Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Για την ανάγνωση


Η ιστορία της ανάγνωσης είναι ένα κομμάτι ιστορίας που δεν θα σταματήσει ποτέ να με μαγεύει γιατί έχω έρωτα παιδιόθεν με το βιβλίο. Η ιστορία της ανάγνωσης, βέβαια, ξεκινά πριν γεννηθεί το έντυπο και σίγουρα θα επιζήσει ακόμα κι αν αυτό, λέμε τώρα, αποβιώσει. Ακόμη κι εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές είσαι μέρος της ιστορίας της. Η ανάγνωση δεν περιλαμβάνει μόνο το βιβλίο, μπορεί να περιέχει εφημερίδα, χάρτη, γράμμα, ιστοσελίδα, μπλογκ και ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα στο μέλλον. Όλα αποτελούν μέρος της μαγικής ιστορίας της. Σίγουρα μαγεύει κι όσους διερευνούν, συγγράφουν και διαβάζουν γι' αυτή. Πολλά τα βιβλία που τη μελετούν, λιγότερα βέβαια στα ελληνικά από ό,τι στα αγγλικά, αλλά υπάρχουν ευτυχώς και στη δική μας γλώσσα και συνεχίζουν να εκδίδονται ακόμη και από Έλληνες συγγραφείς.

Το ΜΙΕΤ εγκαινίασε πρόσφατα μια εξαιρετική εκδοτική σειρά με το όνομα Αφέλια. Πανέμορφα κομψοτεχνήματα που θα ήθελε να τα έχει κανείς όλα, κι όχι μόνο γιατί αποτελούν προσεγμένες εκδόσεις, αλλά γιατί έχουν και σπουδαίο περιεχόμενο. Το βιβλίο που πήρε τον αριθμό τρία και εντάχθηκε σε αυτήν την έξυπνη ιδέα σειράς έχει το μαγικό τίτλο "Η Ανάγνωση".  Αυτός ο υπέροχος τίτλος υπάρχει στο εξώφυλλο. Αυτό το εξώφυλλο με αυτόν τον τίτλο αποτελεί σφραγισμένο βιβλίο της βιβλιοθήκης μου. Έχει μπει ήδη σε εκείνο το ιδεατό πια ράφι με τα αγαπημένα. 

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου γράφει λίγα λόγια για την ιστορία της ανάγνωσης. Ένας ακόμη λάτρης της που έχει διαβάσει αρκετά γι' αυτήν. Μας παραθέτει τα διαβάσματά του για εκείνους που θέλουν κάτι περισσότερο, τη βιβλιογραφία που ενέπνευσε αυτό το μικρό έργο τέχνης. Μια σύντομη αναδρομή στο καλύτερο σημείο της ιστορία της, στο 18ο και 19ο αιώνα. Τότε που ο αριθμός των έντυπων βιβλίων αυξήθηκε ιδιαίτερα με αποτέλεσμα να γίνει οικονομικά πιο προσιτό και να απευθύνεται σε περισσότερους, αν όχι σε όλους, γιατί δεν ήξεραν βέβαια όλοι ανάγνωση. Τότε που ακόμη και η μορφή του αλλάζει. Το μέγεθος γίνεται πιο μικρό, μπορεί ακόμη να χωρέσει και σε μία τσέπη. Να το κουβαλάει ο αναγνώστης μαζί του, να το διαβάζει οπουδήποτε. Την εποχή εκείνη που ξεκινάμε να βλέπουμε το βιβλίο να μην υπάρχει μόνο δίπλα σε ευγενείς και σε αριστοκράτες αλλά και σε απλούς ανθρώπους, εργάτες, γυναίκες, παιδιά. Τότε που το βιβλίο αρχίζει να μπαίνει στα σπίτια, οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες να αυξάνονται, οι δημόσιες βιβλιοθήκες να εμπλουτίζονται και να γίνονται κυριολεκτικά δημόσιες.

