Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Διαβάζοντας Σεφέρη


Τις τελευταίες μέρες του έτους τούτου αποφάσισα να τις αφιερώσω διαβάζοντας Σεφέρη.
Είναι γιατί συνειδητοποίησα ότι ένας χρόνος πέρασε χωρίς να διαβάσω τίποτα το σπουδαίο (η βιβλιολίστα μου είναι έτοιμη και περιμένει να αναρτηθεί προσεχώς).
Κάποτε είχα δει σε ένα όνειρο να με ρωτούν ποιος είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας λογοτέχνης κι εγώ χωρίς καθόλου σκέψη, σχεδόν αυθόρμητα, απάντησα τον Σεφέρη. Βγαίνοντας από το όνειρο απόρησα γιατί χωρίς να τον έχω διαβάσει απάντησα δίχως καμία αμφιβολία το όνομά του. Την επόμενη μέρα πήγα στην ομορφότερη δημόσια βιβλιοθήκη που έχω επισκεφθεί, στο νησί των φοιτητικών μου χρόνων, την Κέρκυρα, και έψαχνα να βρω τι από Σεφέρη θα πάρω να διαβάσω. Κέρδισαν οι Μέρες, αδυνατώ όμως να θυμηθώ ποιος τόμος. Πρόκειται για εφτά τόμους, σαν ημερολόγιο, σαν τετράδια με λογοτεχνικές ασκήσεις, σαν αυτοβιογραφία, γεμάτους με τις σκέψεις του τοποθετημένες σε χρονολογική σειρά. Απόλαυσα τη γραφή του, σε κάθε λέξη ανατριχιάζοντας, συμφώνησα με την ονειρική μου άποψη. Έναν τόμο μονάχα διάβασα, υποσχόμενη ότι θα τους αγοράσω όλους γιατί αυτά τα βιβλία δεν είναι να τα έχεις δανεικά. Πρέπει να είναι δικά σου, να τα υπογραμμίζεις, να σημειώνεις, να ανατρέχεις σε αυτά όποτε το μυαλό θελήσει. Πέρασαν όμως τα χρόνια και την υπόσχεση δεν την κράτησα, κανέναν από τους τόμους δεν αγόρασα, κανέναν από τους τόμους τους υπόλοιπους δεν διάβασα. Κι όμως πρέπει να διαβάσουμε τον Σεφέρη για να θυμηθούμε ότι αυτός ο τόπος δημιουργεί ποίηση. Κι ας είναι να έχουμε διαβάσει μόνο μία ποιητική του συλλογή με τον γενικό τίτλο Μυθιστόρημα.
Μπαίνοντας στη δημόσια βιβλιοθήκη της πόλης που ζω τώρα και κάνοντας αυτές τις σκέψεις οδηγήθηκα στα έργα του Σεφέρη αναζητώντας τις Μέρες. Πήρα τους δύο πρώτους τόμους και ξεκίνησα ένα ταξίδι στη ζωή του νομπελίστα ποιητή μας. Τη Δευτέρα θα πάω να πάρω τους επόμενους δύο. Κάπως έτσι θα με βρει το τέλος του έτους και η αρχή του επόμενου. Απολαμβάνοντας τις λέξεις του μεγάλου αυτού ανθρώπου και προσμένοντας να πιάσω στα χέρια μου τις λέξεις του επόμενου μεγάλου καλλιτέχνη που θα συναντήσω στα ράφια κάποιας βιβλιοθήκης.

Σε όλους εσάς εύχομαι αυτές τις ημέρες τις γιορτινές να τις περνάτε απολαμβάνοντας ό,τι σας ευχαριστεί περισσότερο.
Χρόνια πολλά, μόνο καλά, πάντα δημιουργικά. 

