Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Περί εξαντλημένων εκδόσεων κι άλλων δεινών


Πόσο αποθηκευτικό χώρο άραγε θα χρειαζόταν να έχει στη διάθεσή του ένας εκδοτικός οίκος για να διαθέτει στοκ όλων των τίτλων που έχει εκδώσει από την αρχή της λειτουργίας του; Πόσα κτίρια θα πρέπει να μισθώνει ή να κατέχει στην ιδιοκτησία του γεμάτα ράφια με τα αντίτυπα όλων των τίτλων του ώστε να είναι σε θέση να διαθέσει ένα αντίτυπο σε εκείνον τον έναν αναγνώστη που κάποια στιγμή θα θελήσει να το διαβάσει; Κι υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι στην Ελλάδα με πολυετή εκδοτική πορεία, η οποία αριθμεί χιλιάδες εκδόσεις. Πόσος χώρος για αποθηκευμένα πολλά αντίτυπα χιλιάδων τίτλων που περιμένουν τους αναγνώστες τους. Γιατί όλα τα βιβλία έχουν δυνητικούς αναγνώστες κι όλοι οι τίτλοι του εκδοτικού οίκου θα πρέπει να κυκλοφορούν ή να βρίσκονται κάπου περιμένοντας. Τότε θα είχαμε βιομηχανία εκδοτικών οίκων. Υπάρχουν και εκδοτικοί οίκοι, βέβαια, που δεν άντεξαν στο χρόνο κι έκλεισαν με αποτέλεσμα οι τίτλοι, η οποίοι έχτιζαν τον εκδοτικό τους κατάλογο να ορφανέψουν μέχρι που κι αυτοί εντέλει εξαφανίστηκαν καθώς κανένας άλλος εκδοτικός δεν τα υιοθέτησε. Κι είναι πολλοί οι εκδοτικοί οίκοι, από τις αρχές του 20ού αιώνα που ξεκινά η ιστορία τους, οι οποίοι εξέδωσαν και μετά έκλεισαν, ορισμένοι μάλιστα με σημαντική ιστορία και πλούσιο εκδοτικό κατάλογο.

Και τα βιβλιοπωλεία πόσο χώρο να έχουν κι αυτά για να χωρέσουν όλη την ελληνική βιβλιοπαραγωγή. Κι είναι μεγάλη η ελληνική βιβλιοπαραγωγή αριθμεί χιλιάδες τίτλους από εκατοντάδες εκδοτικούς οίκους που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο μικρό αναγνωστικό κοινό, βέβαια αν είναι μικρό ακόμη δεν το ξέρουμε με σιγουριά. Μα τα σημερινά βιβλιοπωλεία, μικρά ή μεγάλα δεν έχει σημασία, μετά βίας χωράνε την βιβλιοπαραγωγή των δύο τριών τελευταίων χρόνων κι αυτή όχι όλη. Ίσως να έχουν κι ορισμένους τίτλους του παρελθόντος ανάλογα με το γούστο του κάθε βιβλιοπώλη. Κι όταν μιλάμε για γούστο, τότε σίγουρα μιλάμε για τα μικρά βιβλιοπωλεία, τα συνοικιακά. Μα κι αυτά, πόσα βιβλία να χωρέσουν και πόσο ρίσκο να πάρει αυτός ο μικρός επιχειρηματίας μην τυχόν του ξεμείνουν στα ράφια βιβλία απούλητα που τελικά θα τα πληρώσει από την τσέπη του. Εκτός κι αν είσαι το amazon κι έχεις στη διάθεσή σου χώρους σαν αυτόν που φαίνεται στην παραπάνω εικόνα. Εκατοντάδες τ.μ. γεμάτα μεταλλικά ράφια με εκατομμύρια βιβλία ετοιμοπαράδοτα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Εμείς όμως ζούμε στην Ελλάδα και τα ελληνικά βιβλία απευθύνονται μόνο σε αυτούς τους λίγους που ξέρουν αυτή τη σύνθετη γλώσσα και μένουν κυρίως σε μια συγκεκριμένη γωνιά του πλανήτη.

Οι εκατοντάδες ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν δεκάδες τίτλους ετησίως, χωρίς το ΕΚΕΒΙ τα νούμερα δεν μπορούμε να τα διευκρινίσουμε. Όλοι παίρνουν ρίσκο, κάποιοι μικρότερο, κάποιοι μεγαλύτερο. Κανείς δεν ξέρει αν αυτό το βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί θα έχει επιτυχία και πόσο αυτή θα διαρκέσει. Τυπώνουν σε ένα μικρό τιράζ και περιμένουν. Πληρώνουν για να προωθήσουν, όσοι έχουν να πληρώσουν. Παλεύουν για μια θέση περιωπής σε ένα βιβλιοπωλείο με κόσμο, όσοι μπορούν. Αν το τιράζ εξαντληθεί σύντομα επανεκδίδουν άμεσα για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση. Οι άνθρωποι ζητούν, κατ' επέκταση τα βιβλιοπωλεία ζητούν και τελικά οι εκδοτικοί οίκοι τυπώνουν και στέλνουν. Αν το τιράζ δεν εξαντληθεί σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα, αρχίζουν τα δύσκολα. Τα αντίτυπα που δεν πουλήθηκαν μένουν στην αποθήκη. Περιμένουν, πόσο; ανάλογα το βιβλίο. Αλλά και πάλι πόσο; Κάποιοι στιγμή ο εκδοτικός οίκος θα χρειαστεί το χώρο που καταλαμβάνουν αυτά τα απούλητα για να τοποθετήσει αντίτυπα νέων τίτλων που ενδεχομένως να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία και να επιφέρουν περισσότερο κέρδος. Μα φυσικά, δεν δύναται επιχείρηση δίχως κέρδος. Τα επί χρόνια απούλητα αντίτυπα μιας τελικά αποτυχημένης έκδοσης γίνονται βάρος.

