Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Ιστανμπούλ: Πόλη και αναμνήσεις



Μετά από τόσες ημέρες συννεφιάς, βροχής και χιονιού μας δόθηκε ένα Σαββατοκύριακο με ήλιο, ήρεμη θάλασσα και καθαρό ορίζοντα. Η Κυριακή ήταν η καταλληλότερη ημέρα για να χαθώ στα ανηφοροκατηφορικά σοκάκια της Κωνσταντινούπολης. Πλησιάζοντας το λιμάνι στο Kabataş με το καραβάκι που συνδέει τα Πριγκηπόνησα με την στεριά έχεις  μια πανοραμική θέα των πυνκοκατοικημένων και πυκνοχτισμένων λόφων. Μπροστά σου απλώνεται αυτή η απέραντη πολυπολιτισμική πόλη με εμφανή τα ανατολίτικα στοιχεία αλλά και τις δυτικές επιρροές στην προσπάθεια να υπενθυμίζει ότι είναι το πέρασμα για τη δύση. Θαυμάζω αυτήν την αρχιτεκτονική ποικιλία με τους τεράστιους τζαμένιους ουρανοξύστες, τις γκρίζες πολυκατοικίες με τα κεραμίδια, τα μισογκρεμισμένα παλιά σπίτια, τα φρεσκοανακαινισμένα ξύλινα σπίτια και τους μιναρέδες που υψώνονται σαν καρφιά στον ουρανό. Όπου και να έχω ταξιδέψει αυτήν την ποικιλία ομορφιάς δεν τη έχω ξανασυναντήσει. Δεν θα έλεγα το ίδιο και για τους ανθρώπους.
Βγαίνοντας από το καράβι ακολουθώντας το ρεύμα του κόσμου γίνομαι ένα με αυτό και αδυνατώ να ξεφύγω σαν από φόβο μη χαθώ στα ερημικά και ανήλιαγα στενά. Κατευθύνομαι στο φινικιουλέρ βγαίνω στη Ταξίμ και για άλλη μια φορά κατηφορίζω την Ιστικλάλ μέχρι τον Πύργο του Γαλατά και από εκεί στο Βόσπορο, στο Εμίνονου, στο Σουλτάν Αχμέτ, στο Μπεγιαζίτ και στην αγορά βιβλίου.

Το δεύτερο βιβλίο που επέλεξα να πάρω μαζί μου ήταν το Ιστανμπούλ του Παμούκ. Αν και θαρρώ πως δεν είναι από τα καλύτερά του βιβλία μου έδωσε αυτό ακριβώς που περίμενα να πάρω διαβάζοντας το, την επιθυμία να ακολουθήσω τις αναμνήσεις του διασχίζοντας τους δρόμους με ξεναγό τις λέξεις του νομπελίστα λογοτέχνη.

"Της έδειξα πρώτα την πλατεία Μπεγιαζίτ, το καφενείο Τσινάρλατι που τότε διατηρούσε ακόμα την παλιά του ατμόσφαιρα, την Κρατική Βιβλιοθήκη Μπεγιαζίτ "Εδώ υπάρχει από ένα αντίτυπο κάθε βιβλίου που εκδίδεται στην Τουρκία", της έλεγα με καμάρι, τη σκιερή αγορά βιβλίου Σαχαφλάρ, τους γέρους βιβλιοπώλες που όσο ο καιρός κρύωνε κάθονταν ολοένα στις σόμπες υγραερίου ή ηλεκτρικού ρεύματος στα μικρά βιβλιοπωλεία τους, τα σοκάκια στην περιοχή Βεζνετζιλέρ με τις συκιές, τα ξεβαμμένα ξύλινα κονάκια, τα βυζαντινά ερείπια, το κατάστημα που πουλούσε μποζά στο Βεφά..."


