Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Προετοιμασίες για την Πόλη


Το δεύτερο βιβλίο Τούρκου συγγραφέα που διαβάζω και εκτυλίσσεται στην όμορφη Κωνσταντινούπολη. Μετά το εξαιρετικό βιβλίο του Παμούκ, για το οποία είχα γράψει εδώ, σειρά είχε το νέο βιβλίο του Ahmet Ümıt "Έγκλημα στο Πέρα" (που είχα την τύχη να διαβάσω καθώς ένας ευγενικός κύριος το δώρισε στη δημόσια βιβλιοθήκη), ένα νουάρ μυθιστόρημα με τη συνηθισμένη υπόθεση αλλά όχι με την αγωνία των αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Η υπόθεση είναι απλή.
Βρισκόμαστε στη χειμωνιάτικη χιονισμένη Κωνσταντινούπολη, στην πρώην ακμάζουσα ελληνική γειτονιά Ταρλάμπασι που τώρα βασιλεύει το έγκλημα γίνεται ένας φόνος το οποίο αναλαμβάνει να ερευνήσει ο αστυνόμος Νεβζάτ με τον βοηθό του Αλή. Ο ένας φόνος ακολουθείται από άλλους, με τον αστυνόμο να μην μπορεί να βρει τη λύση και να βρίσκεται μπλεγμένος σε δύσκολες υποθέσεις με πρωταγωνιστές τη μαφία που κυριαρχεί στην περιοχή.
Αν και τα πολλά ονόματα και τα πολλά πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση με κούρασαν με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ακολουθήσω το αστυνόμο στην εύρεση του/ των δολοφόνου/ ων, κατάλαβα πως ούτως ή άλλως δεν ήταν αυτή η βασική επιθυμία του συγγραφέα, γι' αυτό και το βιβλίο ξεχωρίζει από τα συνηθισμένα νουάρ. Μέσα από τα εγκλήματα που φαίνεται να μην έχουν τέλος, ο Ουμίτ παρουσιάζει την σκληρή αλήθεια της όμορφης μεγαλούπολης που δεν είναι άλλη από την απερισκεψία των κατοίκων της και η τάση τους να ξεχνούν.


Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλη η υπόθεση τοποθετείται στην γειτονία των Ελλήνων και των Αρμένιων που μετά τα Σεπτεμβιανά και τον βίαιο διωγμό τους, ξέπεσε με αποτέλεσμα σήμερα να είναι η πλέον κακόφημη συνοικία που συγκεντρώνει μαφία, ναρκωτικά, πορνεία και τους δυστυχισμένους ανθρώπους που εμπλέκονται σε όλα αυτά (περισσότερα για τη γειτονιά μπορείτε να διαβάσατε εδώ). Παράλληλα, στο όνομα της ανάπλασης, προστέθηκε άλλος ένας λόγος για να τυραννά την πολύπαθη γειτονιά, οι αγοραπωλησίες των εγκαταλειμμένων σπιτιών, ακόμη καπνισμένων από τις φωτιές, που ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Σαν η περιοχή να μην μπορεί να ξεχάσει τις μαύρες στιγμές της ιστορίας της Πόλης. Μαζί με αυτήν φαίνεται να μην μπορούν να ξεχάσουν και ορισμένοι κάτοικοι γνώστες της αλήθειας. Τόσο ο Παμούκ όσο και ο Ουμίτ αναφέρονται στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955 ως οι πιο ντροπιαστικές ημέρες που έζησε η Πόλη.


