Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Το μεγαλύτερο βιβλιοπωλείο της Κέρκυρας έκλεισε

Στην Κέρκυρα δεν έμεινα δύο ημέρες, έμεινα σχεδόν δέκα χρόνια. 
Είναι ένα μέρος που με γέμισε έντονα συναισθήματα, πολλές χαρές και αρκετές λύπες ικανές να με κάνουν να θέλω να φύγω από εκεί και να μην ξανά επιστρέψω. Έτσι κι έγινε. Οι άνθρωποι είναι το πρόβλημα, αλλά δεν αργείς να καταλάβεις ότι σε ακολουθούν όπου κι αν βρίσκεσαι. 
Ίσως γιατί είμαι κι εγώ ένας από αυτούς.
Αλλά να, τώρα που ο Μαραμπού έστειλε αυτήν την ανάρτηση γέμισα νοσταλγία, τα χρώματα, η θάλασσα, τα τοπία είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να σβήσει η μνήμη, πάντα θα τα νοσταλγώ.
Εκεί, το έχω ξαναπεί, υπάρχουν δύο από τα πιο όμορφα βιβλιοπωλεία που έχω δει: ο Πλους και η Απόστροφος. Υπήρχε και ένα τρίτο που ίσως ήταν το πρώτο που είχα προσέξει όταν είχα περπατήσει για πρώτη φορά τα καντούντια της, δεν ήμουν θαμώνας του αλλά μου άρεσε να χαζεύω τη βιτρίνα του και να παρατηρώ τα ράφια του. 
Τις χιλιάδες φορές που είχα περάσει απ' έξω πάντα το βλέμμα μου έστω και φευγαλέα το ακουμπούσε. Φαινόταν σαν να υπήρχε από πάντα και τώρα που μαθαίνω ότι δεν θα συνεχίσει να υπάρχει νιώθω ότι το νησί που μου χάρισε τόσες στιγμές μπαίνει στο μακρινό παρελθόν. 
Αλλάζει κι εγώ δεν θα είμαι εκεί να ζω αυτές τις αλλαγές. Ευτυχώς.

Και όλα τα υπόλοιπα του Μαραμπού:


Δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα του. Ίσως δεν είχα στρέψει ποτέ το βλέμμα μου προς την πινακίδα ή μπορεί ακόμα και να μην υπήρχε πινακίδα. Καταλάμβανε μια ταπεινή γωνιά σε εκείνα τα πολύβουα κοσμοπολίτικα σταυροδρόμια της Κέρκυρας. Είχε δύο μικρές ξύλινες εισόδους για να μπορεί να ελέγχει την ροή των αναγνωστών αλλά ποτέ δεν χρειάστηκε να βοηθήσουν αφού μετά βίας χωρούσε δεύτερο άτομο μέσα, εκτός από την ιδιοκτήτριά του και εμένα. Θύμιζε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη όπου η ιδιοκτήτρια ήταν πολύ περήφανη για αυτήν και μοιραζόταν την χαρά της με όποιον τύχαινε να εκδηλώσει παρόμοιο θαυμασμό. Εκεί μέσα ζούσαν αρμονικά, η λογοτεχνία με την ιστορία. Δεν ξανοιγόταν σε άλλους τομείς, η ιδιωτική ετούτη συλλογή αντανακλούσε τις προτιμήσεις της ιδιοκτήτριας. Η λογοτεχνία ήταν καλή, πολύ καλή, λες και στον περιορισμένο χώρο δεν χωρούσε να παρεισφρήσει δευτέρας διαλογής λογοτεχνία, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι άλλωστε κάθε βιβλιοπωλείο που σέβεται τον εαυτό του και τους αναγνώστες του.
Έμοιαζε σαν περίπτερο που αγόραζες τα προϊόντα του εθισμού σου κάποιο προχωρημένο απόγευμα που ξέμενες ξαφνικά. Όσες φορές αγόρασα βιβλία, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο, είχα έκπτωση ενίοτε πολύ γενναία, δίχως μεμψιμοιρίες και ψεύτικες αβρότητες, το αβίαστο και ανυπόκριτο χαμόγελο της ιδιοκτήτριας φανέρωνε την εκτίμησή της απέναντι στον αναγνώστη και όχι στον πελάτη.
Η Κέρκυρα είναι μια πανέμορφη πόλη αλλά ο κόσμος της είναι ανυπόφορος. Δουλικός μέχρι αηδίας. Μείνε στην Κέρκυρα, όσο φυσάει ο κοσμοπολίτικος αέρας της αλλά φύγε εγκαίρως πριν κοπάσει και σε χτυπήσει στα μούτρα η αποφορά του επαρχιωτισμού. Δηλαδή, δύο μέρες το πολύ! Οι περισσότεροι Κερκυραίοι διαθέτουν την οίηση που κολλάνε οι επαρχιώτες μετά από μια ξαφνική και έκτοτε μακρόβια εύνοια της τύχης. Δεν είναι διόλου κακό να είσαι επαρχιώτης, αλλά αν παριστάνεις ότι δεν υπήρξες ποτέ τέτοιος, είναι τουλάχιστον γελοίο. Πηγαίνω χρόνια στην Κέρκυρα και αυτή η αίσθηση δεν εξασθένισε ποτέ. Σαν να πηγαίνω εκδρομή στο Μόντε Κάρλο και να σέρνω μαζί μου μια ντουζίνα ανυπόφορους συγγενείς!
Πριν λίγες μέρες πέρασα από την Κέρκυρα για να αναπνεύσω λίγο κοσμοπολίτικο αέρα και με θλίψη διαπίστωσα ότι το βιβλιοπωλείο έλειπε. Έκανα την αφελή σκέψη ότι ίσως μεταφέρθηκε αλλού, τα ακριβά ενοίκια, μια επιθυμία να επεκτείνει το μέγεθός του, κάτι. Ήξερα όμως ότι τίποτα τέτοιο δε συνέβη. Είχα καταλάβει ότι υπήρξε πάντοτε ταπεινό αλλά τόσο περήφανο που, δεν θα καταδεχόταν να εγκαταλείψει το πόστο του, ούτε να νοθεύσει την συλλογή του. Έμοιαζε αύταρκες συναισθηματικά αλλά ίσως όχι τόσο βιώσιμο, όπως συχνά ακούμε να λέγεται τώρα πια. Τη θέση του πήρε ένα μικρό πρατήριο αρτοσκευασμάτων, είδα κάτι ξερά παξιμάδια στα ράφια του και αναπόφευκτα σκέφτηκα την γνωστή και επίκαιρη παροιμία με τα περιττώματα και τα παξιμάδια και πόσο εύκολος στόχος γίνεται πλέον ο πολιτισμός.
Η γκλαμουριά και ο φθηνός τουρισμός στην Κέρκυρα νικούν κατά κράτος το πανεπιστημιακό αντίβαρο και την μακραίωνη κουλτούρα του τόπου. Τα εξαιρετικής αρχιτεκτονικής κτίρια μοιάζουν να στοχάζονται μοναχά τους. Ο στοχασμός, τον περισσότερο καιρό, δεν κατοικεί μέσα στους ανθρώπους αλλά μέσα στα κτίρια περασμένων εποχών. Το μικρότερο βιβλιοπωλείο στην Κέρκυρα υπήρξε ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο – σε σπουδαιότητα. Αν έμενα μόνιμα εκεί, θα ήμουν ισόβιος επισκέπτης και αναγνώστης του. Άλλα, όπως συχνά σκέφτομαι, πόση αλλαγή μπορεί να φέρει ένας και μόνος αναγνώστης;

Υ.Γ.   Αφού είχα γράψει το παραπάνω κείμενο και ψάχνοντας στο διαδίκτυο για μια φωτογραφία του βιβλιοπωλείου, έπεσα και σε σχετικές πηγές με σχεδόν ένα χρόνο καθυστέρηση. Δε θα ήθελα να μου κοινοποιηθεί έτσι ξερά, καλύτερα που βίωσα την απουσία του από κοντά. 
Η θλίψη όμως παραμένει αμείωτη.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Ταξιδεύοντας

Όταν κάνεις ένα ταξίδι, οι εικόνες του σε ακολουθούν για πάντα.
Σε όποια χώρα κι αν έχω πάει η τέχνη που συναντάς καθώς διασχίζεις τους νέους δρόμους με κάνει να κοντοστέκομαι, να φωτογραφίζω και να παρατηρώ. 
Έξω από ένα σχολείο στο Salzburg ένα κορίτσι πειθαρχημένο διαβάζει.
Στα χέρια της έχει μαζέψει νερό, μάλλον πάντα θα έχει νερό αφού η βροχή αργεί να σταματήσει.
Ίσως έτσι να ήθελε ο καλλιτέχνης, να κάνει μια πηγή για τα περαστικά πουλιά που αντέχουν στο κρύο. 


