Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Σε πρώτο πρόσωπο

Κυριακή πρωί, συνεχιζόμενη υψηλή ζέστη που όλοι αισθανόμαστε, πολλοί έχουν φύγει για την θάλασσα, βρίσκονται σε κλίμα διακοπών ή ετοιμάζονται να την κάνουν. Και τις μέρες της εβδομάδας που μας πέρασε, όπως πάντα, να ψαχουλεύω στο μυαλό μου την ανάρτηση για τις Βολτίτσες, ειδικά όταν άλλες σκέψεις πέφτουν πάνω σε τοίχους αδιαπέραστους. Ορίστε πού καταλήγω. Στην αναφορά όχι ενός βιβλίου μα μιας εκδοτικής σειράς στην οποία έχω αναφερθεί και παλιότερα αλλού με αφορμή βιβλιοβιβλία συγκεκριμένα.
Όνομά της: «Η κουζίνα του συγγραφέα», διευθυντής της ο συγγραφέας Μισέλ Φάις, από τις εκδόσεις Πατάκη που ξεκίνησε την κυκλοφορία της τον Δεκέμβρη του 2004, παραμένει ζωντανή και συνεχίζει να βγά
ζει νέους τίτλους. Επτά βλέπω συνολικά (το κακό με τις σειρές είναι ότι επιθυμείς όλους τους τίτλους, ακόμα και εκείνους που σε ενδιαφέρουν λιγότερο. Ξυπνάει ο συλλέκτης μέσα σου και τα θες όλα, έτσι για να μην χαλάει η εικόνα στο ράφι, να μην υπάρχουν τρύπες.) Αυτή είναι η ταυτότητα της σειράς. Περιλαμβάνει αφηγήσεις σε ελεύθερο ύφος αναγνωρισμένων στο ελληνικό συγγραφικό στερέωμα. Διαδρομές ανθρώπων, γνωριμία μας μαζί τους. Όσα θέλουν να μοιραστούν δημόσια, όσα θα πιάσουμε
εμείς ανάμεσα στις γραμμές. Σε μέγεθος σχεδόν παρά κάτι τσέπης. Σε χρώματα εποχής του μαυρόασπρου κινηματογράφου παραπέμπει στα περασμένα. Με φωτογραφίες εκείνων που ακούμε την φωνή της διήγησης. Φωτογραφίες συγκεντρωμένες και μέσα, να διαβάσουμε και τις εικόνες τους.
Η κουζίνα του συγγραφέα πάει να πει πώς «μαγειρεύτηκε» ή πώς το νιώθει ο ίδιος ο συγγραφέας πώς μαγειρεύτηκε, από ποια υλικά, σε ποιες δόσεις, πότε και σε πόσους βαθμούς ψήθηκε. Οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, ιστορικές συνθήκες, αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, μαθήματα, σπουδές, προσωπικές σχέσεις, ταξίδια, πορείες και αναπάντεχα επεισόδια. Σε μια διερεύνηση (αγωνιώδη) για το τι φτιάχνει, ποιο είναι το μυστικό της δημιουργίας (που πάντως δεν είναι ένα και πάντως δεν έχει συνταγή με βήματα που εξασφαλίζουν σίγουρη επιτυχία). «… ο τόπος όπου διασταυρώνεται η περιπέτεια της γραφής και η γραφή της περιπέτειας σε μια συναρπαστική αφήγηση.», το διατυπώνει ο Μισέλ Φάις και χρησιμοποιεί την ορολογία της κουζίνας.