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Ταξίδι στις Βρυξέλλες


Και όταν λέμε ταξίδι εννοούμε βόλτες σε νέους δρόμους ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους που μιλούν μια άλλη γλώσσα και έχουν διαφορετική κουλτούρα και νοοτροπία από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Εννοούμε συνάντηση με ξενιτεμένους φίλους που όλο και πληθαίνουν. Εννοούμε ακόμη βόλτα στους χώρους τέχνης και πολιτισμού που είναι τα μουσεία και, ένεκα του επαγγέλματος, οι βιβλιοθήκες. Τώρα αν αυτοί οι χώροι είναι κλειστοί λόγω μιας αόρατης απειλής, ατύχησες, αλλά τι να κάνεις που δεν μπορείς να τα προβλέπεις όλα όταν οργανώνεις ένα ταξίδι.
Υπάρχουν βέβαια και τα βιβλιοπωλεία, γιατί η όποια λόξα ταξιδεύει μαζί με εσένα.
Το Cook & Book είναι ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλιοπωλείο που επισκέφτηκα στο σύντομο ταξίδι αναψυχής στην πρωτεύουσα του Βελγίου. Βρίσκεται, δικαίως, στα είκοσι πιο όμορφα βιβλιοπωλεία του κόσμου που παρουσιάζονται εδώ, ανάμεσά τους και ένα ελληνικό, το Ατλαντίς της Σαντορίνης που κάποια στιγμή θα ήθελα να επισκεφτώ.
Το όνομά του παραπέμπει σε βιβλιοπωλείο που εξειδικεύεται σε βιβλία μαγειρικής, όμως είναι ένας πανέμορφος χώρος με ιδιαίτερη εσωτερική αρχιτεκτονική και διακόσμηση που συνδυάζει το καλό φαγητό και το βιβλίο. Ξενίζει λίγο το φαγητό μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο αλλά άμα το καλοσκεφτείς δεν είναι και τόσο άσχημο να δοκιμάζεις ωραία φαγητά και παράλληλα να ενημερώνεσαι για τις νέες εκδόσεις. Εξάλλου τα μαγειρεία βρίσκονται σε απόσταση από τα βιβλία και χρησιμοποιούν υπερσύγχρονους εξαερισμούς χωρίς να ενοχλούν το άρωμα των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.   
Αποτελείται από δύο χωριστά κτήρια και από εννέα δωμάτια, κάθε δωμάτιο έχει διαφορετική θεματολογία βιβλίων και διαφορετική διακόσμηση. Ένα δωμάτιο συγκεντρώνει βιβλία στα αγγλικά με την ανάλογη διακόσμηση, έπιπλα βικτωριανής εποχής, φωτιστικά στα χρώματα της αγγλικής σημαίας. Ήταν το πιο ήσυχο και απόμερο δωμάτιο που επιλέξαμε να γεμίσουμε με τη φασαρία της δικής μας άγνωστης γλώσσας πίνοντας καφέ και όχι δοκιμάζοντας τα φαγητά, δυστυχώς.
Cook & Book λοιπόν, το ιδιαίτερο βιβλιοπωλείο που γνώρισα στις Βρυξέλλες την περίοδο που λόγω του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Παρίσι ήταν όλα κλειστά και ο στρατός παραφύλαγε σε κάθε γωνιά της πόλης.







  

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Μποέμικη ζωή: ταινία + βιβλίο


Οι Γάλλοι έχουν χιούμορ. Δεν αναφέρομαι σε όλους τους Γάλλους βέβαια, δεν θα μπορούσα να ήξερα άλλωστε. Αναφέρομαι στον κινηματογράφο τους, καθώς αν θελήσει κάποιος να του πω μια ταινία που μ' έκανε και γέλασα δεν θα σκεφτώ καμία ελληνική, καμία αγγλική και σε καμία μα καμία περίπτωση αμερικάνικη. Θα σκεφτώ κάποιες γαλλικές, όπως για παράδειγμα το "Δείπνο ηλιθίων" (1998) ή του Κώστα Γαβρά (Έλληνας βέβαια αλλά οι ταινίες του είναι γαλλικές) "Το τσεκούρι" (2005). Θα σκεφτώ επίσης και τη γαλλο-φιλανδική "Μποέμικη ζωή" (1992) του Καουρισμάκι. Άκρως απολαυστική ταινία, ιδανική να δει κάποιος στη φοιτητική του ζωή (ειδικά αν πρόκειται για αιώνιο φοιτητή) γιατί σε εκείνη την ηλικία θα κατανοήσει και θα συμπονέσει τους πρωταγωνιστές. 


Δεν γνώριζα ότι αυτή η εξαιρετική ταινία στηρίζεται στο βιβλίο "Σκηνές μποέμικης ζωής" του Γάλλου συγγραφέα Henry Marger (1822-1861), ούτε από την ομοιότητα των τίτλων δεν το είχα συνδέσει, αλλά το κατάλαβα με το που ξεκίνησα την ανάγνωση των πρώτων σελίδων του βιβλίου κι ας έχουν περάσει χρόνια από τότε που είδα την ταινία. Η ιστορία του βιβλίου και της ταινίας στηρίζεται σε μεγάλο μέρος της στη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος καταγόταν από φτωχή οικογένεια, έμεινε για ένα διάστημα της ζωής του στο δρόμο και για να βιοποριστεί έκανε πλήθος εργασιών. Χάρις όμως στη μόρφωση που είχε, την οποία απέκτησε λόγω της κλήσης του στα γράμματα και λόγω της θέλησης της μητέρας του, ασχολήθηκε πολύ με το γράψιμο, γι' αυτό και οι εργασίες που αναλάμβανε είχαν σαν κύριο λόγο την σύνταξη κειμένων. Παράλληλα, είχε έφεση στις τέχνες γι' αυτό κι όλα τα χρήματα που του απέφεραν οι διάφορες εργασίες πήγαιναν στην αγορά βιβλίων, στην παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων αλλά και στα εστιατόρια και στα καφενεία. Κατά τη διάρκεια του φτωχού αλλά άκρως καλλιτεχνικού βίου του, γνώρισε και συμπορεύτηκε με πολλούς άτυχους και άσημους καλλιτέχνες, άγνωστους δημοσιογράφους, αιώνιους φοιτητές, όλοι τους λάτρευαν τις τέχνες και ανυπομονόσουν να ξοδέψουν τα όποια λεφτά έπιαναν στα χέρια τους κερνώντας ο ένας τον άλλον αλκοόλ και φαγητό καθώς συζητούσαν για μουσική, για ποίηση αλλά και για τον έρωτα.

Αυτή τη μποέμικη ζωή του περιγράφει στο βιβλίο του που ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αρκετά δυσάρεστη καθώς έζησε στην ανέχεια (και για τον λόγο αυτόν πέθανε μόλις 39 χρονών) είναι γραμμένη με κωμικό τρόπο και έτσι το γέλιο και η ειρωνεία καλύπτουν την όποια δύσκολη και στενάχωρη στιγμή. Αυτό το κωμικοειρωνικό ύφος του βιβλίου απέδωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ο Καουρισμάκι στην ταινία του. Μετά από ενάμιση σχεδόν αιώνα που ο Μυρζέ έγραψε αυτό το βιβλίο αφηγούμενος τη μποέμικη ζωή του  ο Καουρισμάκι ανέδειξε την καλλιτεχνική αξία αυτού του συγγραφέα.

Την ταινία την απόλαυσα πολύ αλλά μέσα από το βιβλίο ο συγγραφέας μου αυτοσυστήθηκε και μου γνωστοποίησε ένα κομμάτι της γαλλικής μποέμικης ζωής του 19ού αιώνα που λίγο πολύ όλοι οι καλλιτέχνες της περιόδου έζησαν.

"Οι μποέμ είναι ασκούμενοι καλλιτέχνες. Το να 'σαι μποέμ είναι το πρώτο βήμα για την Ακαδημία, το νοσοκομείο ή το νεκροτομείο"

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Οι ιστορίες μέσα και πίσω από τον Μόμπι Ντικ, το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ


Το Ναντάκετ είναι ένα μικρό νησί της Πολιτείας της Μασαχουσέτης, κρέμεται 24 μίλια έξω από την απόληξη του ακρωτηρίου Κοντ, και βρέχεται από τον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Σήμερα στηρίζει την τουριστική του ανάπτυξη σε αυτό που υπήρξε επί δυο αιώνες, τον 18ο και 19ο: η φαλαιονοθηρική πρωτεύουσα του κόσμου, κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου λαδιού όταν το λάδι «έπαιρνε» συστηματικά ο άνθρωπος εκείνης της πλευράς της γης, από φάλαινες. Η κοινωνία του Ναντάκετ είχε στο επίκεντρό της, οικονομικά και αξιακά, την επιχείρηση του θαλάσσιου κυνηγιού. Πολλοί ναυτικοί που έλειπαν έως και δυο χρόνια από τα σπίτια τους καθώς οι πληθυσμοί των φαλαινών εξαφανίζονταν από τις κοντινές τους θάλασσες εξαιτίας της ανθρώπινης καταδίωξης, άφησαν γραπτά κατάλοιπα για τις εμπειρίες τους, την ζωή εν πλω, τις καιρικές συνθήκες, τις δυσκολίες και σκληρότητες μέσα στο πλοίο, τις σχέσεις του πληρώματος και την άσκηση διοίκησης, τον τρόπο κυνηγού, επεξεργασίας (κομμάτιασμα) και φύλαξης σε βαρέλια του προϊόντος των θηραμάτων, εικόνες από το ταξίδι και τα συναισθήματά τους απέναντι στις ομορφιές της φύσης και τους φόβους απέναντι στο άγνωστο. Γραπτά απομνημονεύματα άφησαν και επιζώντες από το ναυάγιο του Έσσεξ που ξεκίνησε το ετήσιο ταξίδι του 1819, ναυάγησε 15 μήνες αργότερα στα νερά του Νότιου Ειρηνικού. Οι είκοσι άνδρες στριμώχτηκαν σε τρεις βάρκες, περιπλανήθηκαν επί τρεις μήνες και επέζησαν τελικά οκτώ, έχοντας κάνει επιλογές λανθασμένες ως προς τις ναυσιπλοϊκές εκτιμήσεις τους και την πορεία τους και υπερβατικές ως προς τις επιβιωτικές συμπεριφορές τους (ανθρωποφαγία).

Το ναυάγιο του φαλαινοθηρικού Έσσεξ ήταν γνωστό στην εποχή του, ένα πλέγμα αφηγήσεων βασισμένων στις διηγήσεις επιζώντων –που διαφοροποιούνται και μεταξύ τους ανάλογα με την θέση του καθενός-, τους μύθους που διαμορφώθηκαν με τις παραμορφωτικές διαθλάσεις που φέρνει το πέρασμα του χρόνου και οι ασυνέχειες της μνήμης, εκείνα που έγραψαν οι εφημερίδες, εκείνα που εννοούνταν γιατί ήταν αυτονόητα ή δεν ήταν δυνατόν να γραφτούν. Αυτό το περιστατικό έδωσε τροφή στην έμπνευση συγγραφέων όπως ο Έμερσον και ο Έντγαρ Άλαν Πόε και στάθηκε η αφετηρία του Χέρμαν Μέλβιλ για το μυθιστόρημά του Μόμπι Ντικ, που με δυσκολία διαβάστηκε στην εποχή του αλλά σήμερα τοποθετείται στα καταστατικά λογοτεχνικά κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας και διδάσκεται σε όλες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Η κριτική ερμηνεία έχει αφαιρέσει τα πραγματικά συμβάντα και τοποθετεί το μυθιστόρημα στην σφαίρα της αλληγορίας, της αναμέτρησης του ανθρώπου με την Φύση.

Τις σιωπές της ιστορίας του περιστατικού, της περιπλάνησης, και τον εντοπισμό της συνέχειας των επιζώντων, τι απέγιναν, πώς και με ποιον τρόπο έζησαν μετά, αναζήτησε, εντόπισε, συναρμολόγησε ο ερευνητής Ναθάνιελ Φίλμπρικ, διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Μελετών Ιγκαν και ξετυλίγει στο βιβλίο του με τίτλο Στην καρδιά της θάλασσας (εκδόσεις Ωκεανίδα, α΄ έκδοση, 2002, σ. 367, σειρά: η περιπέτεια του ανθρώπου).

Η επιθετική φάλαινα Μόμπι Ντικ με την σειρά του έχει προκαλέσει κατά καιρούς το ενδιαφέρον πολλών σκηνοθετών. Η Καρδιά της θάλασσας, η ιστορία-πηγή έμπνευσης, έγινε με την σειρά της κινηματογραφική ταινία που θα φθάσει στις ελληνικές αίθουσες προβολής τον καινούργιο χρόνο, δίνοντάς μας χρόνο να διαβάσουμε το βιβλίο που σίγουρα θα δίνει περισσότερες λεπτομέρειες και χρόνο επαφής με τον τόπο και τις συνήθειές του.

Κλείνοντας, έχω τον πειρασμό να μπω σε έναν παραλληλισμό, τι γινόταν στα δικά μας τα μέρη ενώ η φαλαινοθηρική ναυτιλία άνθιζε στον Ειρηνικό Ωκεανό.  Το 1819 όταν απέπλευσε το Έσσεξ, σύμφωνα με σύγχρονες αποτιμήσεις υπολογίζεται ότι 20 ελληνόκτητα πλοία είχαν φτάσει στην Μάλτα, 112 στο Λιβόρνο, 34 στην Ανκόνα, 11 στην Βενετία, 29 στην Τεργέστη, 91 στο Λιβόρνο, 10 στην Γένοβα, 15 στην Νάπολη, και 7 στην Μεσίνα. Κύριο προϊόν μεταφοράς ήταν τα σιτηρά τα οποία φορτώνονταν σε λιμάνια που εκτείνονταν από την Αδριατική Θάλασσα και έφταναν στην Μαύρη Θάλασσα και τον Ατλαντικό, περιλαμβάνοντας τα Ιόνια και όλο το Αιγαίο Πέλαγος (Ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821: ο αιώνας της ακμής πριν από ην Επανάσταση, επιμ. Τζ. Χαρλαύτη, Κ. Παπακωνσταντίνου, Κέδρος, 2013). Όταν το Έσσεξ βυθίστηκε στις 20 Νοεμβρίου 1820, η Φιλική Εταιρεία βρισκόταν σε βαθμό υψηλής εγρήγορσης, όσο το πλήρωμα αγωνιζόταν στις βάρκες λιμοκτονώντας, έγινε η διάσκεψη της Βοστίτσας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διάβηκε τον Προύθο ποταμό, η Πύλη κήρυξε αποστάτη τον Αλή πασά και οι Έλληνες άρχιζαν τον Αγώνα.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Οι ανύπαρκτες σχολικές βιβλιοθήκες

Ο Γιώργος Δαρδανός των εκδόσεων Gutenberg εκτός από εξαιρετικός εκδότης αποδεικνύει έμπρακτα πως στηρίζει το δικαίωμα όλων στην ανάγνωση και δεν είναι απλά άλλος ένας έμπορας ή επιχειρηματίας. Είναι ένας βιβλιόφιλος, που τον ενδιαφέρουν η εκπαίδευση, οι βιβλιοθήκες, η αναγνωστική πολιτική αυτού του τόπου. Τα βιβλία του "Οι παπαγάλοι δεν διαβάζουν βιβλία" και "Όταν η γάτα γλείφει τη λίμα" είχαν συντροφεύσει τα φοιτητικά μου χρόνια και είχαν δώσει τροφή για σκέψη και εκπόνηση προπτυχιακών εργασιών. Τότε βέβαια δεν είχα ιδέα για όσα συνέβαιναν ή είχα μια πιο ρομαντική ιδέα για τον εκτός ακαδημαϊκού χώρου κόσμο. Με θλίβει που ακόμη ο ακαδημαϊκός χώρος και οι άνθρωποί του επιμένουν στη θεωρία, στην έρευνα και στην επιστήμη και αγνοούν την πραγματικότητα σαν το ένα να μην συνδέεται με το άλλο. Ποια είναι η πραγματική κατάσταση στο χώρο των βιβλιοθηκών και των αρχείων της Ελλάδας; ποιες οι ελλείψεις; ποιες οι αδυναμίες; ποια τα εργασιακά δικαιώματα των αποφοίτων των σχολών Βιβλιοθηκονομίας;
Ποιος ακαδημαϊκός ασχολείται με αυτά τα ασήμαντα;

Ο Γιώργος Δαρδανός, ένας εκδότης, είναι αυτός που τόλμησε να μιλήσει για την κατάσταση των σχολικών βιβλιοθηκών και την αναμφισβήτητη αναγκαιότητά τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κι ακόμη και σήμερα, που παρ' όλη την παρανοϊκή κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό δημόσιο και την αποδυνάμωση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος (και όχι μόνο), συνεχίζει να αναρωτιέται τι να απέγιναν άραγε εκείνες οι 774 σχολικές βιβλιοθήκες που δημιουργήθηκαν σε ισόποσα γυμνάσια αυτής της χώρας. Τι να απέγιναν τα 6.000 βιβλία με τα οποία εμπλουτίστηκαν οι πρώτες σχολικές βιβλιοθήκες; Τι να απέγιναν άραγε εκείνα τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκά κονδύλια για τη δημιουργία και την περαιτέρω ενίσχυση σχολικών βιβλιοθηκών (και να ήταν μόνο αυτά που κανείς δεν ξέρει σε ποιανού τσέπη μπήκαν).

