Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Οι στρατιωτικές βιβλιοθήκες



Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η American Library Association πραγματοποίησε μια μεγάλη εκστρατεία συγκέντρωσης βιβλίων για τους Αμερικάνους στρατιώτες που ήταν στο μέτωπο. Παρακινούσαν με οποιονδήποτε τρόπο (με ντουντούκες, με αφίσες) τους πολίτες της χώρας να φέρουν βιβλία ώστε να στηθεί η στρατιωτική βιβλιοθήκη. Έξω από τη δημόσια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης είχαν στηθεί στρατιωτικές σκηνές που παραλάμβαναν τα βιβλία. Στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται μέρος των βιβλίων που είχαν συγκεντρωθεί καθώς και η αφίσα που παρακινεί τους πολίτες να φέρουν βιβλία ενώ στη δεύτερη φαίνεται ένας άνθρωπος με ντουντούκα που προφανώς θα λέει κάτι παρόμοιο με το σύνθημα από πίσω του. 
Την κίνηση για τη δημιουργία στρατιωτικής βιβλιοθήκη πρώτοι ξεκίνησαν οι Βρετανοί και στη συνέχεια μιμήθηκαν οι Αμερικανοί.

Στρατιωτική βιβλιοθήκη στη Γαλλία το 1919

Όλη η ιστορία αναφέρεται στο βιβλίο Books in the War: The Romance of Library War Service του Theodore W. Koch που εκδόθηκε το 1919. 


Ο συγγραφέας ήταν βοηθός βιβλιοθηκονόμου στην ιστορική βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου στο Μίσιγκαν από το 1904 έως το 1915. Η συνεισφορά του στη βιβλιοθήκη ήταν μεγάλη καθώς επέφερε σημαντικές αλλαγές. Έδωσε προνόμια στους φοιτητές καθώς τους επέτρεψε το δανεισμό βιβλίων κάτι που επιτρεπόταν μόνο στους ακαδημαϊκούς, άνοιξε το αναγνωστήριο για το κοινό τις Κυριακές και οργάνωσε βιβλιοθηκονομικά μαθήματα κατά την καλοκαιρινή περίοδο, στα οποία δίδασκε ο ίδιος την επιστήμη της Bιβλιοθηκονομίας, σε μια εποχή που ακόμα δεν είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα η επιστήμη αυτή. Το 1909 συμμετείχαν στις πρώτες οχτώ εβδομάδες των μαθημάτων 217 μαθητές. Τα μαθήματα αυτά εξελίχθησαν στην πορεία στο τμήμα Βιβλιοθηκονομίας του Πανεπιστημίου.

Μαθητές από τα καλοκαιρινά μαθήματα βιβλιοθηκονομίας

Το 1915 ταξίδεψε στην Αγγλία ως απεσταλμένος για να διαπραγματευτεί με τους Βρετανούς λογοκριτές  σχετικά με τις απαγορεύσεις προσκτήσεων ξένων εκδόσεων από τις εχθρικές χώρες, Γερμανία, Αυστρία. Εξαιτίας του πολέμου ήταν δύσκολο να καταφέρει και πολλά. Ωστόσο, όσο ήταν στο Λονδίνο αξιοποίησε το χρόνο του παρατηρώντας πως οι Άγγλοι προμήθευαν βιβλία στα στρατόπεδα. Ο Koch έκανε ολόκληρη έρευνα για τις στρατιωτικές βιβλιοθήκες, η οποία αναφέρεται στο βιβλίο.
Στη συνέχεια, από το 1916 έως το 1919 εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσο ως υπεύθυνος στο τμήμα των παραγγελιών, ενώ από το 1919 έως το θάνατό του το 1941 εργάστηκε ως βιβλιοθηκονόμος στο πανεπιστήμιο Northwestern στο Ιλινόις.  
Στην επιμνημόσυνη δέησή του ο πρόεδρος του Πανεπιστημίου ύμνησε τα έργο και τον επαγγελματισμό του όχι μόνο στο διοικητικό κομμάτι των βιβλιοθηκών αλλά και στη σημασία που έδινε στις βιβλιοθήκες ως βασικό φορέα του πολιτισμού.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Εξομολογήσεις ενός Άγγλου βιβλιοφάγου

Ο Μαραμπού διάβασε ένα εξαιρετικό, μου φαίνεται, βιβλιαράκι από μια σειρά των εκδόσεων Printa που συγκεντρώνει μόνο αριστουργηματικά κείμενα, και μας έστειλε εντυπώσεις.