Τροφή – διατροφή του σώματος για να κινηθεί μηχανισμός του, τροφή – εικόνες, εμπειρίες, παραστάσεις για να παραχθεί έργο πνευματικό, αισθητικό, συναισθηματικό. Μια αναλογία του υλικού κόσμου με τον άυλο, τον άπιαστο, των ιδεών που μπαίνει στα γράμματα, τις σελίδες, τα βιβλία και γίνεται με τον τρόπο αυτό υλικός, ή περίπου. Κάπως μοιράζεται, κάπως καταγράφεται, νοείται.
Και αν κουζίνα είναι το πώς «κατασκευάστηκε» ένας δημιουργός, το εργαστήρι του συγγραφέα είναι ο χώρος της δικής του δημιουργίας, ο τρόπος που εκείνος λειτουργεί, προσεγγίζει τα θέματα και εκφράζεται. Συμβαίνει κιόλας, νομίζω, τα αυτοβιογραφικά κείμενα να εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το έργο του συγγραφέα. Οι εξομολογήσεις έχουν μια αμεσότητα, μια ειλικρίνεια, μια αναμέτρηση με τον εαυτό.
Σειρά πολύτιμη μιας και το είδος της βιογραφίας παρουσιάζει υστέρηση στην Ελλάδα, ως είδος δεν καλλιεργείται και όταν γράφονται βιογραφίες είτε είναι εξυμνηστικές σε βαθμό υπερβολικό είτε ξερές και άψυχες. Η αυτοβιογραφία, υποείδος της βιογραφίας, είναι και αυτή σε εμάς παραμελημένη, για αυτόν τον λόγο και η σειρά συνεισφέρει πολλά. Προσωπικά ημερολόγια και αναμνήσεις παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα. Ένα σχόλιο για την σύνταξη των βιογραφικών μας σημειωμάτων, ακόμα και όταν ακολουθούμε πρότυπα. Δείχνουν πολλά για τον τρόπο που βλέπουμε τους εαυτούς μας.
Και αν ισχύει (που ισχύει σε ένα μεγάλο βαθμό μα όχι και αποκλειστικά γιατί τότε θα ήταν όλα εντελώς προκαθορισμένα και προβλέψιμα, που δεν είναι) ότι είμαστε προϊόντα του περιβάλλοντος που μας ανέθρεψε και των ιστορικών συγκυριών που μας έλαχαν, μπορούμε να παρατηρήσουμε ομοιότητες περιπτώσεων, να καταλήξουμε σε συμπεράσματα πιο γενικά. Μα συμβαίνουν και ανατροπές. Ανατροπές, επιλογές που εμείς μπορέσαμε να φτιάξουμε σε εκείνα όσα διαφωνήσαμε κατά καιρούς και όταν ήρθε η σειρά μας να πάρουμε αποφάσεις, να εκτελέσουμε, να αντιμετωπίσουμε, δεν διαλέξαμε να επαναλάβουμε αυτά που είχαμε φάει στο κεφάλι και δεν μας άρεσαν. Κάναμε αυτό που νιώθαμε για καλύτερο. Κάναμε τα δικά μας λάθη και αστοχίες.

Τώρα πολλά και διάφορα τσουβάλιασα εδώ, και σταματάω.
Καλή εβδομάδα!

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Πώς να μιλάμε…

Αφορμή είναι το βιβλίο του Pierre Bayard, Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει (μετάφραση Ελπίδα Λουπασάκη, εκδόσεις Πατάκη, Ιούνιος 2008, 271 σ., στη σειρά Οζυμανδίας, Δοκίμια λογοτεχνίας, πολιτισμικής
θεωρίας και κριτικής με διευθυντή της σειράς τον Χάρη Βλαβιανό). Τίτλος που μοιάζει παράλογος, πώς είναι δυνατόν να μιλάμε για πράγματα που δεν κατέχουμε από πρώτο χέρι. Είναι και ανατρεπτικός, γιατί είναι τελικά δυνατόν να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει και βέβαια, συμβαίνει. Το κάνουν ακόμη και εκείνοι που διαβάζουν συνεχώς και με τρέλα γιατί δεν είναι δυνατόν να διαβαστούν όλα τα γραπτά του κόσμου από έναν άνθρωπο.
Τρία τα μέρη του βιβλίου με κατηγοριοποιήσεις. Οι «Τρόποι μη ανάγνωσης» αφορά βιβλία που δεν γνωρίζουμε καν ότι υπάρχουν, βιβλία που έχουμε μισοδιαβασμένα, κάπως, βιβλία που έχουμε ακούσει για αυτά από τον Τύπο, την τηλεόραση, στις κουβέντες με γνωστούς και φίλους και τέλος, και το πιο τρομακτικό νομίζω, βιβλία διαβασμένα ξεχασμένα, που διαβάσαμε και λησμονήσαμε, δεν μας άφησαν τίποτα, ούτε τον απόηχο μιας αίσθησης. Τα γιατί, πολλά. Ίσως πάλι, κάτι να έχουν αφήσει μα να είναι άπιαστο. Οι «Περιστάσεις Λόγου» για το πότε και πού παριστάνουμε τους μελετημένους και ενήμερους, στις κοσμικές συγκεντρώσεις, με τους καθηγητές μας, με τους ίδιους τους συγγραφείς αν τύχει, με τους αγαπημένους μας. Λοιπόν, σε αυτήν την περίσταση έχουμε να διαλέξουμε «Προτεινόμενες συμπεριφορές». Μπορούμε να μην ντραπούμε και βάλουμε τους εαυτούς μας σε αμηχανία, μπορούμε να αναπτύξουμε τα δικά μας, σχετικά ή και άσχετα, να επινοήσουμε βιβλία (σημάδι δημιουργικότητας και καθόλου κατακριτέο) και τέλος, να μιλήσουμε για τον εαυτό μας (!!!).

Είναι απορίας άξιο πώς η γραφή και η ανάγνωση, κατακτήσεις του ανθρώπου, νίκες του πάνω στο χρόνο, φτιαγμένες να δυναμώνουν την μνήμη, να δίνουν βάθος και συνέχεια στην ύπαρξη, να δίνουν γνώση, έκφραση και ευχαρίστηση, κατάντησαν άχθος. Φέρνουν αποστροφή και απέχθεια σε τόσους πολλούς ανθρώπους στον κόσμο, είναι φαινόμενο γενικευμένο στον δυτικό κόσμο. Ακόμα και αν δεν ομολογείται γιατί η ανάγνωση εξαίρεται δημόσια και συλλογικά και στέκεται ψηλά στις συνειδήσεις είναι απτή αλήθεια ότι το διάβασμα ως δραστηριότητα χάνει έδαφος κατά κράτος.
Το διάβασμα είναι αξία αλλά αποκλειστική αξία δεν είναι. Υπάρχουν και άλλες (που χμ, με το διάβασμα τις συναντάς, μεγάλο κόλλημα έχω, τι θα κάνω με αυτό). Ο εξαναγκασμός προς ανάγνωση μέσα από το σύστημα (εκπαιδευτικό και άλλα), η υποχρεωτική ποσότητα μελέτης και η απόδειξή της (βλέπε εξετάσεις) και η έλλειψη επιλογής καταστρέφουν την χαρά της ανάγνωσης που χίλιες μορφές μπορεί να πάρει, που σε όλους μπορεί να ταιριάσει, για όλα τα γούστα, τις ανάγκες και τις αντοχές. Η επιστροφή προς την εικόνα μετατρέπει το διάβασμα σε διαδικασία επίπονη και κοπιώδη.

Βιβλίο που είχα διαβάσει τον Οκτώβριο του 2008, τέσσερις μήνες μετά από την ελληνική κυκλοφορία του. Ίσως η ανάρτηση να μην έχει την φρεσκάδα της πρόσφατης εντύπωσης, τον αυθορμητισμό της φρέσκιας ανάγνωσης, γραμμένη τόσο καιρό μετά. Όμως, ακριβώς δοκιμάζει το τι έχει μείνει από αυτό μετά από τόσο καιρό. Η απενοχοποίηση της μη ευθύγραμμης ανάγνωσης, το δικαίωμα να κρατάς τα δικά σου και όχι τα γνωστά που έχουν γράψει και συζητηθεί, η ανάδειξη του κοινωνικού θέματος της μη ανάγνωσης και οι εκφράσεις της. Οι υπογραμμίσεις με καθοδηγούν στα βήματα της αναδρομής Μα κυρίως το διάλεξα γιατί στις μέρες μας καλούμαστε να μιλήσουμε για ένα σωρό πράγματα που δεν έχουμε διαβάσει, δεν μας έχουν ξανασυμβεί, είναι πρωτόγνωρα, μας περνάνε σε άλλη φάση που ψάχνουμε απαντήσεις και συμπεριφορές, πώς θα τα κάνουμε…

