Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Η Ιστανμπούλ του Παμούκ


Αυτό το βιβλίο ήταν ένα από τα βιβλία της βαλίτσας που είχε ταξιδέψει μαζί μου με σκοπό να συντροφεύσει τις ημέρες μου στην Κωνσταντινούπολη. Την πρώτη φορά που ταξίδεψα εκεί το "Κάτι παράξενο στο νου μου", το τελευταίο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ, μόλις είχε εκδοθεί στα τούρκικα και το εξώφυλλό του βρισκόταν σε όλα τα βιβλιοπωλεία αλλά και σε μια τεράστια αφίσα πάνω στην Ιστικλάλ. Τη δεύτερη φορά που πήγα η ελληνική έκδοση ήταν μαζί μου. Θα ήθελα να το είχα διαβάσει εκεί και θα το είχα διαβάσει αν δεν είχα φύγει εκτάκτως μετά τα πολιτικά γεγονότα του καλοκαιριού που μας πέρασε. Αυτός ο Παμούκ μπορεί με τόση δεξιοτεχνία να εσωκλείσει στις σελίδες των βιβλίων του ένα κάτι από την Πόλη του. Μα αυτή η Πόλη είναι πράγματι ό,τι πιο όμορφο έχω αντικρίσει τα τελευταία 31 χρόνια. Είναι η πόλη που όλοι πρέπει να επισκεφθούν έστω και μία φορά στη ζωή τους, να περιπλανηθούν ασκόπως στα σοκάκια της, να μυρίσουν τις μυρωδιές της, να φωτογραφίσουν τα χρώματά της, να γευτούν τα φαγητά της. Η ομορφιά βέβαια της Κωνσταντινούπολης αναπόφευκτα συνδέεται και με την ιστορία της. Όλοι οι πολιτισμοί που έχουν περάσει από εκεί έχουν αφήσει τα ίχνη τους τόσο στην κουλτούρα των ανθρώπων όσο και στην εικόνα της. Βέβαια, αν ζούσα εκεί κι ήμουν συγγραφέας δεν θα μπορούσα παρά να έγραφα γι' αυτήν όπως ο Παμούκ, όχι βέβαια με τη δεξιοτεχνία του νομπελίστα. Για το συγγραφέα αυτόν, η Πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός, οι γειτονιές μιλάνε, τα κτίρια αφηγούνται ιστορίες, η νύχτα ψιθυρίζει, οι τάφοι ουρλιάζουν. Κι αν μια πόλη είναι ζωντανή, τότε αυτή είναι η Κωνσταντινούπολη, η οποία ζει πάντα μια έντονη ζωή που τη στιγματίζει, όπως και τα πολλά εκατομμύρια των κατοίκων της.



Αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να το είχα διαβάσει εκεί γιατί θα είχα περπατήσει με παραπάνω όρεξη τις γειτονιές που αναφέρονται και θα είχα μάθει κάτι λίγα για την ιστορία των σπιτιών τους και για τον τρόπο που αυτά κτιστήκαν. Επίσης, θα είχα δοκιμάσει τον μποζά που τόσο αναφέρεται στο βιβλίο κι εγώ διαβάζοντας γι' αυτόν δεν έχω να το συνδέσω με καμία γεύση. Ο μποζάς, όπως περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου, είναι ένα παραδοσιακό ασιατικό ρόφημα, που παρασκευάζεται από βρασμένο κεχρί, είναι πηχτό, μυρίζει όμορφα, έχει μουντό κιτρινωπό χρώμα και περιέχει λίγο αλκοόλ. Παλαιότερα ήταν ο μόνος τρόπος για να το καταναλώσουν οι μουσουλμάνοι αλκοόλ, καθώς ήταν κάτι που τους το απαγόρευε η θρησκεία τους, γι' αυτό κανείς μποζατζής δεν παραδεχόταν ότι ο μποζάς του περιέχει αλκοόλ. Σερβίρεται με στραγάλια και κανέλα. Το θυμάμαι να βρίσκεται σε μπουκάλια στα σούπερ μάρκετ και να μην καταλαβαίνω διόλου το περιεχόμενο τους, αλλά ο ήρωας του βιβλίου που είναι πλανόδιος πωλητής και περιφέρεται στα σοκάκια και στις γειτονιές της πόλης φωνάζοντας μποοζαά όταν δοκίμασε αυτό που πωλείται σε μπουκάλι του φάνηκε σαν χαλασμένο. Αν ήμουν εκεί όταν διάβαζα την ιστορία του, σίγουρα θα είχα επιδιώξει να πιω μποζά κι όχι εκείνο που πωλείται στο σούπερ μάρκετ, θα είχα αναζητήσει το αυθεντικό στη συνοικία Βεφά στο Εμίνονου, θα το είχα δοκιμάσει κι ας μην μου άρεσε όσο το αϊράνι ή το σαλέπι ή φυσικά το εξαιρετικό τσάι τους.


