Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η αρχιτεκτονική της γνώσης


Για να χτίσει κάποιος μια βιβλιοθήκη χρειάζονται πολύ απλά οικοδομικά υλικά. Μελάνι, χαρτί και λέξεις. Χρειάζονται και άνθρωποι, πάντα χρειάζονται άνθρωποι, να βάλουν τις λέξεις στη σειρά και φυσικά, μηχανήματα να τυπώσουν τη φαντασία, την επιστήμη, την τέχνη.

Μετά έρχονται και οι αρχιτέκτονες που έχουν πιο περίπλοκη σκέψη που αδυνατώ να κατανοήσω και σε ρωτάνε τι χώρους πρέπει να έχει μια βιβλιοθήκη. Μα τι κουτή ερώτηση. Το σύμπαν έχει τοίχους; Τα παράθυρα να μείνουν ή να τα μπαζώσουμε; Ανάλογα, φίλε μου, με το τι μπαίνει από αυτά τα παράθυρα. Ο καθαρός αέρας χρειάζεται και το φως επίσης. Είδες κάτι να ζει χωρίς φως και αέρα; Η φασαρία σίγουρα δεν χρειάζεται κι ο καυτός ο ήλιος βλάπτει. Είναι γνωστό ότι εκεί που δεν υπάρχει καυτός ήλιος διαβάζουν περισσότερο. Θέλει να παρηγορηθεί ο άνθρωπος όπου υπάρχει θλίψη από τη γκρίζα συννεφιά και αναζητά να κρατηθεί από μερικές αράδες. Πάντα χρειάζεται ο φυσικός φωτισμός στον αναγνώστη με φειδώ όμως το τζάμι στην Ελλάδα, εξάλλου το βιβλίο είναι από μόνο του παράθυρο και το ίδιο απαραίτητος είναι και ο τεχνητός φωτισμός. Παίζει ρόλο και η θερμοκρασία, οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ευάλωτοι. Βασικό υλικό σου πρέπει να είναι η ησυχία πρέπει να αφήσεις έξω κάθε ήχο. Εκεί ο άνθρωπος χρειάζεται να ακούει μόνο την ανάσα της σκέψης που ανακουφίζει τα αφτιά.

Για να χτίσεις μια βιβλιοθήκη πρέπει να προβλέψεις ότι πρέπει να εξυπηρετεί όλους τους εν δυνάμει ανθρώπους που αναζητούν παρηγοριά. Τον ηλικιωμένο μοναχικό κύριο, τον εργαζόμενο, την κυρία που γυρνά από το κομμωτήριο, τη μάνα με το παιδί, τον φοιτητή που είναι σε μόνιμη αναζήτηση, τον έφηβο που το έσκασε από το σχολείο ή από το σπίτι ή από τον εαυτό του. Να εξυπηρετεί την ανάγκη για πρόσβαση στην πληροφορία, όπου κι αν αυτή υπάρχει και καμιά φορά η πληροφορία είναι άυλη. Ακόμη κι αυτή χρειάζεται στέγη. Βοήθησε την πληροφορία και τον δέκτη να κυκλοφορούν ανενόχλητοι και να βρίσκουν εύκολα τη γωνιά που τους ταιριάζει. Η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε κλειστούς χώρους που βλέπουν ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον εγκυμονεί κινδύνους κι εσύ πρέπει να τους προστατεύσεις. Υποκείμενα και αντικείμενα χρειάζονται προστασία από τα καιρικά φαινόμενα, πρέπει να περιμένει κάποιος ετοιμοπόλεμος τον καταποντισμό. Μα επικίνδυνη είναι η απληστία και η βλακεία του ανθρώπου, ίσως πιο επικίνδυνη από τον καιρό και τη φύση.

Όλοι γνωρίζουν όμως πως η γνώση είναι βαριά. Πρέπει να φροντίσεις να αντέχει το έδαφος τον όγκο και τα ράφια τη σκόνη. Και μη ξεχνάς ότι τα βιβλία πολλαπλασιάζονται πιο γρήγορα από τους ανθρώπους. Απαιτούν επίμονα χώρο και χρόνο. Κι αν δεν τα βρουν να τους περιμένει γίνονται ύπουλα και επιδιώκουν να κλέψουν τον δικό σου αέρα, να σταθούν εκεί που στέκεσαι και να μην σου επιτρέπουν ούτε την είσοδο. Άκουσε με γίνονται πολύ επιθετικά, μην τους το επιτρέψεις.