Ο πρωταγωνιστής της μυθ-ιστορίας, ο Νεβζάτ μπέη, είναι ερωτευμένος με την Ευγενία, Ρωμιά, τυχαίνει τις ημέρες που εξιχνιάζονται τα εγκλήματα να την έχουν επισκεφθεί συγγενείς από την Αθήνα, παλιοί κάτοικοι της Πόλης που έφυγαν μετά τα αποτρόπαια γεγονότα. Ο συγγραφέας δίνει λόγο στη θεία Φωφώ, η οποία εξιστορήσει με θλίψη τα όσα έζησε. Και καταλήγει η θεία Φωφώ, που μπορεί να είναι και η δική μου θεία:
"Τα σπίτια μας είναι εδώ, οι τάφοι των προγόνων μας είναι εδώ, η ψυχή μας είναι εδώ, αλλά εμείς πήγαμε στην εξορία. Οριστική εξορία... Καλά, εμάς εξόρισαν, μας έδιωξαν και τι έγινε; Πολύ το χάρηκαν; Η χώρα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη; Η πόλη είδε μεγάλη ακμή και ευημερία; Αντιθέτως, έγινε χειρότερα δυστυχώς. Θα είδες την απελπιστική κατάσταση του Ταρλάμπασι. Ξεχειλίζει η φτώχια, η διαφθορά, η ξεδιαντοπιά κάθε είδους. Ένα αλλόκοτο πράγμα στην καρδιά της πόλης. Λες και κάποιος την καταράστηκε την αγαπημένη μου συνοικία."
Τέσσερις σελίδες που φανερώνουν ότι οι αληθινοί κάτοικοι αυτής της Πόλης δεν έχουν καταφέρει να ξεχάσουν τη δυστυχία που σκόρπισαν ορισμένοι φανατισμένοι (ευτυχισμένος ο λαός που δεν έχει τέτοιους).
Και πράγματι δεν έχουν ξεχάσει, το είδα, το έζησα, σε όσους με αγκάλιασαν βλέποντας σε εμένα τους Έλληνες φίλους που έχασαν. Αυτούς όλους τους ανθρώπους θα πάω να ξανασυναντήσω. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι από την καλοκαιρινή, πολυπολιτισμική Ιστανμπούλ με τα ωραία χρώματα. Ανυπομονώ.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Καιρός για διακοπές

Τα περίεργα και δύσκολα χρόνια που διανύουμε δημιουργούν νέες καταστάσεις που κοντεύουν να γίνουν ρουτίνα καθώς η χώρα αδυνατεί να φύγει από το οικονομικό αδιέξοδο που της έχει επιβληθεί. Ο άνθρωπος όμως είναι κάτι σαν χαμαιλέοντας και προσαρμόζεται σε όποιο κομμάτι γης κι αν τον ακουμπήσουν. Έτσι κι εγώ, όπως κι άλλοι της ηλικίας μου, προσαρμοζόμαστε στο μόνιμο καθεστώς εργασιακής και οικονομικής αβεβαιότητας, ανασφάλειας και μετακίνησης.
Ένα παράδειγμα σε αυτό το εργασιακό καθεστώς είναι οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Κάθε καλοκαίρι, εδώ και οχτώ χρόνια μένουν άνεργοι, κάνουν αίτηση και κάποια στιγμή, άγνωστο πότε, τους ζητούν εντός τριών ημερών να παρουσιαστούν στο νομό που έχουν επιλεγεί και τους τοποθετούν σε κάποια σχολική μονάδα για να εργαστούν μέχρι τον Ιούνιο και μετά πάλι από την αρχή. Κι έτσι ζουν χιλιάδες Έλληνες, χωρίς σταθερό μέρος διαμονής, μαθαίνοντας να προσαρμόζονται σε όποιο εργασιακό περιβάλλον τους ανοίξει την πόρτα τους για λίγο. Μαθαίνουμε βέβαια και να απολαμβάνουμε αυτόν τον διαφορετικό εργασιακό τουρισμό όπως τον έχω ονομάσει.

Έτσι λίγο πριν φτιάξω πάλι βαλίτσες για να επιστρέψω από εκεί που ήρθα, θα σας παρουσιάσω ένα πανέμορφο μέρος που αξίζει να επισκεφθείτε κάποια στιγμή στη ζωή σας, πλησιάζει και το τριήμερο του Άγιου Πνεύματος και είναι ό, τι πρέπει για όσους θέλουν να αποδράσουν από την Αθήνα.