Ο Thomas De Quincey (1785-1859) έγινε γνωστός κυρίως για το βιβλίο του Οι εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου. Εκτός όμως από οπιοφάγος υπήρξε και βιβλιοφάγος, και αυτές οι συνδηλώσεις εξάρτησης που υπονοούνται, γαληνεύουν την καρδιά κάθε αναγνώστη που αναγνώρισε κάποτε στον εαυτό του σημάδια ενός έντονου ψυχικού μαρτυρίου. Γιατί αν το όπιο καταπράυνε τους σωματικούς του πόνους, τα βιβλία αποτέλεσαν την ασπίδα της ψυχικής του υγείας, παρά την εξαρτησιογόνο διάθεση που αμφότερα τα σκευάσματα περιείχαν.
Οι Επιστολές σε έναν νέο του οποίου η εκπαίδευση έχει παραμεληθεί, δεν είναι ένα βιβλίο στείρου διδακτισμού, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει από τον – ελαφρώς κακόγουστο – τίτλο του. Αντιθέτως, σκορπίζει ολόγυρα την χαρά της γνώσης, εκείνης που δεν μπαίνει σε καλούπια, είναι ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο του παλιού καλού καιρού, μεγάλης νοηματικής συμπύκνωσης και υψηλής περιεκτικότητας σε σκέψεις.
Η γλώσσα του είναι απαράμιλλα όμορφη και αν σας φανεί λίγο στυφή, μην ξεχνάτε ότι βγήκε από ένα κελάρι σχεδόν 200 χρόνων και πρέπει να του δώσετε τον χρόνο να “αναπνεύσει” στο τώρα, για να μπορέσει να αναδείξει όλα τα λεπτά του αρώματα!

Στα νιάτα μου δεν μπορούσα να μπω σε κάποια μεγάλη βιβλιοθήκη, ας πούμε εκατό χιλιάδων τόμων, χωρίς να με κατακλύσει ένα συναίσθημα οδύνης και πνευματικής ταραχής, που θύμιζε τα δάκρυα τα οποία έχυνε ο Ξέρξης όταν ατενίζοντας τον τεράστιο στρατό του σκεφτόταν ότι σε εκατό χρόνια δεν θα υπήρχε ψυχή ζώσα. Εμένα, σε σχέση με τα βιβλία, θα με κατέκλυζε το ίδιο συναίσθημα την ημέρα του θανάτου μου. Εδώ, είπα μέσα μου, υπάρχουν εκατό χιλιάδες βιβλία, που ακόμα και το χειρότερό τους θα μπορούσε ν' αποτελέσει για μένα πηγή χαράς και γνώσης˙ μόνο που κατά πάσα πιθανότητα θα κληθώ στους ουρανούς προτού προλάβω να βγάλω το μέλι ούτε από το ένα εκατοστό αυτής της κυψέλης. Είμαι σίγουρος ότι και απ' το δικό σας μυαλό περνά συχνά η ίδια σκέψη (...) σας διαβεβαιώνω ότι μιλάω για την πιο αληθινή βάσανο που είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ.

Αυτά τα μικρά θεωρητικά δοκίμια σε μορφή επιστολών, δημιουργούν μία συμπαγή θεωρία της λογοτεχνίας, πολύ πριν οι σύγχρονες θεωρίες κάνουν την εμφάνισή τους.
Σ' αυτό το έργο ο Ντε Κουίνσι υπογραμμίζει τη σημασία της μελέτης των γλωσσών καθώς και των φιλοσόφων, και  χωρίζει τη λογοτεχνία σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τη λογοτεχνία της γνώσης, πραγματική, αναλυτική, και τη λογοτεχνία της δύναμης, που συγκινεί και μεταμορφώνει τον κόσμο. Τα δικά του κείμενα, ονειρικά, λαβυρινθώδη και εξαίσια, τον τοποθετούν αμέσως μεταξύ των οπαδών της δεύτερης.
Από την κερκίδα της ίδιας πλευράς, ζητωκραυγάζω και εγώ με όλη μου την δύναμη!