Αν θες να μιλήσουμε για χρώματα, αναμφισβήτητα το χρώμα που θα σου πω θα είναι το λευκό, το ουράνιο τόξο επέτρεψε να μπει μόνο εκεί που υπάρχουν παιδιά. Τα έπιπλα; Μα και βέβαια πρέπει να αντέχουν το βάρος των αγκώνων πάνω στους οποίους στέκουν όλοι οι προβληματισμοί των αιώνων που πέρασαν. Να είναι γερά και άνετα, αυτό έχει μόνο σημασία.

Είμαι σίγουρη ότι είναι εύκολο να κτιστεί ο χώρος που θα συγκεντρώνει τη γνώση, δημιουργική και καλοπληρωμένη εργασία, για τις ημέρες που έπονται ανησυχώ. Αυτό πρέπει να προβλεφθεί. Πως ο χώρος θα πρασινίσει, θα δώσει καρπούς. Δεν είναι δική σου δουλειά, αλλά οι θέσεις εργασίας που θα σχεδιάσεις να εύχεσαι να μην είμαι μόνο θέσεις.

Υ.Γ. Για τον σχεδιασμό δημοσίων/ δημοτικών βιβλιοθηκών μπορείτε να συμβουλεύεστε έναν οδηγό που περιέχει τις βασικές οδηγίες που δεν διάβασα για να γράψω όλα τα παραπάνω.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ξεχασμένος σελιδοδείκτης


Μέσα σε συρτάρια παλιών παιδικών δωματίων βρίσκει κανείς μυριάδες αναμνήσεις ανεκτίμητης αξίας, μονάχα για τον κάτοχο τους. Μικροαντικείμενα σπασμένα και τσαλακωμένα στην πλειοψηφία τους, στοιβαγμένα μαζί με τα απαραίτητα σχολικά συνοδευτικά, μισοφαγωμένες γόμες και μολύβια, χρωματιστά στυλό που ξέμειναν από μελάνι, έλεγχοι προόδου, ασκήσεις για το σπίτι που ποτέ δεν έγιναν. Χρόνια ζεις χωρίς αυτά, ούτε την ύπαρξή τους δεν θυμάσαι, μα όταν τα βλέπεις δυσκολεύεσαι να τα αποχωριστείς φοβούμενος μην τυχόν μαζί με αυτά πετάξεις και συνεπώς ξεχάσεις τα καλύτερα σου χρόνια. Σαν να έχουν καταδικαστεί τα συρτάρια των παιδικών δωματίων να ζουν σε χρόνο σταματημένο απλά για να σου υπενθυμίζουν την προηγούμενη ζωή σου. Η κάθε προηγούμενη ζωή γίνεται ένα συρτάρι σε ένα κάποιο δωμάτιο.
Αυτά τα χαλασμένα μικροαντικείμενα αναμνήσεων συνήθως καμία αξία δεν έχουν για κάποιον δεύτερο που ξεδιάντροπα εισέβαλε στο προσωπικό σου άβατο και βάλθηκε να σκαλίζει τον θησαυρό των σκουπιδιών σου και να σε προστάζει να τα ξεφορτωθεί επιτέλους. Κάθε χρόνο που αγγίζεις τα χρωματιστά ξύλινα πόμολα ενός ακατοίκητου χώρου αφήνεις για αργότερα την μάταιη τακτοποίηση του σωρού και τον εντοπισμό των πιθανών χρήσιμων.
Μέσα σε όλα βρέθηκε κι αυτός ο ενδεχομένως πολυχρησιμοποιημένος σελιδοδείκτης μιας άλλης εποχής και ξαφνικά ο θησαυρός σου αποκτά αξία και για κάποιον άλλον. Ένας χαρούμενος, με ζωντανά χρώματα που παραμένουν, παιδικός σελιδοδείκτης της μακρινής εποχής που οι εκδόσεις Ψυχογιός είχαν περισσότερο γούστο.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν σε διακόπτει ο θάνατος


