Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Συνάντηση με ένα υπέροχο βιβλίο


Την συνάντησή μου με αυτό το υπέροχο βιβλίο την οφείλω στο βιβλιομπογκ  Don't Ever Read Me. Δεν θα είχα συναντηθεί ποτέ αν δεν το είχα κερδίσει στον επετειακό διαγωνισμό που δώριζε μάλιστα βιβλία επιλεγμένα κι αγαπημένα της μπλόγκερ. Έκδοση του 2010, αρκετά παλιά έκδοση (!) για να υπάρχει σε πάγκους και βιτρίνες βιβλιοπωλείων, ίσως ούτε και στα ράφια τους να μην βρίσκεται. Η αμερικανίδα συγγραφέας του με το όνομα Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ είναι αρκετά άσημη ώστε το βιβλίο να μην υπάρχει ούτε στις μικρές δημόσιες βιβλιοθήκες που συνηθίζω να επισκέπτομαι. Πραγματικά, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να πέσει στα χέρια μου παρά μόνο αν στεκόμουν τυχερή και κάποιος γνώστης της καλής λογοτεχνίας μου το δώριζε. Πόση ανάγκη έχουμε αυτούς που έχουν διαβάσει πολλά και ξέρουν να προτείνουν εκείνα τα καλά βιβλία που δεν θα πέσουν ποτέ στην αντίληψή μας!

Μετά είναι και το μέγεθός του που με αποθάρρυνε να ξεκινήσω την ανάγνωση. Επί μήνες στεκόταν απέναντί μου και δεν τολμούσα να το πιάσω στα χέρια μου. 600 και πλέον σελίδες και μάλιστα μεγάλου σχήματος δεν βοηθούν τον αναγνώστη να το πάρει απόφαση. Και μετά από τόσους μήνες αναμονής επιτέλους η ανάγνωσή του ξεκίνησε. Διστακτικά στην αρχή, δυσανασχετούσα με το βάρος του, αλλά οι λέξεις του ομολογώ ότι με συνεπήραν εξαρχής. Σχεδόν ποιητική η γραφή της, με όμορφες παρομοιώσεις από εκείνες που αξίζουν υπογράμμιση μήπως κι έτσι μείνουν στη μνήμη για να επανέρχονται ανά πάσα στιγμή. Αλλά κυρίως η υπόθεση ήταν αυτή που βοήθησε περισσότερο ώστε το βιβλίο αυτό να γίνει προέκταση του χεριού μου παρόλο το βάρος του. Άλλωστε το βάρος ενός βιβλίου είναι το πιο εύκολο και το πιο όμορφο βάρος που μπορεί να αντέξει ένα χέρι.

Η υπόθεση, ένα αληθινό ταξίδι από εκείνα που μ' αρέσει να κάνω. Όχι ταξίδι αναψυχής, αλλά ταξίδι ζωής που, όπως όλα τα ταξίδια, έχει αρκετές δυσκολίες και χαράσσεται τόσο βαθιά μέσα σου που εντέλει σε κάνει έναν άλλον άνθρωπο. Γιατί ο άνθρωπος εξαρτάται λίγο κι από τον τόπο του. Μεταλλάσσεται σαν το χαμαιλέοντα καθώς το ένστικτο της επιβίωσης είναι πιο ζωντανό. Κι ο κάθε τόπος που επιλέγεις να ζεις, σου αλλάζει λίγο τις συνήθειες, οι εικόνες, οι λέξεις, η φύση, τα χρώματα, οι μυρωδιές, τα φαγητά του κάθε τόπου διαφέρουν και όλα μαζί σε αναγκάζουν να αλλάξεις κι εσύ.  

Οι σελίδες του βιβλίου σε μεταφέρουν στην πιο ιδιαίτερη και πολύπαθη ήπειρο αυτού του πλανήτη, την Αφρική και συγκεκριμένα σε πηγαίνουν μια βόλτα στον Κονγκό του 1960. Η οικογένεια Πράις μεταναστεύει εκεί, εγκαταλείπει όλες τις ανέσεις των ΗΠΑ καθώς ο Βαπτιστής πατέρας-αρχηγός έχει ιεραποστολή, πρέπει να μεταφέρει το λόγο του Κυρίου του σε όλους τους αμαρτωλούς και αδαείς κατοίκους του Κονγκό. Η γυναίκα του και οι τέσσερις, εντελώς διαφορετικές, όπως όλα τα αδέρφια, κόρες του αναγκαστικά ακολουθούν καθώς δεν έχουν δικαίωμα λόγου και άποψης. Παίρνουν κάτι λίγα από τα υπάρχοντά τους, όσα θεωρούσαν ότι θα είναι τα πιο απαραίτητα σε αυτή την άγνωστη γη και ξεκινούν το μακρύ ταξίδι και μαζί με αυτούς κι ο αναγνώστης. Σε κάθε κεφάλαιο μια κόρη αφηγείται τη δική της οπτική, τον δικό της χαρακτήρα. Η άγνωστη γη, οι άγνωστοι κάτοικοι και οι συνήθειες τους μας αποκαλύπτονται. Μια άλλη, τόσο διαφορετική από τη δική μας πραγματικότητα, μας αυτοσυστήνεται. Όλα τα δεδομένα καταρρίπτονται. Σπίτι χωμάτινο δίχως νερό, ρεύμα, τουαλέτα, πάτωμα. Γη που δεν καλλιεργείται, φύση που δεν τιθασεύεται. Άνθρωποι δίχως υγεία, μόρφωση, φαγητό, ρούχα που όμως επιβιώνουν με το δικό τους τρόπο. Ζώα που απειλούν τη ζωή σου, ακόμη κι εκείνα που νόμιζες ακίνδυνα γίνονται ο μεγαλύτερος εφιάλτης, ο οποιοσδήποτε μπορεί να πεθάνει από μια μύγα, από ένα κουνούπι ή από μια στρατιά πεινασμένων τεράστιων μυρμηγκιών. Και σαν να μην έφταναν όλα τα προβλήματα αυτής της χώρας υπάρχουν και τα ξένα συμφέροντα που ακόμη και αυτά βρίσκουν τη θέση τους στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ξένοι σε μια ξένη γη, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, καταφέρνουν να επιβιώσουν και να ανακαλύψουν ποιοι εντέλει είναι και να απεξαρτηθούν από τα δεσμά τους.