Είπα "τα χρόνια που ξεκινάμε να βλέπουμε" γιατί η μελέτη της ανάγνωσης έχει ιδιαίτερες πηγές, όπως ιδιαίτερη είναι και η ίδια. Πηγή έρευνας μπορεί να είναι το ίδιο το βιβλίο, ένα λογοτεχνικό κείμενο για παράδειγμα. Συνηθίζεται ο συγγραφέας να χρησιμοποιεί τη φαντασία του για να γράψει ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα αλλά σίγουρα χρησιμοποιεί και τις πληροφορίες που λαμβάνει από τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζει. Όπως κι ένας ζωγράφος, μπορεί να ζωγραφίζει φανταστικά τοπία, μπορεί όμως να δημιουργεί και πορτρέτα αληθινών προσώπων. Είναι και τα λογοτεχνικά έργα αλλά και οι πίνακες ζωγραφικής γεμάτοι από αναγνώστες. Είναι αλήθεια πως οι σκηνές ανάγνωσης φέρνουν έμπνευση. Και μετά τον ζωγράφο έρχεται ο φωτογράφος που κι αυτός με τη σειρά του θέλει να καταγράψει την αναγνωστική πράξη.

Αυτό το μικρό βιβλιαράκι φέρει μέσα σκηνές ανάγνωσης όπως τις έχει αποτυπώσει ο φωτογραφικός φακός. Αξιοποιώντας το φωτογραφικό αρχείο του εξαιρετικού Ε.Λ.Ι.Α. συγκεντρώθηκαν οι εικόνες εκείνες που δείχνουν ανθρώπους να απολαμβάνουν τη δική μας απόλαυση, την ανάγνωση. Ξεκινώντας από αναγνώστες που μοιάζουν με εκείνους που έχουμε συνηθίσει στους πίνακες ζωγραφικής, φτάνουμε σε πιο ανέμελους αναγνώστες δίχως βαριά ρούχα που διαβάζουν χαλαρά σε μια αυλή καθισμένοι σε ένα άνετο κάθισμα με το ονειροπόλο ύφος της ποιήτριας Πολυδούρη. Βλέπουμε παιδιά να διαβάζουν ή να μαθαίνουν, βλέπουμε στρατιώτες να διαβάζουν χάρτες ή κάποιος άλλος να τους διαβάζει γράμματα, βλέπουμε γυναίκες να διαβάζουν σιωπηλά υπό το φως της λάμπας πετρελαίου ή του ηλεκτρικού ρεύματος, βλέπουμε γέροντες να κρατούν εφημερίδα. Βλέπουμε τον Ψυχάρη να μας επιδεικνύει την εντυπωσιακή του βιβλιοθήκη, μα βλέπουμε και ηθοποιούς να διαβάζουν το θεατρικό έργο που θα υποδυθούν. Όλα αυτές οι εικόνες δεν είναι τίποτα άλλο από εγγράμματους ανθρώπους που ζητούν πληροφορία, ψυχαγωγία, ενημέρωση, ζητούν ανάγνωση.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Στη Βαγδάτη


Σαν να μην μου έφταναν οι στοίβες των αδιάβαστων βιβλίων που μου κλέβουν το πολύτιμο χώρο στο ασφυκτικά μικρό μου σπίτι, είναι και αυτή η απληστία που με πιάνει όταν βρω μια βιβλιοθήκη και θέλω οπωσδήποτε να πάρω μαζί μου ένα ακόμη βιβλίο. Μα πως να αντισταθεί κανείς σε έναν εξαιρετικό συγγραφέα που μιλά για εκείνες τις χώρες που δεν θα επισκεφθώ ποτέ; Μετά τα Χελιδόνια της Καμπούλ ξέρω ότι όποιο βιβλίο του Χάντρα και να διαβάσω δεν θα με απογοητεύσει. Πράγματι, αυτός ο συγγραφέας γράφει συγκλονιστικά και σε μεταφέρει καταμεσής της εμπόλεμης ζώνης αλλά και σε μια κουλτούρα πολύ διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Αυτή τη φορά μας μεταφέρει στο Ιράκ. Σε αυτή την άγνωστη χώρα με το γνωστό όνομα που έχει συνδεθεί με εικόνες καταστροφής και πολέμου. Μια κατεστραμμένη χώρα με σπουδαία ιστορία που θέλουμε να ξεχνάμε ή να μην μας ενδιαφέρει.