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Βιβλία που καρφιτσώθηκαν στη μνήμη


Δεν γράφω για όλα τα βιβλία που διαβάζω.
Κάποια κάπου με απογοήτευσαν και ποιο το νόημα να γράψω για βιβλία που δεν με ενθουσίασαν. Κάποια άλλα πάλι ήταν τόσο καλά που οι λέξεις οι δικές μου περιττεύουν.
Για άλλα πάλι ήθελα να γράψω δυο λόγια εδώ, αλλά ξεπήδησαν άλλες σκέψεις που έγιναν αναρτήσεις κι αυτά πήραν μετάθεση στο πίσω μέρος του μυαλού και ξεχάστηκαν.
Και φυσικά είναι και τα βιβλία για βιβλία ή οι βιβλιοφιλικές περιγραφές και πληροφορίες, που πάντα έχουν θέση εδώ.
Είναι όμως και κάποια βιβλία που ενώ τα έκλεισα και σαν να ένιωσα ότι έχασα το χρόνο μου, κατάφεραν να μείνουν στο μυαλό μου σαν να τα διάβασα εχτές.
Έχω διαβάσει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναμφίβολα καλοδουλεμένα βιβλία που όμως μετά από το πέρας ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος ξεχάστηκαν, και από την άλλη πλευρά η δύναμη κάποιων, που αριστουργήματα δεν τα λες, υπερίσχυσε.
Οπότε αν ένα βιβλίο καταφέρει να τρυπώσει στη μνήμη μου και να μείνει εκεί, το θεωρώ άθλο για τον συγγραφέα και ας είχα κλείσει το βιβλίο απογοητευμένη.

Στη λίστα με τα βιβλία του 2013 υπάρχουν δύο τέτοια βιβλία.

Το πρώτο βιβλίο είναι το Κράτα μου το χέρι του Δημήτρη Μαμαλούκα. Το είχα κερδίσει στην εκπομπή του librofilo στο amagiradio. Ο Μαμαλούκας είναι ένας συγγραφέας που συμπαθώ ιδιαίτερα καθώς η Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα  ήταν από τα πρώτα βιβλία για βιβλία που είχα διαβάσει. Το τελευταίο του βιβλίο το διάβασα σε μία μέρα, όμως όταν έφτασα στο τέλος που είχε να κάνει με κάτι παραφυσικό, έφυγε όλη η αγωνία και έγινε απογοήτευση. Είναι σαν αυτές τις ταινίες που περιμένεις να δεις τι θα γίνει και στο τέλος ο πρωταγωνιστής απλά ξυπνάει από ένα όνειρο.
Όμως το τέλος ξεχάστηκε (μου το θύμισαν πρόσφατα) και το μόνο που έμεινε ήταν η αγωνία του πρωταγωνιστή, τα συναισθήματα, η ψυχολογία του καθώς και το διαμέρισμά του. Ένα διαμέρισμα πίσω από την οθόνη ενός κινηματογράφου που ο κάθε πυροβολισμός της ταινίας ακούγονταν σαν έκρηξη και με πολλά άλλα προβλήματα όπως την αφόρητη ζέστη από σωλήνες. Αυτό το σπίτι ήταν λες και ήταν το δικό μου, ένιωσα σαν να έμεινα κι εγώ στο ίδιο ακριβώς διαμέρισμα.

Το δεύτερο είναι Η Γαλλίδα δασκάλα του Ντίνου Γιώτη.
Ένα βιβλίο που το διάβασα επειδή αναφέρθηκε ότι θα γινόταν ταινία με γυρίσματα στο Πήλιο. Καθώς ήμουν στο Βόλο πέρσι, όλοι περίμεναν να έρθουν οι κάμερες και να ξεκινήσουν τα γυρίσματα.
Εκφράσεις τύπου "θα παίξει ο γιος της κύριας τάδε που είχε παίξει ένα θεατρικό στο σχολείο κι ήταν πολύ καλός" ήταν πολύ συνηθισμένες.
Από περιέργεια έπιασα, λοιπόν, στα χέρια μου αυτό το βιβλίο και προσπαθούσα να συνδέσω τις περιγραφές του χωριού με κάποιο από τα πανέμορφα χωριουδάκια του Πηλίου.
Ανούσια ιστορία, με σεξ, ίντριγκες και έναν φόνο που με κράτησε όμως σε αγωνία και έφτασα έως το τέλος. Η ταινία μάλλον δεν γυρίστηκε ποτέ, ακόμα θα την περιμένουν εκεί στο Βόλο.
Αυτό το βιβλίο όμως είχε μια περιγραφή που αν και πέρασε ένας χρόνος, μένει ακόμη εκεί, καρφιτσωμένη στη μνήμη.
Ένα βράδυ ο πρωταγωνιστής της ιστορία οδηγεί προς το χωριό του. Βυθισμένος στις σκέψεις του αφαιρείται χαζεύοντας τα αστέρια του ουρανού. Χάνει πρόσκαιρα τον έλεγχο του αυτοκινήτου και παραλίγο να συγκρουστεί με ένα αυτοκίνητο του αντίθετου ρεύματος. Έχοντας ανακτήσει τον έλεγχο σκέφτεται πως αν είχε τρακάρει και είχε πεθάνει όλοι θα πίστευαν ότι τον πήρε ο ύπνος και κανείς δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι κοιτούσε ένα αστέρι.