Αν όλες οι λύσεις αποτύχουν και το τιράζ δεν πωληθεί, μία είναι η επόμενη λύση: πολτοποίηση. Ο χώρος είναι σημαντικός και τα απούλητα τον καταλαμβάνουν ασκόπως. Πρέπει γρήγορα κι άμεσα να ξεμπερδεύουμε από αυτό το βάρος. Πέταμα με οικολογική συνείδηση. Από την άλλη, αν με χίλιους κόπους προσφορές και παζάρια, το τιράζ πουληθεί, σίγουρα ο εκδότης δεν θέλει να επανεκδώσει τον συγκεκριμένο τίτλο. Το βιβλίο παύει να κυκλοφορεί, όταν κυκλοφορούσε δεν βρήκε το δρόμο που επιτρέπει σε μια επιχείρηση την υγιή πορεία της. Κι αυτό είναι το σωστό, ο εκδοτικός οίκος γίνεται καλύτερος, μαθαίνει τις ανάγκες του αναγνωστικού κοινού, το βιβλίο ενδεχομένως να ξαναγραφτεί καλύτερο ή να ξαναμεταφραστεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Κάποια στιγμή στο μέλλον. Γιατί αν το βιβλίο τελικά αποδειχθεί ότι δεν ήταν τόσο αποτυχημένο όσο το χαρακτήρισαν κάποιοι που έλαβαν υπόψη μονάχα τις πωλήσεις, θα το βρει το δρόμο του.


Κι έρχεσαι εσύ μετά από χρόνια, μοναχικέ αναγνώστη, που κάποια μυστήρια οδός σε οδήγησε σε αυτό το "αποτυχημένο" βιβλίο και ψάχνεις να βρεις αυτό τον εξαντλημένο τίτλο. Κάποιος που θυμάται το γολγοθά του για να ξεφορτωθεί το βάρος μπορεί να γελάει μαζί σου. Του αναφέρεις τον τίτλο και σου κλείνει το τηλέφωνο στα μούτρα. Ούτε να το ακούει δεν θέλει. Τελείωσε, δεν υπάρχει, εξαντλημένο, το θες; δεν με νοιάζει. Κι έτσι που αρνούνται να ικανοποιήσουν τη ζήτησή σου εσύ πεισμώνεις περισσότερο και το θες ακόμη πιο πολύ από πριν. Λες, δεν μπορεί να άνοιξε η γη και να το κατάπιε, κάπου θα υπάρχει ένα αντίτυπο που να με περιμένει. Αυτές οι εξαντλημένες εκδόσεις μας κάνουν περισσότερο βιβλιόφιλους.

Πάνω σε αυτή την ιδέα γεννιέται μια άλλη επιχείρηση που έρχεται να ικανοποιήσει τη ζήτηση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από τα βιβλιοπωλεία και τους εκδοτικούς οίκους, τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Ειδικότητά τους οι εξαντλημένες εκδόσεις, τα βιβλία που σταμάτησαν να κυκλοφορούν, εκείνα που πολτοποιήθηκαν, οι εκδοτικοί οίκοι που έκλεισαν, οι τίτλοι που ορφάνεψαν, τα χάρτινα πλάσματα που θεωρήθηκαν αποτυχημένα επειδή δεν πουλήθηκαν. Αυτοί οι δαιμόνιοι παλαιοβιβλιοπώλες (όπως ο Γιάννης του παλαιοβιβλιοπωλείου Ίστωρ της παραπάνω εικόνας) έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη οξυδέρκεια από όλους όσους ανέφερα ως τώρα, ξέρουν να ξεχωρίζουν βιβλία, προσπαθούν να μαντέψουν τις μελλοντικές ανάγκες, δίνουν τιμές εκεί που οι άλλοι τις βρίσκουν έτοιμες. Μα κι αυτά πόσα βιβλία να χωρέσουν; Ξέρεις πόσα τέτοια βιβλία υπάρχουν από την αρχή της τυπογραφίας στα ελληνικά (να το περιορίσουμε με βάση τη γλώσσα); εκατομμύρια. Δεν χωράνε σε ένα μικρό μαγαζί ενός ακόμη πιο μικρού επιχειρηματία.