"Δεν έχουν ιδέα για τα ήθη μας, τα όνειρά μας και τις προσευχές μας. Δεν έχουν ιδέα προπάντων για το ότι εμείς ξέρουμε από που βαστάμε, για το ότι η μνήμη μας είναι άθικτη κι οι επιλογές μας δίκαιες. Τι ξέρουν για τη Μεσοποταμία, γι' αυτό το φανταστικό Ιράκ που το ισοπεδώνουν με τα βρομερά τους τεθωρακισμένα; Τι ξέρουν για τον πύργο της Βαβέλ, για τους Κρεμαστούς Κήπους, για τον Χαρούν Αλ-Ρασίντ, τις Χίλιες και μία νύχτες; Τίποτα! Ποτέ δεν κοιτάζουν προς αυτή την πλευρά της ιστορίας: βλέπουν τη χώρα μας μονάχα σαν μια τεράστια λίμνη πετρελαίου, την οποία θα ρουφήξουν, ρουφώντας μαζί και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μας. Αυτοί δεν αποτελούν μέρος της Ιστορίας, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το χρυσάφι, ο πακτωλός, η λεηλασία. Δεν είναι πατά μισθοφόροι πληρωμένοι από το λευκό χρήμα. Έχουν ισοπεδώσει όλες τις αξίες σε μία και μόνο: το χρήμα, έχουν μετατρέψει όλες τις αρετές σε μία και μόνο: το κέρδος. Πρόκειται για επίφοβα αρπακτικά, τίποτε άλλο. Θα πατούσαν και πάνω από το πτώμα του Χριστού τους αν ήταν να γεμίσουν τις τσέπες τους. Και όταν κάποιος δεν συμφωνεί μαζί τους, τότε βγάζουν το βαρύ πυροβολικό τους και αρχίζουν να πυροβολούν τους αγίους μας, να πετροβολούν τα μνημεία μας και να σκουπίζουν τη μύτη τους με τις χιλιόχρονες περγαμηνές μας."

Βρισκόμαστε στο Ιράκ του 2003 που οι αμερικάνοι έχουν εισβάλει σκορπώντας το μίσος, όπως συμβαίνει σε κάθε πόλεμο. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας 20χρονος βεδουίνους από ένα μικρό χωριό το Καφρ Καράμ. Ο πόλεμος δεν αργεί να φτάσει και σε αυτό το μικρό απομακρυσμένο μέρος, να διαταράξει την καθημερινότητα, να προσβάλει τις αξίες των κατοίκων και να δείξει τα δόντια του σκορπίζοντας θυμό. Ο φιλήσυχος ήρωάς μας που δεν ξέρει από όπλα γεμίζει από προσβολή και μίσος, ταξιδεύει μέρες για να φτάσει στο κέντρο του πολέμου, τη Βαγδάτη, με μοναδικό σκοπό την εκδίκηση. Και ξαφνικά βρισκόμαστε σε αυτή τη μεγάλη πόλη που ο πόλεμος την έκανε να χάσει την αίγλη της. Ο Τίγρης ποταμός ρέει δίπλα σε γκρεμισμένα κτίρια, καμένα πάρκα, ανθρώπους που ανατινάσσονται, αθώους που διαμελίζονται. Ο πόλεμος είναι παντού και ο ήρωάς μας θέλει να γίνει μέρος του για να εκδικηθεί. Να μπει στην αντίσταση να πολεμήσει του δυτικούς που αγνοούν τις αξίες των κατοίκων της χώρας. Είναι έτοιμος να σκοτωθεί για να σκοτώσει. Αναλαμβάνει μια αποστολή που θα σκορπίσει αρρώστια και τρόμο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Έτσι ίσως να ξεπλυθεί η προσβολή που δέχτηκε η οικογένεια του σε εκείνο το μικρό χωριό στα βάθη της ερήμου. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε στο τελευταίο σταθμό του βιβλίου, στη Βηρυτό.

