Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Όταν τα αγάλματα μιλούν


"Οι νύχτες στο μουσείο, αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύουν οι περισσότεροι, είναι μαγικές, γεμάτες ψιθύρους και κίνηση. Μόλις αρχίζει να σουρουπώνει, μπορείς να διακρίνεις στο βλέμμα των αγαλμάτων την ανυπομονησία τους, την προσμονή τους. Είμαι πια βέβαιη πως όλοι το ήξεραν. Πως τις νύχτες τα αγάλματα ζωντανεύουν, εννοώ."

Αυτό το παιδικό βιβλίο είναι ένα ακόμη εξαιρετικό βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί τόσο από παιδιά, άνω των 11 ετών, όσο και από ενήλικες. Μαγική ιστορία που συνδυάζει αληθινά ιστορικά γεγονότα αλλά και μυθοπλασία. Η ιστορία του κοριτσιού που μιλούσε με τα αγάλματα είναι κάτι περισσότερο από την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Είναι η ιστορία ενός διαφορετικού κοριτσιού, όχι τόσο γιατί γεννήθηκε με ενάμιση χέρι, όσο γιατί είχε την τύχη να κατανοήσει την αξία ενός μουσείου, μαζί με αυτήν και οι εξίσου τυχεροί αναγνώστες του βιβλίου. Τα εκθέματα του ομορφότερου μουσείου της Ελλάδας, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, είναι κάτι παραπάνω από εκθέματα για την ηρωίδα του βιβλίου. Είναι οι φίλοι της, τόσο τέλειοι παρόλες τις ατέλειες τους, όπως κι εκείνη άλλωστε, είναι τα παιχνίδια της που της διηγούνται ιστορίες. Τα αγάλματα κινούνται μαζί της στο χώρο και στο χρόνο, χορεύουν, τραγουδούν, αγγίζουν τα αστέρια, χαμογελούν, δακρύζουν. Ζουν μαζί της.

Βρισκόμαστε στην Αθήνα το 1941, τις ημέρες εκείνες πριν ο πόλεμος φτάσει για να αλλάξει τις ζωές των κατοίκων της. Το κορίτσι αγαπά το μουσείο, από μικρό παιδί περνά μέσα σε αυτό αρκετές ώρες της καθώς οι γονείς της εργάζονται εκεί. Ο πατέρας της, τεχνίτης στο επάγγελμα, κατάγεται από την Τήνο, ενώ η μητέρα της, είναι πρόσφυγας από τη Σμύρνη. Εκείνη έχει ταυτιστεί με τα αγάλματα, καθώς στα περισσότερο κάτι τους λείπει, όπως κι αυτή που έχει ένα χέρι μισό. Όμως οι άνθρωποι τα κοιτούν με θαυμασμό, με δέος, δεν τα κοροϊδεύουν, δεν γελούν μαζί τους. Ο πόλεμος όμως που φθάνει θα αλλάξει τη μορφή του μουσείου της, του δεύτερου σπιτιού της. Οι γονείς της αγωνιούν κι εκείνη καταλαβαίνει ότι κάτι συμβαίνει αλλά κανείς δεν της ομολογεί την αλήθεια. Βλέπει ξύλινες κούτες, της απαγορεύουν την είσοδο, βλέπει αγάλματα να λείπουν. Ανησυχεί καθώς πιστεύει ότι ποτέ δεν θα ξαναδεί τους αγαπημένους φίλους της. Φτάνει όμως η ώρα που της αποκαλύπτουν το σκοπό για τον οποίο τα αγάλματα φεύγουν και δεν διστάζει να βοηθήσει κι εκείνη, όπως μπορεί. Και κάπως έτσι η συγγραφέας αυτού του βιβλίου μας τοποθετεί σε εκείνες τις ημέρες που οι θησαυροί του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας κρύβονται από τους κατακτητές για να μην κλαπούν. Μπαίνουμε κι εμείς μέσα στο επιβλητικό κτίριο της Πατησίων τις ημέρες εκείνες που εργαζόμενοι και εθελοντές δίνουν τη δίκη τους μάχη για να προστατεύσουν τον πραγματικό πλούτο αυτής της χώρας. Ένα ένα τα εκθέματα αυτού του μουσείου θα συσκευαστούν προσεχτικά και θα επιστρέψουν βαθιά στο χώμα. Είναι γιατί η τέχνη δεν αντέχει τον πόλεμο, όπως άλλωστε και η ιστορία.