Όπως και να το κάνουμε είναι μαγικός αυτός ο κόσμος των βιβλίων, συνέχεια με εκπλήσσει.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Ο ερωτευμένος Σοπέν

Άλλο θέμα είχα στο μυαλό αλλά με τόσες καρδούλες γύρω μπήκα στον πειρασμό της ημέρας και ενδίδω αναφέροντας μια ιστορία έρωτα που μόλις εχτές έμαθα.
Κι όταν μιλάμε για έρωτα μιλάμε για μουσική και βιβλία. Αναπόφευκτα.
Ο Σοπέν έχει βασανίσει και γοητεύσει όλους τους πιανίστες του κόσμου καθώς οι συνθέσεις του αποτελούν τα σημαντικότερα έργα του πιανιστικού ρεπερτορίου και σίγουρα δεν μπορεί να μην υπάρχει πιανίστας που να μην έχει παίξει κάποιο από τα έργα του. 
Τόσο συνηθισμένος που αν ακούσετε ένα κομμάτι με πιάνο που δεν γνωρίζετε  και βρεθεί εκεί γύρω ένας μουσικόφιλος να σας ρωτήσει "Γνωρίζεις τον συνθέτη;" απαντήστε "Σοπέν", υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχετε απαντήσει σωστά.
Αυτός λοιπόν ο συνθέτης, γεννήθηκε το 1810 στην Πολωνία και το 1831 εγκαταστάθηκε στο κέντρο του πολιτισμού, το Παρίσι, που συναναστράφηκε με τις σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής. Εκεί αυτός ο χαμηλών τόνων, ντροπαλός και φιλάσθενος αλλά και ιδιοφυής άνθρωπος γνώρισε το 1837 τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής του, τη Γεωργία Σάνδη. 
Η Αμαντίν-Ωρόρ-Λουσίλ Ντυπέν, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Σάνδη γεννήθηκε το 1804 στο Παρίσι και ήταν φεμινίστρια πριν καν δοθεί ορισμός σε αυτό τον όρο. Αφού παράτησε τον πρώτο της σύζυγο κυκλοφορούσε στο Παρίσι με αντρικά ρούχα, αποκτώντας έτσι πρόσβαση σε μέρη που απαγορεύονταν η είσοδος των γυναικών. Μετά το χωρισμό της έζησε αρκετές ερωτικές περιπέτειες, αλλά η σχέση της με τον Σοπέν είχε ένταση και διάρκεια καθώς συζούσαν επί δέκα χρόνια. Γνωρίστηκε με τον Σοπέν στο σπίτι ενός ακόμη ερωτικού συντρόφου της, του Λιστ. Αρχικώς ο Σοπέν τη χαρακτήρισε ως αντιπαθητική δυσανασχετώντας με τις ασυνήθιστες για την εποχή συνήθειες της, όπως το να φοράει παντελόνια και να καπνίζει δημόσια βαριά τσιγάρα, πίπα και πούρα.
Όμως αυτήν την εκκεντρική γυναίκα και συγγραφέα πετυχημένων μυθιστορημάτων την ερωτεύτηκε σφόδρα όταν την συνάντησε ξανά μερικούς μήνες αργότερα.

Εγκαταστάθηκαν στη Μαγιόρκα και έζησαν εκεί για ένα διάστημα με τα δύο παιδιά της,  όμως η υγεία του Σοπέν με συμπτώματα φυματίωσης χειροτέρευε και η ασυνήθιστη συμπεριφορά της Σάνδη, η αντρική ενδυμασία και η συμβίωση με έναν άντρα χωρίς γάμο, προκαλούσε αντιδράσεις στους περιοίκους με αποτέλεσμα να καταφύγουν σε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι σε ένα απομακρυσμένο χωριό. Αν και η υγεία του Σοπέν χειροτέρευε, ήταν μια από τις παραγωγικότερες περιόδους, καθώς συνέθεσε νέα έργα και αναθεώρησε κάποια παλαιότερα. Παράλληλα, η Σάνδη έγραψε το βιβλίο Ένας χειμώνας στη Μαγιόρκα.
Η ανάρρωση του Σοπέν καθυστερούσε πολύ να έρθει καθώς η εύθραυστη υγεία του συνεχώς τον ταλαιπωρούσε. Η Σάνδη όλα αυτά τα χρόνια έμενε αφοσιωμένη στον εραστή της και του συμπαραστεκόταν στα προβλήματά υγείας του. 
Όμως, σταδιακά ο έρωτας άρχισε να υποχωρεί και η Σάνδη θέλησε να χωρίσει και διάλεξε έναν αλλόκοτο τρόπο για να του το πει, όπως αναφέρεται στη Μυστική ζωή των μεγάλων μουσουργών, των εκδόσεων Αιώρα.
Την εποχή εκείνη γράφει το μυθιστόρημα Λουκρητία Φλοριάνι στο οποίο ένας χαρακτήρας που είναι βασισμένος στην ίδια έχει έναν εραστή με τα χαρακτηριστικά του Σοπέν. Η ενάρετη, ευγενική και πανέμορφη ηρωίδα του μυθιστορήματος διώχνει τον παρανοϊκά ζηλιάρη και παρασιτικό εραστή της. 
Οι νύξεις της απέτυχαν και ο Σοπέν απλά επαινεί τη Σάνδη για τη δημιουργικότητα της παρά τις αντιδράσεις των φίλων του.
Το καλοκαίρι του 1847 χωρίζει οριστικά από τον φιλάσθενο Σοπέν, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα πεθαίνει νικημένος από την αρρώστια του.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Το καλό μου το βιβλίο


Αναζητώντας ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία που δεν δανείζονται, όσα βιβλία δηλαδή δεν ανήκουν στην κατηγορία "λογοτεχνία", εντόπισα ένα παιδικό βιβλίο που από τη ράχη έμοιαζε να μην ανήκει στην κατηγορία που το είχαν τοποθετήσει και προπάντων ένιωσα ότι αδικείται στερώντας του τη δυνατότητα δανεισμού. Βέβαια, όσο και να στύβω το κεφάλι μου δεν μπορώ να βρω τον λόγο για να να μην δανείζονται οι μελέτες μιας δημόσιας βιβλιοθήκης.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή παραμυθιών του Γρηγορίου Ξενόπουλου με τον τίτλο "Το καλό μου το βιβλίο" κι αυτός ήταν ο λόγος που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και θέλησα να το ξεφυλλίσω, η αναζήτηση ενός ακόμα βιβλίου για βιβλία.
Κοιτώντας τα περιεχόμενα ανάμεσα στα διάφορα παραμύθια που συγκεντρώσει βρήκα αυτό που δικαιώνει τον τίτλο.
Ένα καθαρά βιβλιοφιλικό παραμύθι γεμάτο με εικόνες εποχής, μιας άλλης εποχής.
Ένας βιβλιόφιλος δεν αγαπά τόσο το περιεχόμενο το βιβλίο όσο το βιβλίο ως αντικείμενο.
Γιατί το βιβλίο δεν είναι μόνο η ιστορία που περιέχει, είναι από μόνο του μια ιστορία που έχει να μας αφηγηθεί πολλές ιστορίες ακόμη. Εκείνες των κατόχων του.
Αντιγράφω εδώ το παραμύθι με τον γενικό τίτλο του βιβλίου.


«Το κάθε χαλασμένο παιχνίδι, το κάθε κιτρινισμένο χαρτάκι, ως και το ξεχασμένο εργόχειρο, όλα, μα όλα, καθώς τα ξέθαβα από το σκονισμένο σεντούκι της σοφίτας, μου χάριζαν μια δυνατή συγκίνηση και μου έφερναν στο νου χίλιες δυο πικρόγλυκες αναμνήσεις. Μα την πιο μεγάλη συγκίνηση ένιωσα σαν αντίκρισα τ’ ομορφόδετο παλιό βιβλίο με τα μεγάλα γράμματα και τις ζωντανές του εικόνες.
Α, το παλιό βιβλίο, τι ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου! Όχι με την τερπνή ιστορία που μου διηγούνταν, αλλά με μια αχνή, σχεδόν αδιόρατη κηλίδα και μια τρυπίτσα που είχε στο εξώφυλλο.
Η κηλίδα δεν είναι από τις συνηθισμένες μουτζούρες που απρόσεχτα παιδιά κάνουν στα βιβλία τους . Όχι, είναι κηλίδα καμωμένη στο τυπογραφείο, που δεν την προσέχει κανείς αμέσως. Δεν την πρόσεξε και η νόνα μου όταν, για το περιεχόμενο, και την κομψότητά του, διάλεξε για δώρο μου εκείνο το βιβλίο. Δεν την πρόσεξα ούτε εγώ, όταν, τρελή από χαρά, το θαύμαζα και το ξεφύλλιζα. Μα την πρόσεξε ο αδερφός μου, που δεν είχε πάρει δώρο, και μου την έδειξε.
Ο ενθουσιασμός μου, όμως, δεν έπεσε:
Μπα, του λέω ούτε που φαίνεται.
Αλήθεια, δε φαίνεται αμέσως, μου αποκρίθηκε, μα υπάρχει πάντα κι όταν κανείς το προσέξει, χάνει όλη την ευχαρίστηση που είχε πριν.
Ήμουνα μικρή τότε και δε σκέφτηκα να παραπονεθώ στο μεγάλο αδελφό μου. Γιατί να μου δείξει αυτήν τη μουντζούρα, που εγώ δεν θα την πρόσεχα, γιατί να θελήσει να λιγοστέψει την ευχαρίστηση που μου προξενούσε τ’ όμορφο βιβλίο; Πήρα ένα σουγιαδάκι κι άρχισα πεισματωμένη να ξύνω την κακιά μουντζούρα.
Φυσικά δεν άργησα να τρυπήσω το χαρτί και ν’ αρχίσω τα κλάματα. Τότε άρχισα και τα παράπονα κατά του Τάκη. Έβαλα μάλιστα και τη μαμά να τον μαλώσει. Αυτός δικαιολογήθηκε:
- Και μήπως εγώ της είπα να το σχίσει; Ας το καθάριζε με τη γομολάστιχα. Τι να της κάνω; Να της πω ότι η ασχήμια που έβλεπα ήταν στολίδι; Δεν μπορούσα.
- Δεν ήταν καμιά ανάγκη να της πεις το παραμικρό, τον αντέκρουσε η μαμά. Ή, τουλάχιστον αφού της έδειξες το κακό, έπρεπε να της έλεγες πώς μπορούσε να το διορθώσει. Μα, εσύ την έσπρωξες να κάνει το κακό χειρότερο.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
- Ας είναι, όμως. Σ’ όλα αυτά που έκανες υπάρχει και κάτι καλό. Εννοώ την παρατήρησή σου πως δε σημαίνει τίποτα αν φαίνεται ή όχι το κακό που υπάρχει και πως, όσο μικρή κι αν είναι μια ασχήμια κι όσο καλά κι αν κρύβεται, τη στιγμή που θ’ αποκαλυφθεί ελαττώνει σημαντικά την αξία του όμορφου πράγματος. Σε συγχαίρω γι’ αυτή την παρατήρηση. Και σε συμβουλεύω να την θυμάσαι. Αργότερα, στη ζωή, θα τη νιώσεις περισσότερο αυτή την αλήθεια. Θα γνωρίσεις ανθρώπους μ’ ένα σωρό προτερήματα, που θα σ’ ενθουσιάσουν στην αρχή, όπως και το βιβλίο την αδερφή σου. Μα, άμα τους γνωρίσεις καλύτερα, θα ανακαλύψεις, κάποιο αόρατο ελάττωμα, μια κρυφή κηλίδα στ’ όμορφο βιβλίο της ψυχής τους. Να το θυμάσαι αυτό που έπαθε σήμερα η Νίνα, που κατάφερε, δηλαδή, άμα γνώρισε το κακό, να το κάνει μεγαλύτερο, γιατί χωρίς να ξέρει, με σπουδή και μ’ αδεξιότητα, ζήτησε να το πολεμήσει.
Ήμουνα πολύ μικρή τότε για να καταλάβω αυτά τα λόγια, μα ο αδερφός μου κατάλαβε. Περιμάζεψε λοιπόν το βιβλίο, που εγώ δεν το ήθελα πια, γιατί ήταν τρύπιο, κι αργότερα, πολύ πολύ αργότερα, μου το ξανάδωσε και μου επανέλαβε τα λόγια της μαμάς.
Ω, πόσες φορές στη ζωή μου, τα ξαναθυμήθηκα…»        


Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Διαβάζοντας μέσα στο δάσος

Ο Αμερικάνος νατουραλιστής συγγραφέας Henry David Thoreau (1817-1862) έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στο Harvard και έχοντας επιστρέψει στη γενέτειρα πόλη Κόνκορντ της Μασαχουσέτης, αποφασίζει στα 28 του χρόνια να αφήσει εργασία και σπίτι για να ζήσει μέσα στο δάσος δίπλα σε μια πανέμορφη λίμνη, τη λίμνη Walden Pond.


Ζει για δύο χρόνια απολαμβάνοντας τις χαρές της φύσης, ξεκομμένος από τις ανέσεις που προσφέρει η ζωή στην πόλη, χτίζει ο ίδιος την καλύβα του με πενιχρά έξοδα και καλλιεργεί βασικές τροφές. Τρώει ελάχιστα αλλά στοχάζεται πολύ, μιλάει λίγο με ανθρώπους αλλά περισσότερο με τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής. Προσπαθεί να επιβιώσει με ελάχιστα έως καθόλου χρήματα και τελικά καταφέρνει να επιβιώσει σε συνθήκες διαφορετικές από αυτές μπορεί να φανταστεί ο σύγχρονος άνθρωπος νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ευτυχία.


Το 1854 εκδίδει το βιβλίο στο οποίο περιγράφει την εμπειρία του ζώντας κάτω από αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες δίνοντας τους για τίτλο το όνομα της λίμνης: Walden. 
Ένα αρκετά πυκνογραμμένο βιβλίο που περιέχει τις σκέψεις ενός αυθεντικού, και ίσως του πρώτου, οικολόγου, που αγαπά τη φύση ίσως περισσότερο και από τον άνθρωπο. 

Βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί σήμερα καθώς περιέχει ιδέες, αν και σε υπερβολικό βαθμό θα έλεγα, που οι υλιστικές μας απολαύσεις μας έχουν κάνει να ξεχάσουμε.
Οι περιγραφές της φύσης που είναι διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο μου θύμισαν αρκετά τον Προυστ και το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο.
Η επίγευση τελειώνοντας το βιβλίο είναι η αντίληψη ότι η ευτυχία προέρχεται από τη φύση και από τον στοχασμό. Όχι από τα χρήματα, όχι από τα υλικά αγαθά, όχι από τις ανθρώπινες σχέσεις, όχι από την εργασία. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος εργάζεται για να φάει περισσότερο και τρώει περισσότερο για να εργαστεί περισσότερο.  
Κρατώ μία συμβουλή: 
"Η συμβουλή μου είναι να είστε πολύ προσεχτικοί άμα έχετε να κάνετε με επιχειρήσεις που απαιτούν πιο πολύ καινούρια ρούχα παρά καινούριο άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι καινούριος, πώς θα του ταιριάσουνε τα καινούρια ρούχα;"

Και φυσικά δεν μπορώ να μην αναφέρω εδώ ότι αυτός ο άνθρωπος που έζησε επί δύο χρόνια μέσα στο δάσος με ελάχιστα αγαθά αφιερώνει ένα κεφάλαιο για τα βιβλία. 
Εκεί μέσα στη φύση, με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία και ελάχιστη ζεστασιά το χειμώνα έχει φροντίσει να έχει μαζί του μερικά καλά βιβλία, να τα διαβάζει σιγά σιγά γιατί εκεί το σοβαρό διάβασμα είναι καλύτερο από ότι στο πανεπιστήμιο.
Έχει μαζί του μερικά βιβλία αρχαίων συγγραφέων και φιλοσόφων γιατί:
"το καλό διάβασμα -δηλαδή το διάβασμα βιβλίων που είναι γεμάτο αλήθεια- είναι μια ευγενική άσκηση που θα κάνει τον αναγνώστη να αγωνιστεί και να κοπιάσει περισσότερο απ' όσο για οποιαδήποτε άλλη από τις ασκήσεις και τα σπορ της εποχής μας".

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Η μεγάλη βιβλιοθήκη της μικρής μας πόλης


Μακριά από τη μεγάλη μας πόλη ο χρόνος κυλάει πιο αργά, η ημέρα ως δια μαγείας αποκτά περισσότερες ώρες.
Φταίει που η άκρη όλων των άλλων πόλεων είναι αρκετά βήματα πιο κοντά.
Δεν προλαβαίνεις να βγεις από το σπίτι και η βόλτα τελείωσε, έφτασες κιόλας στον προορισμό σου.
Είναι και οι επιλογές που είναι δραματικά περιορισμένες, πού είναι τα μουσεία, πού είναι τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, οι εκθέσεις, τα βιβλιοπωλεία, τα καταστήματα των Αθηνών.
Εδώ τίποτα, μαθαίνεις να αρκείσαι στο λίγο.
Εδώ έχει μόνο φύση, αυτό που λείπει από τις μεγάλες πόλεις. Εδώ έχει εκείνα τα χρώματα που συναντάς σπάνια μέσα στο μονότονο γκρι της Αθήνας.
Αλλά αρκεί το χρώμα;
Σαφώς φταίει και η ανεργία.
Περπατώ στο Ναύπλιο, χαζεύω την πόλη γύρω που έχει κάτι από Κέρκυρα να μου θυμίζει και κοιτώ μαγεμένη τα όμορφα χρώματα που τις μέρες που έχει ήλιο ζωντανεύουν, εκπέμπουν θερμότητα.
Περπατώ χαζεύοντας ώσπου να καταλάβω ότι κύκλους κάνω, έχω φτάσει έως το τέρμα και δεν μπορώ να το πιστέψω. Αρχίζω πάλι για να καταλήξω στο ίδιο σημείο.


Πέφτω πάνω στη βιβλιοθήκη, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου που φέρει το όνομα ο Παλαμήδης. Χαίρομαι που υπάρχει, αισθάνομαι ασφάλεια.
Μπορώ να φύγω από την Αθήνα με ένα βιβλίο μόνο στις αποσκευές μου.
Στην επαρχεία δεν υπάρχουν προσφορές, ούτε παζάρια στην Πλατεία Κοτζιά.
Το 10% την ενιαίας τιμής στα βιβλία είναι προς τα πάνω, τα έξοδα για τα μεταφορικά, λένε.
Φαντάσου αν καταργηθεί.
Γι' αυτό η δημόσια βιβλιοθήκη μου μοιάζει με παράδεισο, είναι νοσοκομείο ψυχής, φορέας πολιτισμού.
Κοιτώ όλα αυτά τα ράφια και βλέπω πόσα βιβλία υπάρχουν για διάβασμα.
Είναι σαν να είναι όλα δικά μου, είναι όλα δικά μου.


Όλα παλιές εκδόσεις, με τσαλακωμένες ράχες, κιτρινισμένα φύλα, όπως μου αρέσουν να είναι τα βιβλία. Αναζητώ τίτλους που ήθελα καιρό να διαβάσω και τα βρίσκω όλα! Χαρά ενός παιδιού! Βρίσκω και άλλα που ούτε μπορούσα να φανταστώ ότι θα υπήρχαν εδώ, σε μια μικρή βιβλιοθήκη, μιας μικρής πόλης.
Χαζεύοντας στα ράφια, προσπαθώντας να προσαρμοστώ με το σύστημα ταξιθέτησης που έχουν χρησιμοποιήσει, πέφτω σε ένα σημείο με μόνο νέες εκδόσεις. Δεν μπορώ να το πιστέψω, είναι βιβλία που μόλις έχουν κυκλοφορήσει, αυτή η μικρή βιβλιοθήκη ξαφνικά αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.
Αποκλείεται αυτό το κράτος να έδωσε κονδύλια για αγορά νέων εκδόσεων, τότε πως βρέθηκαν εδώ αυτά τα βιβλία που βλέπω στους πάγκους των βιβλιοπωλείων;
Ήρθε ένας κύριος, μου απαντούν, και μας έκανε δωρεά 300 βιβλία, όλα νέες εκδόσεις.
Τριακόσια βιβλία μέσα σε κούτες, δεν το πιστεύαμε!
Αυτός ο κύριος άραγε θα ξέρει, θα μπορεί να φανταστεί ότι έκανε κάποιους ανθρώπους χαρούμενους; Να ας πούμε εμένα, που ανυπομονώ να διαβάσω αυτά τα βιβλία που δανείστηκα για να πάω τρέχοντας να πάρω κι άλλα!
Να πάω στη μεγάλη βιβλιοθήκη της μικρής μας πόλης.


Κάθε μικρή και μεγάλη πόλη θα έπρεπε να έχει βιβλιοθήκη.
Αντί να θέλουν να τις κλείσουν θα έπρεπε να τις φροντίσουν, να τις μεγαλώσουν, να τις αξιοποιήσουν.
Είναι βαρετό να συζητάμε ξανά και ξανά τα αυτονόητα, δύο βήματα πίσω και μισό μπροστά.
Και βέβαια δεν πρέπει να κλείσει καμία βιβλιοθήκη.
https://secure.avaaz.org/en/petition/Ohi_sto_kleisimo_ton_ellinikon_laikon_vivliothikon/?whHtifb