Ο επίγειος παράδεισος μου βρίσκεται στη Μεσσηνία ονομάζεται Πολυλίμνιο κι απέχει 31 χιλιόμετρα από τη πρωτεύουσα τον νομού, στο δρόμο που ενώνει την Καλαμάτα με την Πύλο. Ο νέος δρόμος που δημιουργήθηκε δίνει τη δυνατότητα στους Αθηναίους να βρεθούν στην Καλαμάτα σε 2.30 ώρες και να πληρώσουν βέβαια τα πανάκριβα διόδια (13 ευρώ), αλλά ο πανέμορφος αυτός νομός αξίζει. Είναι ο καταπράσινος Ταΰγετος με τα πολλά μονοπάτια πεζοπορίας που όλα οδηγούν σε υπέροχα ποτάμια, είναι οι πεντακάθαρες παραλίες, είναι η Μάνη με την Καρδαμύλη και την Στούπα, είναι η Πύλος, η Μεθώνη, η Κορώνη, η Κυπαρισσία είναι και το ιδιαίτερο Πολυλίμνιο που θα γεμίσουν τον ταξιδιώτη εικόνες.


Το Πολυλίμνιο είναι ένα μέρος που παρόμοιο του δεν έχω ξανά αντικρίσει σε όλη την Ελλάδα, ιδανικό για δροσερό μπάνιο σε γλυκά νερά το καλοκαίρι αλλά και για πεζοπορία δίπλα στους ήχους του νερού που κυλάει τις ηλιόλουστες μέρες των άλλων εποχών.


Ακολουθώντας τις ταμπέλες περνάμε το χωριό Καζάρμα, φτάνουμε στο χωριό Χαραυγή, αφήνουμε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, κατηφορίζουμε τον χωματόδρομο (περίπου 300 μ.) και φτάνουμε στον καταπράσινο παράδεισο για να ξεκινήσουμε την πεζοπορία (3 χμ.) και να ανακαλύψουμε όλες τις λίμνες που δημιουργούνται από τα ορμητικά νερά του φαραγγιού. Το μέρος πρόσφατα αξιοποιήθηκε και δόθηκε η ευκαιρία να γίνει προσπελάσιμο από όλους. Στο μονοπάτι έχουν τοποθετηθεί ξύλινες γεφυρούλες αλλά και μεταλλικά στηρίγματα που σου επιτρέπουν και σε παροτρύνουν να συνεχίσεις την πεζοπορία και να δεις όλες τις μαγικές λίμνες που η καθεμία έχει και διαφορετικό όνομα Μαυρολίμνα, Κάδη, Καδούλα, του Ιταλού, του Τυχερού κ.λπ.


Έχω περπατήσει εκεί όλες της εποχές, τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού έχει, όπως είναι λογικό, πολύ κόσμο. Η σκιά της πλούσιας βλάστησης σου επιτρέπει να πεζοπορήσεις χωρίς κανένα πρόβλημα, ενώ ο ήχος του νερού καλύπτει κάθε σου σκέψη. Τον περισσότερο κόσμο τον συγκεντρώνει η μεγαλύτερη λίμνη, η Καδούλα που έχει σχήμα καρδιάς κι έναν εκπληκτικό καταρράκτη 25 μέτρων, ενώ γύρω γύρω έχει βράχια για να βουτήξεις στα κρύα νερά άμεσα χωρίς να σε νοιάζει τίποτα.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Οι γυναίκες από το Αφγανιστάν


Ο Αλγερινός συγγραφέας που κρύβεται πίσω από το γυναικείο ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα (Yasmina Khadra) είναι ο Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (Mohammed Moulessehoul) κι έγραψε το καλύτερο και διαχρονικότερο βιβλίο που διάβασα τους τελευταίους μήνες. Πρόκειται για το βιβλίο τα "Χελιδόνια της Καμπούλ". 
Έχω δηλώσει ξανά ότι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα λογοτεχνικά βιβλία που αναφέρονται στις ανατολικές πολύπαθες χώρες. Μου δίνουν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε πόλεις με διαφορετική κουλτούρα που ίσως ποτέ να μην καταφέρω να επισκεφτώ και να γνωρίσω γιατί οι πόλεμοί τους φαίνεται να μην έχουν τέλος. Κι όταν σκέφτομαι ανατολίτικη κουλτούρα το μυαλό μου πάει σε χρωματιστά χαλιά που ίσως και να πετάνε, τη φωνή του Ιμάμη που σε καθηλώνει αρκετές φορές τη μέρα, μυρωδιές από μπαχαρικά και όμορφες μελαχρινές γυναίκες που ψάχνουν λυχνάρια. Και ίσως κάποτε να ήταν έτσι, πόσα χρόνια όμως αυτό έχει πάψει; Γκρεμισμένα σπίτια, ήθη και έθιμα, φόβος, φτώχια, τυραννία, πίστη. Οι άνθρωποι αυτών των χωρών μάλλον δεν θα καταφέρουν να βρουν ποτέ την ηρεμία και τη γαλήνη που θα έπρεπε να κυριαρχεί σε όλες τις πόλεις του κόσμου. 
Ο Χάντρα μας ταξιδεύει στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν την εποχή που βρίσκεται υπό την κυριαρχία των Ταλιμπάν και του ισλαμικού ιερού νόμου που απαγορεύει τα πάντα. Στο μόλις 150σέλιδο βιβλίο και μέσα από τη ζωή δύο αντρόγυνων που έχουν επιβιώσει από τον πόλεμο με τους Ρώσους και τώρα αναγκάζονται να επιβιώνουν υπό το καθεστώς τρόμου, ο συγγραφέας μας μεταφέρει όλο το εμπόλεμο κλίμα, όλο τον φόβο των ανθρώπων και την τρέλα που έχει κυριαρχήσει. 
Περισσότερο απ' όλα όμως φανερώνεται η θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Ζήτημα που φαίνεται να αγγίζει περισσότερο τον συγγραφέα που επιλέγει να κρυφτεί πίσω από ένα γυναικείο όνομα. Η γυναίκα που αναγκάζεται να ζει κρυμμένη κάτω από το τσαντόρ της, χωρίς κανένα δικαίωμα, στη σκιά ενός άντρα που την αντιμετωπίζει σαν ζώο ακόμη κι όταν την ερωτεύεται παράφορα. Λιθοβολείται και εκτελείται προς παραδειγματισμό, ταπεινώνεται, μένει φυλακισμένη σε ένα γκρεμισμένο σπίτι, της απαγορεύεται ακόμη και να αναπνεύσει κάτω από τον καυτό ήλιο της Καμπούλ. Κι όλα αυτά στο όνομα κάποιου θεού που τους διατάζει. 
Ζητήματα που η δική μας "πολιτισμένη" δυτική κοινωνία έχει λύσει ή πιστεύει ότι έχει λύσει ή απλά τα έχει σκεπάσει εξαλείφοντας τις ακραίες και κατακριτέες συμπεριφορές.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη


Σκοτεινιασμένη και προβληματισμένη από υπαλλήλους που για αλλού ξεκίνησαν και αλλού βρέθηκαν, ίσως να βαρέθηκαν στην πορεία ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό, αναλογίζομαι ποιοι άραγε χρησιμοποιούν τις βιβλιοθήκες και που χρειάζονται.
Λίγοι είναι οι αναγνώστες αυτής της χώρας, αυτό είναι αλήθεια. Όχι πως δεν υπάρχουν, αλλά είναι στατιστικά λιγότεροι από άλλες χώρες. Όσοι διαβάζουν πολύ έχουν μια περίεργη σχέση με το βιβλίο. Θέλουν να το έχουν στη βιβλιοθήκη τους, να το υπογραμμίζουν, να το σημειώνουν και να ανατρέχουν σε αυτό όποτε το θελήσουν. Δυσκολεύονται ακόμη και να το δανείσουν, ίσως να προτιμούν να αγοράσουν ένα άλλο αντίτυπο και να το δωρίσουν παρά να αποχωριστούν το δικό τους. Σε ένα βαθμό τους καταλαβαίνω. Κι εγώ έτσι ενεργώ, όχι για όλα όμως τα βιβλία, για εκείνα  που πραγματικά απόλαυσα. Πολλές φορές μου έχει τύχει να αγοράσω ένα βιβλίο και να μην είναι αυτό που περίμενα, και μετανιώνω για την αγορά και δεν θέλω να μου πιάνει πολύτιμο χώρο στη βιβλιοθήκη μου. Αυτό δεν καταλαβαίνω, εκείνους που δεν θέλουν να αποχωριστούν ακόμη και τα βιβλία που δεν τους άρεσαν, που έχουν περάσει χρόνια και δεν έχουν θελήσει να τα διαβάσουν μετά. Μου θυμίζουν εμένα όταν ήμουν μικρή. Μάζευα ό,τι βιβλίο έβρισκα για να μην είναι τα ράφια άδεια. Μα όταν γέμισαν, έβαλα άλλα ράφια κι όταν γέμισαν κι αυτά, άλλαξα σπίτι κι άρχισα να γεμίζω άλλα ράφια. Και μετά αποφάσισα ότι δεν χρειάζεται να γεμίζω ράφια με βιβλία που άφησα στη μέση και δεν έχω σκοπό ποτέ να συνεχίσω.
Οπότε, οι φανατικοί αναγνώστες δεν είναι συνήθως και χρήστες βιβλιοθηκών, σίγουρα ούτε εκείνοι που δεν έχουν καμία σχέση με το βιβλίο. Υπάρχουν και οι περιστασιακοί αναγνώστες που προτιμούν να ξοδεύουν τα χρήματα τους αλλού και ευχαρίστως θα έμπαιναν σε μια βιβλιοθήκη να δοκιμάσουν να βρουν ένα βιβλίο που θα συντροφεύει τον ελεύθερο χρόνο τους. Αν είναι τυχεροί θα το βρουν ή θα βρουν ένα πρόθυμο υπάλληλο που θα τους βοηθήσει, αν είναι τυχεροί (αυτονόητα δεν αναφέρομαι στις βιβλιοθήκες που παρόλες τις δυσκολίες καταφέρνουν να λειτουργούν, δες και σχετική ανάρτηση). Και ποιοι μένουν;
Αυτά σκεφτόμουν και τακτοποιούσα τα ράφια που δεν θα κουραζομουν να το κάνω ακόμα κι αν το έκανα για όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου, και καθώς μπαίνω το παιδικό δωμάτιο βλέπω αυτήν την εικόνα.


Είναι σχεδόν μία, καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, μόλις είχαν σχολάσει, οι σχολικές τσάντες παρατημένες δίπλα, το ίδιο και τα κινητά. Τα παπούτσια δίπλα τους, αραγμένες ως εκεί που δεν πάει. Σχεδόν ζηλεύω την ανεμελιά τους. Έχουν βρει η κάθε μια από ένα βιβλίο και το διαβάζουν. Ούτε που ήξερα ότι είναι εκεί. Διστάζω να μπω μην τυχόν και τις ενοχλήσω. Είναι ήδη αργά με έχουν δει. Αλλά αυτή η εικόνα είναι τόσο απολαυστική. «Κορίτσια έχετε πολλή πλάκα. Μπορώ να σας βγάλω μια φωτογραφία. Μην κουνηθείτε καθόλου. Μην σταματήσετε να διαβάζετε». Την άλλη μέρα ήταν πάλι εκεί, έγιναν μέλη. Τις βρήκα πάλι στο ίδιο σημείο.

Όλοι πρέπει να χρησιμοποιούμε τις βιβλιοθήκες και κυρίως εμείς που διαβάζουμε πολύ. Να προσπαθούμε να τις κάνουμε καλύτερες. Με όποιον τρόπο. Καμιά φορά η παρουσία μας και μόνο αρκεί. Κι αν δεν μας θέλουν εμείς να επιμένουμε. Γιατί πιστεύουμε στην ανάγνωση. Γιατί τα βιβλία είναι να για να διαβάζονται, να αλλάζουν χέρια και να αγαπιούνται.