Κι εδώ έρχεται πια όχι μια επιχείρηση, αφού το χρηματικό κέρδος και οι πωλήσεις δεν είναι ο κύριος σκοπός της, αλλά μια πολιτισμική μονάδα που κοιτά να ικανοποιήσει την ανάγκη του ανθρώπου για ανά-γνώση. Η Εθνική Βιβλιοθήκη κάθε χώρας είναι ο φύλακας της εθνικής βιβλιοπαραγωγής. Εκεί που το κράτος επεμβαίνει στον κόσμο των επιχειρήσεων, αφήνει έξω τους επιχειρηματικούς όρους, και επωφελείται από το πολιτισμικό αγαθό που παράγουν αυτοί. Βάσει νόμου, ο κάθε εκδοτικός οίκος υποχρεούται να αποστέλλει δύο αντίτυπα των βιβλίων που εκδίδει. Είναι αυτά τα δύο βιβλία που θα μείνουν ακόμη κι αν όλα τα άλλα εξαφανιστούν. Κι έχει τους απαραίτητους χώρους μια βιβλιοθήκη για να στεγάσει αυτά τα εκατομμύρια βιβλία; Θα πρέπει να τους βρει το κράτος που ενδιαφέρεται για τον εθνικό πολιτισμό περισσότερο από μια επιχείρηση. Να, η δική μας Εθνική Βιβλιοθήκη μόλις απέκτησε το κτίριο που θα χωρέσει όλους τους θησαυρούς της, τα ολοκαίνουρια ράφια είναι άδεια και περιμένουν να γεμίσουν, όπως φαίνεται και στην εικόνα. Βέβαια δεν είναι μόνο το κτίριο είναι και η τάξη που θα πρέπει να μπει. Γιατί το υλικό υπήρχε και πριν αλλά καθώς δεν υπήρχε ο κατάλληλος χώρος ήταν εγκλωβισμένο σε κούτες χωρίς να ξέρει κανείς την ύπαρξή του ή την ακριβή τοποθεσία του, δεν ήταν Εθνική Βιβλιοθήκη ήταν (κι εξακολουθεί για την ώρα να είναι) μια εθνική αποθήκη βιβλίων. Και βέβαια δεν γίνεσαι βιβλιοθήκη όταν αποκτήσεις ράφια.

Μα είναι στην Αθήνα κι οι αναγνώστες είναι σκόρπιοι στην Ελλάδα, θα μου πείτε. Η Εθνική Βιβλιοθήκη θα έπρεπε να είναι σε κάθε μικρή δημόσια βιβλιοθήκη που υπάρχει σε κάθε γωνιά της μικρής μας χώρας μέσω ενός αόρατου δικτύου που θα ένωνε αναγνώστες και βιβλία, το οποίο θα δημιουργούνταν από τους ακόμη πιο οξυδερκείς από όλους τους παραπάνω επαγγελματίες, επιστήμονες βιβλιοθηκαρίους. Γιατί οι βιβλιοθηκονόμοι είναι επιστήμονες κι όχι επιχειρηματίες με απώτερο σκοπό πάντα το οικονομικό κέρδος, απαραίτητο για την επιβίωση. Θα γίνει άραγε η Εθνική μας Βιβλιοθήκη ο οδηγός όλων των ελληνικών βιβλιοθηκών που προσπαθούν μόνες τους να επιβιώσουν με όποιον τρόπο θεωρεί η κάθε μία σωτήριο; Το νέο κτίριο είναι μια κάποια αρχή αλλά δεν παύει να είναι μόνο μια αρχή. Όλοι ανυπομονούμε να δούμε την εξέλιξή της και ελπίζουμε να υπάρξει εξέλιξη έστω κι αν αυτή χρειαστεί χρόνια πολλά.

Στη βιβλιοθήκη, αναγνώστη, δεν θα ικανοποιήσεις την ανάγκη σου για κατανάλωση αφού δεν μπορείς να αγοράσεις το βιβλίο και να το κάνεις δικό σου. Εκεί ξεχνάς την καταναλωτική σου μανία και συνειδητοποιείς ότι το βιβλίο δεν έχει μόνο έναν αναγνώστη γιατί ζει περισσότερο από εκείνον. Εκεί χαίρεσαι για την ανάγνωση και όχι για την κατοχή. Γι' αυτό μην επιδιώκεις η δημόσια βιβλιοθήκη να είναι μια ακόμη επιχείρηση.

Και μετά είναι και τα ηλεκτρονικά βιβλία, η ιστορία όμως αυτή δεν χωράει και αυτά μέσα της. Είναι από μόνα τους μια άλλη ιστορία η οποία βρίσκεται στην αρχή της και κανείς δεν ξέρει την πορεία της. Την παρακολουθούμε πάντως εμείς οι φίλοι της ανάγνωσης και την υπολογίζουμε.

25 σχόλια:

Μαραμπού είπε...

Αν και η ανάρτηση μού μοιάζει ελαφρώς στοχευμένη(!), την βρήκα υπέροχη! Πολύ ωραία τα γράφεις. Συμβαίνει κάποτε βιβλία που πέσαν σε ανυποληψία να ξαναβγούν στο προσκήνιο, είναι μυστήριες οι διαδρομές τους. Και οι εκδοτικοί οίκοι δεν είναι μάγοι, δυστυχώς, αλλιώς θα γνώριζαν επακριβώς την πορεία του βιβλίου και τις αναγνωστικές υφέσεις και εξάρσεις του. Οι βιβλιοθήκες αποτελούν την έσχατη λύση (ενώ θα έπρεπε να αποτελούν την πρώτη), μια λύση όμως τόσο κακοδουλεμένη και ανοργάνωτη που μου προκαλεί θλίψη.

librarian είπε...

Τι εννοείς όταν λες στοχευμένη; Φυσικά ξεκίνησε με αφορμή βέβαια τη δική σου αναζήτηση, μια ερώτηση αναφορικά με τους εξαντλημένους τίτλους που μπήκε σε μια βιβλιοφιλική σελίδα στο φβ και κάτι άρθρα που διάβαζα στο τοβιβλίο.νετ.
Είναι πολύ όμορφος ο κόσμος του βιβλίου Μαραμπού και τα εξαντλημένα βιβλία είναι ένα κομμάτι της!
Τις βιβλιοθήκες τις αγαπάμε και τις στηρίζουμε και θέλουμε να τις δούμε να προκόβουν!

Μαραμπού είπε...

Σε πειράζω librarian. Δεν μας απασχολεί η αφορμή που σε ανάγκασε να γράψεις αυτή την όμορφη ανάρτηση!