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Βιβλιοθέματα

Το καλοκαίρι μπήκε. Κατασκοτωμένο, διάτρητο από σταγόνες και βροχές που όλο κρέμονται βαριά στον ευμετάβλητο ουρανό πάνωθέ μας. Και αρχίζω με μια ζοφερή γκρίνια. Ο κόσμος των εκδόσεων πλήττεται, αραιώνουν και εξαχνίζονται οι δουλειές των επιμελητών, διορθωτών, μεταφραστών. Επιμέλειες και διορθώσεις δεν δίνονται σε εξωτερικούς συνεργάτες, ελεύθερους επαγγελματίες, γίνονται από τους πιεσμένους μέσα. Μεταφραστικά δικαιώματα και μεταφράσεις αποφεύγονται. Προτιμώνται δουλειές έτοιμες, χωρίς κόστος, δηλαδή παλιές. Σενάρια τρόμου κυκλοφορούν στην αγορά. Ακόμα και ο τάδε εκδοτικός έχει προβλήματα, που δεν είχε ακουστεί ποτέ πριν, που φαινόταν καλά ριζωμένος και στέρεος, έχει παρουσία με αντοχή στον χρόνο, ποιότητα, ποσότητα, ιδιαιτερότητα, εισήγαγε νεωτερισμούς, οτιδήποτε. Ή, ακόμα και ο δείνα έχει θέματα να βρει δουλειά, που είναι καταξιωμένος στον χώρο του. Ακούγονται επικείμενα κλεισίματα, πιθανές συγχωνεύσεις, μαζικές απολύσεις. Το υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο της οδού Ηφαίστου που είχε κλείσει, και μετά ξανάνοιξε, τώρα ξανάκλεισε. Περνάω και το βλέπω με στεναχώρια. Οριστικά, αυτήν την φορά, φαντάζομαι. Τα σημάδια της κλεισούρας, της εγκατάλειψης εκεί, ορατά. Το Κατάρτι «βάρεσε κανόνι», απλήρωτες επιταγές, στοκ που κατασχέθηκε, τυπώματα που έμειναν αιωρούμενα, δεν θα ολοκληρωθούν τώρα. Τηλέφωνα που χτυπάνε απελπισμένα σε έρημα γραφεία. Κρυφτό και κυνηγητό. Οι άνθρωποι της μακράς αλληλένδετης αλυσίδας του βιβλίου θορυβημένοι, αναρωτιούνται για το μέλλον. Το σύστημα κλυδωνίζεται, παραπατάει. Φήμες μπλεγμένες με πραγματικότητες. Συνδεδεμένοι στην αναμονή.

Να προτείνω για καλοκαιρινές αναγνώσεις τα απωθημένα μου που σκονίζονται ακόμα στην στοίβα μου. Τα βιβλιοβιβλία του Carlos Ruiz Zafon (Κάρλος Ρουίθ Θαφόν προφέρεται στα ελληνικά) που από σχόλιο στις Βολτίτσες έμαθα και πλησίασα, μα είναι τούβλα (χαρακτηριστικό των εκδόσεων Λιβάνη) και δύσκολα μεταφέρονται (φτηνές δικαιολογίες βέβαια). Το άλλο δανικό, ευτυχώς η δανείστρια, δεινή αναγνώστρια, θα κάνει δύο βιβλία την εβδομάδα πάντως, το έχω καρατσεκαρισμένο, συγκεκριμένου είδους δεν λέω, μα τι σημασία, την σχετική εμπειρία την έχει, δεν πιέζει, ούτε καν συναισθηματικά χαμογελαστά. Πιο μεγάλο τούβλο, μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Λιβάνη, της Elizabeth Kostova, Ο Ιστορικός. Εύχομαι σύντομα να τα διαβάσω, να τα διαβάζατε και εσείς και να τα κουβεντιάζαμε… Κάπως άλλαξα προσέγγιση, να, δανείζω βιβλία που έχω στην λίστα, παρά να κάθονται κλειστά και ανέραστα. Και όταν μου επιστρέφονται με εντυπώσεις, παρακινούμαι ξανά. Δεν χρειάζεται να είμαι σε αγώνα δρόμου με τα ίδια μου τα διαβάσματα, γιατί πραγματικά επιθυμώ να είναι ευχαρίστηση, εκείνο το ταξίδι και όχι μια υποχρέωση.
Στο μεταξύ προσπαθώ να φέρω βόλτα τον Σαραμάγκου των ραφιών μου, μερικέ ς αναγνώσεις σε πρώτο πέρασμα, άλλες, επιλεκτικά, ξαναπέρασμα, αναθύμηση, με ίδιες και συμπληρωματικές σκέψεις. Θα είναι το καλοκαίρι μου σε αυτόν αφιερωμένο. Μετά βλέπουμε…