Φτάνοντας στο Sahaflar çarşısı συνάντησα τα μικρά αυτά βιβλιοπωλεία, το ένα δίπλα στο άλλο με πάγκους γεμάτα βιβλία και με τους γέρους βιβλιοπώλες που περίμεναν τους πελάτες τους. Εδώ ο κόσμος ήταν λιγοστός αλλά η λάσπη από το χιόνι που ακόμα δεν είχε λιώσει εντελώς δυσκόλευε τη βόλτα. Βιβλία παλιά, αλλά όχι τόσο παλιά όσο περίμενα, εκδόσεις που μου θύμιζαν τα δικά μας βιβλία πληροφορικής και τις κακόγουστες εκδόσεις Κλειδάριθμος, μου θύμισαν για άλλη μια φορά πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε τέτοιες αισθητικά άρτιες εκδόσεις. Ντάνες βιβλίων περίμεναν τους αναγνώστες σαν από πάντα. Σε χαρτόνια γραμμένα με μαρκαδόρο οι τιμές, 5 βιβλία 20 λίρες. Ο σαλεπιτζής πανταχού παρών διαλαλούσε ότι έχει το καλύτερο σαλέπι.
Σίγουρα αν ήμουν μόνιμος κάτοικος της πόλης αυτό θα ήταν το στέκι μου.

Διάβασα το βιβλίο του Παμούκ την πιο κατάλληλη στιγμή, απόλαυσα την ανάγνωση που ζωντάνευε μπροστά μου. Η τελευταία παράγραφος μου προσέφερε αυτήν την απόλαυση που σε κάνει να θες να πιάσεις το επόμενο βιβλίο και να ζήσεις διαβάζοντας. Την απόλαυση αυτή της ικανοποίησης που νιώθουν όλοι που όπως εγώ είναι ελαφρώς εθισμένοι με την ανάγνωση.

"Στο κεφάλι μου μέσα αναβόσβηναν σαν λάμπες νέον τα σοκάκια του Μπέγιογλου, οι σκοτεινές γωνιές του, η επιθυμία να φύγω και το αίσθημα ενοχής. Όπως ένιωθα ορισμένες φορές οργή και υπερβολική ευαισθησία, τα μισοσκότεινα σοκάκια της πόλης, τα σχεδόν σαγηνευτικά, βρόμικα και απαισιόδοξα σοκάκια, είχαν πάρει από καιρό τη θέση του δεύτερου κόσμου της φαντασίας μου. Ήξερα ότι εκείνο το βράδυ ανάμεσα σ' εμένα και τη μητέρα μου δεν θα ξεσπούσε καβγάς, ότι έπειτα από λίγο θ' άνοιγα την πόρτα και θα χανόμουν στους δρόμους που θα μου προσέφεραν παρηγοριά και, αφού θα περπατούσα ώρα πολλή, τα μεσάνυχτα θα γύριζα στο σπίτι και, για να βγάλω κάτι από την ατμόσφαιρα και τη χημεία των δρόμων, θα καθόμουν στο γραφείο μου.
Δεν θα γίνω ζωγράφος, είπα, θα γίνω συγγραφέας."   

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Βιβλιοπωλεία της Πόλης

Μεταξύ χιονιού, βιβλιοκουβαλημάτων και βιβλιοτακτοποιήσεων έδωσα στην Έλλη το τάμπλετ και μια καρέκλα με σκοπό να γράψει μία ανάρτηση.
Συναντηθήκαμε με φόντο τα βιβλία, βολτάραμε σε νέους δρόμους και ήταν μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε για τα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης και να "κλέψω" μερικές φωτογραφίες από τη φωτογραφική της.
Να λοιπόν τι λέξεις βγήκαν:

"Βόλτα στην Πόλη, ποια Πόλη, μα την Κωνσταντινούπολη βέβαια!!!  Στον κεντρικό δρόμο, εμπορικότατο, να κάτι σαν την Ερμού όπως ήταν παλιά, πριν από το ντου της κρίσης που άφησε ορατά ίχνη, στην Ιστικλάλ, υπάρχουν πολλά βιβλιοπωλεία, πάντως πάνω από τρία. Άλλα τα πρόλαβα ανοικτά και με πολύ κόσμο άλλα σε βραδινή βόλτα, φωτισμένα αλλιώς, πιο μυστηριακά.
Συστηματικά οργανωμένα, με επίπεδα, με ανθρώπους να σκουντιούνται σκυμμένοι ξεφυλλίζοντας, άνθρωποι πρόθυμοι να δεχτούν ερωτήσεις και να απαντήσουν είτε άμεσα είτε αφού συμβουλευτούν τον παρακείμενο
Η/Υ. Όλα με ύφος σύγχρονο, με ανοικτοσύνη και στοίβες βιβλίων που αν και δεν ξέρει κανείς την γλώσσα αναγνωρίζει εύκολα: τα ευπώλητα και για ευρεία ανάγνωση έξω έξω και στην βιτρίνα, πιο μέσα τα πιο εκλαϊκευμένα επιστημονικά, ακόμα πιο μέσα τα "δύσκολα". Σε μια πλευρά τα παιδικά, και με έκπληξη και η ελληνική μυθολογία και ρήσεις φιλοσόφων της αρχαιότητας. Οι προσφορές σε καλάθια και τιμές σβησμένες να αντικαθίστανται από χαμηλότερες νέες.
Η μυρωδιά του χαρτιού σχεδόν η ίδια, κάπως σαν να το μελάνι να πλανιέται στον χώρο με άλλη σύνθεση. Η ατμόσφαιρα σχεδόν η ίδια, οι ήχοι ίδιοι, να τους διακόπτει το πολυσύχναστο πέρασμα που έμπαινε με  κάθε άνοιγμα της πόρτας. Ήθελα να τα γνωρίσω ακόμα και αν δεν μπορούσα  να τα καταλάβω, να τα διαβάσω".






Να προσθέσω ότι πιο όμορφα είναι τα βιβλιοπωλεία που είναι σε κάθετους δρόμους της πολύβουης και πολυκοσμικής Ιστικλάλ. Σε μικρά στενά, χωρίς πολύ κόσμο, κάτω από ψηλές πολυκατοικίες, βρίσκονται όμορφες βιτρίνες με εξώφυλλα που είτε αναγνωρίζεις που είτε δεν σου λένε τίποτα. Σε ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο, σχεδόν μαγνητισμένη, μπήκα και εντυπωσιάστηκα από την ποικιλία αγγλικών βιβλίων που αφορούν την Κωνσταντινούπολη. 
Σε ένα τούρκικο βιβλιοπωλείο που η πλειοψηφία των βιβλίων είχαν γράμματα που δεν καταλαβαίνω βρήκα για άλλη μια φορά βιβλία που θέλω να αγοράσω.  
Και κάπου εκεί, σε αυτήν την απέραντη και εντυπωσιακά όμορφη Πόλη, υπάρχει και ένα παζάρι με βιβλία από δεύτερο χέρι που ακόμα δεν έχω επισκεφτεί.
Να σταματήσει το χιόνι να βγω για κυνήγι.

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν και θρυμματίζονται

Ο Μαραμπού που μετά από τόσα χρόνια που τον πιλατεύω αποφάσισε να κάνει δικό του μπλογκ (άραγε να ήταν το 2010 που πρωτοξεκίνησα να του το λέω;) μου έστειλε μια ανάρτηση ενός βιβλίου που είχε την καλοσύνη να μου παραχωρήσει την πρώτη ανάγνωση (αυτές οι κινήσεις σημειώνονται και δεν ξεχνιούνται). Τα διαφορετικά με όσα γράφτηκαν γι' αυτό το βιβλίο λόγια του με βρίσκουν απολύτως σύμφωνη. Κι αν και εμένα δεν μου αρέσει να αναρτώ για βιβλία που με άφησαν αδιάφορη, ανέθεσα σε εκείνον αυτή την αποστολή για το συγκεκριμένο βιβλίο.
Αφήνω, λοιπόν, την ανάρτησή του και του εύχομαι καλή και δημιουργική αρχή στο νέο του δημιούργημα, αν και δεν μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου μήπως και σταματήσω να λαμβάνω τις πολύαναμενόμενες βιβλιοκριτικές του.

