Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Το καλό μου το βιβλίο


Αναζητώντας ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία που δεν δανείζονται, όσα βιβλία δηλαδή δεν ανήκουν στην κατηγορία "λογοτεχνία", εντόπισα ένα παιδικό βιβλίο που από τη ράχη έμοιαζε να μην ανήκει στην κατηγορία που το είχαν τοποθετήσει και προπάντων ένιωσα ότι αδικείται στερώντας του τη δυνατότητα δανεισμού. Βέβαια, όσο και να στύβω το κεφάλι μου δεν μπορώ να βρω τον λόγο για να να μην δανείζονται οι μελέτες μιας δημόσιας βιβλιοθήκης.
Το βιβλίο είναι μια συλλογή παραμυθιών του Γρηγορίου Ξενόπουλου με τον τίτλο "Το καλό μου το βιβλίο" κι αυτός ήταν ο λόγος που μου κέντρισε το ενδιαφέρον και θέλησα να το ξεφυλλίσω, η αναζήτηση ενός ακόμα βιβλίου για βιβλία.
Κοιτώντας τα περιεχόμενα ανάμεσα στα διάφορα παραμύθια που συγκεντρώσει βρήκα αυτό που δικαιώνει τον τίτλο.
Ένα καθαρά βιβλιοφιλικό παραμύθι γεμάτο με εικόνες εποχής, μιας άλλης εποχής.
Ένας βιβλιόφιλος δεν αγαπά τόσο το περιεχόμενο το βιβλίο όσο το βιβλίο ως αντικείμενο.
Γιατί το βιβλίο δεν είναι μόνο η ιστορία που περιέχει, είναι από μόνο του μια ιστορία που έχει να μας αφηγηθεί πολλές ιστορίες ακόμη. Εκείνες των κατόχων του.
Αντιγράφω εδώ το παραμύθι με τον γενικό τίτλο του βιβλίου.


«Το κάθε χαλασμένο παιχνίδι, το κάθε κιτρινισμένο χαρτάκι, ως και το ξεχασμένο εργόχειρο, όλα, μα όλα, καθώς τα ξέθαβα από το σκονισμένο σεντούκι της σοφίτας, μου χάριζαν μια δυνατή συγκίνηση και μου έφερναν στο νου χίλιες δυο πικρόγλυκες αναμνήσεις. Μα την πιο μεγάλη συγκίνηση ένιωσα σαν αντίκρισα τ’ ομορφόδετο παλιό βιβλίο με τα μεγάλα γράμματα και τις ζωντανές του εικόνες.
Α, το παλιό βιβλίο, τι ρόλο που έπαιξε στη ζωή μου! Όχι με την τερπνή ιστορία που μου διηγούνταν, αλλά με μια αχνή, σχεδόν αδιόρατη κηλίδα και μια τρυπίτσα που είχε στο εξώφυλλο.
Η κηλίδα δεν είναι από τις συνηθισμένες μουτζούρες που απρόσεχτα παιδιά κάνουν στα βιβλία τους . Όχι, είναι κηλίδα καμωμένη στο τυπογραφείο, που δεν την προσέχει κανείς αμέσως. Δεν την πρόσεξε και η νόνα μου όταν, για το περιεχόμενο, και την κομψότητά του, διάλεξε για δώρο μου εκείνο το βιβλίο. Δεν την πρόσεξα ούτε εγώ, όταν, τρελή από χαρά, το θαύμαζα και το ξεφύλλιζα. Μα την πρόσεξε ο αδερφός μου, που δεν είχε πάρει δώρο, και μου την έδειξε.
Ο ενθουσιασμός μου, όμως, δεν έπεσε:
Μπα, του λέω ούτε που φαίνεται.
Αλήθεια, δε φαίνεται αμέσως, μου αποκρίθηκε, μα υπάρχει πάντα κι όταν κανείς το προσέξει, χάνει όλη την ευχαρίστηση που είχε πριν.
Ήμουνα μικρή τότε και δε σκέφτηκα να παραπονεθώ στο μεγάλο αδελφό μου. Γιατί να μου δείξει αυτήν τη μουντζούρα, που εγώ δεν θα την πρόσεχα, γιατί να θελήσει να λιγοστέψει την ευχαρίστηση που μου προξενούσε τ’ όμορφο βιβλίο; Πήρα ένα σουγιαδάκι κι άρχισα πεισματωμένη να ξύνω την κακιά μουντζούρα.
Φυσικά δεν άργησα να τρυπήσω το χαρτί και ν’ αρχίσω τα κλάματα. Τότε άρχισα και τα παράπονα κατά του Τάκη. Έβαλα μάλιστα και τη μαμά να τον μαλώσει. Αυτός δικαιολογήθηκε:
- Και μήπως εγώ της είπα να το σχίσει; Ας το καθάριζε με τη γομολάστιχα. Τι να της κάνω; Να της πω ότι η ασχήμια που έβλεπα ήταν στολίδι; Δεν μπορούσα.
- Δεν ήταν καμιά ανάγκη να της πεις το παραμικρό, τον αντέκρουσε η μαμά. Ή, τουλάχιστον αφού της έδειξες το κακό, έπρεπε να της έλεγες πώς μπορούσε να το διορθώσει. Μα, εσύ την έσπρωξες να κάνει το κακό χειρότερο.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
- Ας είναι, όμως. Σ’ όλα αυτά που έκανες υπάρχει και κάτι καλό. Εννοώ την παρατήρησή σου πως δε σημαίνει τίποτα αν φαίνεται ή όχι το κακό που υπάρχει και πως, όσο μικρή κι αν είναι μια ασχήμια κι όσο καλά κι αν κρύβεται, τη στιγμή που θ’ αποκαλυφθεί ελαττώνει σημαντικά την αξία του όμορφου πράγματος. Σε συγχαίρω γι’ αυτή την παρατήρηση. Και σε συμβουλεύω να την θυμάσαι. Αργότερα, στη ζωή, θα τη νιώσεις περισσότερο αυτή την αλήθεια. Θα γνωρίσεις ανθρώπους μ’ ένα σωρό προτερήματα, που θα σ’ ενθουσιάσουν στην αρχή, όπως και το βιβλίο την αδερφή σου. Μα, άμα τους γνωρίσεις καλύτερα, θα ανακαλύψεις, κάποιο αόρατο ελάττωμα, μια κρυφή κηλίδα στ’ όμορφο βιβλίο της ψυχής τους. Να το θυμάσαι αυτό που έπαθε σήμερα η Νίνα, που κατάφερε, δηλαδή, άμα γνώρισε το κακό, να το κάνει μεγαλύτερο, γιατί χωρίς να ξέρει, με σπουδή και μ’ αδεξιότητα, ζήτησε να το πολεμήσει.
Ήμουνα πολύ μικρή τότε για να καταλάβω αυτά τα λόγια, μα ο αδερφός μου κατάλαβε. Περιμάζεψε λοιπόν το βιβλίο, που εγώ δεν το ήθελα πια, γιατί ήταν τρύπιο, κι αργότερα, πολύ πολύ αργότερα, μου το ξανάδωσε και μου επανέλαβε τα λόγια της μαμάς.
Ω, πόσες φορές στη ζωή μου, τα ξαναθυμήθηκα…»        


2 σχόλια:

Mariela είπε...

Καλά.....
τώρα;;;;
αυτό έπρεπε να το είχα διαβάσει δύο μήνες πριν......
Να είσαστε καλά! τέλειο!!

librarian είπε...

Εμ τώρα έπεσε στα χέρια! Χαίρομαι που σου άρεσε, την καλημέρα μου.