Είναι φανερό ότι η συγγραφέας του βιβλίου περιγράφει την πραγματικότητα της χώρας γνωρίζοντας την. Φανταστικά πρόσωπα εμπλέκονται με αληθινά αλλά οι καταστάσεις που περιγράφονται δεν ανήκουν στη φαντασία. Η ίδια έζησε στο Βέλγικο Κονγκό την παιδική της ηλικία. Το βίωμα αυτό μας προσφέρει απλόχερα σε ένα ιδιαίτερα καλογραμμένο μυθιστόρημα.

Η Δηλητηριώδης Βίβλος είναι ένα μεγάλο βιβλίο που το εξώφυλλο του δεν είναι από εκείνα που συναντά κανείς συχνά. Κι όμως είναι ένα βιβλίο που αξίζει να βρεθεί στη σκέψη σου και στη βιβλιοθήκη σου. Αναμφισβήτητα, αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ονειρικό εφηβικό βιβλιοβιβλίο


Πάντα θεωρούσα ότι η συγγραφή εφηβικής λογοτεχνίας έχει το μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας. Δεν είναι καθόλου εύκολο να προσελκύσεις και να κρατήσεις απορροφημένο τον έφηβο αναγνώστη και μάλιστα σήμερα που τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, οι ταινίες, οι τηλεοπτικές σειρές, η εικονική πραγματικότητα έχουν την τιμητική τους και προσφέρουν ψυχαγωγία χωρίς να απαιτούν καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Η ανάγνωση, όμως, οπτικά δεν έχει τίποτα το δελεαστικό, μαύρα γράμματα σε άσπρο φόντο. Ούτε απίθανα εφέ, ούτε ήχους και μουσική να δημιουργούν αγωνία, να μαγνητίζουν την προσοχή και να σε εγκλωβίζουν σε μια κινούμενη εικόνα. Τίποτα, άσπρο και μαύρο, γράμματα, λέξεις, χαρτί κακής ποιότητας, καθόλου νέες τεχνολογίες. Πραγματικά πόσο δύσκολο είναι να κερδίσεις λίγο από τον χρόνο ενός εφήβου. Τι υπερπαραγωγές έχει να ανταγωνιστεί ο συγγραφέας με μόνο όπλο τη φαντασία και την τέχνη του λόγου. Ο έφηβος είναι το πιο δύσκολο και απαιτητικό αναγνωστικό κοινό. Κι όταν αποφασίζεις να γράψεις γι' αυτόν χρειάζεται φοβερή συγγραφική επιδεξιότητα. Μα και πόσο δύσκολο ένα παιδί που δεν διαβάζει να γίνει ένας έφηβος που διαβάζει. Ένα παιδί που ζει σε σπίτι δίχως βιβλία, με γονείς δίχως βιβλία, σε ένα σχολείο με ένα βιβλίο, που δεν άκουσε ένα παραμύθι, που δεν μπήκε ποτέ σε ένα βιβλιοπωλείο ή σε μια βιβλιοθήκη, πώς θα γίνει ο αναγνώστης που θα επικοινωνήσει ο κόπος του συγγραφέα μαζί του; Δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο.