Λίγο πιο κάτω σε μια ήσυχη καταπράσσινη γειτονιά στέκει μία ανταλλακτική βιβλιοθήκη με ράφια γεμάτα βιβλία. Η εικόνα της μαρτυρά ότι είναι εκεί χρόνια αλλά καθόλου ξεχασμένη, μένει ζωντανή και δείχνει να χρησιμοποιείται καθημερινά. Είναι μέρος της κοινωνίας. Είναι ένα βενζινάδικο βιβλίων, όπως γράφει. Η πόρτα σφραγίζει καλά για να αφήνει έξω τη βροχή ενώ δίπλα της υπάρχει ένα παγκάκι για τους αναποφάσιστους που δεν ξέρουν ποιο βιβλίο να διαλέξουν ή ποιο να της αφήσουν.




Θυμήθηκα τις δικές μας ανταλλακτικές βιβλιοθήκες που δεν μετρούν παρά λίγα μόνο χρόνια ζωής στους αθηναϊκούς δρόμους. Ο σύγχρονος σχεδιασμός το μαρτυρά, αν και είναι σχεδιασμένες περισσότερο να ενημερώνουν για το τι είναι παρά για να χωρούν βιβλία. Κάτι σαν να ήξεραν οι σχεδιαστές της. Δεν τις έχω συναντήσει πολλές φορές στο δρόμο μου γιατί δεν είναι σε εκείνους τους δρόμους που διασχίζω στην καθημερινότητα μου. Μόνο μία φορά είχα δει, εκείνη που βρίσκεται έξω από το υπερσύγχρονο κτίριο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, μια βραδιά που είχα πάει για να ακούσω όμορφη και πολύωρη μουσική. Πλησίασα να τη χαζέψω αλλά μου έκαναν αρνητική εντύπωση τα άδεια ράφια-ντουλάπια της που το μόνο που είχαν ήταν κάτι άχρηστες βιντεοκασέτες, σχολικά βιβλία και κάτι ακόμα που δεν θυμάμαι. Από την άλλη όμως εκεί που στήθηκε δεν είναι πέρασμα, δεν έχεις λόγο να περπατήσεις από εκεί, να πάρεις και να αφήσεις βιβλία. Άλλες δύο έχει η Αθήνα μία στο Κολωνάκι και μία στην Κηφισιά. Βλέπω τώρα ότι τρεις υπάρχουν και στα Χανιά, σε κεντρικές πλατείες όμως αυτές. Σε λίγες μέρες θα βρεθώ στην πόλη της Κρήτης που μου θυμίζει κάτι από Κέρκυρα και Ναύπλιο, θα τις αναζητήσω στις βόλτες μου.

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

BookCrossing στον Εθνικό Κήπο


Μια ζεστή Κυριακή του Ιούλη, από εκείνες που οι θάλασσες της Αττικής χάνουν το χρώμα τους, περπατήσαμε έως τον Εθνικό Κήπο να χαζέψουμε λίγο από το πράσινό του.
Ο δρόμος μας οδήγησε έξω από την Παιδική Βιβλιοθήκη. Θαυμάζω τον χώρο που επιλέχθηκε να τοποθετηθεί μια τόσο χρήσιμη βιβλιοθήκη όσο είναι πάντα μια βιβλιοθήκη που απευθύνεται σε αυτό το ευαίσθητο και καθοριστικό αναγνωστικό κοινό. Δεν ξέρω και πολλά για τις δράσεις της, δεν ξέρω τίποτα, αλλά φαντάζομαι ότι θα έχει και αυτή προβλήματα, όπως όλες οι βιβλιοθήκες αυτής της χώρας. Χαίρομαι όμως που υπάρχει και ελπίζω πάντα, κάποιος δήμαρχος κάποιος υπουργός κάποτε να ενδιαφερθεί για τις πολιτιστικές δράσεις των πόλεων.
Γνώριζα για το ΒookCrossing και ήξερα ότι ο Εθνικός Κήπος είναι σημείο απελευθέρωσης βιβλίων, αλλά ποτέ δεν είχε τύχει να συναντήσω στο διάβα μου ένα βιβλίο που επιλέχθηκε για να αλλάζει χέρια και να ταξιδεύει. Ποτέ ως εκείνη την ημέρα που περνώντας από την παιδική βιβλιοθήκη είδα μια εικόνα που μου έφτιαξε τη διάθεση.
Δύο βιβλιαράκια πάνω στο παγκάκι, όχι απλά ακουμπισμένα, αλλά στολισμένα με κορδέλες και μπαλόνια, με σημειώματα και πληροφορίες για όποιον περίεργο περαστικό ήθελε να μάθει. Με εντυπωσίασε η όρεξη αυτών των ανθρώπων με την οποία απελευθέρωσαν τα δύο βιβλία. Αυτός ο χρόνος που αφιέρωσαν για να πουν ότι αγαπούν το BookCrossing, τα βιβλία και την ανάγνωση. Το ένα βιβλίο που επέλεξαν να αφήσουν με τόση επιμέλεια ήταν το πρώτο μέρος από τον Κόσμο της Σοφίας, ένα βιβλίο που ξέρω ότι πολλοί έχουν αγαπήσει εξαιτίας της απλότητας των λέξεων του συγγραφέα που θέλησε να γράψει ένα βιβλίο για μια διαφορετική Φιλοσοφία από αυτή που μάθαμε στα θρανία. Το άλλο ήταν κάτι που δεν γνώριζα. Αυτό επέλεξα να πάρω, και με αυτό στην τσάντα και με ένα μπλε μπαλόνι να εξέχει, συνέχισα τη βόλτα μου έως το σπίτι.