Κέρδισα το βιβλίο από τη ραδιοφωνική εκπομπή του Librofilo (τον οποίο και ευχαριστώ) και ζήτησα από την librarian να το παραλάβει και αφού το διαβάσει να μου το στείλει. Το βρήκε χλιαρό όταν οι περισσότεροι το εκθείαζαν ενθέρμως και αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον. Θα έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος και για ενδεχόμενη ψυχρολουσία; Όχι, δεν πρόκειται για ψυχρολουσία. Αλλά το βιβλίο είναι μέτριο, απλώς μέτριο, χωρίς να μπορώ να του προσδώσω κανέναν επιθετικό προσδιορισμό που θα το τραβήξει από την μετριότητα. Έχασα οριστικά το αμυδρό ενδιαφέρον μου κάπου στη σελίδα 70.
Ο συγγραφέας ασχολείται με χαρακτήρες και θέματα που θα “έκαναν παπάδες” και στο τέλος απορείς πώς στο καλό βγαίνει μια τόσο άτονη ιστορία. Δεν ταυτίζεται μαζί τους ούτε στιγμή, οι χαρακτήρες με τόσες δυνατότητες από “γεννησιμιού” τους παρουσιάζονται εντελώς άχρωμοι. Όταν γίνεται μεγάλος ντόρος για βιβλία, συνήθως κρατάω ένα μικρό καλάθι που έχω γι' αυτές τις περιπτώσεις, αλλά, σε μερικά σημεία του βιβλίου (δε θα το αρνηθώ) χρειάστηκε να αντικαταστήσω το καλάθι με ένα ακόμα πιο μικρό! Διαρκώς αμφιταλαντευόμουν αν η χρήση της γλώσσας ενισχύει την μνήμη ή τη λήθη της ιστορίας, ας μην είμαι τόσο άδικος, ίσως να μην θυμάμαι πολλά τώρα άλλο όταν το οικοδόμημα τελειώσει να εντυπωθεί αμετάκλητα στο μυαλό μου. Μπα! Δε θα θυμάσαι τίποτα μετά την πάροδο μιας εβδομάδας. Και πολύ λέω!
Το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου είναι μια άποψη στο αυτί του που αφήνει να εννοηθεί ότι έχει μια έστω και επισφαλή ομοιότητα και δυναμική με το 2666! Δε θα άξιζε τα λεφτά μου (αν τα έδινα) αλλά μάλλον ούτε τον χρόνο μου άξιζε. Κατά την (αλλοπρόσαλλη) αισθητική μου κρίση, θεωρώ το εξώφυλλο, ένα από τα πιο κακόγουστα της σειράς και από τα πιο κακόγουστα εν γένει. Επίσης, η καρτουνίστικη γραμματοσειρά σε συνδυασμό με την ατροφική ιστορία του βιβλίου, δεν βοηθούν τους αναγνώστες να το πάρουν στα σοβαρά! Μειονέκτημα αποτελεί και η μικροσκοπική γραμματοσειρά, η οποία όταν εξιστορεί γράμματα και άρθρα εφημερίδων μικραίνει περισσότερο, μεγαλώνοντας παράλληλα τους βαθμούς της μυωπίας.
Η ανάγνωση (παραδόξως!) δεν είναι απογοητευτική, η γλώσσα του συγγραφέα είναι καλή (αρκεί όμως αυτό; Σε αυτή την περίπτωση μάλλον όχι!), η μετάφραση το ίδιο και παρά τα εξωτερικά μειονεκτήματα, νιώθεις ότι την απολαμβάνεις. Είναι, όμως, απελπιστικά αδιάφορη. Και αυτό, εν τέλει, είναι το απογοητευτικότερον όλων!