Το θετικό είναι ότι εύκολα μπορεί να βρεθεί στο δρόμο του ένα καλό βιβλίο που θα του ανοίξει την πόρτα στον μαγικό κόσμο της ανάγνωσης. Οι συγγραφείς εφηβικής λογοτεχνίας λαμβάνοντας υπόψη τη δυσκολία να προσελκύσουν ένα τόσο ιδιαίτερο κοινό, βάζουν τα δυνατά τους να γράψουν μια ιστορία που θα συναγωνίζεται την ιστορία ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι καλά βιβλία έγιναν παιχνίδια ή πετυχημένες ταινίες. Κι αυτός είναι ο λόγος που μου αρέσει η εφηβική λογοτεχνία, δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ. Κι όταν είναι βιβλίο για βιβλία και μάλιστα για βιβλιοθήκες, ο ενθουσιασμός μου είναι ακόμη μεγαλύτερος. Κι αυτόν το ενθουσιασμό θέλω να μοιραστώ μαζί σας. Αν γνωρίζετε άτομα 11-14 ετών πρέπει να τους δωρίσετε ένα καλό βιβλίο, δηλαδή αυτό το βιβλίο. Δεν είναι εικονογραφημένο (οι μόνες εικόνες είναι οι γρίφοι), όμως έχει μικρά και ευκολοδιάβαστα κεφάλαια με μεγάλη γραμματοσειρά που τελειώνουν γρήγορα και ούτε που καταλαβαίνεις πότε έχεις περάσει στον επόμενο κεφάλαιο. Λόγος για το βιβλίο του αμερικανού Κρις Γκραμπενστάιν που αγαπά τις βιβλιοθήκες και χρωστάει πολλά στους βιβλιοθηκάριους, με τίτλο "Απόδραση από τη βιβλιοθήκη του κυρίου Λιμοντσέλο" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ο κύριος Λιμοντσέλο είναι ένας αλλοπρόσαλλος, εκκεντρικός, ευφυής και πλούσιος κύριος, από εκείνους τους ανθρώπους που μένουν για πάντα παιδιά, οπότε ξέρουν πως να κάνουν τα παιδιά να διασκεδάζουν. Είναι ένας πολύ πετυχημένος επιχειρηματίας καθώς φτιάχνει ευφάνταστα επιτραπέζια παιχνίδια, όπως η βιβλιομανία (το θέλω! ας το φτιάξει κάποιος), που είναι γνωστά σε όλα τα παιδιά αλλά και τους ενήλικους. Καθώς έχει πολλά χρήματα, αποφασίζει να επαναλειτουργήσει την τοπική βιβλιοθήκη που εδώ και δώδεκα χρόνια μένει κλειστεί. Ήταν άλλωστε χώρος που περνούσε το χρόνο του ως παιδί. Επί αρκετά χρόνια το κτίριο της παλιάς τράπεζας χτίζεται από την αρχή με άκρα μυστικότητα με σκοπό να στεγάσει τη νέα βιβλιοθήκη. Μέχρι που το έργο ολοκληρώνεται και φτάνει η ώρα να υποδεχτεί το κοινό της. Ο Λιμοντσέλο θέλει οι πρώτοι που θα χρησιμοποιήσουν τη βιβλιοθήκη να είναι οι δωδεκάχρονοι της πόλης καθώς από τη μέρα που γεννήθηκαν δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να επισκεφθούν την τοπική βιβλιοθήκη καθώς ήταν κλειστή. Δώδεκα δωδεκάχρονα, εκείνα που γράφουν την καλύτερη έκθεση, επιλέγονται να περάσουν τη νύχτα τους στη βιβλιοθήκη και να γνωρίσουν από κοντά όλα όσα εκείνη κρύβει.

«Γιατί, αγαπημένοι μου φίλοι, αυτά τα δώδεκα παιδιά έζησαν ολόκληρη τη ζωή τους χωρίς μια δημόσια βιβλιοθήκη. Κατά συνέπεια, δεν έχουν ιδέα πόσο καταπληκτικά χρήσιμη, ωφέλιμη και διασκεδάσιμη-μια πρόσφατη λέξη δικής μου έμπνευσης-μπορεί να είναι. Αυτή λοιπόν είναι η ευκαιρία τους να ανακαλύψουν πως μια βιβλιοθήκη δεν είναι μια συλλογή σκονισμένων παλιών βιβλίων. Είναι ένας τόπος γνώσης, εξερεύνησης και ενηλικίωσης!» 

Η βιβλιοθήκη που δημιούργησε ο ευφυής κύριος Λιμοντσέλο είναι η βιβλιοθήκη των ονείρων μου. Δεν είναι ο πλούτος βιβλίων που περιέχει, δεν είναι η απόλυτη τάξη που επικρατεί, η οποία στηρίζεται απόλυτα στο δεκαδικό σύστημα ταξινόμησης Dewey, δεν είναι τα σιντριβάνια και τα αγάλματα συγγραφέων, αλλά η τεχνολογία που χρησιμοποιείται. Το ολόγραμμα της παλιάς βιβλιοθηκαρίου εμφανίζεται όποτε το ζητήσεις και μπορεί να σου απαντήσει σε κάθε ερώτηση, μηχάνημα επιστροφής βιβλίων με αυτόματη ταξιθέτηση, ειδικά ιπτάμενα μηχανήματα σε οδηγούν αυτόματα στα βιβλία των πιο υψηλών ραφιών αρκεί απλά να πληκτρολογήσεις τον κωδικό τους, οθόνες αφής σου επιτρέπουν να αναζητήσεις βιβλία στον κατάλογο και πληροφορίες στον παγκόσμιο ιστό. Φυσικά υπάρχει εστιατόριο, ο βιβλιοφάγος, αίθουσα για να παίξεις επιτραπέζια και αίθουσα με ειδικές καρέκλες προσομοίωσης για να παίξεις  ηλεκτρονικά παιχνίδια σε τεράστιες οθόνες που δεν έχουν μόνο κίνηση και ήχο αλλά και μυρωδιά σχετική με την εικόνα. Η βιβλιοθήκη δεν έχει καθόλου παράθυρα καθώς τα βιβλία είναι από μόνα τους παράθυρα, ενώ η βαριά πόρτα της τράπεζας έχει παραμείνει για να είναι ασφαλείς οι σκέψεις των αναγνωστών.

Όταν η νύχτα περάσει και τα παιδιά τελειώσουν την περιήγησή τους τότε θα συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να βρουν έναν τρόπο να βγουν από τη βιβλιοθήκη. Αυτό είναι το παιχνίδι που σχεδίασε η νέα βιβλιοθηκονόμος προς τέρψη του χορηγού της βιβλιοθήκης. Τα παιδιά θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν το πιο απίθανο escape libray (εκ του escape room) λύνοντας τους πιο απίθανους βιβλιογρίφους που θα τους κάνουν να μάθουν να χρησιμοποιούν τη βιβλιοθήκη και φυσικά να γνωριστούν με συγγραφείς και βιβλία.