Οι άνθρωποι του BookCrossing μου έδωσαν την ευκαιρία να γνωρίσω τον Nathanael West και το εξαιρετικό βιβλίο Η ονειρική ζωή του Μπάλσο Σνελλ. Ένα μικρό αλλά πυκνογραμμένο βιβλίο από εκείνα που αδικούνται όταν κάποιος προσπαθήσει να δώσει μια περίληψή του ή να πει με δύο λόγια σε τι αναφέρεται. Είναι γιατί δεν είναι από τα βιβλία που αφηγούνται μια ιστορία αλλά από εκείνα που παρουσιάζουν το βαθυστόχαστο μυαλό του δημιουργού τους. 
Είναι μες στην ιστορία οι προτάσεις, μεμονωμένες προτάσεις που θες να τις διαβάζεις ξανά και ξανά, να χαραχτούν στο μυαλό, να μη ξεχαστούν. 
Μέσα στις σελίδες του βρήκα και ένα βιβλιοφιλικό απόσπασμα, από εκείνα που μου αρέσει να αφήνω εδώ:

"Δύο χρόνια πριν τακτοποιούσα βιβλία στη δημόσια βιβλιοθήκη επί οκτώ ώρες την ημέρα. Μπορείτε να το φανταστείτε τι σημαίνει να είσαι περικυκλωμένος από βιβλία επί οχτώ ατέλειωτες ώρες - εκατό δισεκατομμύρια λέξεις, η μία μετά την άλλη, σύμφωνα με δέκα χιλιάδες παλαβά λεκτικά σχήματα. Κι όλες αυτές οι παράλογες αλληλουχίες ήταν αποτέλεσμα πόσης υπομονής, πόσης κοπιαστικής εργασίας. Πόσης δίψας. Πόσης θυσίας. Και ποιοι ένθερμοι ζήλοι, παραληρήματα, φιλοδοξίες και όνειρα τις είχαν υπαγορεύσει... 
Τα βιβλία μύριζαν όπως και οι ανάσες των συγγραφέων τους, τα βιβλία μύριζαν όπως και ένα ντουλάπι γεμάτο παλιά παπούτσια που από μέσα του περνάει η σωλήνα του καλοριφέρ. Καθώς τα φρόντιζα έμοιαζαν να αποκτούν σάρκα ή τουλάχιστον κάποια ουσία που να μπορεί να φαγωθεί".

Τώρα αυτό το βιβλίο είμαι έτοιμη κι εγώ με τη σειρά μου να το απελευθερώσω, να μην το αιχμαλωτίσω στα ράφια ενός σπιτιού αλλά να βρω ένα ωραίο μέρος να το αφήσω για να βρει τον επόμενο αναγνώστη του. 
Αυτό το μέρος αναζητώ. 
Καλοδεχούμενη η όποια πρόταση.
  

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής

Ο Μαραμπού που ευχαριστιέται τη φύση και τη θάλασσα και διαβάζει πολύ, έστειλε μερικές σκέψεις για ένα βιβλίο που από όσα αναφέρει μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρον.