Εγώ αναζητώ ιδιαιτέρως τα εξαντλημένα βιβλία. Σε κάθε βιβλιοπωλείο που μπαίνω πάντα κινούμαι σε εκείνη την γωνιά που της έχουν ρίξει τις λιγότερες ματιές οι αναγνώστες - σε κάποιους φαντάζει πολύ σκοτεινή γωνιά και σε άλλους πολύ φωτεινή! Έχω βρει φοβερά βιβλία και ιδιαίτερους συγγραφείς. Ας πούμε ότι, κάθε βιβλιοπωλείο το αντιμετωπίζω εξ αρχής σαν παλαιοβιβλιοπωλείο!

Υ.Γ. Μιας και αναφερθήκαμε μέσες άκρες στο εξαντλημένο που ψάχνω, επίτρεψέ μου να το αναφέρω και εδώ μπας και βρεθεί κάποιος και το ανταλλάξω (θα έχεις και ποσοστά επί της επιτυχούς ανταλλαγής!). Πρόκειται για «Το γέλιο» του Ανρί Μπερξόν, από εκδόσεις Εξάντας.

librarian είπε...

Κι εμένα με ενδιαφέρει σε ένα βιβλιοπωλείο να βρίσκω βιβλία που δεν μοστράρουν τα εξώφυλλα τους σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα έντυπα. Εκείνα τα αδικημένα που δεν έχουν διαφημιστεί θέλω να αναζητώ, αλλά εκτός Αθηνών είναι ακόμη πιο δύσκολο!

Λοιπόν, ελπίζω να βρεις επιτέλους αυτό το βιβλίο, αν και δεν είναι ένα βιβλίο που ο καθένας θα μπορούσε να το έχει στα ράφια της βιβλιοθήκης του. Μέχρι τότε εύχομαι το γέλιο να σε συντροφεύει.

Μαραμπού είπε...

Και όμως, σε αυτά τα βιβλιοπωλεία της επαρχίας βρίσκεις τα καλύτερα διαμάντια! Αρκεί να υπάρχει μια γωνιά που να μαρτυρά μια περασμένη αλλά όχι ολότελα ξεχασμένη, λογοτεχνική καλαισθησία του ιδιοκτήτη ή κάποιου προγόνου του. Δυστυχώς, υπάρχουν και πολλά επαρχιακά βιβλιοπωλεία που είναι μόνο κούφιες βιτρίνες.

Το ίδιο εύχομαι και για σένα :)

Κατερίνα Τοράκη είπε...

Ενδιαφέρον θέμα! Είναι αλήθεια ότι σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα και με δυσκολία πρόβλεψης μεγάλου ή έστω ικανοποιητικού μεγέθους (δυνητικών) αναγνωστών, οι εκδότες δεν μπορούν ν' αντέξουν τις επανεκδόσεις σε μεγάλη κλίμακα. Χαίρομαι όταν αυτό γίνεται, χάρηκα πολύ ας πούμε που η Πόλις ξανάβγαλε το Δούναβη του Κλαούντιο Μάγκρις ή που το ΜΙΕΤ ξανατύπωσε το 2010 τη Γραμματική των πολιτισμών του Μπρωντέλ.
Πάντως, εγώ σε τέτοιες περιπτώσεις ως πρώτη πηγή επιλέγω τις δανειστικές βιβλιοθήκες και όχι τα παλαιοβιβλιοπωλεία (τα οποία όμως έχουν θησαυρούς, όντως, και δεν υποτιμώ την αξία και τη σημασία τους). Οι λόγοι είναι ότι έχω μάθει να χρησιμοποιώ βιβλιοθήκες (και προσπαθώ, κατά το δυνατόν, όσο μεγαλώνω να αποβάλλω το αίσθημα ιδιοκτησίας), αλλά και γιατί πολλές φορές η αγορά από παλαιοβιβλιοπωλείο είναι οικονομικά απαγορευτική. Να δώσω ένα παράδειγμα. Πριν μερικά χρόνια, το 2011 ήταν, αναζητούσαμε το βιβλίο του Χριστόφορου Χρηστίδη "Χρόνια Κατοχής", ένα παλαιοβιβλιοπωλείο το βρήκε και μας ειδοποίησε να πάμε να το πάρουμε. Η τιμή που ζητούσε ήταν 200 ευρώ! Από τις δανειστικές βιβλιοθήκες που επισκεπτόμαστε, το βρήκαμε μόνο στη Βιβλιοθήκη του ιδρύματος Ευγενίδη και φυσικά το δανειστήκαμε. Και ο Δούναβης του Μάγκρις δεν υπάρχει σε πολλές βιβλιοθήκες, εγώ κατόρθωσα να το δανειστώ από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη στα Χανιά!
Και με την ευκαιρία, ο Μαραμπού μου άνοιξε την όρεξη να αναζητήσω το βιβλίο του Μπερξόν (τι καλό εκδοτικό που ήταν ο Εξάντας!). Επί το έργον λοιπόν...

librarian είπε...

Η αλήθεια είναι ότι εγώ μεγάλωσα στη γειτονιά των παλαιοβιβλιοπωλείων και τα γνώρισα πριν τα βιβλιοπωλεία και σαφώς πριν τις βιβλιοθήκες που τις γνώρισα ως φοιτήτρια. Πάντα τα παλαιοβιβλιοπωλεία είχαν καλύτερες τιμές από τα βιβλιοπωλεία αλλά φαντάζομαι χτυπάν τις παλιές και σπάνιες εκδόσεις.

Σήμερα ομολογώ πως θεωρώ τις βιβλιοθήκες ως το καλύτερο μέσο να ικανοποιήσει τις αναγνωστικές και ερευνητικές ανάγκες μου. Πιστεύω στην αξία και στη χρησιμότητά τους και μακάρι να είχαν την ίδια άποψη με εμάς, Κατερίνα, όλοι, αρχικά οι βιβλιόφιλοι και οι συστηματικοί αναγνώστες και στη συνέχεια κι άλλοι.

Αν βρεις πρώτη το βιβλίο που αναζητά με τόση αγωνία, θα σκάσει από τη ζήλεια του, είμαι σίγουρη! :)

Ανώνυμος είπε...

Κανένα blog θα αφήσει Ο Μαραμπού χωρίς να μπει να γράψει την αποψάρα του. Κούρασε πολύ. Φτάνει πια...

librarian είπε...

Όλοι έχουμε δικαίωμα στην άποψη, ακόμη κι εσύ φίλε ανώνυμε που αφήνεις ανώνυμο σχόλιο άσχετο με το θέμα της ανάρτησης, πόσο μάλλον ο Μαραμπού που ως βιβλιοθηκονόμος έχει κάτι παραπάνω από άποψη, έχει γνώση σχετική με το θέμα της ανάρτησης αλλά κι εν γένει της αγοράς του βιβλίου.

Ανώνυμος είπε...

Φυσικά και όλοι έχουν δικαίωμα στην άποψη. Απλά αναφέρω ότι, σε όλα τα βιβλιοφιλικά blog (ανεξαρτήτως θεμάτων βιβλιοθηκονομίας, μιας και είναι η ειδικότητα του...) γράφει. Κατάντησε κουραστικό και γραφικό. Ας αφήσει και τίποτα να πέσει κάτω...Κουρασε...

Ανώνυμος, όπως και το Μαραμπού είναι ανώνυμο...

librarian είπε...

Το Μαραμπού, όπως και το librarian, είναι λογαριασμός του google με email επικοινωνίας. Οι βολτίτσες έχουν φιλοξενήσει πολλές αναρτήσεις του Μαραμπού στα οχτώ χρόνια που υπάρχουν στην μπλογκόσφαιρα. Είναι σαν να λέμε κάτι σαν ιδρυτικός μέλος, οπότε είναι λίγο και δικός του χώρος.
Φυσικά είναι χώρος κι όλο των φίλων και αναγνωστών του μπλογκ.

Τώρα, αν έχεις κάποιο προσωπικό θέμα μαζί του μπορείς να επικοινωνήσεις με τον ίδιο σε προσωπικό επίπεδο. Δεν έχει νόημα να βρίσκεται κάτω από αυτήν την ανάρτηση.

Μαραμπού είπε...

Librarian, δε θα σκάσω τελικά από τη ζήλεια μου γιατί το βρήκα!! Είναι καθ' οδόν! Άμα υπάρχουν καλοί άνθρωποι, βρίσκονται και τα καλά βιβλία :)

Κατερίνα, το έχω φωτοτυπημένο και βιβλιοδετημένο (σπιράλ). Απλώς ήθελα να το ταλαιπωρήσω λίγο παραπάνω και γι' αυτό το αναζητούσα σε έντυπο. Αν τελικά, δεν το στείλω στον δωροθέτη ως «υποκατάστατο», και το θες ακόμα, μπορώ να στο στείλω. Θα σε ειδοποιήσω εν καιρώ.

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνω απολυτα με τον ανωνυμο. Δεν ειναι μονο στις βολτιτσες(που διαβαζω ανελλιπως και μου αρεσει), αλλα σε ενα σωρο αλλα μπλογκ που ασχολουνται με τη μεγαλη μας αγαπη για τα βιβλια. Οντως, επειδη το εχω συζητησει και με αλλους βιβλιοφιλους πιυ διαβαζουν αυτα τα μπλογκ, οτι οντως κουρασε. Οπου σχολια και ι Μαραμπου. Επι παντος επιστητου. Μας κουρασε. Ας το καταλαβει.

Ανωνυμη κι εγω

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητή librarian,
και μόνο στην ιδέα ότι κάποιος θα ήθελε να διαβάσει βιβλία αλλά να μην μπορεί εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων, φρικάρω. Οι βιβλιοθήκες πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από την ζήτηση και την επισκεψιμότητα, να είναι οργανωμένες, ενημερωμένες και ανοιχτές στο κοινό για την προώθηση της φιλαναγνωσίας. Να στεγάζονται σε ωραία και συντηρημένα κτίρια και να στελεχώνονται από ειδικό προσωπικό, όσο κι αν είναι το ετήσιο κόστος. Παρόλο που έχω να πατήσω σε βιβλιοθήκη από όταν ήμουν παιδί, ποτέ δεν θα αμφισβητήσω την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.
Ε.Γ.

librarian είπε...

Ε.Γ.
Είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να αγοράσει κάποιος, εδώ ο μισός πληθυσμός δεν μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς καλά καλά.
Μα ακόμα και για εμάς που διαβάζουμε πολύ δεν είναι εύκολο να αγοράζουμε πέντε βιβλία το μήνα, αγοράζεις ένα (κι εάν) και δανείζεσαι μετά από φίλους και βιβλιοθήκες.
Οι βιβλιοθήκες πρέπει να αυξάνουν την αναγνωσιμότητα μέσω στοχευμένων δράσεων και πολιτικών, όχι να είναι εκεί και να φυτοζωούν περιμένοντας να τους δώσει κάποιος αξία.
Αν εμείς που είμαστε συστηματικοί αναγνώστες δεν τις επισκεπτόμαστε, δεν τις στηρίζουμε, δεν απαιτούμε να γίνουν καλύτερες, τότε φαντάσου εκείνοι που δεν έχουν καμία σχέση με το βιβλίο.
Εγώ θα σε παρότρυνα να επισκεφθείς την τοπική σου βιβλιοθήκη και να μοιραστείς μαζί μας τα καλά και τα κακά της. Για την ακρίβεια παροτρύνω όλους τους αναγνώστες ακόμη κι εκείνους που δεν είναι συστηματικοί να δώσουν την αναγκαία αξία στη βιβλιοθήκη.