Λίγα λόγια για τη συνάντησή μου με αυτό το βιβλίο (επιστροφή στην πραγματικότητα):
Η πρώτη γνωριμία με το βιβλίο έγινε στο Κ.Π. Ι.Σ. Νιάρχου, καθώς αυτό κι άλλα αγαπημένα βιβλιοβιβλία υπήρχαν στο χώρο υποδοχής. Η δεύτερη συνάντησή μου μαζί του έγινε στη βιβλιοθήκη που βρίσκεται στον επάνω όροφο από τη δημόσια βιβλιοθήκη. Η δεύτερη αυτή βιβλιοθήκη είναι σε χειρότερη μοίρα από αυτήν της πρώτης που περιέγραψα εδώ. Πολύτιμα βιβλία πίσω από κάγκελα και χωρίς καμία βιβλιοθηκονομική επεξεργασία, κορδέλες σε αποτρέπουν να πλησιάσεις τα ράφια σαν να πρόκειται για μουσειακά εκθέματα, υπάλληλοι χωρίς καμία γνώση, δεν υπάρχουν υπολογιστές για το κοινό. Έχοντας ζητήσει ευγενικά ευγενικά την άδεια να πλησιάσω τις βιβλιοθήκες (να ξεπεράσω τα σκοινάκια)  για να διαλέξω κάποιο βιβλίο, προσέγγισα τα δεκάδες ράφια που μου υπέδειξαν ότι έχουν τα λογοτεχνικά βιβλία και άρχισα να κοιτάω ράχες. Βιβλία που τοποθετήθηκαν στα ράφια με τη σειρά που ήρθαν και πήραν έναν τυχαίο αριθμό για ταξιθέτηση. Λογοτεχνικά βιβλία του ίδιου συγγραφέα, ακόμη και ίδια βιβλία, σε διάφορα σημεία, με πολλά ράφια απόσταση μεταξύ τους. Καμία πιθανότητα να βρεις ένα βιβλίο παρά μόνο στην τύχη. Η βιβλιοθήκη του Λιμοντσέλο μαζί με κλασική λογοτεχνία, με ρομάντζα και αστυνομικά, εφηβικά μαζί με ενηλίκων. Πιάνω το αντίτυπο στα χέρια μου, είναι σε τόση καλή κατάσταση που σίγουρα δεν το έχει δανειστεί κανείς. Μα θα ήταν θαύμα να το έχει εντοπίσει ένας έφηβος. Το ανοίγω και βλέπω στη σφραγίδα δωρεάς το Ίδρυμα Νιάρχου. Το ίδρυμα που νοιάζεται για τις βιβλιοθήκες δωρίζει βιβλία και οπτικοακουστική τεχνολογία χωρίς να έχει ιδέα τι συμβαίνει μετά και πως αυτά αξιοποιούνται...

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη


Μα τι τίτλος! Διέκρινα ένα ψήγμα τρόμου στην άκρη του ματιού της νέας προϊστάμενης της δημόσιας βιβλιοθήκης, αποσπασμένη εκπαιδευτικός βεβαίως βεβαίως, όταν της έδωσα το βιβλίο για να το δανειστώ. Αλλά όχι, το βιβλίο δεν αναφέρεται σε δημόσια βιβλιοθήκη, δεν θα μπορούσε άλλωστε, δεν είναι το στιλ της Κρίστι. Για τη βιβλιοθήκη μιας έπαυλης πρόκειται.

Φανταστείτε να είχαμε στο σπίτι μας το δωμάτιο που ονειρευόμαστε όλοι να έχουμε, εκείνο που θα είχε συγκεντρωμένα όλα τα βιβλία μας, κι ένα παράξενο πρωινό να βρίσκαμε το παράθυρο παραβιασμένο και πάνω στο χαλί ένα πτώμα. Το δωμάτιο αυτό να ήταν κάπως έτσι: "Η βιβλιοθήκη ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό δωμάτιο των ιδιοκτητών της. Ήταν ευρύχωρη και απέριττη, αλλά και με πολύ ακαταστασία. Είχε μεγάλες παλιές πολυθρόνες και βιβλία μαζί με συμβόλαια και άλλα έγγραφα που ήταν σκορπισμένα στο μεγάλο τραπέζι. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένες μια ή δυο καλές, παλιές οικογενειακές προσωπογραφίες και μερικές ακουαρέλες, μάλλον κακού γούστου, της Βικτωριανής εποχής, καθώς και μερικές δήθεν αστείες σκηνές κυνηγιού. Υπήρχε, ακόμα, ένα μεγάλο ανθοδοχείο με μαργαρίτες στη γωνία. Ολόκληρο το δωμάτιο ήταν μάλλον σκοτεινό, αλλά  είχε συμπαθητική ατμόσφαιρα, που μιλούσε για πολύχρονη οικογενειακή χρήση και μακρούς δεσμούς με την παράδοση", ενώ το πτώμα να άνηκε σε ένα νεαρό κορίτσι εντελώς άγνωστο σε εμάς και κανείς μας να μην μπορούσε να καταλάβει τι γυρεύει στο χαλί της βιβλιοθήκης μας. Ακόμη και αν κάποιος από το υπηρετικό προσωπικό ερχόταν να μας ξυπνήσει να μας πει αυτό το φοβερό νέο και πάλι θα αδυνατούσαμε να το πιστέψουμε: "Έβλεπες όνειρο, αγαπητή μου Ντόλλυ. Ήσουν επηρεασμένη  απ' την ανάγνωση της αστυνομικής νουβέλας Το σπασμένο σπίρτο, όπου ο Λόρδος Έντγκμπαστον βρίσκει το πτώμα μιας ωραίας ξανθής πάνω στο χαλί της βιβλιοθήκης... Πτώματα, βρίσκονται πάντα μέσα στις βιβλιοθήκες, όχι όμως επάνω στα χαλιά αλλά μέσα στις... σελίδες των βιβλίων", μπορεί να λέγαμε κι εμείς χαριτολογώντας.