Για τον Γιώργο Ιωάννου άκουσα πρώτη φορά όταν σπούδαζα στην Θεσσαλονίκη όπου ένας καθηγητής μας, που του είχε μεγάλη εκτίμηση και αγάπη, μας παρότρυνε συνεχώς να τον διαβάσουμε. Επειδή τότε έκανα τα πρώτα αναγνωστικά μου βήματα, όλη η λογοτεχνία του παρελθόντος έσκασε πάνω μου σαν κύμα παρασέρνοντας την παρότρυνση του καθηγητή χωρίς όμως να σβήσει όλα τα ίχνη από την άμμο.
Κοιτούσα πολλές φορές αυτό το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο και τελικά ενέδωσα. Και μόνο, ο τίτλος του, είναι μεγάλος πειρασμός. Εδώ πέρα συγκεντρώνονται 28 συνεντεύξεις του Γιώργου Ιωάννου σε εφημερίδες και περιοδικά που έδωσε στο διάστημα 1974-1985. Αυτό που εντυπωσιάζει με την πρώτη ματιά, είναι η εξαιρετική προφορική ικανότητα του συγγραφέα, η τόσο συγκροτημένη σκέψη, που θαρρείς πως δουλεύτηκε ωσάν να επρόκειτο για απαιτητικό γραπτό κείμενο. Σε σημείο που σε κάνει να αναρωτηθείς, μήπως οι συνεντεύξεις των συγχρόνων συγγραφέων έχουν εκφυλιστεί ή απλώς ότι ο Γιώργος Ιωάννου διέθετε μια σπουδαία ικανότητα του λόγου; Νομίζω, ισχύουν και τα δύο! 
Τα θέματα των συνεντεύξεων πέρα από τα αναμενόμενα, εκείνα για την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, τις αναφορές στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, την ζωή και την οικογένειά του, επεκτείνονται και σε απόψεις για την μοναξιά, τον έρωτα, την δύναμη της γλώσσας και τις έριδες που δημιουργούνται ανάμεσα στους συγγραφείς και τον τρόπο που τους αντιμετωπίζει ο Γιώργος Ιωάννου.  Αυτά τα τελευταία, είναι τα πλέον απολαυστικά! Τα θέματα των συνεντεύξεων αλληλοκαλύπτονται κάπως, όχι όμως σε βαθμό κορεσμού, ίσα ίσα για να γίνουν κτήμα μέσω της επανάληψης, όχι στείρας, όταν αυτός που τα επαναλαμβάνει είναι ο Γιώργος Ιωάννου.
Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την άποψη του Γιώργου Ιωάννου για τις μεγάλες πόλεις και την μοναξιά. Προτιμά τις μεγάλες πόλεις, γιατί παρότι πολύ μοναχικός, μπορεί ανά πάσα στιγμή να βγει έξω και να χαθεί μέσα στους ανθρώπους, στην ανωνυμία του πλήθους, που θα του δώσει την αίσθηση της ανθρώπινης και ζεστής παρουσίας. Σιχαίνεται την ερημία της φύσης, που έχει φάει με το κουτάλι στις τόσες μεταθέσεις του ως εκπαιδευτικός, την αδυνατότητα να συναντήσει γύρω του ανθρώπους. Στις μεγάλες πόλεις μπορείς να γίνεις ό,τι ονειρεύεσαι για τον εαυτό σου, είναι το κλείσιμο του ανθρώπου, το θεληματικό και ευχάριστο, στον εαυτό του. Και στην οικοδόμηση της δικής του άποψης για την ζωή. Αναπόφευκτα, κάτι θυσιάζεις με αυτόν τον τρόπο, ταυτόχρονα όμως κερδίζεις και κάτι. Όταν ρωτάται: Το αίσθημα της συλλογικότητας όμως που χάνεται, η κάλυψη της μεγάλης οικογένειας – πολιτικής η θρησκευτικής – δεν σ' αφήνουν περισσότερο έκθετο, περισσότερο ευάλωτο; , ο Γιώργος
Ιωάννου απαντά: Ναι, είσαι πιο έκθετος, πιο ευάλωτος. Αυτοί οι συνδυασμοί όμως που κάνεις σε στηρίζουν περισσότερο, όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Η σημερινή κοινωνία δεν βοηθά αυτή την αντιφατική ζωή μας να την κάνουμε πράξη, έκφραση. Και πολλές φορές όταν έρθει μια δύσκολη κατάσταση, επιστρέφουμε σε κείνα τα παλιά. Και βρίσκουμε κάποια βοήθεια, συγχρόνως όμως αισθανόμαστε κενοί. Κι έχουμε την αίσθηση ότι κάναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω.
Αυτές οι συνεντεύξεις είναι μεγάλη απόλαυση, σε κάνουν να θες αμέσως να διαβάσεις τα βιβλία του, παράλληλα όμως, σου δίνουν την αίσθηση ότι τα έχεις μόλις διαβάσει! Για το τέλος αντιγράφω ένα απολαυστικό απόσπασμα για το διαχρονικό πρόβλημα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη κάθε λογοτεχνική γενιά.