Μαραμπού είπε...

Ε.Γ.,

δε θα σταματήσω να το λεώ, και ας γίνω κουραστικός, οι βιβλιοθήκες είναι σημαντικό κομμάτι μιας κοινωνίας και η εκτεταμένη απαξίωσή τους επιφέρει αποτελέσματα που είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττα και δε θα επαναλάβω. Φυσικά, εννοείται ότι τουλάχιστον, ως ελάχιστο δείγμα σωστής λειτουργίας, πρέπει να λειτουργούν με το πλέον εξειδικευμένο προσωπικό -- με όσους βιβλιοθηκονόμους το έχω συζητήσει, εκεί έχουμε καταλήξει.

Το ξέρω ότι είσαι κτητική με τα βιβλία σου αλλά αξίζει κάπου κάπου μια επίσκεψη σε βιβλιοθήκη, είναι εντελώς άλλη αίσθηση από την επίσκεψη σε βιβλιοπωλείο (άκου με τον σοφό γέροντα, σπάνια θα βρεθεί ξανά η συγκυρία να ακούσεις τις συμβουλές μου). Κάνε μια επίσκεψη, έτσι, για να νιώσουμε λίγη χαρμολύπη οι άνεργοι βιβλιοθηκονόμοι. Ή για να δεις, αν υπάρχει στη συλλογή «Το γέλιο» του Μπερξόν. Δεν σχηματίστηκε μόλίς, και σε σένα, μια περιέργεια να μάθεις;

Ανώνυμος είπε...

Μαραμπού & Librarian,
διαφωνώ κάθετα μαζί σας. Αν όλοι άρχιζαν να δανείζονται αντί να αγοράζουν, αύριο οι βιβλιοθήκες δεν θα είχαν βιβλία γιατί όλοι οι εκδοτικοί θα έπεφταν έξω. Η οικονομία και ο πολιτισμός λειτουργεί στην ανομοιογένεια του πλήθους. Άλλοι αναγνώστες θα δανείζονται, άλλοι θα αγοράζουν και άλλοι θα κινούνται ανάμεσα στα δύο. Η στήριξη παρέχεται ανάμεσα σε δύο ομοιογενή πράγματα πχ ψώνιζε από μικρότερα βιβλιοπωλεία και όχι από αλυσίδες ή να χρησιμοποιείς την βιβλιοθήκη της περιοχής σου εφόσον υπάρχει αντί την κεντρική του Πειραιά ή της Αθήνας. Εφόσον στηθούν οι κατάλληλες βιβλιοθήκες θα είναι στο χέρι του προσωπικού να κρατήσουν τον κόσμο τους όπως και μικρότερα βιβλιοπωλεία αγωνίζονται να κρατήσουν τον δικό τους, ανεξαρτήτως τιμών αλλιώς θα ψωνίζαμε όλοι από τις αλυσίδες με τις μεγάλες εκπτώσεις.
Το διάβασμα είναι απόλαυση και όχι καταπίεση. Εφόσον μου αρέσει να αγοράζω καινούργια βιβλία και σπάνια αντέχω τα μεταχειρισμένα, τότε αυτό θα κάνω. Οι βιβλιοθήκες θα βρουν το δικό τους κοινό.
Ε.Γ.

Κατερίνα Τοράκη είπε...

Ας μην τα μπερδεύουμε άλλο. Και οι βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία χρειάζονται. Μην φτάσουμε στην άποψη ενός εκδότη-βιβλιοπώλη που (πριν μερικές δεκαετίες) μου είχε πει ότι δεν θέλει να μου στείλει προσπέκτους να διαλέξω για αγορά βιβλίων του από τη βιβλιοθήκη (τότε ακόμη δεν υπήρχαν οι ηλεκτρονικοί τρόποι ενημέρωσης) για να μην χάσει τους δυνητικούς πελάτες! Αλλά ούτε και σε αυτήν που κάποιοι (κάποιοι μόνο, ευτυχώς) εκδότες έβλεπαν τη βιβλιοθήκη (επίσης πριν κάποια χρόνια, γιατί τώρα με την κρίση....) ως βασική πηγή εσόδων (βλ. σχολικές βιβλιοθήκες αλλά και πολλαπλά συγγράμματα στα ΤΕΙ π.χ.).
Τελικά, αυτές οι συζητήσεις καταλήγουν στο ποιος είναι ο ρόλος μιας βιβλιοθήκης σήμερα. Αλλά, αυτό δεν είναι το θέμα της ανάρτησης.
Για να επιστρέψουμε λοιπόν στο θέμα μας, Μαραμπού σ' ευχαριστώ πάρα πολύ για την προσφορά, μάλλον το βρήκα στη βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου (και μόνο!), τουλάχιστον το έχει ο κατάλογος. Αν για οποιοδήποτε λόγο δεν βρεθεί στα ράφια, θα τα ξαναπούμε.
Πάντως, επειδή έχει και το παζάρι αυτό το μήνα, κάποια σπάνια τα βρίσκουμε κι εκεί (τα πρώτα χρόνια είχε περισσότερο ενδιαφέρον νομίζω, αλλά όλο και κάτι ξετρυπώνεις).

librarian είπε...