Πολλές φωνές ακούγονται στο μυθιστόρημα αυτό που περιέχει γερή δόση αλήθειας. Οι περισσότερες έχουν μίσος, ζητούν εκδίκηση με θάνατο, άλλες ζητούν ένα τέλος στον πόλεμο από που κι αν αυτός προέρχεται. Το τυφλό ανεξέλεγκτο μίσος έρχεται σε αντίθεση με εκείνους που δεν ζητούν εκδίκηση. Φωνές της Ανατολής που η Δύση πρέπει να ακούσει. Οι σειρήνες της Βαγδάτης είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας του Χάντρα που έχει ως σκοπό να δώσει φωνή σε χώρες της Ανατολής, μετά τα Χελιδόνια της Καμπούλ και το Τρομοκρατικό χτύπημα που αναφέρονται στο Αφγανιστάν και στο Ισραήλ αντίστοιχα.

Και μετά από όλα αυτά, θα ήθελα να διαβάσω κάποτε ένα μυθιστόρημα που να περιγράφει μια Βαγδάτη δίχως σειρήνες και εκρήξεις, με αναστηλωμένα κτίρια, με παιδιά που παίζουν ανέμελα, με πωλητές που διαλαλούν την πραμάτεια τους σε πολύβουα παζάρια.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Τα κτίρια των Αρχείων

Αναζητώντας πληροφορίες και ελληνικές μελέτες που να σχετίζονται με την αρχιτεκτονική των βιβλιοθηκών, την αρχιτεκτονικής της γνώσης όλης δηλαδή, έφτασα σε μία μελέτη που είχε εκδοθεί από το Υπουργείο Παιδείας το μακρινό 1999 κι έχει ως θέμα και τίτλο τα Κτήρια Αρχείων: Βασικές αρχές σχεδιασμού. Το βιβλίο δεν κυκλοφορεί πια στο εμπόριο μόνο σε βιβλιοθήκες μπορεί κάποιος να το βρει (εγώ είμαι τυχερή και το βρήκα σε φιλική μεγάλη ιδιωτική βιβλιοθήκη στην οποία μου αρέσει να τρυπώνω που και που και να φωνάζω που βρίσκεται σε πλήρη αταξία κι από εδώ και πέρα θα το έχω στη ψηφιακή βιβλιοθήκη μου). 

Διαβάζοντας το βιβλίο συνειδητοποίησα ότι μπορεί να πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια από τότε που γράφτηκαν οι λέξεις του, όχι μόνο δεν έχουν αλλάξει και πολλά στον κόσμο των ελληνικών Αρχείων, αλλά μάλλον έχουν χειροτερέψει καθώς πια δεν γράφονται τέτοια κείμενα ούτε δημοσιεύονται νούμερα με το προσωπικό που είναι στελεχωμένα τα ΓΑΚ ή την κατάσταση των κτιρίων που τα στεγάζει. Κι είναι αλήθεια πως για τη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφόρησης αν είναι κάτι πιο βασικό από τη στελέχωση τους με εξειδικευμένο προσωπικό είναι η στέγασή τους σε κατάλληλο κτίριο. Όλοι αυτοί οι λόγοι ενισχύουν την αξία αυτής της μικρής, σχεδόν εισαγωγικής, μελέτης. 