Η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση μας προσέφερε μια εκπληκτικά καλογραμμένη αληθινότατη ιστορία με τον τίτλο "Όταν έφυγαν τ' αγάλματα", για να μην ξεχνούμε ότι τα εκθέματα ενός μουσείου δεν θα παύσουν ποτέ να είναι ζωντανά και να μας μιλούν. Ένα διδακτικό βιβλίο που μιλά για τη διαφορετικότητα και τη φιλία, ενώ παράλληλα αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και βοηθά το παιδί να κατανοήσει την αξία ενός μουσείου. Κάθε έκθεμα έχει να μας αφηγηθεί πολλές ιστορίες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το κοιτάξουμε προσεχτικά κι αυτό είναι πρόθυμο να μας μεταφέρει όπου εμείς επιθυμούμε. 

Είναι κάποιοι εκεί έξω που τολμούν να μου δωρίζουν παιδικά βιβλία γιατί ξέρουν ότι αγαπώ την ταμπέλα "Νεανική Λογοτεχνία". 

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από ένα άλλο εξαιρετικό μουσείο, το αρχαιολογικό μουσείο Ολυμπίας.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Αγάπη για το βιβλίο, ενός εκδότη


"Οι ουμανιστικές σπουδές βοηθούν τον άνθρωπο να καταλάβει τον άνθρωπο. Δεν απομακρύνθηκα ούτε στιγμή από αυτή την αλήθεια. Δεν υποτιμούμε τις άλλες σπουδές, όμως με το κομπιούτερ μόνο δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Αν δεν διαβάσει το βιβλίο και δεν εθιστεί στη γνώση και την περιέργεια, πώς θα νιώσει τον διπλανό του και τον κόσμο γύρω του;
Στο βιβλίο είμαι 60 χρόνια, εξακολουθώ να το αγαπώ, όπως και τη δουλειά που κάνω, διότι αυτό μου δίνει ζωή.
Από το 1952 ξεκίνησα να εργάζομαι για το βιβλίο. Το 1960 έκανα νέα αρχή με δικό μου παλαιοβιβλιοπωλείο στην οδό Ιπποκράτους 23, σε 10 τ.μ. και έκανα τα πάντα μόνος μου. Το 1978 μετακόμισα απέναντι, στην Ιπποκράτους 8 όπου και βρίσκομαι σήμερα. Πιστεύονται βαθιά στον παιδευτικό λόγο, ταυτίζω το βιβλίο με τη ζωή και την ύπαρξη του ανθρώπου. Ακονίζει το νου, βαθαίνει τον συναισθηματικό κόσμο, καλλιεργεί τη γλώσσα, ξυπνάει τη συνείδηση, προωθεί την αυτογνωσία, ενισχύει την πίστη στις μεγάλες ανθρώπινες αξίες που καταξιώνουν και ομορφαίνουν τη ζωή. Συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση συνειδητών και υπεύθυνων πολιτών. Επιμένω ότι, αν έχουμε να προσφέρουμε κάτι στους νέους, αυτό είναι η δυνατότητα να αγαπήσουν το βιβλίο. 
Έχοντας τόσα χρόνια εκδοτικής διαδρομής αλλά και συνδικαλιστικής δράσης αναγνωρίζω πλέον ότι οι εκθέσεις βιβλίων έχουν καταντήσει κοσμικά γεγονότα, δεν προβάλλουν τη βιβλιοφιλία. Αν κάπου πρέπει να προβληθεί το βιβλίο είναι μέσα στο σχολείο. Να γίνει αναπόσπαστο μέρος της σχολικής ζωής του παιδιού από την πρώτη τάξη του δημοτικού ως το τελευταίο έτος του Πανεπιστημίου. Εκεί πρέπει να πάνε οι συγγραφείς και οι εκδότες, στις τάξεις και στα αμφιθέατρα. Παράλληλα, θεωρώ ότι πρέπει να δίνονται κίνητρα στους νέους. Να δίνουμε τη δυνατότητα οι εκδότες, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, σε μαθητές και φοιτητές να αγοράζουν με έκπτωση λογοτεχνικά και ιστορικά βιβλία. Τα παιδιά πρέπει να μπουν στα βιβλιοπωλεία. Πρέπει να στήσουμε συγκροτημένες και επαρκείς βιβλιοθήκες στο σχολείο, στις γειτονιές στους δήμους. Ωστόσο, γνωρίζω καλά πως πάνω απ' όλα απαιτείται πολιτική βούληση και ένα αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα. Αναγνωρίζω όμως ότι στον εκδοτικό τομέα έχουν γίνει σημαντικά βήματα. Ευτυχώς σήμερα είναι αρκετοί εκδότες, μικροί και μεγάλοι, που εκδίδουν ποιοτικό βιβλίο. Ακόμα σημαντικότερο είναι ότι υπάρχει και παιδικό βιβλίο ποιότητας. Κι αν κάτι έχω να συμβουλεύσω έναν νέο εκδότη, δεν είναι άλλο από το να βγάζει καλά βιβλία και να μην περιμένει να γίνει αμέσως πλούσιος. Η ποιότητα σε καθιερώνει. Γιατί ο αναγνώστης που θα πάρει ένα βιβλίο στα χέρια του και θα το καμαρώσει, ποτέ δεν θα το πετάξει, δεν θα το εγκαταλείψει ούτε το βιβλίο, ούτε τον εκδότη του."

