αλλά αφήσαμε στην μέση εξαιτίας άλλων δουλειών και θέλουμε να τα τελειώσουμε με άνεση στον δικό μας ρυθμό, βιβλία που έχει διαβάσει όλος ο κόσμος και αν δεν τα έχουμε τουλάχιστον ξεφυλλίσει αισθανόμαστε στην απέξω της κουβέντας, της επικαιρότητας, βιβλία κλασικά, εκκρεμότητες από παλιά της γενικής μας παιδείας, βιβλία που έχουμε ήδη διαβασμένα αλλά θέλουμε να τα ξαναδιαβάσουμε με την καινούργια μας ματιά, να θυμηθούμε τι διαβάσαμε, τι σκέψεις κάναμε τότε, ποιες τώρα, πόσο, πόσα έχουν αλλάξει. Αλλά και πιο βαριά βιβλία της δουλειάς που χρειάζονται ψύχραιμη και στοχαστική προσέγγιση.
Στις διακοπές διαβάζουμε για να κερδίσουμε όσα επιθυμούμε μα χάνουμε με την καθημερινότητα, διαβάζουμε για την χαρά της ανάγνωσης, του εσωτερικού διαλόγου που αναπτύσσουμε, της μεταφοράς σε άλλες καταστάσεις που ζητούν από εμάς να μορφώσουμε εικόνες, να μπούμε και εμείς στο πλαίσιό τους και να βγούμε εμπλουτισμένοι, περπατημένοι σε γνωστά και άγνωστα μονοπάτια και να νιώσουμε καλύτερα στο πετσί μας. Διαβάζουμε βιβλία για να αδειάσουμε από τα προβλήματά μας και να ηρεμήσουμε, να ξεκουραστούμε, να μην μας απασχολήσουν πολύ, να γυρνάνε οι σελίδες, και μετά και μετά τι γίνεται, χωρίς δυσκολίες και να μας διασκεδάσουν ανάλαφρα.
Ορισμένοι διαβάζουν μονοδιάστατα, ένα είδος για έναν λόγο για πάντα. Άλλοι κορφολογούν είδη εφευρίσκουν νέους λόγους δεν δέχονται το σταθερό πάντα. Άλλοι βάζουν στόχους αλλά παραδρομούν με την πρώτη ευκαιρία. Και πάει λέγοντας… Υπάρχουν τρόποι και τρόποι, παραλλαγές και αποχρώσεις. Είναι δυνατόν και ο ίδιος άνθρωπος να έχει ποικιλία τρόπων, ανάλογα.
Ένα μπορώ να πω με σιγουριά για τα βιβλία της δικής μου στοίβας. Πρόκειται για μια στοίβα που αντί να ροκανίζεται βιβλίο το βιβλίο, υψώνεται κάθετα. Και είναι φορές που απελπίζομαι ότι δεν θα τα καταφέρω ούτε στο μυριοστό των όσων επιθυμώ και πάντα θα μένουν ανεκπλήρωτα ζητούμενα οι αναγνώσεις, είναι και άλλες φορές που λειτουργούν όπως το υφαντό της Πηνελόπης, όσο δεν τελειώνουν, έχω λόγο να υπάρχω.
Τέλος πάντων!
Καλό καλοκαίρι ελπίζω, καλές αναγνώσεις εύχομαι!

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Οι λέξεις και το χρήμα

Ο εκδότης αλλά και συγγραφέας Αντρέ Σιφρίν, γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το εξαιρετικό βιβλίο του Εκδόσεις χωρίς εκδότες, συνεχίζει στα 75 του χρόνια να μιλάει για το μαγικό κόσμο των εκδόσεων. Συνεχιστής του εκδοτικού οίκου Pantheon Books που ίδρυσε ο πατέρας του ως μετανάστης στην Αμερική, εξέδωσε κορυφαίους Ευρωπαίους συγγραφείς όπως τον Ζαν Πολ Σαρτρ αλλά και τον Μισέλ Φουκό. Ζώντας στον κόσμο των εκδόσεων δε διστάζει να καταγράψει τις αλλαγές που βιώνει και να μιλήσει για τους κινδύνους που απορρέουν από τη συγκέντρωση της εκδοτικής παραγωγής σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, γεγονός που μεταμορφώνει τον κόσμο των λέξεων.
Εν μέσω οικονομικής κρίσης στο νέο του βιβλίο, που την ελληνική του μετάφραση μας προσέφεραν οι εκδόσεις Αιώρα, ο Σιφρίν δίνει λύσεις για την επιβίωση αλλά και την ανάπτυξη των παραδοσιακών βιβλιοπωλείων και εκδοτικών οίκων. Λύσεις που προέρχονται από την εμπειρία του, τις γνώσεις και την αγάπη του για τον χώρο των εκδόσεων. Έχοντας ταξιδέψει σε πολλές χώρες του κόσμου, μπαίνοντας πάντα στον πειρασμό να δει από κοντά πως εργάζονται οι συνάδελφοι του, μας προσφέρει όλα όσα συνάντησε στη Γαλλία, στη Νορβηγία, στην Κίνα, στη Δανία και σε άλλες χώρες που έτυχε να περάσει.
Κλείνοντας στο βιβλίο η σκέψη που κρατάω σε μια άκρη είναι ότι οι λέξεις και το χρήμα είναι δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες γιατί:
"Οι εκδόσεις δεν θεωρούνται κλασική επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά μάλλον λειτούργημα. Εκείνοι που κατεξοχήν ενδιαφέρονται να βγάλουν χρήματα ακολούθησαν άλλη καριέρα. Παρόλο που, όπως είναι φυσικό, οι εκδότες είναι υποχρεωμένοι να κερδίζουν αρκετά χρήματα για να εξασφαλίζουν την επιβίωσή της εταιρείας τους κανείς δεν περιμένει να βγάλει τεράστια κέρδη. "
"Τα πιο μικρά βιβλιοπωλεία έχουν κέρδη κατά μέσο όρο 0,6%. Τα μεγαλύτερα, που πωλούν εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία το χρόνο, έχουν κέρδη που δε ξεπερνούν το 2%, πολύ χαμηλότερα από κάθε άλλη εμπορική δραστηριότητα. Ελάχιστα από τα πιο γνωστά βιβλιοπωλεία κερδίζουν χρήματα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι όλα τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία, άσχετα με το μέγεθος τους, παρέχουν μια πολύτιμη υπηρεσία στην κοινωνία, την οποία δεν παρέχουν τα σούπερ μάρκετ και οι αλυσίδες. Τα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία δεν περιορίζονται στην προβολή των λίγων μπεστ σέλερ, αλλά είναι εφοδιασμένα και με μια μεγάλη γκάμα παλιότερων τίτλων."
Σίγουρα δεν είναι ένα βιβλίο που προσφέρει απόλαυση διαβάζοντάς το δίπλα από το γλυκό νανούρισμα των κυμάτων αλλά είναι ένα βιβλίο τροφή για σκέψη που εντόπισα εξαίτιας του βιβλιοπωλείου Σύγχρονη Έκφραση.