Αυτή η Αγκάθα Κρίστι είναι φοβερή στο να φτιάχνει ατμόσφαιρα και να στήνει το τέλειο σκηνικό εγκλήματος. Ο αναγνώστης εισβάλει αστραπιαία σε χώρους μιας άλλης εποχής, είτε εσωτερικούς, είτε εξωτερικούς, και γίνεται ένας αληθινός θεατής των σκηνών που διαδραματίζονται μπροστά του παρακολουθώντας με αγωνία τις συζητήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τι είναι αυτό  πτώμα και πως διάολο βρέθηκε μέσα σε εκείνη τη βιβλιοθήκη. Διαβάζοντας, σχεδόν με είδα να πίνω τσάι με την μις Μάρπλ τη γεροντοκόρη κουτσομπόλα της περιοχής που γνωρίζει τα πάντα κι έχει την ικανότητα να συνδέει γεγονότα και καταστάσεις που η αστυνομία δεν θα λάμβανε υπόψη της. Είναι γνωστό ότι έχει χάρισμα να εξιχνιάζει και τα πιο παράξενα συμβάντα με τη βοήθεια μικρών, αλλά όχι και τόσο ασήμαντων, λεπτομερειών. Ακόμη και η ίδια η αστυνομία τη συμβουλεύεται όταν φαίνεται η υπόθεση να φτάνει σε αδιέξοδο.    

Βαθιά μέσα μου πάντα ήλπιζα αυτό το βιβλίο να είναι ένα ακόμη βιβλίο για βιβλία. Θα μπορούσε όλη η υπόθεση να εξελίσσονταν στο χώρο της βιβλιοθήκης, ο δολοφόνος να κρύβεται πίσω από μαγικές πόρτες που ανοίγουν όταν τραβήξεις ένα συνδυασμό βιβλίων. Αλλά όχι, η Κρίστι είναι μια αυθεντική συγγραφέας νουάρ λογοτεχνίας. Τίποτα το υπερφυσικό δεν εμπλέκεται στη φαντασία της. Σίγουρα αυτό το βιβλίο δεν κατάφερε να με απορροφήσει τόσο όσο οι Δέκα μικροί νέγροι, αλλά δεν παύει να έχει την μοναδική ατμόσφαιρα που μόνο η πένα της Κρίστι ξέρει να ζωγραφίζει. Κι εξάλλου το είπαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, τα βιβλία της Κρίστι είναι ολιγοσέλιδα, διαβάζονται εύκολα, σε απορροφούν και δρουν ως αγχολυτικά. Το συστήνουν και οι γιατροί, να διαβάζετε ένα μετά το φαγητό ή και πριν από αυτό. Ακόμη, είναι παντός καιρού. Ταιριάζουν και με το χειμωνιάτικο χιονιά αφού είναι ό,τι πρέπει για να τα διαβάζει κανείς κάτω από τα σκεπάσματα, ή με ήχους βροχής και βροντών, αλλά είναι και καλοκαιρινά αναγνώσματα που συνοδεύουν την ηλιοθεραπεία.

Βιβλίο για βιβλία θα έχει η επόμενη ανάρτηση. Ήδη διάβασα τις πρώτες σελίδες του κι ανυπομονώ να φτάσω στις τελευταίες του!

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Περί εξαντλημένων εκδόσεων κι άλλων δεινών


Πόσο αποθηκευτικό χώρο άραγε θα χρειαζόταν να έχει στη διάθεσή του ένας εκδοτικός οίκος για να διαθέτει στοκ όλων των τίτλων που έχει εκδώσει από την αρχή της λειτουργίας του; Πόσα κτίρια θα πρέπει να μισθώνει ή να κατέχει στην ιδιοκτησία του γεμάτα ράφια με τα αντίτυπα όλων των τίτλων του ώστε να είναι σε θέση να διαθέσει ένα αντίτυπο σε εκείνον τον έναν αναγνώστη που κάποια στιγμή θα θελήσει να το διαβάσει; Κι υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα με πολυετή εκδοτική πορεία, η οποία αριθμεί χιλιάδες εκδόσεις. Πόσος χώρος για αποθηκευμένα πολλά αντίτυπα χιλιάδων τίτλων που περιμένουν τους αναγνώστες τους. Γιατί όλα τα βιβλία έχουν δυνητικούς αναγνώστες κι όλοι οι τίτλοι του εκδοτικού οίκου θα πρέπει να κυκλοφορούν ή να βρίσκονται κάπου περιμένοντας. Τότε θα είχαμε βιομηχανία εκδοτικών οίκων. Υπάρχουν και εκδοτικοί οίκοι, βέβαια, που δεν άντεξαν στο χρόνο κι έκλεισαν με αποτέλεσμα οι τίτλοι, η οποίοι έχτιζαν τον εκδοτικό τους κατάλογο να ορφανέψουν μέχρι που κι αυτοί εντέλει εξαφανίστηκαν καθώς κανένας άλλος εκδοτικός δεν τα υιοθέτησε. Κι είναι πολλοί οι εκδοτικοί οίκοι, από τις αρχές του 20ού αιώνα που ξεκινά η ιστορία τους, οι οποίοι εξέδωσαν και μετά έκλεισαν, ορισμένοι μάλιστα με σημαντική ιστορία και πλούσιο εκδοτικό κατάλογο.

Και τα βιβλιοπωλεία πόσο χώρο να έχουν κι αυτά για να χωρέσουν όλη την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Κι είναι μεγάλη η ελληνική βιβλιοπαραγωγή αριθμεί χιλιάδες τίτλους από εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο μικρό αναγνωστικό κοινό, βέβαια αν είναι μικρό ακόμη δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Μα τα σημερινά βιβλιοπωλεία, μικρά ή μεγάλα δεν έχει σημασία, μετά βίας χωράνε την βιβλιοπαραγωγή των δύο τριών τελευταίων χρόνων κι αυτή όχι όλη. Ίσως να έχουν κι ορισμένους τίτλους του παρελθόντος ανάλογα με το γούστο του κάθε βιβλιοπώλη. Κι όταν μιλάμε για γούστο, τότε σίγουρα μιλάμε για τα μικρά βιβλιοπωλεία, τα συνοικιακά. Μα κι αυτά, πόσα βιβλία να χωρέσουν και πόσο ρίσκο να πάρει αυτός ο μικρός επιχειρηματίας μην τυχόν του ξεμείνουν στα ράφια βιβλία απούλητα που τελικά θα τα πληρώσει από την τσέπη του. Εκτός κι αν είσαι το amazon κι έχεις στη διάθεσή σου χώρους σαν αυτόν που φαίνεται στην παραπάνω εικόνα. Εκατοντάδες τ.μ. γεμάτα μεταλλικά ράφια με εκατομμύρια βιβλία ετοιμοπαράδοτα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εμείς όμως ζούμε στην Ελλάδα και τα ελληνικά βιβλία απευθύνονται μόνο σε αυτούς τους λίγους που ξέρουν αυτή τη σύνθετη γλώσσα και μένουν κυρίως σε μια συγκεκριμένη γωνιά του πλανήτη.

Οι εκατοντάδες ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν δεκάδες τίτλους ετησίως, χωρίς το ΕΚΕΒΙ τα νούμερα δεν μπορούμε να τα διευκρινίσουμε. Όλοι παίρνουν ρίσκο, κάποιοι μικρότερο, κάποιοι μεγαλύτερο. Κανείς δεν ξέρει αν αυτό το βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί θα έχει επιτυχία και πόσο αυτή θα διαρκέσει. Τυπώνουν σε ένα μικρό τιράζ και περιμένουν. Πληρώνουν για να προωθήσουν, όσοι έχουν να πληρώσουν. Παλεύουν για μια θέση περιωπής σε ένα βιβλιοπωλείο με κόσμο, όσοι μπορούν. Αν το τιράζ εξαντληθεί σύντομα επανεκδίδουν άμεσα για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση. Οι άνθρωποι ζητούν, κατ' επέκταση τα βιβλιοπωλεία ζητούν και τελικά οι εκδοτικοί οίκοι τυπώνουν και στέλνουν. Αν το τιράζ δεν εξαντληθεί σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αρχίζουν τα δύσκολα. Τα αντίτυπα που δεν πουλήθηκαν μένουν στην αποθήκη. Περιμένουν, πόσο; ανάλογα το βιβλίο. Αλλά και πάλι πόσο; Κάποιοι στιγμή ο εκδοτικός οίκος θα χρειαστεί το χώρο που καταλαμβάνουν αυτά τα απούλητα για να τοποθετήσει αντίτυπα νέων τίτλων που ενδεχομένως να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία και να επιφέρουν περισσότερο κέρδος. Μα φυσικά, δεν δύναται επιχείρηση δίχως κέρδος. Τα επί χρόνια απούλητα αντίτυπα μιας τελικά αποτυχημένης έκδοσης γίνονται βάρος.

Αν όλες οι λύσεις αποτύχουν και το τιράζ δεν πωληθεί, μία είναι η επόμενη λύση: πολτοποίηση. Ο χώρος είναι σημαντικός και τα απούλητα τον καταλαμβάνουν ασκόπως. Πρέπει γρήγορα κι άμεσα να ξεμπερδεύουμε από αυτό το βάρος. Πέταμα με οικολογική συνείδηση. Από την άλλη, αν με χίλιους κόπους προσφορές και παζάρια, το τιράζ πουληθεί, σίγουρα ο εκδότης δεν θέλει να επανεκδώσει τον συγκεκριμένο τίτλο. Το βιβλίο παύει να κυκλοφορεί, όταν κυκλοφορούσε δεν βρήκε το δρόμο που επιτρέπει σε μια επιχείρηση την υγιή πορεία της. Κι αυτό είναι το σωστό, ο εκδοτικός οίκος γίνεται καλύτερος, μαθαίνει τις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού, το βιβλίο ενδεχομένως να ξαναγραφτεί καλύτερο ή να ξαναμεταφραστεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Κάποια στιγμή στο μέλλον. Γιατί αν το βιβλίο τελικά αποδειχθεί ότι δεν ήταν τόσο αποτυχημένο όσο το χαρακτήρισαν κάποιοι που έλαβαν υπόψη μονάχα τις πωλήσεις, θα το βρει το δρόμο του.