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Ανάγνωση στα χρόνια του βυζαντίου


Φεύγοντας επέλεξα να πάρω μαζί μου τρία βιβλία για συντροφιά.
Όταν λέω μου λείπει η Ελλάδα εννοώ τα ελληνικά γράμματα και οι λέξεις.
Η "Ανάγνωση στο Βυζάντιο" του Ιταλού συγγραφέα Guglielmo Cavallo ήταν το βιβλίο που συντρόφευσε τις πρώτες ημέρες μου στην Κωνσταντινούπολη, στην καρδιά της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Με μετέφερε σε μια άλλη εποχή, όπως ακριβώς και οι βόλτες μου στα Πριγκηπόνησα, ειδικά ανεβαίνοντας το Λόφο της Ελπίδας στη Χάλκη.
Όποιος αναφέρεται στην πράξη της ανάγνωσης εκείνης της εποχής δεν μπορεί να παραλείψει την μοναστική ανάγνωση καθώς τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα κέντρα παραγωγής του βιβλίου. Οι μοναχοί είχαν την ευθύνη της διάδοσης των ιερών κειμένων, ήταν οι αντιγραφείς των χειρογράφων και προσηλωμένοι (ή οκνηροί) αναγνώστες.
"Η μοναστική ανάγνωση ήταν μάλλον ομαδική παρά προσωπική, και αποσκοπούσε στην ακρόαση των κειμένων από τις κοινότητες των μοναχών. Βέβαια, περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε συλλογές κανόνων, σε κείμενα που αφορούσαν τις Άγιες Γραφές, σε πατερικά, ασκητικά και αγιολογικά έργα. Επίσης αυτή η ανάγνωση γινόταν σε συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες, με ειδικούς τρόπους και περιοδικότητες, και δεν αφορούσε παρά μόνο συγκεκριμένα έργα, ακόμη και σε μοναστήρια που κατείχαν μια βιβλιοθήκη κάπως πλούσια. Η ανάγνωση γινόταν με τρόπους ειδικούς κατά τη διάρκεια των ιερών λειτουργιών ή κατά τη δραστηριότητα της αντιγραφής".
Οι βιβλιοθήκες είχαν σημαντικό υλικό καθώς τα βιβλία των μοναχών περνούσαν μετά το θάνατό τους στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, ενώ εμπλούτιζαν το υλικό τους και από δωρεές βιβλίων ή ακόμα και ολόκληρων συλλογών.
Για τον λόγο αυτό οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών είναι στενά συνδεδεμένες με την ιστορία του βιβλίου, της ανάγνωσης και των βιβλιοθηκών. Όλες κατέχουν πλούσιο και σπάνιο υλικό που τις καθιστά ειδική κατηγορία βιβλιοθηκών όχι τόσο γιατί εξυπηρετούν ένα ειδικό αναγνωστικό κοινό αλλά γιατί έχουν στην κατοχή τους τεκμήρια της πρώιμης ιστορίας του βιβλίου.
Τα τεκμήριά τους επιβιώνουν αιώνες τώρα και φανερώνουν έκδηλα ότι πρόκειται για πολυχρησιμοποιημένα και πολυδιαβασμένα αντίτυπα γεγονός που μαρτυρά ότι ποτέ δεν αποτέλεσαν μουσειακά αντικείμενα. Οι άνθρωποι των μοναστηριών, οι προκάτοχοι των βιβλίων των μοναστηριακών συλλογών, έχουν αφήσει τα σημάδια τους που ακόμη κι αυτά αναμένουν τους μεταγενέστερους μελετητές.