Με αυτά τα όμορφα λόγια ο Δημήτρης Ν. Παπαδήμας, εκδότης του ιστορικού εκδοτικού οίκου, κλείνει το πρώτο μέρος του βιβλίου του Το οδοιπορικό ενός εκδότη που εκδόθηκε το 2012. Μέσα σε λίγες λέξεις συνοψίζει όλη του την αγάπη για το επάγγελμά του, το βιβλίο αλλά και τις βασικές ιδέες του για τη φιλαναγνωσία. Γραμμένο σε απλή γλώσσα, σχεδόν σε προφορικό λόγο, ο εκδότης αφηγείται τη ζωή του και η ζωή ενός δραστήριου εκδότη έχει πάντα ενδιαφέρον. Ξεκινώντας από την οικογένεια του και τον τόπο καταγωγής του, που φαίνεται ποτέ να μην ξεχνά, την όμορφη Πύλο στη Μεσσηνία, ο Παπαδήμας φτάνει στα χρόνια που αναζητώντας εργασία κατέληξε να ασχολείται με το βιβλίο. Ξεκινώντας να εργάζεται στο παλαιοβιβλιοπωλείο του συντοπίτη του Νότη Καραβία αποφάσισε να ανοίξει το δικό του παλαιοβιβλιοπωλείο το 1960. Στα χρόνια που ακολούθησαν ασχολήθηκε ενεργά και πάλεψε για τα δικαιώματα των εκδοτών και των βιβλιοπωλών αλλά και για την προώθηση της βιβλιοφιλίας. Υπήρξε πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών-Βιβλιοπωλών Αθηνών (ΣΕΒΑ), ο οποίος ιδρύθηκε το 1928. Το 1978 εγκαινίασε τη "Γιορτή του Βιβλίου" στο Άλσος της Κηφισιάς που από το 1990 και μετά πραγματοποιείται στην Αθήνα και το 1982 την πρώτη Έκθεση Βιβλίου στην Κύπρο. Στο οδοιπορικό του αναφέρεται συνοπτικά στην εκδοτική του δραστηριότητα και στη συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο B. G. Teubner Leipzig ενώ δεν ξεχνά να αναφερθεί σε συναδέλφους βιβλιοπώλες και εκδότες που έδρασε μαζί τους. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του αναφέρεται στα ταξίδια του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 
Ο δραστήριος αυτός εκδότης έφυγε από τη ζωή το 2016, το βιβλιοπωλείο-εκδοτικός οίκος του συνεχίζει στον ίδιο χώρο, στις αρχές της Ιπποκράτους, πιστό στις ιδέες και στα γούστα του ιδρυτή του.   