Κι έρχεσαι εσύ μετά από χρόνια, μοναχικέ αναγνώστη, που κάποια μυστήρια οδός σε οδήγησε σε αυτό το "αποτυχημένο" βιβλίο και ψάχνεις να βρεις αυτό τον εξαντλημένο τίτλο. Κάποιος που θυμάται το γολγοθά του για να ξεφορτωθεί το βάρος μπορεί να γελάει μαζί σου. Του αναφέρεις τον τίτλο και σου κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα. Ούτε να το ακούει δεν θέλει. Τελείωσε, δεν υπάρχει, εξαντλημένο, το θες; δεν με νοιάζει. Κι έτσι που αρνούνται να ικανοποιήσουν τη ζήτησή σου εσύ πεισμώνεις περισσότερο και το θες ακόμη πιο πολύ από πριν. Λες, δεν μπορεί να άνοιξε η γη και να το κατάπιε, κάπου θα υπάρχει ένα αντίτυπο που να με περιμένει. Αυτές οι εξαντλημένες εκδόσεις μας κάνουν περισσότερο βιβλιόφιλους.

Πάνω σε αυτή την ιδέα γεννιέται μια άλλη επιχείρηση που έρχεται να ικανοποιήσει τη ζήτηση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τα βιβλιοπωλεία και τους εκδοτικούς οίκους, τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Ειδικότητά τους οι εξαντλημένες εκδόσεις, τα βιβλία που σταμάτησαν να κυκλοφορούν, εκείνα που πολτοποιήθηκαν, οι εκδοτικοί οίκοι που έκλεισαν, οι τίτλοι που ορφάνεψαν, τα χάρτινα πλάσματα που θεωρήθηκαν αποτυχημένα επειδή δεν πουλήθηκαν. Αυτοί οι δαιμόνιοι παλαιοβιβλιοπώλες (όπως ο Γιάννης του παλαιοβιβλιοπωλείου Ίστωρ της παραπάνω εικόνας) έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη οξυδέρκεια από όλους όσους ανέφερα ως τώρα, ξέρουν να ξεχωρίζουν βιβλία, προσπαθούν να μαντέψουν τις μελλοντικές ανάγκες, δίνουν τιμές εκεί που οι άλλοι τις βρίσκουν έτοιμες. Μα κι αυτά πόσα βιβλία να χωρέσουν; Ξέρεις πόσα τέτοια βιβλία υπάρχουν από την αρχή της τυπογραφίας στα ελληνικά (να το περιορίσουμε με βάση τη γλώσσα); εκατομμύρια. Δεν χωράνε σε ένα μικρό μαγαζί ενός ακόμη πιο μικρού επιχειρηματία.


Κι εδώ έρχεται πια όχι μια επιχείρηση, αφού το χρηματικό κέρδος και οι πωλήσεις δεν είναι ο κύριος σκοπός της, αλλά μια πολιτισμική μονάδα που κοιτά να ικανοποιήσει την ανάγκη του ανθρώπου για ανά-γνώση. Η Εθνική Βιβλιοθήκη κάθε χώρας είναι ο φύλακας της εθνικής βιβλιοπαραγωγής. Εκεί που το κράτος επεμβαίνει στον κόσμο των επιχειρήσεων, αφήνει έξω τους επιχειρηματικούς όρους, και επωφελείται από το πολιτισμικό αγαθό που παράγουν αυτοί. Βάσει νόμου, ο κάθε εκδοτικός οίκος υποχρεούται να αποστέλλει δύο αντίτυπα των βιβλίων που εκδίδει. Είναι αυτά τα δύο βιβλία που θα μείνουν ακόμη κι αν όλα τα άλλα εξαφανιστούν. Κι έχει τους απαραίτητους χώρους μια βιβλιοθήκη για να στεγάσει αυτά τα εκατομμύρια βιβλία; Θα πρέπει να τους βρει το κράτος που ενδιαφέρεται για τον εθνικό πολιτισμό περισσότερο από μια επιχείρηση. Να, η δική μας Εθνική Βιβλιοθήκη μόλις απέκτησε το κτίριο που θα χωρέσει όλους τους θησαυρούς της, τα ολοκαίνουρια ράφια είναι άδεια και περιμένουν να γεμίσουν, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Βέβαια δεν είναι μόνο το κτίριο είναι και η τάξη που θα πρέπει να μπει. Γιατί το υλικό υπήρχε και πριν αλλά καθώς δεν υπήρχε ο κατάλληλος χώρος ήταν εγκλωβισμένο σε κούτες χωρίς να ξέρει κανείς την ύπαρξή του ή την ακριβή τοποθεσία του, δεν ήταν Εθνική Βιβλιοθήκη ήταν (κι εξακολουθεί για την ώρα να είναι) μια εθνική αποθήκη βιβλίων. Και βέβαια δεν γίνεσαι βιβλιοθήκη όταν αποκτήσεις ράφια.

Μα είναι στην Αθήνα κι οι αναγνώστες είναι σκόρπιοι στην Ελλάδα, θα μου πείτε. Η Εθνική Βιβλιοθήκη θα έπρεπε να είναι σε κάθε μικρή δημόσια βιβλιοθήκη που υπάρχει σε κάθε γωνιά της μικρής μας χώρας μέσω ενός αόρατου δικτύου που θα ένωνε αναγνώστες και βιβλία, το οποίο θα δημιουργούνταν από τους ακόμη πιο οξυδερκείς από όλους τους παραπάνω επαγγελματίες, επιστήμονες βιβλιοθηκαρίους. Γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι είναι επιστήμονες κι όχι επιχειρηματίες με απώτερο σκοπό πάντα το οικονομικό κέρδος, απαραίτητο για την επιβίωση. Θα γίνει άραγε η Εθνική μας Βιβλιοθήκη ο οδηγός όλων των ελληνικών βιβλιοθηκών που προσπαθούν μόνες τους να επιβιώσουν με όποιον τρόπο θεωρεί η κάθε μία σωτήριο; Το νέο κτίριο είναι μια κάποια αρχή αλλά δεν παύει να είναι μόνο μια αρχή. Όλοι ανυπομονούμε να δούμε την εξέλιξή της και ελπίζουμε να υπάρξει εξέλιξη έστω κι αν αυτή χρειαστεί χρόνια πολλά.

Στη βιβλιοθήκη, αναγνώστη, δεν θα ικανοποιήσεις την ανάγκη σου για κατανάλωση αφού δεν μπορείς να αγοράσεις το βιβλίο και να το κάνεις δικό σου. Εκεί ξεχνάς την καταναλωτική σου μανία και συνειδητοποιείς ότι το βιβλίο δεν έχει μόνο έναν αναγνώστη γιατί ζει περισσότερο από εκείνον. Εκεί χαίρεσαι για την ανάγνωση και όχι για την κατοχή. Γι' αυτό μην επιδιώκεις η δημόσια βιβλιοθήκη να είναι μια ακόμη επιχείρηση.

Και μετά είναι και τα ηλεκτρονικά βιβλία, η ιστορία όμως αυτή δεν χωράει και αυτά μέσα της. Είναι από μόνα τους μια άλλη ιστορία η οποία βρίσκεται στην αρχή της και κανείς δεν ξέρει την πορεία της. Την παρακολουθούμε πάντως εμείς οι φίλοι της ανάγνωσης και την υπολογίζουμε.

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Ανασκόπηση έτους 2016


Librarian Slidely by Slidely Slideshow

Το 2016 άφησε πίσω πολλές εμπειρίες αναγνωστικές και όχι μόνο. Αν και με βρήκε και με άφησε βυθισμένη σε εργασιακή απραγία, καθώς εργάστηκα μόνο τους πέντε μήνες του έτους σε μονάχα μια βιβλιοθήκη και για λίγες ημέρες μόνο λόγω πολλών αναποδιών σε μια πανέμορφη βιβλιοθήκη πολύ μακριά από εδώ. Παρόλα αυτά μέσα στο έτος που μας πέρασε είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω σε επτά (!) χώρες, να τις διασχίσω οδικώς και να διανυκτερεύσω σε μικρές και μεγάλες πόλεις τους στο πρώτο roadtrip της ζωής μου που μακάρι να μην είναι και το τελευταίο. Ακόμη, για πρώτη φορά, μετά από πολλά χρόνια (πέντε αν όχι και παραπάνω) το έτος αυτός με βρήκε και μ' αφήνει να ζω στην ίδια πόλη, έχοντας γλιτώσει την ταλαιπωρία μιας ακόμη μετακόμισης. Η πρώτη φορά μιας κάποιας σταθερότητας και η πρώτη φορά που επισκέφθηκα τόσες χώρες μαζεμένες δημιούργησαν ένα πολύ ενδιαφέρον έτος που μου χάρισε πολλές και ποικίλες εμπειρίες. Αν και η ανεργία δεν μου επιτρέπει σε πολλά όνειρα, φέτος άρχισα να την αποδέχομαι και να μην την αφήνω να μου επιβάλλεται και να μου ορίζει το μέλλον. Θα επιβιώσω και χωρίς εργασία κι ας μην είναι αυτό που ονειρεύτηκα για τη ζωή μου. Ακόμη το 2016 γνώρισα πολλούς νέους ανθρώπους, δοκίμασα νέα φαγητά, εμπλούτισα τις μαγειρικές και ζαχαροπλαστικές ικανότητές μου, ξεκίνησα να αθλούμαι και να διαλογίζομαι και τελευταίο και σπουδαιότερο διάβασα πολλά και κυρίως καλά βιβλία.

Τόσα ήταν τα καλά βιβλία που δυσκολεύτηκα να τα βάλω σε αύξουσα σειρά προτιμήσεως. Η βασικότερη αιτία ήταν που έβαλα ως στόχο να διαβάσω κυρίως κλασική λογοτεχνία και κάπως κατάφερα να τον κρατήσω. Πραγματικά η ανάγνωση κλασικής λογοτεχνίας είναι η ασφαλέστερη εγγύηση ότι δεν θα χάσεις τον χρόνο σου. Ποτέ δεν με απογοήτευσε. Φυσικά, να τονίσω για άλλη μια φορά την αξία και τη σημασία των βιβλιοθηκών και όταν μιλάμε για λογοτεχνία αναφερόμαστε κυρίως στις δημόσιες βιβλιοθήκες. Αν δεν υπήρχε η δημόσια βιβλιοθήκη δίπλα μου δεν θα είχα διαβάσει ούτε τα μισά από τα βιβλία που βρίσκονται στην παρακάτω λίστα και στο παραπάνω βίντεο.

Ξένη Λογοτεχνία

Ελληνική Λογοτεχνία

Μη λογοτεχνικά


Παιδικά/ Εφηβικά

Αυτές ήταν οι αναγνώσεις μου για το 2016. Εύχομαι το 2017 να έχω την ευκαιρία να συναντηθώ με ακόμη περισσότερα και ακόμη καλύτερα βιβλία. Καλή χρονιά για όλους, διαβαστερότερη, δημιουργικότερη, ταξιδιάρικη, με υγεία, αγάπη και πολιτισμό.

Μπορείτε να βρείτε της αναγνώσεις μου για τα έτη 2015, 2014, 2013.