Ε.Γ. ανοίγεις όντως μεγάλη κουβέντα προς συζήτηση, όπως λέει και η Κατερίνα.
Πάντως σίγουρα οι βιβλιοθήκες δεν παίρνουν την πελατεία των βιβλιοπωλείων και των εκδοτών, αντίθετα το διευρύνουν, τους δημιουργούν την πελατεία, τους χτίζουν αναγνώστες. Δηλ. δεν μπορώ καν να σκεφτώ πως μπορεί κάποιος να αναφέρει κάτι τέτοιο κι αυτός ο κάποιος να μην είναι η Δημουλίδου.
Μάλλον θα παρεξήγησες κάτι το οποίο έγραψα.
Ο συνειδητοποιημένος αναγνώστης δεν μπορεί να αρκεστεί στα βιβλία της δημόσιας βιβλιοθήκης, θα τρέξει να αγοράσει το νέο βιβλίου ενός συγγραφέα που γνώρισε στη βιβλιοθήκη (όπως συνέβη σε εμένα με τον Μακριδάκη), δεν μπορεί να μην έχει στο σπίτι του τα δικά του βιβλία στα οποία θα ανατρέχει ανά πάσα στιγμή, δεν μπορεί να μην δωρίσει σε αγαπημένα του πρόσωπα αγαπημένα βιβλία ή να μην λάβει από αυτούς, να μην δημιουργήσει για το παιδί του μια παιδική βιβλιοθήκη στο παιδικό δωμάτιο κ.ο.κ. Αυτός είναι ένας από τους ρόλους της βιβλιοθήκης, να δημιουργήσει συνειδητοποιημένους συστηματικούς αναγνώστες.
Αν υπήρχε περίπτωση να συνέβαινε αυτό που λες, τότε στο εξωτερικό που οι βιβλιοθήκες είναι ζωντανό κομμάτι της πόλης και αναπόσπαστο μέρος της ζωής των ανθρώπων, θα έπρεπε να μην υπήρχε ίχνος βιβλιοπωλείου. Φυσικά δεν τίθεται θέμα καταπίεσης, πολλοί είναι αυτοί που δεν τους αρέσει το μεταχειρισμένο κι ειδικά στην Ελλάδα. Είναι φανερό ότι ακόμη και τα secondhand ρούχα ή αξεσουάρ δεν έχουν εδώ την πέραση που έχουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Μάλλον με κοιτάει περίεργα κάποιος όταν του λέω ότι κάτι που φοράω το έχω πάρει από μαγαζί με μεταχειρισμένα.

Κατερίνα, θα είχε ενδιαφέρον να ερευνηθεί ο ρόλος της βιβλιοθήκης σήμερα, όχι τόσο σε θεωρητικό επίπεδο, όσο σε πρακτικό, κυρίως για το πως θα καταφέρει να έχει η βιβλιοθήκη ένα ρόλο στην ελληνική κοινωνία. Αναφέρεσαι στο παζάρι στην Κοτζιά; πως είχα την εντύπωση ότι ζεις μόνιμα στα όμορφα Χανιά. Κρίμα που δεν είμαι Αθήνα να το επισκεφθώ. Ευελπιστώ να καταφέρω να έρθω κάποια στιγμή και να το προλάβω.

Ανώνυμος είπε...

Librarian & Κατερίνα,
μάλλον εσείς παρεξηγήσατε αυτό που είπα ή εγώ δεν εκφράστηκα καλά.

Αυτό που εννοούσα είναι ότι η στήριξη είναι κάτι παροδικό, χωρίς διάρκεια. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα βιβλιοπωλεία. Όσο και αν θέλω να στηρίξω τα μικρά βιβλιοπωλεία, αν αυτό που προτιμώ είναι να ψωνίζω από τα public τότε εκεί θα καταλήξω. Το θέμα είναι αυτό που ξεκινάει ως περιέργεια ή στήριξη, να γίνει απαραίτητο κομμάτι της ζωής κάποιου, κοινώς να το απολαμβάνει. Αυτό εννοούσα ότι οι βιβλιοθήκες πρέπει να βρούνε και να κρατήσουν το δικό τους κοινό.

Όσον αφορά το παζάρι, τώρα το σνομπάρω γιατί όλες τις φορές που πήγα πλην εξαιρέσεων κατέληγα με μια στοίβα βιβλία που δεν χρειαζόμουν και βρήκα ελάχιστα που πραγματικά ήθελα. Πολλές ουρές και πολύ ορθοστασία και σε αρκετές περιπτώσεις οι τιμές ίδιες με εκείνες της πολιτείας, χώρια οι στοίβες με εκείνες τις παμπάλαιες και ύποπτες εκδόσεις που δεν γράφουν ούτε το όνομα του μεταφραστή. Ωστόσο όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, κάποια χρονιά που αναγνωστικά είχα πέσει πολύ, η επίσκεψη στο παζάρι με ξαναέβαλε σε πρόγραμμα. Ίσως η αφθονία των βιβλίων αλλά κυρίως ότι τυχαία αγόρασα τον πρώτο μου Τρέηβεν που δεν γνώριζα και αποδείχθηκε ένα από τα κορυφαία βιβλία που έχω διαβάσει!
Η φιλαγνωσία προωθείται κυρίως από την αφθονία των μέσων διάθεσης των βιβλίων, πολλά βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, ακόμα και παζάρια παλιών βιβλίων.
Ε.Γ.

librarian είπε...

Αχ Ε.Γ. αυτά που αναφέρεις έχουν τόσες προεκτάσεις που αδυνατώ να τις αναλύσω όλες μέσω ενός σχολίου. Τα Public δεν μου αρέσουν, δεν θέλω να ψωνίζω από εκεί, όπως δεν μου άρεσαν και οι αλυσίδες που έκλεισαν (Ελευθερουδάκης, Παπασωτηρίου) ούτε θεωρούσα ποτέ ότι έχουν καλές τιμές και προσφορές. Αλλά έχουν τα εξής καλά: μου προσφέρουν εργασία και έχουν ποικιλία. Θα σου πω ένα παράδειγμα, στη μικρή πόλη που ζω βγήκα εχτές βόλτα στα βιβλιοπωλεία με σκοπό να αγοράσω κάποια από τα πολλά βιβλία που έχω στο μυαλό μου. Πήγα σε όλα τα μικρά βιβλιοπωλεία που τυχαίνει να είναι χαρτοβιβλιοπωλεία, πήγα σε τρία, ούτε ένα δεν είχε ένα από τα βιβλία που είχα στο μυαλό μου. Κατέληξα στα public να χαζεύω ώρες τα ράφια του. Δεν ψώνισα ούτε από εκεί. Θέλω να στηρίξω τα μικρά βιβλιοπωλεία αλλά ειδικά στην επαρχία αυτό είναι ανέφικτο. Σχεδόν όλα δεν έχουν τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω αλλά μένουν στα πιο ευπώλητα. Οι αλυσίδες (η μία που έμεινε) δεν έχει τις τιμές που θέλω, και πάντα καταλήγω να ψωνίζω από την Πολιτεία και την Πρωτοπορία. Θα παραγγείλω από εκεί διαδικτυακώς ό,τι θέλω γιατί έχουν και ποικιλία έχουν και ασυναγώνιστες τιμές. Αυτά τα δύο βιβλιοπωλεία έχουν σήμερα το μεγαλύτερο σουξέ. Δεν ξέρω πως το κατάφεραν αλλά το κατάφεραν.

Οι βιβλιοθήκες δεν είναι όμως βιβλιοπωλεία και δεν μπορούν να συγκριθούν, δεν απευθύνονται σε κάποιους πρέπει να απευθύνονται σε όλους και να τους προσελκύουν όλους. Στο φοιτητή που ψάχνει ένα βιβλίο για την έρευνά του, στη μητέρα που θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο στο παιδί της, στον συνταξιούχο που θέλει ένα βιβλίο να περάσει την ώρα του, στον έφηβο που ψάχνεται και δεν έχει δικά του χρήματα....

Η φιλαναγνωσία είναι πάλι πολλά, να κι αυτό εδώ το μπλογκ με αυτήν την ιδέα ξεκίνησε. Δεν ξέρω τι πέτυχε και τι όχι, αλλά θέλω να πιστεύω ότι προσπαθεί να διαδώσει την αγάπη για το βιβλίο και την ανάγνωση.

Ανώνυμος είπε...

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ζήσει ποτέ στην επαρχία και σκέφτομαι με όρους μεγάλης πόλης όπου οι επιλογές είναι σαφώς περισσότερες. Πιθανότατα αν είχα μόνο τα public, να τα προτιμούσα έναντι της ηλεκτρονικής παραγγελίας. Έχω συνδέσει πλέον την αγορά βιβλίων με την έξοδο από το σπίτι, να μιλήσω και σε κάνα άνθρωπο, να πιω και έναν καφέ. Άλλωστε ακόμα και στα public είναι πιθανό να βρεις έναν ενημερωμένο και συμπαθητικό πωλητή και στο κάτω κάτω, δίνουν δουλειά σε άτομα της περιοχής σου.

Αυτό ακριβώς που λες είναι και το περίεργο της υπόθεσης: Οι βιβλιοθήκες έχουν τρομερά πλεονεκτήματα. Απευθύνονται σε ένα ευρύ κοινό που ζητάει από λογοτεχνία μέχρι εξειδικευμένα βιβλία, είναι τσάμπα και σου δίνουν τη δυνατότητα να δανείζεσαι βιβλία από τα οποία θες να διαβάσεις ένα μέρος πχ ορισμένα δοκίμια που σε ενδιαφέρουν και φυσικά να πειραματίζεσαι με βιβλία αντί να το κοιτάζεις από εκατό μεριές πριν το αγοράσεις.
Εύχομαι στο μέλλον η κατάσταση να αλλάξει, δυστυχώς για την ώρα όμως δεν το βλέπω.
Ε.Γ.

librarian είπε...

Ναι, σίγουρα, το είπα κι εγώ, τα Public δίνουν δουλειά, αλλά η Πολιτεία έχει πολύ καλύτερες τιμές και την συμπαθώ πιο πολύ ως βιβλιοπωλείο. Για κάποιον αδιανόητο λόγο τα public έχουν καλύτερη τιμή αν τα παραγγείλεις από το site της, ποιο το νόημα;

Ανώνυμος είπε...

Ακολουθούν τη λογική της Domino's pizza. Δεν το ήξερα, πολύ τσαντίστηκα τώρα που το έμαθα.
Ε.Γ.

librarian είπε...

Ναι, πράγματι δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ τη λογική. Πάντως αν είναι να παραγγείλω από το ίντερνετ προτιμώ να παραγγείλω από την Πολιτεία.