Τα στοιχεία του 1999 που παραθέτει το βιβλίο έχουν πολύ ενδιαφέρον: "58 αρχειακές υπηρεσίες των Γενικών Αρχείων του Κράτους, από τις οποίες οι εννέα παραμένουν κλειστές λόγω έλλειψης προσωπικού και μία λειτουργεί με ευθύνη του Δήμου (Τοπικό Αρχείο Νάξου). Είκοσι επτά Αρχεία λειτουργούν με μόνιμο προσωπικό, ενώ τα υπόλοιπα με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση [έχει μεγάλη ιστορία αυτό το πρόβλημα που δεν λέει να παύσει]. Από τις 58 αρχειακές υπηρεσίες ιδιόκτητα κτίρια διαθέτουν οι έξι, σε μισθωμένα κτίρια οι είκοσι ένα ενώ οι υπόλοιπες, σε κτήρια που έχουν παραχωρηθεί". Ακόμη, την εποχή εκείνη το κτίριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γ.Α.Κ. (που είναι και το μόνο στην Ελλάδα που σχεδιάστηκε εξαρχής για να στεγάσει αρχεία και βρίσκεται στο Π. Ψυχικό) δεν είχε αποπερατωθεί. Το πρώτο κείμενο δίνει κάτι από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της Κεντρικής Υπηρεσίας η οποία ξεκινά το 1914 και μαζί με αυτήν ξεκινά το κτιριακό πρόβλημα το οποίο λύθηκε σχεδόν έναν αιώνα μετά, όταν δηλαδή εγκαταστάθηκε εκεί που είναι σήμερα. Ακόμη και η ιστορία αυτού του κτιρίου έχει ενδιαφέρον, η οποία ξεκινά το 1969. Αποδεικνύεται έμπρακτα πόσος χρόνος και πόσος κόπος χρειάζεται για να μπορέσει να γίνει κατανοητό το αυτονόητο σε μια χώρα που δεν σέβεται και δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει τον πολιτισμό της. Στη συνέχεια δίνεται το ιστορικό των κτιρίων των ΓΑΚ της Κέρκυρας, της Μακεδονίας, της Ύδρας και της Χίου που το καθένα ξεχωριστά παρουσιάζει ένα διαφορετικό ενδιαφέρον κι ένα κομμάτι της συνολικής ιστορίας των Γ.Α.Κ.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται επιγραμμικά πληροφορίες που ενδιαφέρουν άμεσα αρχιτέκτονες και αρχειονόμους που οφείλουν να συνεργαστούν σε περίπτωση που αποφασιστεί η ανέγερση ενός κτιρίου που θα στεγάσει ένα τόσο πολύτιμο και ιδιαίτερο υλικό όπως αυτό ενός αρχείου. Περιέχονται οι χώροι που απαιτούνται για την ορθή λειτουργία μιας αρχειακής υπηρεσίας καθώς και η χρήση αυτών και ο απαραίτητος εξοπλισμός τους. Στις αρχές σχεδιασμού και στα δομικά υλικά παραθέτονται θέματα προστασίας αρχειακού υλικού που κατά το σχεδιασμό κτιρίων ίσως είναι το σημαντικότερο που πρέπει να προβλεφθεί καθώς θα προορίζονται για να στεγάσουν αυτό το ιδιαιτέρως ευάλωτο υλικό. Ακόμη αναφέρονται θέματα στατικής επάρκειας (π.χ. τα δάπεδα των κτιρίων θα πρέπει να αντέχουν 500-1000 kg/ τ.μ. στο χώρο των αρχειοστασίων), θέματα οργάνωσης χώρων κ.λπ.

Τελειώνοντας την ανάγνωση αναρωτιέμαι ποια να ήταν άραγε η χρονιά εκείνη που το Υπουργείο Παιδείας ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τις βιβλιοθήκες και τα αρχεία που έχει επί την επίβλεψή του. Κι αν δεν υπήρξε ακόμη αυτή η χρονιά άραγε θα έρθει στο κοντινό ή στο πολύ μακρινό μέλλον που εγώ κι όσοι διαβάζετε ετούτες τις γραμμές θα έχουμε φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο...