Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Κλέφτες βιβλίων


Από τα παλιά τα χρόνια οι κάτοχοι βιβλίων σκαρφίζονταν διάφορους τρόπους για να προλαμβάνουν ή και να αντιμετωπίζουν την κλοπή των βιβλίων τους. Άλλωστε τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας κυκλοφορούσαν λίγα βιβλία και ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο και δαπανηρό να αποκτήσει κανείς βιβλιοθήκη πόσο μάλλον πριν την τυπογραφία που τα βιβλία ήταν χειρόγραφα. Με κάποιο τρόπο έπρεπε οι βιβλιοθήκες να προφυλαχθούν από τους επίδοξους κλέφτες ή κλεπτομανείς ή επικίνδυνους βιβλιόφιλους. Έχουμε δει βιβλιοθήκες με αλυσίδες, χοντρές αλυσίδες που ξεκίναγαν από μια άκρη του σκληρού δερματόδετου εξωφύλλου και κατέληγαν στα ράφια. Μακριές τόσο ώστε να επιτρέπεται η ανάγνωση του. Με τον τρόπο αυτό οι βιβλιοθήκες έμοιαζαν περισσότερο με φυλακές λέξεων παρά με τη σημερινή εικόνα των δανειστικών βιβλιοθηκών. Έχουμε δει βέβαια και τα αγαπημένα exlibris που ήταν μεν το σημάδι των κατόχων τους που προσπαθούσε να γίνει ο ανεξίτηλος σύνδεσμος αναγνώστη-βιβλίου, είχαν όμως και βαριές κατάρες για όποιον θα τολμούσε να κλέψει το βιβλίο.
Σήμερα τα βιβλία είναι πιο φθηνά βέβαια από εκείνα τα χρόνια και κυκλοφορούν σε μεγαλύτερη ποσότητα δεν παύει όμως οι ιδιοκτήτες του να εφευρίσκουν διάφορους τρόπους για να δυσχεράνουν την κλοπή τους.

Πρώτα τα βιβλιοπωλεία. Προσπάθεια του επιχειρηματία να προστατέψει το προϊόν του. 
Τα αντικλεπτικά των βιβλίων είναι συνήθως αυτοκόλλητα που κολλιούνται σε κάποιο μέρος του εξωφύλλου (ιδανικά πίσω από τα αυτιά που δεν πάει το μυαλό του κλέφτη να κοιτάξει). Δεν αφαιρούνται αλλά απομαγνητίζονται στο ταμείο με την πληρωμή. Το πιο πρωτότυπο αντικλεπτικό που έχω δει το έχει η Πολιτεία καθώς πάνω στο λευκό άχαρο αυτοκόλλητο βρίσκεται η εικόνα ενός ανοιχτού βιβλίου.

Μετά έρχονται οι βιβλιοθήκες. Εκεί τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα καθώς τα βιβλία έχουν ως σκοπό να μείνουν για πάντα στα ράφια και να διαβαστούν όσο γίνεται από περισσότερους αναγνώστες ή τέλος πάντων να μείνουν εκεί μέχρι κάποιος να τα χρειαστεί. Σήμερα όλο και δυσκολότερα αγοράζονται βιβλία από τις βιβλιοθήκες καθώς τα κονδύλια όλο και λιγοστεύουν. Χωρίς να μπαίνουν νέα βιβλία κανείς δεν θέλει να χάνει και τα παλαιότερα γι' αυτό αναζητούνται λύσεις για να προστατευτούν οι συλλογές.

Υπάρχουν βιβλία κλειδωμένα σε ειδικές αίθουσες που δεν μπαίνει κανείς και βγαίνουν μόνο αν κάποιος τα ζητήσει, αυτά όμως είναι τα πολύτιμα και σπάνια βιβλία που μπορεί να έχει ξεμείνει πάνω τους και κανένα παλιό exlibris ως ανάμνηση ενός παλιού ιδιοκτήτη. Υπάρχουν οι σφραγίδες που υποδηλώνουν ότι το βιβλίο ανήκει σε κάποια βιβλιοθήκη. Υπάρχουν, όπως και στα βιβλιοπωλεία, τα αντικλεπτικά. Μόνο που τα αντικλεπτικά είναι και αυτά κομμάτι της τεχνολογίας που εξελίσσεται. Εύκολα και γρήγορα ξεπερνιούνται και εμφανίζονται νέα. Από τα αυτοκόλλητα με τη μεταλλική λωρίδα στη μέση, πήγαμε στη μεταλλική λωρίδα που κολλιέται ανάμεσα στις σελίδες (πιο διακριτική και πιο δύσκολα βρίσκει κάποιος) και σήμερα στα RFID που συνδυάζουν αντικλεπτικό και barcode. Αύριο σε κάτι άλλο.

Τα βιβλία σιωπηλά ανέχονται όλα τις ανθρώπινες παραξενιές και γίνονται για άλλη μία φορά μάρτυρες των εποχών που αλλάζουν. Από το απομαγνητισμένο αντικλεπτικό του βιβλιοπωλείου μπαίνει πάνω τους το νέο αντικλεπτικό της βιβλιοθήκης και όταν αυτό ξεπερνιέται μπαίνει το επόμενο μοντέλο.
Κι έτσι τα βιβλία καταλήγουν να έχουν πάνω τους όλα αυτά:




Αλλά ακόμη κι έτσι πάντα οι επίδοξοι κλέφτες θα σκαρφίζονται τρόπους για να αποκτήσουν ανέξοδα το πολυπόθητο αντικείμενο. Έχω συναντήσει σε ράφια βιβλιοπωλείου εξώφυλλα χωρίς το σώμα. Ο μανιακός κλεπτομανής προτίμησε να ξεκοιλιάσει το βιβλίο παρά να το πληρώσει, θεωρώντας μάλλον απίθανο να βρίσκεται αντικλεπτικό ανάμεσα στις σελίδες. Έχω, επίσης, ακούσει ιστορίες που αφού τα βιβλία δεν μπορούν να βγουν από την πόρτα βγαίνουν από τα παράθυρα βιβλιοθηκών.

Από την άλλη, όσα αντικλεπτικά και να κολληθούν αν δεν υπάρχει υπάλληλος στη βιβλιοθήκη όσο και να χτυπάει το μηχάνημα φεύγοντας κάποιος από την πόρτα κανείς δεν πρόκειται να ασχοληθεί γιατί απλά δεν προλαβαίνει. Για άλλη μία φορά ξοδεύονται χρήματα ασκόπως αγοράζοντας αντικείμενα για να αντικατασταθούν τα προηγούμενα που έκαναν τη δουλειά τους ενώ κανείς δεν προβλέπει (έργα ΕΣΠΑ) να καλύψει κενές θέσεις εργασίας.

Τελικά, μήπως εκείνες οι κατάρες που γράφονταν στα πρώτα βιβλία να ήταν πιο αποτελεσματικές από όλα αυτά τα σημερινά;

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης

Έλαβα από τον φίλο Μαραμπού μια ανάρτηση αφιερωμένη στον πολύ αγαπημένο ποιητή της εφηβικής μου ηλικίας Κ. Γ. Καρυωτάκη. Οι στοίχοι του μου κρατούσαν συντροφιά νύχτες πολλές πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ήταν ένα βιβλιαράκι με επιμέλεια Τέλλου Άγρα με συλλογές ποιημάτων του που σαν να το είχα μάθει απ' έξω. Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν μπορεί να ξεπεραστεί αν τόσο σε έχει αγγίξει σε αυτήν την ιδιαίτερη ηλικία. Σε αντίθεση με την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη που ποτέ δεν με άγγιξε, με άγγιξαν όμως τα συναισθήματα που ένιωθε γι' αυτόν. Και μιας που βρίσκομαι στην γενέτηρα πόλη της θα βάλω και μια εικόνα που ήθελα από καιρό να αναρτήσω αλλά δεν έβρισκα αφορμή.

Πρώτα όμως οι λέξεις του Μαραμπού:


Η κουλτούρα είναι ό,τι μένει όταν τα' χουμε όλα ξεχάσει. Αυτή η φράση αποδίδεται στον Αντρέ Μαλρώ και μας λέει πως όταν κοπάσουν τα πάθη και οι ίντριγκες, οι πολεμικές και τα μαχαιρώματα, θα θυμόμαστε μόνο εκείνο που είχε την αντοχή και τις αντιστάσεις να φτάσει ως εμάς. Όσοι ακούν το όνομα “Καρυωτάκης” σήμερα, συνήθως αγνοούν τον λυσσαλέο πόλεμο και την λασπολογία που δέχθηκε από κριτικούς και συγγραφείς της γενιάς του. Η λέξη “καρυωτακισμός” είχε φτάσει να γίνει "συνώνυμη της εύκολης στιχουργίας, της φτηνής αισθηματολογίας και της αδιέξοδης μεμψιμοιρίας".

Η πεισιθάνατη ποίηση του Καρυωτάκη λοιδορήθηκε γιατί μια κοινωνία που βγήκε από έναν πόλεμο και ετοιμαζόταν να μπει σε έναν νέο, δεν ήθελε πλέον να ακούει άλλο για θανάτους. Η σήψη του σώματος (Ωχρά σπειροχαίτη) αλλά κυρίως η σήψη του πνεύματος, τον καθόρισε ποιητικά και τον έθεσε σε ένα περιθώριο να θαυμάζει τα οράματά του που έρχονταν με ταχύτητα να επαληθευτούν! Την ποιητική του όμως κάθε άλλο παρά σάπια μπορούσες να την χαρακτηρίσεις. Χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή φόρμα, ενσωμάτωσε κάποιες μοντέρνες πινελιές που ξεχωρίζουν και εντυπωσιάζουν ακόμα και τώρα. Η γλώσσα του έδειχνε τόσο ελεύθερη όσο θα έδειχνε και μέσα στα χαλαρά όρια ενός ελεύθερου στίχου, διανθισμένη με μια αριστοκρατική ειρωνεία που αποδεκάτιζε τις συντηρητικές συνειδήσεις με τόση ευκολία και χάρη φέρνοντας στην επιφάνεια την αμηχανία των αναγνωστών του πριν την σαρωτική απαξίωση. "Ένας ήσυχος και μετρημένος υπάλληλος που μεταβάλλεται σε μαχητικό συνδικαλιστή, ένας σωστός δημοτικιστής που νοθεύει την γλώσσα του με καθαρευουσιανισμούς, ένας ευγενικός θλιμμένος ποιητής που εξεγείρεται και σατιρίζει με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμα και τους παλιούς του φίλους."  
"
Η Χριστίνα Ντουνιά γράφει μια εξαιρετική και διεισδυτικότατη μελέτη, που έχει ως επίκεντρο την ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη “Ελεγεία και Σάτιρες”  (και κυρίως τις σάτιρες) που ξεσήκωσε τις περισσότερες αντιδράσεις, και ενορχήστρωσε μία συντονισμένη επίθεση από κριτικούς, συγγραφείς, παλιούς φίλους, υπουργικά ανδρείκελα και εκπορνευμένες συνειδήσεις. Η μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά διαθέτει εμβρίθεια και αφηγηματική καλαισθησία που φωτίζει το ζήτημα από όλες τις πλευρές του. Όσοι αγαπάτε τον ποιητή θα λατρέψετε και αυτήν εδώ την μελέτη. Θα ανακαλύψετε εκ νέου κάτι που ήδη το ξέρετε, ότι εκείνη η «ποίηση ναρκισσευόμενων ατόμων» δεν θα μπορούσε να φτάσει ως εμάς μόνο χάρη στο ναρκισσιστικό της όχημα – ούτε όμως και να τελειώσει για πάντα με μια σφαίρα στην καρδιά κάτω από τον απόκοσμο ίσκιο ενός ευκαλύπτου της Πρέβεζας!

ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΟΥ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.

Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι Εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνος τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.

Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνος, και μοχθούνε
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί, που η καθιέρωσις τούς λείπει. 


Υ.Γ. Εικόνα από δρόμο της Καλαμάτας

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Ευκαιρίες να γνωρίσουμε καλά βιβλία


Το καλό των ημερών είναι ότι σε όποιο βιβλιοπωλείο και να βρεθεί ο φιλαναγνώστης θα βρει εκπληκτικές προσφορές. Ακόμη και ο πάλαι ποτέ κολοσσός βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη που τις καλές εποχές ήταν κατά των προσφορών έχει στα ράφια του φθηνά βιβλία, απούλητο στοκ που ενδεχομένως οι εκδότες ακόμη να περιμένουν να εισπράξουν τα χρήματά τους.
Ακόμη, ακόμη και τα επαρχιακά βιβλιοπωλεία που κι εκεί οι τιμές έχουν πέσει, όχι βέβαια όπως των Αθηνών, αλλά ψάχνοντας καμιά φορά βρίσκεις βιβλία πιο φθηνά κι από την πρωτεύουσα.
Όλα αυτό, ξέρω ότι δεν φανερώνει τίποτα αισιόδοξο για το χώρο του βιβλίου που εδώ και χρόνια δεκάδες εκδοτικοί οίκοι προσπαθούν να επιβιώσουν. Και δυστυχώς το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν οι μικρότεροι και σίγουρα ποιοτικότεροι εκδοτικοί οίκοι.
Ορισμένοι δεν άντεξαν τα δύσκολο και μας άφησαν, πρόσφατο παράδειγμα οι εκδόσεις Scripta.
Το καλό όμως, λέω πάλι, για τους φιλαναγνώστες είναι ότι βλέπουν οι πύργοι με τα βιβλία που τόσα χρόνια έχτιζαν σιγά σιγά να αποκτούν απότομα ύψος, να όπως οι δικοί μου που απόκτησαν και παραρτήματα, τρία στην Αθήνα και τώρα ένα πυργάκι που σταδιακά χτίζεται και στην Καλαμάτα.
Παραρτήματα ιδιωτικών βιβλιοθηκών που ακολουθούν τα βήματα των κατόχων τους.

Στα ράφια με τις προσφορές του μεγάλου βιβλιοπωλείου που τα τελευταία χρόνια μικραίνει, βρήκα ένα βιβλίο των εκδόσεων Scripta στην τιμή των 2 ευρώ. Τίποτα δεν γνώριζα γι' αυτό, το θεώρησα ότι είναι σε καλή τιμή και απλά το πήρα. Μήνες περίμενε στα ράφια  του κεντρικότερου παραρτήματός μου, μέχρι που ταξίδεψε μαζί μου για να μου αφηγηθεί την ιστορία του.

Η Μακρινή ακτή του Caryl Phillips γράφτηκε το 2003 και σήμερα το βιβλίο αυτό είναι τόσο επίκαιρο που σχεδόν τρόμαξα με τη σύμπτωση της χρονικής στιγμής που επέλεξα να το διαβάσω.
Γραμμένο με απόλυτη επιδεξιότητα, αφηγείται τις ιστορίες δύο εντελώς διαφορετικών ηρώων, ιστορίες που ενώνονται για λίγο μέχρι να χωρίσουν οριστικά. Αφηγείται την ιστορία ενός πρόσφυγα που ταξιδεύει από την Αφρική προς την Αγγλία αφήνοντας πίσω του τον πόλεμο και τους πεθαμένους του με σκοπό να ζήσει ειρηνικά στη χώρα των ονείρων του. Αφηγείται την ιστορία μιας Αγγλίδας καθηγήτριας μουσικής που πάσχει από κατάθλιψη. Αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που συναναστρέφονται με τους δύο πρωταγωνιστές, ιστορίες προσφύγων και εκείνων που θέλουν να τους βλάψουν ή που θέλουν να τους βοηθήσουν.
Οι ήρωες αφηγούνται εναλλάξ, κάθε κεφάλαιο και ένας άλλος κόσμος και κάθε σελίδα διαφορετική χρονική στιγμή. Με αυτές τις συνεχόμενες χρονικές αλλαγές που χτίζουν σιγά σιγά τις ιστορίες, είναι σαν το παρελθόν και το παρών των ηρώων να χορεύουν μέσα από τις λέξεις. Απόρησα με το πώς καταφέρνω με τόσες εναλλαγές να παρακολουθώ την ιστορία και να μην χάνομαι. Κι αν αυτό δεν είναι επιδέξια γραφή, τότε τι είναι.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα ενός εκδοτικού οίκου που δεν υπάρχει πια που το βρήκα στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου που αργοπεθαίνει.

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Η πολιτιστική βιομηχανία της Αθήνας

Καμιά φορά η λογοτεχνία με κουράζει και θέλω να πιάσω στα χέρια μου ένα βιβλίο χωρίς μύθους μα με περισσότερο επιστήμη. Θεωρώ αδικία που ανάμεσα στις τόσες εκδόσεις που εκδίδονται μηνιαίως εκείνα που παρουσιάζονται περισσότερο είναι τα λογοτεχνικά βιβλία.
Για να βρει κανείς βιβλία των αντικειμένων που τον ενδιαφέρουν πρέπει να αφιερώσει αρκετό χρόνο αναζητώντας και ερευνώντας βιβλιογραφίες.
Έτσι, βιβλία που με ενδιαφέρουν καταλήγω να τα ανακαλύπτω αρκετά χρόνια μετά την έκδοσή τους. Φαντάζεστε πόσο τυχερή νιώθω όταν φθάνουν στο email μου τίτλοι που θα ήθελα να είχα διαβάσει.

Κάπως έτσι έμαθα για το βιβλίο "Οι πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες στην Ελλάδα" του Βασίλη Αυδίκου των εκδόσεων Επίκεντρο.

Το βιβλίο αναφέρεται στους κλάδους πολιτισμού και δημιουργικότητας (ΚΠΔ) που περιλαμβάνουν τις βιομηχανίες των εκδόσεων και εκτυπώσεων, την αρχιτεκτονική και το ειδικευμένο σχέδιο (design), την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, την παραγωγή μουσικής και κινηματογραφικών ταινιών, τις αναπαραστατικές και εικαστικές τέχνες, την παραγωγή διαφημίσεων, τα μουσεία και τις βιβλιοθήκες, τη φωτογραφία και την παραγωγή λογισμικού.
Για όλους αυτούς τους πολύ ενδιαφέροντες κλάδους (άλλους περισσότερο άλλους λιγότερο), ο συγγραφέας του βιβλίου παραθέτει μια σειρά από στατιστικά στοιχεία υπενθυμίζοντας πως στην χώρα μας τα στοιχεία για την πολιτιστική βιομηχανία είναι σχεδόν ανύπαρκτα κι ας ανθεί, όπως φαίνεται από τα νούμερα, η πολιτιστική δημιουργία. Όσο αναφορά τα νούμερα στο χώρο του βιβλίου και των εκδόσεων είναι φανερές οι δράσεις του ΕΚΕΒΙ που οι έρευνες του ήταν μια αρχή, καθώς τα περισσότερα αναφερόμενα στοιχεία σταματούν λίγο πριν το κλείσιμό του.
Ο συγγραφέας στηριζόμενος σε ευρωπαϊκά στοιχεία παρουσιάζει την εικόνα στη χώρα μας αναφορικά με τον κύκλο εργασιών των ΚΠΔ, τον αριθμό των επιχειρήσεων, το φύλο, την ηλικία και τα προσόντα του ανθρωπίνου δυναμικού τους.
Το πέμπτο και πιο ενδιαφέρον κεφάλαιο παρουσιάζει την Αθήνα και τις γειτονιές της μέσα από την πολιτιστική της παραγωγή. Τα θέατρα της Κυψέλης και της Πατησίων, τα Εξάρχεια και η Νεάπολη (πάντα) του βιβλίου, ο Κεραμεικός και το Γκάζι των νέων πολιτιστικών χώρων, το Μεταξουργείο που λόγω της τέχνης και των διάφορων πολιτιστικών δράσεων είχε πάρει τα πάνω του λίγο πριν την κρίση. Με μια πολύ συνοπτική ματιά παρουσιάζεται η ιστορία των περιοχών αυτών, την ιστορία που δημιούργησαν οι κάτοικοί τους και οι βιομηχανίες/ βιοτεχνίες που εγκαταστάθηκαν εκεί.
Οι αριθμοί των πολιτιστικών χώρων που παραθέτονται είναι εντυπωσιακοί. Η Αθήνα έχει 168 θέατρα ενώ το Βερολίνο 56, 801 βιβλιοπωλεία ενώ το Λονδίνο 802, 162 μουσεία ενώ το Παρίσι 137. Σίγουρα δεν είναι η ποσότητα που μετράει αλλά οι αριθμοί κάτι φανερώνουν.
Το βιβλίο, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ένιωσα ότι περιλαμβάνει απλή παράθεση αριθμών και στατιστικών στοιχείων, συγκεντρώνει ενδιαφέρον πληροφορίες για την πολιτιστική δράση της χώρας και είναι η αρχή ενός διαλόγου που καλό είναι να είναι αέναος γιατί η πολιτιστική βιομηχανία της χώρας μπορεί να γίνει η βαριά βιομηχανία και να συνδυαστεί με τον τουρισμό.
Τέλος, η αναφορά του συγγραφέα για την έμφαση που δίνεται στην πολιτιστική κληρονομιά "η οποία λειτουργεί εις βάρος της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής που δίνει τόνο του πολιτικού γίγνεσθαι σε μια πόλη και αποτελεί ένα από τα βαρόμετρα της ποιότητας ζωής σε αυτή" πρέπει να ειπωθεί πολλές φορές μέχρι να το καταλάβουν όλοι.