Δύο χρόνια μετά τον άδικο θάνατο του Αργύρη Χιόνη οι εκδόσεις Κίχλη είχαν προδημοσιεύσει ότι θα εξέδιδαν ένα ακόμη βιβλίο του. Τότε εργαζόμουν σε ένα, επαρχιακό μεν μεγάλο και γνωστής αλυσίδας δε, βιβλιοπωλείο και ανυπομονούσα για την ημέρα που θα άνοιγα τις κούτες με τις νέες παραλαβές και θα έβρισκα τις τελευταίες λέξεις του. Ήταν γιατί το Οριζόντιο ύψος είχε γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία που μένει ακόμη καρφιτσωμένο στη μνήμη μου, το ίδιο και τα ποιήματά του. Η πολυπόθητη έκδοση έφθασε φέτος τον Αύγουστο. Η καθυστέρηση εξηγείται κάπως στο προλογικό σημείωμα, ήταν η διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων, ήταν η δύσκολη σύνθεση των κειμένων που δεν είχαν ολοκληρωθεί εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του δημιουργού τους. Επιμελήτρια και εκδότρια μέσα από το μισοτελειωμένα κείμενα προσπάθησαν να δημιουργήσουν την έκδοση, όπως την είχε φανταστεί ο συγγραφέας.  Θα ήταν κρίμα πράγματι να έμεναν οι λέξεις αυτές ανέκδοτες, να μην έφταναν ποτέ σε εμάς στους αναγνώστες που ζούμε ρουφώντας ευφάνταστες ιστορίες για όντα και μη όντα που ακροβατούν μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Το βιβλίο αποτελείται από εννέα διηγήματα, τα τέσσερα προδημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά δύο εκ των οποίων φέρουν μεταγενέστερες προσθήκες και διορθώσεις. Τα μη ολοκληρωμένα διηγήματα εκδόθηκαν βάσει των δακτυλογραφημένων κειμένων που άφησε πίσω του ο συγγραφέας κι είναι αυτά που έχουν το μεγαλύτερο εκδοτικό ενδιαφέρον. Καθώς διάβαζα το επίμετρο της επιμελήτριας είχα στο νου μου έναν ζωγράφο. Την πορεία που διανύει πριν φτάσει στο τελικό πίνακα που τον ικανοποιεί ή και όχι. Τα μουτζουρωμένα από κάρβουνο κομμάτια χαρτί που πέταξε στον κάλαθο των άχρηστων για να καταπιαστεί πάλι από την αρχή με νέα σχέδια. Και το τελικό έργο, πόσες γραμμές φέρει άραγε κάτω από τις τελευταίες πινελιές και πότε αποφασίζει για το ποια θα είναι αυτή η τελευταία. Έτσι και η δουλειά του συγγραφέα, τα προσχέδια, η γραφή από την αρχή μιας ιδέας που ίσως στην πορεία να αλλάξει, οι διορθώσεις των διορθώσεων, οι σημειώσεις των σημειώσεων. Και ξαφνικά θάνατος. Μένει το δημιούργημα ορφανό να απορεί κι αυτό αν έχει το τέλος που του πρέπει και γιατί τα αστεράκια των υποσημειώσεων δεν οδηγούν πουθενά.

Σε αυτά τα μελαγχολικά μονοπάτια με οδήγησαν οι σημειώσεις εκδότριας και επιμελήτριας που είναι φανερό πως θα ήθελαν να ήταν εδώ ο συγγραφέας να χαρεί για το νέο του βιβλίο, και ποιος δεν θα ήθελε να είναι εδώ κι αυτό να μην είναι το τελευταίο. Εννέα διηγήματα κάποια δίχως τέλος που δεν έχουν όμως τίποτα να ζηλέψουν από εκείνα που δουλεύτηκαν παραπάνω. Άμα δεν μου το έλεγαν ούτε που θα το καταλάβαινα. Εννέα απολαυστικές ιστορίες από εκείνες που συνέθετε με τόση μαεστρία αυτός ο μεγάλος ποιητής που είχε σώας τας φρένας σε ένα σαλεμένο κόσμο του παραλόγου.