(...) πρώτα πρώτα νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά πρόσωπα τα οποία ακούγονται και εκτιμώνται παρ' αξίαν. Έχουν δηλαδή καταφέρει, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να θεωρούνται σπουδαίοι, ενώ δεν είναι. (...) Γιατί βλέπω ότι έχουν θεριέψει οι μετριότητες και μάλιστα τείνουν να γίνουν κατάσταση και σχολή ολόκληρη. Η σχολή της ασάφειας και της αταλαντοσύνης. Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να ξεχασθεί η έννοια και η ύπαρξη λογοτεχνικού ταλέντου. Έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι μορφωθεί και μπορούν να στήσουν δυο πράγματα σε κείμενο. Ε, λοιπόν, αυτό βαφτίζεται αμέσως σε λογοτεχνικό κείμενο. Μαστιζόμεθα από μη λογοτέχνες οι οποίοι παριστάνουν τους λογοτέχνες. Και αυτό το πράγμα γίνεται δεκτό, διότι υπάρχουν ολόκληρες χορωδίες οι οποίες αναπέμπουν ύμνους.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Μια ευχάριστη άφιξη

Το καλοκαίρι κυλά μεταξύ ζέστης και βροχής νιώθοντας ότι αφιερώνω στην ανάγνωση λιγότερο από όσο θα ήθελα χρόνο. Μάλλον φταίει που έχω καιρό να βρω ένα βιβλίο που θα με ρουφήξει, θα με κρατήσει δέσμια στις σελίδες του. Έτσι τα αδιάβαστα στο ράφι περιμένουν γιατί προσπαθώ να μην απορρίψω ένα βιβλίο και να πιάσω ένα άλλο αν δεν φτάσω στην τελευταία του σελίδα.
Φταίει και που αντί να διαβάζω ονειρεύομαι ταξίδια, κι ας μ' αρέσει η Αθήνα τον Αύγουστο. Υπάρχουν τόσα μέρη εκεί έξω που αξίζει να επισκεφτείς. 
Φαντάζομαι παραλίες με διάφανες θάλασσες ή τον δροσερό αέρα και τη σκιά των δέντρων στα βουνά. Την ονειροπόληση μου ήρθε να ενισχύσει ένας φάκελος που περίμενα εδώ και καιρό. 
Είναι εκείνο το όμορφο χωριό που μένουν δύο άνθρωποι που αγαπιούνται και τους αρέσει να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. 
Ο Βιβλιόκηπος στη Ζίτσα φαίνεται να είναι πραγματικότητα και αυτό το μικρό χωριό να απέκτησε ένα βιβλιοπωλείο, όπως αξίζει να υπάρχει σε κάθε μέρος που ζουν άνθρωποι που θέλουν να μαθαίνουν. 
Ο φάκελος περιλάμβανε δύο περιποιημένες κάρτες που φανερώνουν ότι είναι φτιαγμένες από κάποιον που έχει όρεξη και ό,τι κάνει θέλει να το κάνει μόνο με αγάπη.
Δεν το είχα πει ούτε το είχα ζητήσει αλλά προσδοκούσα η κάρτα που θα λάβω να έχει μια γωνιά του Βιβλιόκηπου. Και όντως η κάρτα που έφτασε στα χέρια μου ήταν μια βιβλιοεικόνα από εκείνες που μου αρέσει να κάνω συλλογή. Και είχε και μια δεύτερη με το μέρος που έμεινε ο Λόρδος Βύρων. 
Και οι δυο εκτυπωμένες σε ανακυκλωμένο χαρτί που δίνει την αίσθηση του παλιού και πειραγμένες έτσι ώστε να μην ξεχωρίζει αν είναι φωτογραφία ή κάποιος πίνακας ζωγραφικής.
Ο Βιβλιόκηπος απέκτησε και το site του αλλά βρίσκεται και στο twitter μέσω του οποίου παρακολουθώ τα νέα τους.
Τι άλλο μπορώ να ευχηθώ από το να δουν να πραγματοποιούνται κι άλλα όνειρα τους!