Ο Μεβλούτ αφήνει το χωριό το 1969 και μαζί με τον πατέρα του εγκαθίσταντο στην Ιστανμπούλ (λίγο μετά δηλαδή από όταν έφυγε ο δικός μου πατέρας από την Πόλη). Πηγαίνει σχολείο και πλάι στον πατέρα του μαθαίνει την τέχνη του πλανόδιου πωλητή πουλώντας αρχικά γιαούρτι και στη συνέχεια μποζά. Στο γάμο του ξάδελφού του ερωτεύεται δύο μαύρα μάτια που για μόνο μια στιγμή συνάντησε τυχαία. Επί τρία χρόνια της γράφει γράμματα κι όταν τελειώνει το στρατιωτικό αποφασίζει να κλέψει το κορίτσι που είχε ερωτευτεί. Έχοντας παραπλανηθεί από τον ξάδερφό του κλέβει λάθος κορίτσι, τη μεγαλύτερη αδερφή της, αλλά χωρίς να τον πολυαπασχολεί κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο και δύο όμορφες κόρες. Αλλάζει διάφορα επαγγέλματα αλλά πάντα στο τέλος κάθε ημέρας επιλέγει να βγει στους δρόμους για να πουλήσει τον μποζά του και να συνομιλήσει με τους κατοίκους και τις γειτονιές της Πόλης και τελικά για να συνομιλήσει με τον ίδιο του τον εαυτό. Γύρω από αυτήν την κεντρική ιστορία, πολλοί άνθρωποι εμπλέκονται σε αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημα με την πολυπρόσωπη αφήγηση. Παρουσιάζονται καλοί και κακοί άντρες, είτε πονηροί είτε ζηλιάρηδες, είτε εθνικιστές είτε κομουνιστές, γυναίκες με μαντίλα και χωρίς, είτε που καπνίζουν και πίνουν αλκοόλ είτε που μένουν σπίτι και υπηρετούν τις οικογένειές τους. Εντέλει παρουσιάζονται πολλοί χαρακτήρες, αλλά περισσότερο από όλα παρουσιάζονται οι συνήθειες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, οι γειτονιές και η ιστορία τους, οι πάντα έντονες πολιτικές καταστάσεις και οι επιπτώσεις τους και κυρίως το επάγγελμα του πλανόδιου πωλητή.

Για άλλη μια φορά άργησα πολύ να πάρω την απόφαση να ξεκινήσω την ανάγνωση ενός βιβλίου 700 σελίδων αλλά αφού το ξεκίνησα δεν το μετάνιωσα, εν αντιθέσει θεώρησα ότι έκανα μία καλή αγορά που με συντρόφευσε για πολλές ημέρες. Είναι το δεύτερο βιβλίο του Παμούκ που διαβάζω και θα ήθελα πολύ να διαβάσω το "Χιόνι" ή το "Με λένε κόκκινο" γι' αυτό αν κάποιος επιθυμεί ανταλλαγή είμαι στη διάθεσή του, είμαι ανοιχτή βέβαια και σε άλλες προτάσεις βιβλίων ανταλλαγής με σχετικό θέμα.

4 σχόλια:

Michael K. είπε...

Πολύ όμορφη παρουσίαση Άννα! Είναι φανερό πως το βιβλίο σε άγγιξε. Ευελπιστώ να το διαβάσω κάποια στιγμή.

librarian είπε...

Ευχαριστώ Μιχάλη, ο Παμούκ είναι εξαιρετικός συγγραφέας προτείνω χωρίς ίχνος επιφύλαξης να διαβάσεις όποιο από τα βιβλία του πέσει στα χέρια σου. Αν με άγγιξε κάτι αυτή είναι σίγουρα η πόλη των πόλεων που ονομάζεται Ιστανμπούλ!

ΜΕΛΑΝΙΑ ΧΡΥΣΑΦΙΔΟΥ είπε...

Καλησπέρα. Μόλις διάβασα την πολύ ωραία ανάρτηση σου και μια και θα ήθελα πολύ να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο και τυχαίνει να έχω το "Με λένε Κόκκινο", ενδιαφέρομαι για ανταλλαγή (αν δεν έχει προλάβει κάποιος άλλος).Θα περιμένω απάντησή σου αν ακόμα ενδιαφέρεσαι.

librarian είπε...

Στο προφίλ μου θα βρεις το email μου, επικοινώνησε μαζί μου για να κανονίσουμε τα διαδικαστικά!