Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

Δεν Νομίζω Τίποτα = ΔΝΤ

Τόσα και τόσα γίνονται τούτον τον καιρό γύρο μας, κουβέντες φόβου και ανησυχίας, πραγματικοτήτων απτών και αδιευκρίνιστων που δεν είναι δυνατόν να παραστήσω την αδιάφορη. Να μιλήσω για βιβλιοβιβλία σαν να μην τρέχει τίποτα, όλα καλά και ωραία. Που δεν είναι. Αναρωτιέμαι πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, πώς έγινε, πώς έγινε η γενιά του Πολυτεχνείου να πρωτοστατεί στην ενδυνάμωση της καταστολής και αστυνόμευσης, να μην επενδύει στην παιδεία και τον πολιτισμό. Να μην φτιάχνει θεμέλια γερά, να μην καλλιεργεί τις δυνάμεις του κάθε ανθρώπου, να μην φωτίζει αξίες πέρα από τις οικονομικές. Να έχει πάρει τον γνωστό δρόμο όπου η βία οδηγεί στην βία όπου η καταπίεση βγάζει σε ανάποδα. Ο άλλος δρόμος είναι επίπονος, απαιτεί χρόνο, κόπο, υπομονή, επιμονή, βαθειά πίστη και κανείς δεν προσφέρει εγγυήσεις για τίποτα. Δόσιμο χωρίς την βεβαιότητα επιστροφής του κεφαλαίου, πόσο μάλλον αν θα υπάρχουν και τόκοι. Το κέρδος δεν είναι καν μετρήσιμο με μονάδες. Άρα είναι μια περιπέτεια ενδιαφέρουσα, λέω εγώ. Αλλιώτικη. Μια πρόκληση που αξίζει. Οι προφάσεις για την επίμονη παραμονή στην πεπατημένη διάφορες: μα εγώ θα κάνω το άλλο, θα πάω κόντρα σε όλον τον κόσμο, έτσι το έμαθα έτσι το ξέρω, για τα παιδιά μου υποκύπτω στο ένα και το άλλο, οι εμπειρίες μου εκεί με έχουν φέρει, τι να κάνω.
Απορώ (ακόμα) και δεν μπορώ να νομίζω τίποτα.

Είμαστε το λοιπόν, όλοι αναγνώστες. Διαβάζουμε τα σημάδια των καιρών, την ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος (περιρρέουσα ατμόσφαιρα την χαρακτηρίζουν), τις φασαρίες και τις σιωπές, τις κουβέντες και τις αποσιωπήσεις τους (ορισμένες φορές πιο σημαντικές ακόμα και από όσα αρθρώνονται), τις ποικίλες γλώσσες και κώδικες, τις κινήσεις, τις ματιές, τις χροιές των φωνών, τις εικόνες που μας ταΐζουν και εκείνες που βλέπουμε αυτόπτες μάρτυρες στις διαδρομές μας. Η ανάγνωση είναι η αποκρυπτογράφηση γενικά, η ερμηνεία δεδομένων.
Εδώ πιο πολύ είμαστε αναγνώστες βιβλίων, για να το γυρίσω στα γραπτά κείμενα. Απλωμένα δίπλα από το πληκτρολόγιο του Η/Υ τρία βιβλία, με το ίδιο περιεχόμενο, σχεδόν. Το γερτό κεφάλι του Marcel Proust ακουμπισμένο στο αριστερό του χέρι, μάτια μαύρα να με κοιτάνε αποτραβηγμένα, σκεπτικά, ίσως μελαγχολικά στα δυο εξώφυλλα, στο ελληνικό και το γαλλικό. Το αγγλικό εξώφυλλο στα πράσινα, με φυτικά στολίσματα και γωνιώδη γραμματοσειρά. Παραθέτω τους τίτλους αρχίζοντας από την ελληνική προσεγμένη παρουσίαση: Μαρσέλ Προυστ, Ημέρες Ανάγνωσης δύο «ομότιτλα» κείμενα, εισαγωγή-μετάφραση-σημειώσεις Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι 2004, 124 σ. Τον ίδιο τίτλο, Ημέρες Ανάγνωσης (Days of Reading) φέρει και η αγγλική έκδοση Penguin Books στη νέα σειρά Σπουδαίες/Μεγάλες Ιδέες (Great Ideas). Και τα δυο βιβλία προσθέτουν και άλλα κείμενα, σχολιασμένα. Η γαλλική έκδοση που έχω στα χέρια μου έχει τίτλο Περί Ανάγνωσης (Sur la lecture), από τις εκδόσεις Actes Sud κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2009. Σχόλια έχει, συμπληρωματικό κείμενο δεν έχει. Αποτελεί ολότητα.
Το περί Ανάγνωσης αυτοβιογραφικό και στοχαστικό κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1905 στην θέση προλεγομένων βιβλίου του John Ruskin στα γαλλικά. Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ξεπερνούν το ίδιο το βιβλίο που προλογίζουν και ότι προετοιμάζουν την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου (ομολογώ με κάποια ντροπή πως δεν το έχω διαβασμένο και μάλλον δειλιάζω να το βάλω στο πρόγραμμα).

Η ανάγνωση απαιτεί άσκηση και εξάσκηση που φέρνει εγρήγορση και ικανοποίηση. Η ανάγνωση πλουτίζει το πεδίο των εμπειριών, φτιάχνει ερμηνευτές και συγγραφείς, με άλλα λόγια ανθρώπους με άποψη και δύναμη της έκφρασης.

Καλή εβδομάδα πάντως!

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Φτιαξιά της ανάγνωσης

Και τώρα μιας και στην προηγούμενη ανάρτηση τίναξα τα βιβλιοβιβλία σε αναμονή, χωρίς εκκρεμότητες να με πιέζουν, μπορώ ότι μου κατέβει να κάνω. Από τα παλιά, από τα νέα, ό,τι να είναι. Πάω σε ένα δοκίμιο για την ανάγνωση με τον τίτλο «Οι λόγιοι και η ανάγνωση» το οποίο ανήκει στο Καμαράκι κάτω από τη σκάλα του Διονύση Καψάλη (εννιά δοκίμια από τις εκδόσεις Άγρα, 2008, σ. 47-62), γραμμένο το 2002. Τον τίτλο του το βιβλίο οφείλει στο ένα
το τελευταίο κομμάτι αφιερωμένο στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και το μυστικό και κρυφό «μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα» που κανείς ποτέ δεν μπήκε.
Το ξεκίνημά του η πετυχημένη επιλογή δανεισμένη από τον Άμλετ του Σαίξπηρ. Απαντά ο Άμλετ στο ερώτημα του Πολώνιου «Τι διαβάζετε εκεί, Κύριέ μου;», «Λέξεις, λέξεις, λέξεις.» Στο πέρασμα του χρόνου η διαδικασία, η επιτέλεση, εδώ ο «πολιτισμός» της ανάγνωσης, σαφώς και δεν παραμένει η ίδια. Μεταβάλλεται και εξακολουθεί να μεταβάλλεται και μάλλον μέρος της συζήτησης για την ανάγνωση και το διαδίκτυο αυτό το ζητούμενο γυρεύει να διερευνήσει και για αυτό ανησυχεί (ξεχνώντας ακριβώς ότι η ανάγνωση δεν είναι πράγμα στατικό και αναλλοίωτο στον καιρό, ότι μπορεί να διαμορφωθεί και κάπως αλλιώς.)
Πρώτη επανάσταση του διαβάσματος, ο χωρισμός των λέξεων που οδήγησε σταδιακά στο μοναχικό διάβασμα, γιατί πριν το διάβασμα είχε απαραίτητα δυνατή φωνή. Ποιος διαβάζει σήμερα φωναχτά; Γυρνάω περιστάσεις στο μυαλό μου και δεν βρίσκω, σχεδόν ούτε οι πρωτομυούμενοι μαθητές ούτε τα θέματα εξετάσεων εκφωνούνται, γραπτά δίνονται. Παραδόσεις, διαλέξεις, αναγνώσεις μάλλον χαλαρές αναγνώσεις. Η εκκλησία κρατάει την παράδοση, έχει και τον Αναγνώστη για αυτήν την δουλειά. Πάει η κοινωνικότητα της ανάγνωσης, έγινε δράση εαυτού, ησυχίας, μοναχικό καταφύγιο. Ο άνθρωπος βημάτισε προς τα ενδότερα, μπορούσε εσωτερικά να διαβάζει, να σκέφτεται τα όσα διαβάζει, να τα επεξεργάζεται σιωπηλά, να αναπτύσσει επιχειρήματα σε ένα ρόλο για δύο. Ο λόγιος αναγνώστης είναι κοινωνικός με τις λέξεις μα με την γραπτή τους μορφή. Συναντιέται με τους ανθρώπους μέσα από κείμενα που στο κάτω κάτω της γραφής έχουν μια σταθερότητα, παραμένουν, δεν πετάνε στον αέρα με την εκφορά τους. Δεύτερο βήμα στάθηκε η εφεύρεση της τυπογραφίας.
Η πνευματικότητα αποχωρίζεται το φευγαλέο του προφορικού λόγου, καταγράφεται, λαμβάνει όρους υλικούς, σώμα, σάρκα και οστά, χαρτί, μελάνι, δική του τεχνική και αισθητική, ιστορία. Η ανάγνωση μπαίνει στην υπηρεσία ικανοποίησης πολλών και διαφόρων αναγκών, της πληροφόρησης, της μάθησης, της διασκέδασης και ψυχαγωγίας, της κατοχύρωσης περιουσίας, των συνεργασιών, παντού.
Η ανάγνωση των λογίων φτιάχνει γνώση και χτίζει διάβασμα και σκέψεις πάνω σε συνεχές διάβασμα. Και αν «το πρότυπο του λογίου παραμένει κατά τρόπο παράδοξο ισχυρό και γοητευτικό ως σήμερα διότι… περικλείει και πραγματώνει παραδειγματικά τα δύο διαφωτιστικά αιτήματα: την ελευθερία και την ευδαιμονία.» (σ. 60-61). Αιτήματα που επιμένουν και παραμένουν στις μέρες μας. Θέλουμε να είμαστε και ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.

Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

Απωθημένα

Και πάλι πέρασε καιρός από την προηγούμενη ανάρτηση. Δεν έχω καλές δικαιολογίες, πολλές έχω μα δεν θα μπω σε αυτήν την διάθεση. Άλλον πόνο, καθόλου άγνωστο, θα ρίξω στο διαδίκτυο.
Μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά το νέο βιβλίο του Σαραμάγκου, τίτλος του Το τετράδιο, και βέβαια ορμάω μόνο και μόνο για να με εξουθενώσει. Πρόκειται για κείμενα που γράφτηκαν για το blog του(!!!) από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Μάρτιο του 2009, εξηγεί ο υπότιτλος. Ο 87χρονος Σαραμάγκου blogger, υπογράφει 113 κείμενα, τον Φεβρουάριο του 2009 ανάρτησε 19, μικρά, μεσαία, μεγαλύτερα δεν είναι εκεί το ζήτημα. Το ζήτημα είναι ότι «έπιασε» το νόημά της λειτουργίας του blog, έχει και ανάρτηση για την «Ατέρμονη σελίδα του διαδικτύου». Δεν θέλω να σχολιάσω αλλά γίνεται, δεν γίνεται; Ο άνθρωπος γερνάει μόλις αποφασίσει ότι γέρασε, ότι δεν επιθυμεί άλλο, βαρέθηκε να είναι εκεί να προσπαθεί. Και κατ’ επέκταση είναι απόφαση, επιλογή. Βοηθάει ο ανθρώπινος περίγυρος, το περιβάλλον αλλά την απόφαση την παίρνει ο ίδιος. Γράφει και τέτοια. (Ντροπή μου που λιποχύχησα και παραλίγο να τα παρατήσω.)
Διατρέχω το βιβλίο. Κείμενα με σκέψεις όπως ξετυλίγεται η καθημερινότητα, σκέψεις για την ζωή του, για τον κόσμο τώρα, για παλαιότερα, την πολιτική, την οικονομία και φυσικά, μα εντελώς φυσικά για συγγραφείς, λέξεις, βιβλία άλλων και δικά του, ήδη γραμμένα ή που περιμένουν να γραφτούν, εκδότες, βιβλιοθήκες. Ένα μπλογκοβιβλίο (νέο είδος θα έλεγα, γεννημένο πρώτα ιντερνετικά και μετά βαλμένο στο χαρτί και πιο μετά μεταφρασμένο σε γλώσσες διάφορες) με στοιχεία βιβλιοβιβλίου.

Εδώ, το λοιπόν, θα συμπιέσω όλες τις εκκρεμείς αναγνώσεις και έτσι θα τις μετατρέψω σε ημιεκκρεμείς μιας και θα έχει γίνει αναφορά, κάπου θα αιωρούνται ως ζητούμενα και δεν μπορεί παρά να ικανοποιηθούν ως ένα βαθμό κάποτε. Πιάνω τον πάτο τη βιβλιοστοίβας των αδιάβαστων γιατί υπάρχει και αυτή των διαβασμένων που είναι φορτωμένα μεν στον σκληρό αλλά περιμένουν κάτι, έναν σπινθήρα για να ωριμάσουν ως κείμενα με συνοχή. Είναι και τούτα κάμποσα, μετράω πρόχειρα έξι. Πολύ σκόνη έχει κατακαθίσει άρα έχει περάσει καιρός και το καυσαέριο καλά κρατεί. Σχεδόν τα έχω ξεχάσει, διαγράψει όχι, όχι.
Επιλεγμένο για τον τίτλο του, το Αναγνωστικό, και το εξώφυλλό του (μια γυναίκα με άσπρο σάλι διαβάζει) σε κάποιο παζάρ, του Χέρμαν Έσσε από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, σχήμα σχεδόν βιβλίου τσέπης.
Κοιτάζω, ακούω, διαβάζω του Claude Levi-Strauss, εκδόσεις Γκοβόστη. Δεν είναι λογοτεχνία, κάτι μεταξύ κριτική της Τέχνης, περίπατος στον πολιτισμό, εθνολογία.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ρωτάει στον τίτλο του Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν: κείμενα από το παρελθόν και το μέλλον (Ελληνικά Γράμματα). Το παίρνω για να δω την απάντηση. Κείμενα δημοσιευμένα στον περιοδικό Τύπο. Μιλάνε για διάφορα και για βιβλία. Η απάντηση στην ερώτηση τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν δεν με βρίσκει σύμφωνη «Όταν μεγαλώνουν οι λέξεις, ονειρεύονται να γίνουν ζωή.» Οι λέξεις είναι ζωή μα όταν μεγαλώνουν μπαίνουν στα λόγια όλων, παραχρησιμοποιουνται, φθείρονται και γίνονται αγνώριστες, μετά πεθαίνουν, ξεχνιούνται και επανέρχονται μετεμψυχωμένες σε άλλο νόημα και ξαναζούν άλλη ζωή. Το ξαναφήνω. Θα δούμε.
Ένα μυθιστόρημα Το μυστικό της τελευταίας σελίδας του Νίκου Χρυσού (εκδόσεις Καστανιώτη), το πρώτο του βιβλίο. Παίζει για χαλαρό διάβασμα, πάντως σε προκαλεί να αρχίσεις από την τελευταία του σελίδα. Ναι το έκανα κιόλας.
Το δανέζικο μυθιστόρημα Βιβλιοπωλείο των σκιών του Μικκέλ Μπίρκεγκορ εκδόσεις Πατάκη), μυστικά, μυστήρια, χαμπέρια, δολοφονίες, εμπρησμοί, σασπένς, προς το αστυνομικό.
Η μυστική Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας της Σμαράγδας Μανταδάκη, μυθιστόρημα μα επιστημονικής φαντασίας με φόντο την αρχαιότητα με μηχανές του χρόνου που ταξιδεύουν συγγραφείς και τους ήρωές τους. Γιατί όχι;
Και διάλογος Jean-Claude Carriere με τον Umberto Eco, τιτλοφορείται Μην ελπίζετε να απαλλαγείτε από τα βιβλία (εκδόσεις Λιβάνη), ένα καθαρόαιμο βιβλιοβιβλίο γεμάτο σκέψεις, αληθινές ιστορίες, φαντασιακές υποθέσεις για το μέλλον του βιβλίου. Οπωσδήποτε, εννοείται.
Και η στοίβα δεν τελειώνει εδώ. Στον πάτο έμειναν ένα γαλλικό βιβλίο του 2009 με τίτλο Γράμματα στον βιβλιοπώλη μου, σύντομες επιστολές συγγραφέων στον βιβλιοπώλη τους, όπως λέει και ο τίτλος και ένα παιδικό κείμενο και εικονογράφηση του Πασχάλη Τσαρουχά, Το παραμύθι είναι… (εκδόσεις Διάπλαση). Είναι, είναι το μύθι, παραμύθι λέει «η αποκατάσταση των πάντων».
Ανακουφισμένη κλείνω και σας αφήνω.
Καλή εβδομάδα σε όλους!

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Παραμύθια που λένε αλήθεια

Θέλησα να διαβάσω τέσσερα παραμύθια σε ένα μέρος γεμάτο από ανθρώπους και τη φασαρία τους. Κάθε μέρα και από ένα παραμύθι, για συντροφιά στις βόλτες, κάτω από τον ήλιο της Αθήνας.
Την πρώτη μέρα έκανα ένα ταξίδι κάπου ανάμεσα σε διάφορους πλανήτες. Εκεί όπου ζουν μικρά φτερωτά πλασματάκια και κουβαλούν τα προβλήματά τους σε κουτάκια που τα αφήνουν αλλού, σε εκείνον που τα λύνει. Στους πλανήτες αυτούς δεν θέλουν ανθρώπους που να λένε μόνο "γιατί" όσο γέροι και όσο σοφοί κι αν είναι, φέρνουν μόνο προβλήματα και γεμίζει ο κόσμος όλος κουτάκια. Τους πετάνε πίσω στη γη.


Τη δεύτερη μέρα άκουσα την ιστορία ενός ελέφαντα. Όλη μέρα ήθελε, λέει, να κάθεται και να μην κάνει τίποτα, στην ασφάλεια του σπιτιού του, να κοιτά τον κόσμο από το παράθυρο. Μα αγκαλιά της πεταλούδας που μένει στο τέλος του στριφογυριστού δρόμου τον έκανε να δει, να ακούσει, να μυρίσει.

Την τρίτη μέρα ένα σπίτι που δεν είχε κανέναν για παρέα και περνούσε τη μέρα του παίζοντας με το χάραμα, κουβεντιάζοντας με το ηλιοβασίλεμα και λέγοντας τα μυστικά του στο σούρουπο, μου είπε τη δική του ιστορία. Ένα πουλάκι που έλεγε όμορφα τραγούδια θέλησε να μείνει μέσα του και να διώξει τη μοναξιά του.

Την τέταρτη μέρα συνάντησα ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Εγώ και του άρεσε να περπατάει σε ένα καταπράσινο λιβάδι. Συναντούσε κόσμο, πάντα έπεφτε πάνω τους, και τους έπιανε την κουβέντα. Αλλά κανείς δεν ήθελε να πάει μαζί της να πιει τσάι. Σ' άλλον δεν άρεσε, άλλος είχε άλλη δουλειά να κάνει, να φάει ή να κοιμηθεί. Μέχρι που βρήκε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Εσύ. Και έτσι πήγαμε μαζί, Εσύ κι Εγώ, σε ένα όμορφο μέρος να πιούμε τσάι.