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Διάλογοι

Αλήθεια έχουμε γράψει κάτι εδώ για τον Αργεντινό συγγραφέα, γνωστό για τα διηγήματα και τα δοκίμια φαντασίας και φυσικά για την αγάπη του για τα βιβλία και τη λογοτεχνία; Για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες που για εκείνον το σύμπαν φάνταζε σα μια μεγάλη βιβλιοθήκη, που έγραψε στα έξι του χρόνια το πρώτο του διήγημα και στα εννιά του μετέφρασε τον "Ευτυχισμένο πρίγκιπα" του Ο. Wilde, νομίζω πως δεν έχω μιλήσει εδώ. Κι όμως έχω στη ράφια μου ένα χιλιοϋπογραγραμμισμένο βιβλίο του με μία σειρά ομιλιών του. Κάθε που βλέπω την ασημένια ράχη σκέφτομαι ότι χρωστάω μια ανάρτηση.
Σίγουρα όμως δεν έχουμε μιλήσει για τον Σάμπατο, έναν ακόμη σπουδαίο Αργεντινό συγγραφέα, γιατί κανένα βιβλίο δεν έχει πέσει ακόμη στα χέρια μου παρ' όλου που βλέποντας τους τίτλους του, έναν έναν, θα ήθελα να είχα διαβάσει κάτι δικό του.
Έτυχε να θέλω να μιλήσω και για τους δύο μαζί με αφορμή τους Διαλόγους τους.
Μια σειρά από κουβέντες που έγιναν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα από το Δεκέμβριο του 1974 μέχρι το Μάρτιο το 1975, εξαιτίας του δημοσιογράφου και κατά πολύ νεώτερoυ τους Ορλάντο Μπαρόνε που είχε την ιδέα αυτή.
Ποιος δεν θα ήθελε να βρίσκεται ανάμεσα τους και όχι μόνο να τους ακούει να μιλάνε αλλά να παρατηρεί τις κινήσεις τους αλλά και τα χαρακτηριστικά των προσώπων που αλλάζουν ανάλογα με τις λέξεις που ακούγονται. Στην ανάγνωση των Διαλόγων τα σχόλια του Μπαρόνε είναι μάλλον περιττά αλλά σίγουρα είναι αξιοζήλευτα τα συναισθήματα που περιγράφει όντας παρόν στις συζητήσεις.
Τα θέματα των διαλόγων τους ποικίλα, λογοκλοπή, ελευθερία, τρέλα, σύμπαν, ο κάθε αναγνώστης θα σταθεί αλλού.
Στέκομαι στην αγάπη τους για τη λογοτεχνία, στις πάμπολλες αναφορές τους σε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, σε συγγραφείς γνωστούς και άγνωστους, που γεμίζουν σελίδες στο τέλος με αναφορές του μεταφραστή. Σκόρπιοι στίχοι αναφέρονται συνεχώς, παρούσα η ικανότητα του Μπόρχες να απαγγέλει από μνήμης αποσπάσματα βιβλίων. Μένω τους διαλόγους τους για την τέχνη της γραφής, στις διαφορές διηγήματος και μυθιστορήματος, στον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνει ο καθένας τους μια ιστορία σαν μια κουκίδα που αχνοφαίνεται στον ορίζοντα, ένα νησί, μια ήπειρος που στην αρχή δε ξεχωρίζεις τι περιέχει μέσα.
Ξαναδιαβάζω τους διαλόγους για το θάνατο και την αυτοκτονία, τις απόψεις περί τέχνης που θέλει να υπάρχει για να σώζει τον καλλιτέχνη από τα τέρατα που ζουν μέσα του.

Παρουσίαση του βιβλίου στο Βήμα