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Για την αυριανή γιορτή των Αρχείων


Η δουλειά στο αρχείο είναι μια ήσυχη δουλειά, ενίοτε βαρετή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι δημιουργική. Είναι μοναχική δουλειά, με πολύ διάβασμα και μεγάλη ευθύνη απέναντι στον ερευνητή. Το κοινό που καλείσαι να εξυπηρετήσεις δεν είναι μεγάλο αλλά είναι πολύ απαιτητικό γιατί ο ερευνητής που θα έρθει στο αρχείο επιδιώκει να εντοπίσει εκείνα τα κομμάτια της ιστορίας που ακόμη δεν έχουν μελετηθεί. Δουλεύεις αδιάκοπα καθώς οι σελίδες ποτέ δεν τελειώνουν, αρχειοθετείς, ευρετηριάζεις, φτιάχνεις καταλόγους, ενώνεις το παζλ της ιστορίας για εκείνον τον ένα ερευνητή που θα ζητήσει την εξειδικευμένη πληροφορία. 

Αφού παραλάβεις ένα αρχείο από ένα δημόσιο οργανισμό ή από έναν ιδιώτη, καλείσαι να αποφασίσεις τι θα κρατήσεις και τι θα εξαφανίσεις. Δύσκολη απόφαση, με μεγάλη ευθύνη για εκείνα τα σπουδαία κομμάτια του παζλ που ίσως να μην προσέξεις κι αν πετάξεις θα καταδικαστούν να είναι κομμάτια που λείπουν. Πάντα υπάρχει το πρόβλημα του χώρου. Ο μεγαλύτερος εχθρός. Συνειδητοποιώ ότι δεν είναι μόνο το χαρτί, μα και το ψηφιοποιημένο απαιτεί χώρο. Αυξάνονται τα terabyte που χρησιμοποιούνται και θέλουν κι αυτά να βρίσκονται κάπου ασφαλή. Κι εκείνα θαρρώ πως είναι κάπως πιο ευάλωτα. Αφού, λοιπόν, πάρεις τη δύσκολη απόφαση του τι θα μείνει και τι θα πεταχτεί, τότε ξεκινάει η περισσότερη δουλειά. Σπάνια το αρχείο που θα έρθει θα είναι σε καλή κατάσταση, αρχειοθετημένο σε φακέλους με τα έγγραφα τοποθετημένα σε αυστηρή χρονολογική σειρά, να έχει δηλαδή μια δομή. Είναι γιατί μέχρι να παρθεί η απόφαση να το "ξεφορτωθούν", τραβιόταν για χρόνια από γραφείο σε συρτάρι κι από το πάτωμα μέσα σε κούτες στοιβαγμένες σε κάποια αποθήκη με υγρασία. Αυτή τη δομή προσπαθεί να δημιουργήσει ο αρχειονόμος, τη δομή που είχε όταν αρχικά παράχθηκε, για την ανασυγκρότησή του παλεύουμε. Ανοίγεις κούτες κι αρχίζεις το διάβασμα. Λυτά έγγραφα, σκόρπια χαρτιά, επιστολές αλληλογραφίας, διαβιβαστικά έγγραφα χωρίς συνημμένα, σκουριασμένες καρφίτσες, χειρόγραφα μια άλλης εποχής, δυσανάγνωστα γράμματα, τοπογραφικά διαγράμματα, καθαρεύουσα, φωτογραφίες, εφημερίδες, πιστοποιητικά, συμβόλαια και χίλια δυο άλλα χαρτιά, έγγραφα που περνούν από μπροστά σου, κομμάτια προηγούμενων χρόνων, γραπτά μνημεία. Πρέπει να δημιουργήσεις φακέλους, υποφακέλους με τίτλους και χρονολογίες. Κυρίως διαβάζεις με σκοπό να ενώσεις και σε καμία περίπτωση να αποσυνδέσεις. Στη συνέχεια δημιουργείς ευρετήρια βάση των οποίων ο ερευνητής θα μπορεί να εντοπίσει την πληροφορία που αναζητά. Διαβάζεις μυριάδες χαρτιά για να καταλήξεις να σημειώσεις μόνο λίγες λέξεις. Κι ενώ θεωρείς ότι αυτό θέλει λίγο χρόνο, οι ώρες περνούν κι οι κούτες μένουν γεμάτες κι εσύ διαβάζεις ένα έγγραφο απλά και μόνο επειδή σου φαίνεται ενδιαφέρον. Ικανοποιείς τη φιλομάθειά σου αλλά και την περιέργειά σου.


Η μοίρα των αρχείων είναι κοινή με εκείνη των βιβλιοθηκών γιατί εντάσσονται στο ίδιο υπουργείο με τα πολλά προβλήματα, στο παιδείας που έχει να αντιμετωπίσει τα μυριάδες μεν κενά σε και τις υπεραριθμίες δε των εκπαιδευτικών, αποτέλεσμα των προηγούμενων εποχών που το δημόσιο διόριζε δίχως προγραμματισμό. Αυτοί οι υπεράριθμοι εκπαιδευτικοί που θέλουν κάθε χρόνο να αποσπώνται εκτός αιθουσών διδασκαλίας. Κάθε χρόνο το ίδιο πρόβλημα. Η ίδια ειδικότητα υπεράριθμη σε ένα νομό (ή σε μια πόλη) κενή κάπου αλλού. Ίσως τα αρχεία να είναι σε λίγο χειρότερη μοίρα από τις βιβλιοθήκες, γιατί από τη φύση τους δεν τραβάνε τα φώτα της δημοσιότητας. Όπως είπα, το κοινό είναι μικρό σε αριθμό κι έχουμε μάθει να μετρούμε αξίες με την ποσότητα και όχι με την ποιότητα που κυρίως αυτή έχουν (θα έπρεπε να έχουν) τα αρχεία. Γιατί οι σελίδες που συγκεντρώνουν είναι όλη η ιστορία ενός τόπου, ενός νομού, μιας χώρας. Την ιστορία αυτή επεξεργάζοναι και διαφυλάττουν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους και αναμένουν τον ερευνητή που σιωπηλά θα μελετήσει και σιωπηλά θα σεβαστεί την αξία του αρχείου μα και τη δύσκολη δουλειά του αρχειονόμου. Είναι ακόμη λιγότεροι εκείνοι που αχολούνται με τα αρχεία, που ουσιαστικά νοιάζονται για την ομαλή λειτουργία τους. Λίγοι είναι κι αυτοί που ξέρουν ότι λειτουργούν, δίχως χρήματα και δίχως εξειδικευμένο προσωπικό. Κι όμως υπάρχουν σε κάθε νομό αυτής της χώρας και αναμένουν κάποιον υπουργό παιδείας να διορίσει τους άνεργους απόφοιτους του Ιονίου Πανεπιστημίου, τους μόνους με εγχώριες σπουδές αρχειονομίας. Μετά το άνοιγμα των σχολικών βιβλιοθηκών ήταν η επόμενη υπόσχεση, ότι θα διοριστούν λέει 500 βιβλιοθηκονόμοι και αρχειονόμοι.

Πέρασε ένας μήνας της σύμβασης και έτσι γρήγορα θα περάσουν κι οι άλλοι επτά. Η δέκατη τέταρη σύμβαση μου, η δέκατη τέταρη θέση εργασίας μου που θα γίνει κι αυτή άλλη μία γραμμή στο βιογραφικό μου.