Το νεοκδοθέν βιβλίο του "Σχηματική σκέψη" συγκεντρώνει κείμενα που αναφέρονται στις ανύπαρκτες σχολικές βιβλιοθήκες ενώ συνοδεύεται από ένα cd που φέρει τον εύστοχο τίτλο "6.001 φυλακισμένοι τίτλοι βιβλίων στις σχολικές βιβλιοθήκες, κατάλογος". Το cd περιέχει τον κατάλογο με τους τίτλους που μετά από τη σύσταση ειδικών επιτροπών (και μεγάλου καβγά, φαντάζομαι, ώστε να ικανοποιηθούν εκδότες και συγγραφείς) επιλέχθηκαν για να γεμίσουν τα ράφια και τους τοίχους των πρώτων σχολικών βιβλιοθηκών που κουτσοδημιουργήθηκαν επί Γεράσιμου Αρσένη.
6.000 βιβλία που κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν. Σε μια χώρα χωρίς καμία οργάνωση, πρόβλεψη και στόχο, φαντάζει αστείο να ξέρει κάποιος που να κατέχει μια θέση ευθύνης που να βρίσκονται κάποια βιβλία. Σε αυτόν τον τόπο κανείς δεν ξέρει τίποτα και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν κάνει τίποτα.

Ρωτήστε τους μόνιμους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς που τα τελευταία χρόνια ταξιδεύουν από άκρη σε άκρη την χώρα αυτή, γεμίζοντας τα χιλιάδες κενά εκπαιδευτικών (κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό) που δημιουργήθηκαν με το μη διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών τα τελευταία έξι χρόνια. Αυτοί έχουν περάσει από τόσα σχολεία που σίγουρα θα έχουν συναντήσει αυτά τα φυλακισμένα βιβλία, αν βέβαια έχουν κάποια ευαισθησία για τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες.
Μη ρωτήσετε βιβλιοθηκονόμους γιατί ποτέ δεν είδαν αυτές τις βιβλιοθήκες και ό,τι έμαθαν γι' αυτές το έμαθαν ρωτώντας. Οι βιβλιοθήκες αυτές δημιουργήθηκαν για να τις λειτουργούν εκπαιδευτικοί και όταν κάποιοι συνάδελφοι κινήθηκαν νομικά ο δικηγόρος δεν ανέλαβε τη σίγουρα χαμένη υπόθεση καθώς το Υπουργείο Παιδείας έχει το δικαίωμα να μετακινεί το προσωπικό στο εσωτερικό του. Όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις δημόσιες βιβλιοθήκες και με την εθνική βιβλιοθήκη αλλά και με τα γενικά αρχεία του κράτους που κάθε χρόνο εκατοντάδες εκπαιδευτικοί όλων των ειδικοτήτων αποσπούνται για βρεθούν εκτός αιθουσών διδασκαλίας σε έναν χώρο που δεν έχει καμία συνάφεια με τις σπουδές τους κάνοντας εργασίες άσχετες με τα προσόντα τους. Μήπως τότε πρέπει να αναλογιστούν όσοι παίρνουν τις αποφάσεις αν οι βιβλιοθήκες (και δεν αναφέρομαι στις ανύπαρκτες σχολικές) και τα αρχεία πρέπει να εντάσσονται στο Υπουργείο Παιδείας ή μήπως το Υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε να είναι αρμόδιο;

Όλα αυτά τα θέματα κι άλλα πολλά με στοιχεία και αριθμούς αναφέρονται σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι που ελπίζω να διαβαστεί και να συζητηθεί από πολλούς γιατί όλοι μαζί ίσως καταφέρουμε κάτι. Το κυριότερο να κατανοήσουν αυτοί που δεν ξέρουν πόσο σημαντικές είναι οι σωστά οργανωμένες βιβλιοθήκες.

Υ.Γ. Δεν θα είχα ενημερωθεί γι' αυτό το βιβλίο αν δεν είχα ακούσει την άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Γιώργου Δαρδανού στη ραδιοφωνική εκπομπή της Κατερίνας Μαλακατέ.