Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ό,τι

«Ό,τι» είναι το τίτλος της έκθεσης που παρουσιάζεται και θα παρουσιάζεται έως την 1 Μαΐου 2011 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (Μέγαρο Σταθάτου, Β. Σοφίας & Ηροδότου 1, Αθήνα). «Ό,τι: η τέχνη του βιβλίου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών» (ΑΣΚΤ) είναι ο πλήρης τίτλος, τίτλος και επεξηγηματικός υπότιτλος.
Ανταποκρινόμενη στους εκτός Αθηνών φίλους, αισθάνομαι λίγο σαν ρεπόρτερ που πρέπει να δώσει εικόνα και περιεχόμενο. Βλέπω, λοιπόν, και με τα δικά μου μάτια αλλά και με άλλων για να βάλω σε λόγια πληροφορίες και εντυπώσεις.
Το Μέγαρο Σταθάτου είναι παλιό αρχοντικό σπίτι και κρατάει τον αέρα του παλιού σπιτιού με τις ψηλές οροφές, τα ξύλινα πατώματα, τα διακοσμημένα πλακάκια, το φως που μπαίνει από τζαμαρία, την στριφογυριστή τριζάτη σκάλα. Του ταιριάζει η καλλιτεχνική βιβλιοέκθεση γάντι.
Το ό,τι της έκθεσης πάει στα αποθέματα, σχεδιάσματα, εικόνες, αποτυπώματα, τυπώματα, που παντρεύονται και μπερδεύονται με σελίδες, λέξεις, βιβλία, χαρτοδιπλώματα του Εργαστηρίου της Τέχνης του Βιβλίου της Σχολής Καλών Τεχνών (σήμερα έχει διευρύνει το περιεχόμενό του και αλλάξει το όνομά του σε Εργαστήριο Γραφικών Τεχνών-Τυπογραφίας, και Τέχνης του Βιβλίου). Το Εργαστήρι ιδρύθηκε το 1939 από τον χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό, καθηγητή αυτής της τέχνης, γεννημένο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και σπουδαγμένο στο Παρίσι. Διαβάζω στον τοίχο και στο πολύπτυχο, ελληνικά και αγγλικά, ότι ο Κεφαλληνός «ονειρευόταν» όλα τα έντυπα της καθημερινής μας ζωής, και έβαζε και το εισιτήριο του τότε τραμ μέσα, «να είναι έργο τέχνης για την αισθητική διαπαιδαγώγηση του κοινού». Και αμέσως αυτόματα μου έρχεται στο νου η σειρά των χαρτιών που καλούμαστε να συμπληρώνουμε όλο και συχνότερα και λαμβάνουμε: υπεύθυνες δηλώσεις, αιτήσεις, βεβαιώσεις, δηλώσεις, φορολογικές και άλλες. Χαρτιά ανύπαρκτης αισθητικής αξίας, πρόχειρα, βρωμόχαρτα φτιαγμένα να μας δημιουργούν αποστροφή και πίεση. Θα μπορούσε και εκεί να έχουμε κάτι καλύτερο.
Αναφέρω τους καθηγητές χαρακτικής καθώς η χαρακτική με την πολλαπλασιαστική της δύναμη συνδέεται στενά με το βιβλίο, τόσο από την πλευρά της τεχνικής όσο και από την πλευρά της εικονογράφησης. Δίδαξαν οι Κώστας Γραμματόπουλος, Γιάννης Παπαδάκης, Θανάσης Εξαρχόπουλος και σήμερα η Λεώνη Βιδάλη.
Η έκθεση σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε κατά κύριο λόγο από τον πληθυσμό της ΑΣΚΤ φοιτητές, απόφοιτους, υπότροφους. Εκείνη την ώρα είχε και τον κόσμο της, ομάδες παιδιών και μοναχικούς ενήλικες.
Η αίθουσα μπαίνοντας δεξιά είναι σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένη σε μια ξεχωριστή έκδοση, σταθμό στην πορεία της ελληνικής τυπογραφικής τέχνης, Δέκα λευκαί λήκυθοι του Μουσείου Αθηνών, που διεκδικεί τον τίτλο του τελειότερου βιβλίου. Χρειάστηκαν τρία χρόνια δουλειάς, από το 1953 έως το 1956 για να ολοκληρωθεί και υπήρξαν στιγμές που η πίστη πως θα κυκλοφορούσε αδυνάτιζε επικίνδυνα. Ένα βιβλίο τέχνημα, μαρτυρία ομορφιάς της ζεύξης δημιουργικών συστατικών. Στο ισόγειο παίζει και ένα βίντεο με συνεντεύξεις.
Μετά συνεχίζει στον πρώτο όροφο. Στο κεφαλόσκαλο περιμένει τον επισκέπτη οπτικό υλικό σε οθόνες και στα δωμάτια κυκλικά σε λιτές και φωτεινές προθήκες και στους στρογγυλεμένους τοίχους που υπερισχύει το λευκό χρώμα περπατάνε σύγχρονες προτάσεις, εκδοχές, καλλιτεχνικές υποθέσεις, σχήματα, μείξεις τεχνικών και τεχνοτροπιών βιβλίων για μικρούς και μεγάλους. Από το κέντρο κάθε χώρου οι επισκέπτες μπορούν να δουν μια ταπετσαρία ως ένα σύνολο μα πλησιάζοντας ανακαλύπτουν λεπτομέρειες που μαρτυρούν κέφι και φαντασία. Γράμματα ζωγραφιές, αταξίες, χιούμορ, αναποδογυρίσματα, λεπτόλογα σχέδια, ανέμελες πινελιές, άλλα βιβλία.
Το οκτασέλιδο φυλλάδιο διπλωμένο ανορθόδοξα, ο κατάλογος που τα περιέχει όλα 25€, δεν τον πήρα και τώρα μετανιώνω οικτρά αλλά αν τον είχα αγοράσει πάλι θα τρωγόμουν, τι κακό και αυτό…

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Στήνομαι μπροστά στην οθόνη, όλες τις μέρες της εβδομάδας που κύλησε λέω πως θα κάνω κάτι για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Το έχω σκεφτεί και τακτοποιήσει, δεν χωράει σε μια ανάρτηση, τι θα πάει πρώτο τι θα ακολουθήσει. Μα τώρα που κάθισα με γαργαλάει ένα άλλο θέμα και νομίζω ότι δεν θα του αντισταθώ αν και καλά το ξέρω πώς δεν είναι δικό σας αγαπημένο. Αντίθετα μάλιστα, προκαλεί έντονες αντιδράσεις, αρνητικές. Έχει γίνει προηγούμενη αναφορά που προκάλεσε αυθόρμητα κάθετα σχόλια αλλά δεν παύει να ανήκει στην κατηγορία βιβλιοθεμάτων. Επανέρχομαι με περισσότερες λεπτομέρειες.
Και αυτό το συστατικό των βιβλίων τείνει έως έχει σχεδόν καταργηθεί και βρίσκεται μόνο σε ειδικές περιστάσεις. Κοιτάω ένα γύρο τα ράφια με τις ράχες. Οι περισσότερες, με πάρα πολύ λίγες εξαιρέσεις είναι ακάλυπτες, δεν έχουν το χάρτινο περίβλημα, την κουβερτούρα που λέγαμε…
Η λέξη κουβερτούρα έλκει την καταγωγή της από την γαλλική γλώσσα, από το ρήμα «κουβρίρ» που σημαίνει καλύπτω, σκεπάζω. Είναι το περικάλυμμα που ακολουθεί την φόρμα και αγκαλιάζει το σώμα μικρού και μεγάλου σχήματος βιβλίων, τόμων εγκυκλοπαίδειας έως και λευκωμάτων. Ντύνει τα βιβλία για αυτό το λένε και παλτό, με την έννοια πανωφόρι που φοριέται από πάνω. Κανονική ελληνική λέξη, όρο του βιβλίου, για την κουβερτούρα, το παλτό δεν βρίσκω. Κάτι θα πρέπει να σημαίνει ότι δεν έχει καν δική αντίστοιχη λέξη, έστω δύσχρηστη, ανεπιτυχή, ξεχασμένη, καθώς μια είναι δανεική και η άλλη μεταφορική.
Η κουβερτούρα προσφέρει στα βιβλία ένα στρώμα προστασίας από τις γνωστές κακουχίες που περνάνε τα έντυπα στα χέρια των ανθρώπων με την χρήση και τα τεντώματα και τα τραβήγματα και από φυσικούς εξωτερικούς εχθρούς, κυρίως την σκόνη μα και την υγρασία ή το δυνατό φως. Είναι σαν ένας ειδικός φάκελος υποβοηθητικός στην συντήρηση και τη διατήρηση.
Δεν είναι μόνο χρηστικά, ενισχυτικά και προστατευτικά, συχνά, προσφέρουν και πεδίο καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μπορεί να είναι διακοσμημένα με άποψη. Συμβαίνει μια κουβερτούρα να αφήνει δυνατές εντυπώσεις, να προκαλεί εικαστικά ενώ κρύβει ένα κλασικό, απλό εξώφυλλο. Ελευθερώνει διττές εικόνες, απευθύνεται και ικανοποιεί διαφορετικά γούστα.
Η κουβερτούρα γυρεύει να προκαλέσει το μάτι που περιδιαβάζει τους πάγκους, να ξεχωρίσει από τα γειτονικά βιβλία. Θέλει να είναι πρωτότυπο και τραβηχτικό και μερικές φορές υπερβάλλει, το παρακάνει.
Είναι αλήθεια ότι γλήγορα αρχίζουν να ταλαιπωρούνται. Στην αρχή με μικρά σκισίματα που σιγά σιγά μακραίνουν. Κομμάτια φεύγουν χωρίς να τα πάρει κανείς είδηση και σύντομα η όψη και η κατάστασή τους είναι χαλεπή. Ένα αποφόρι που κρέμεται κουρελιασμένο. Μπλέκεται, τσαλακώνεται και δυσκολεύεται να μπει στο ράφι.
Τα πανωφόρια τα κρατώ πάνω στα εξώφυλλα όσο μπορώ περισσότερο, όσο κάνουν την δουλειά τους, έστω και λίγο, υποτυπωδώς.. Μετά, όταν αποκουρελιαστούν, στιγμή μάλλον δυσάρεστη γιατί αναλογίζεται κανείς τι έχει υποστεί το βιβλίο, τα αποσύρω, συνταξιοδοτούνται. Τα βγάζω απέξω, τα διπλώνω και τα βάζω μέσα στο πίσω μέρος του βιβλίου, μεταξύ οπισθόφυλλου και τελευταίας σελίδας γιατί του ανήκουν. Προσέφεραν προστασία σε βάρος της δικής τους ύπαρξης. Φτιάχτηκαν για να είναι τα πρώτα που με μαθηματική ακρίβεια θα χαλάσουν.
Το καταλαβαίνω, είναι εκνευριστικά, μπερδεύονται, γλιστράνε και κάνουν να σου πέφτει το βιβλίο στα καλά του καθουμένου μέσα από τα χέρια. Το ταλαίπωρο θέαμά τους είναι αποκαρδιωτικό. Χαλάει την γενική εικόνα. Μα λίγα παλτά έμειναν πια, κατάλοιπο είναι και οι κουβερτούρες, δεν τους αξίζει τόση δα σταλιά υπομονή; ακόμα και αν μας την δίνουν και μπλέκονται;

Υ.Γ.
Κουβερτούρα: λέξη που συναντιέται και στην μαγειρική, στην περιοχή της γεύσης είναι η σοκολάτα που αφού λιώσει, σκεπάζει τα γλυκά και όταν κρυώσει σχηματίζει μια γυαλιστερή κρούστα σοκολάτας. Η σοκολατένια κουβερτούρα σε μπάρες χωρισμένη σε πέντε κύβους λιώνοντας μπαίνει και στα γλυκά ακριβώς για να τα κάνει σοκολατένια.
Και είναι γνωστό σε όλους πως η σοκολάτα και η ανάγνωση ταιριάζουν τρελά.

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

ΓΙΑ ΚΟΜΜΕΝΑ, ΓΙΑ ΑΚΟΠΑ

Παραγγελιά ταγμένη
παντελώς αφιερωμένη
στις Βολτίτσες αναρτημένη

Είναι απορίας άξιο πώς και συμβαίνει μερικά βιβλία να έχουν τις σελίδες τους κολλημένες από την απάνω πλευρά και από τα εξωτερικά πλαγιανά. Βάζει ερωτηματικά και μοιάζει ανεξήγητο μυστήριο που θέτει αναίτια εμπόδια στην ανάγνωση. Η εξήγηση των κολλημένων, άκοπων σελίδων βρίσκεται στα παλιά, στην ιστορία του χαρτιού και συνεπώς στην ιστορία του βιβλίου, όπως το ξέρουμε τουλάχιστον από την βιομηχανική εποχή έως και τις ημέρες μας..
Ξακρισμένα είναι ο όρος για τα βιβλία που έχουν τις σελίδες τους κομμένες. Έχουν κοπεί οι άκρες τους, δουλειά που γίνεται στην φάση της βιβλιοδεσίας. Χρατς, πέφτει το καλοζυγιασμένο λεπίδι και ισιώνει το σώμα του βιβλίου, μικραίνοντας τα περιθώρια. Κόβοντας γύρο γύρο φεύγει το άκοπο μέρος, στην ουσία κόβεται το δίπλωμα της σελίδας. Ένα τυπογραφικό φύλλο αν διπλωθεί δυο φορές το έντυπο που προκύπτει είναι 2ου μεγέθους, σε αυτό το μέγεθος είναι οι εφημερίδες. Το τυπογραφικό χαρτί μπορεί να διπλωθεί τέσσερις, οκτώ και δεκαέξι φορές, σε κάθε δίπλωμα, το μέγεθος μειώνεται. Διπλώνοντας δημιουργούνται οι άκοπες σελίδες. Αν ξακριστούν ελευθερώνονται, αν πάλι δεν ξακριστούν θα πρέπει να ανοιχτούν από τον πρώτο αναγνώστη του βιβλίου, ο οποίος πριν αγοράσει δεν έχει την δυνατότητα να ξεφυλλίσει άνετα, πρέπει να ρίξει λοξή ματιά κρατώντας με τα δάκτυλα τις σελίδες μισάνοικτες, να κρυφοκοιτάξει.
Μπορεί τα άκοπα βιβλία να είναι μπελάς. Χρειάζεται εξοπλισμός, οργάνωση και υπομονή πριν παραδοθούν στην ματιά μας. Καθόλου δεν ενδείκνυται να προσπαθούμε να κόψουμε τις σελίδες με τα δάκτυλά μας. Δεν λειτουργεί, το σκίζουμε και λευκά τριγωνάκια περισσεύουν από εδώ και από εκεί (ναι, ομολογώ ότι το έχω κάνει από αδημονία και πίστη ότι σιγά σιγά με προσοχή γίνεται και με τα δάκτυλα, αμ δε!). Δεν γίνεται καλά ούτε με μολύβι ή στυλό που βρίσκονται εύκαιροι στο γραφείο μας ούτε με κοφτερό μαχαίρι φαγητού της κουζίνας. Οι πεπλατυσμένοι χάρακες δεν είναι απαράδεκτη λύση. Χρειάζεται σελιδοκόπτης που οι λάμες του είναι στομωμένες, το κράτημα στην χούφτα σταθερό και οι λαβές γερές. Σελιδοκόπες κυκλοφορούν φτιαγμένοι από διάφορα υλικά: μπρούτζο, κόκαλο, ξύλο, πλαστικό αλλά και ασήμι. Η ποικιλία τους μεγάλη. Παίζει από απλά λειτουργικό εργαλείο ως στολισμένο περίτεχνα μικρό αντικείμενο.
Η κίνηση μικρή, κοφτή, να μην ξεφεύγει από το τσάκισμα γιατί και πάλι υπάρχει κίνδυνος απωλειών. Μικρά χνούδια χαρτιού, σγουρά ξέφτια μένουν στην ποδιά μας όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία. Άλλοι πρώτα κόβουν όλες τις σελίδες και στην συνέχεια ξεκινούν το διάβασμα άλλοι κόβουν διαβάζουν κόβουν διαβάζουν και χρησιμοποιούν τον σελιδοκόπτη ως σελιδοδείκτη συγχρόνως.
Το άνοιγμα των σελίδων έχει την τελετουργία του, είναι μια προϋπόθεση πριν την αποκάλυψη. Τα άκοπα βιβλία κρατάνε μια δόση άσκοπης παλαιομοδίτικης αρχοντιάς. Έχουν άλλον αέρα, μια περηφάνια.
Τα άκοπα βιβλία μιλάνε για τον εαυτό τους, αν κόπηκαν διαβάστηκαν εάν δεν κόπηκαν δεν είναι δυνατόν να διαβάστηκαν. Είναι σημάδι ανάγνωσης. Συμβαίνει, αρκετά συχνά, σε ιδιωτικές αλλά και δημόσιου χαρακτήρα βιβλιοθήκες να εντοπίζονται άκοπα βιβλία. Αγοράστηκαν, δωρίθηκαν, συλλέχθηκαν με κάποιον τρόπο μα δεν επιτέλεσαν το βασικό τους έργο. Η ορθή αντιμετώπιση ενός άκοπου βιβλίου όταν φτάνει σε μια βιβλιοθήκη είναι να κόβονται όλες του οι σελίδες, και όχι μόνον εκείνες που υποστηρίζουν την καταλογογράφησή του. Αποτελεί πολιτική βιβλιοθηκών ώστε να μην καταστρέφονται τα αντίτυπα από τους αναγνώστες που τα πρωτοσυναντούν. Συνήθως, όμως, δεν εφαρμόζεται, γιατί είναι χρονοβόρα διαδικασία και απαιτεί μη βιάση. Εξάλλου σήμερα λιγοστά είναι τα άκοπα βιβλία.
Αυτά για τώρα!

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Για τα αφτιά των βιβλίων

Έχουν τα βιβλία αφτιά; Αμ, δεν έχουν; Έχουν σύμφωνα με έκφραση-ορολογία που περιγράφει ένα κατασκευαστικό χαρακτηριστικό τους. Δεν αναφέρεται η χρήση αυτή του αφτιού στα λεξικά.
Δεν έχουν όλα τα βιβλία αφτιά. Εκείνα, όμως που έχουν θεωρούνται πιο περιποιημένα, πιο προσεγμένα. Αυτονόητο είναι πως δεν έχουν οι δερματόδετοι και χαρτόδετοι τόμοι, τα περιοδικά, οι εγκυκλοπαίδειες και τα λεξικά
Τα αφτιά είναι πάντα δυο, ένα εμπρός και ένα πίσω. Δεν γίνεται να υπάρχει ένα. Ποτέ δεν έχω συναντήσει μόνο ένα βιβλιοαφτί. Διπλωμένο το εξώφυλλο, μια λωρίδα συνέχειάς του προς τα μέσα, η ζώνη χαρτιού γίνεται να είναι στενότερη ή φαρδύτερη. Μια εκδοχή της είναι δυνατόν να πιάνει σχεδόν όλο το εξώφυλλο παρά κάτι. Μπορεί αυτό το διπλωμένο να είναι κενό, άγραφο. Απλά να κάνει το εξώφυλλο πιο στέρεο. Είναι πιο συνηθισμένο στα αφτιά να παρέχονται πληροφορίες για τον συγγραφέα, την υπόθεση του ανά χείρας βιβλίου, τίτλους άλλων έργων του συγγραφέα ή ακόμα και άλλους τίτλους των εκδόσεων. Στο μπροστινό αφτί αναγράφεται σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα, πού και πότε γεννήθηκε, τι σπούδασε, τι έκανε, τι έγραψε, γιατί ξεχώρισε, συχνά φιγουράρει και φωτογραφία πορτραίτο του. Στο πίσω υπάρχει η εργογραφία του συγγραφέα, ή αν είναι ξένος τι κυκλοφορεί σε ελληνική μετάφραση. Ή μπορεί να παρατίθενται τίτλοι του εκδοτικού οίκου, ενέργεια προώθησης ή οι τίτλοι των υπό έκδοση, ενέργεια ανακοίνωσης και ενημέρωσης.
Πολλά βιβλία σκεπάζονται με ένα επιπρόσθετο κάλυμμα, την κουβερτούρα, που αγκαλιάζει το εξώφυλλο. Προστατεύει τα βιβλία από τις φθορές αλλά το ίδιο υπόκειται σε ταλαιπωρίες. Σκίζεται, τσαλακώνεται, κουρελιάζεται. Οι σχετικές πληροφορίες μπορεί να είναι στα αφτιά του καλύμματος. Αυτό σημαίνει ότι όταν το κάλυμμα καταστραφεί και αποχωριστεί από το βιβλίο, οι πληροφορίες που κουβαλά, χάνονται.
Ακόμα, τα αφτιά χρησιμεύουν και σαν σελιδοδείκτες, όταν το βιβλίο δεν ξεπερνά τις 200-250 σελίδες. Το μπροστινό αφτί πιάνει τις 100-125 σελίδες και το πίσω τις υπόλοιπες, σημάδι σε ποιο σημείο έχε φτάσει ο αναγνώστης.
Τα βιβλιοαφτιά έχουν την χάρη τους, ανήκουν στην παράδοση του βιβλίου, του χαρίζουν. Από την άλλη, σήμερα στην πράσινη εποχή της οικολογίας, ίσως να περισσεύουν, να ξοδεύουν χαρτί, δέντρα, δάση που μας τελειώνουν.

***
Ακούω από άλλους επισκέπτες στο παζάρι της Κλαυθμώνος ότι τις απογευματινές ώρες, κυρίως του Σαββατοκύριακου, γίνεται το αδιαχώρητο, το έλα να δεις, το καλό το στριμωξίδι.
Ακόμα, ακούω ότι οι εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, στην οδό Ζωοδόχου Πηγής νομίζω, ξεπουλάνε με όλη την σημασία της λέξης, δηλαδή υπάρχει πάγκος με παιδικά που προσφέρονται προς 0,50 λεπτά. Δεν πήγα αλλά βέβαια είδα στον κατάλογο ορισμένα που πολύ θα ήθελα (και το έχω παρακάνει με τις ευκαιρίες!), όπως για παράδειγμα μερικοί τίτλοι από την σειρά Bιβλιοθήκη Umberto Eco, όχι όλοι, ένας δυο για συμπλήρωμα.

Τέλος της πρώτης ανάρτησης του δεύτερου μήνα του 2011!