Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Στο κατώφλι του 2014 με ζωγραφιές και μυρωδιές της Μαριέλας!

Στο πεδίο των πολύ προσωπικών προτιμήσεων του A Book Blog διαβάζω με έκπληξη και ευχαρίστηση: «Λατρεύω την μυρωδιά των βιβλίων και του καφέ». Πόσο μεγάλη σημασία έχουν οι μυρωδιές, πώς μας τραβούν και μας δένουν σε συνειρμούς, με τις αισθήσεις μας που εύκολα παραμελούμε. Καφέ δεν πίνω (τι ανωμαλία και αυτή!), η μυρωδιά των βιβλίων, του μελανιού να φιλά αγκαλιαστά το κολλαρισμένο χαρτί με ξετρελαίνει. Με μεθά και χώνω την μύτη μου στο μισάνοιχτο βιβλίο να εισπνεύσω την ιδιαίτερη μυρωδιά που αναδίδει. Η σκόνη πάλι όταν μαζεύεται και καταπίνεται μέσα στους πόρους του χαρτιού βγάζει μια άλλη μυρωδιά, όπως και ο συνδυασμός υγρασίας και μούχλας. Μπορεί να φανταστεί κανείς το δίδυμο του αρώματος ενός ζεστού καφέ και ενός φρεσκοτυπωμένου βιβλίου. Δυο ευχαριστήσεις συγχρονισμένες μαζί. Μπορεί να λαχταρήσει να διαβάζει ενώ ρουφά γουλιά γουλιά τον καφέ της προτίμησής του. Οι μυρωδιές δεν αποτυπώνονται, δεν πιάνονται. Οι εικόνες αντίθετα μπορούν να αιχμαλωτιστούν, να αποδώσουν παραστάσεις, να αφηγηθούν εκείνα που βλέπουμε και να αφήσουν να ξεγλιστρήσουν, να υπονοήσουν μερικά από εκείνα τα άλλα που σκεφτόμαστε συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ζωγραφιές με κούπες του καφέ –μικρές, μεγάλες, κοντόχοντρες, καταστρόγγυλες, με χερούλια, με πόδι, λουλουδάτες, μονόχρωμες, και πάει λέγοντας– συνταιριασμένες με γράμματα, με λέξεις, με σελίδες, με βιβλία κλειστά και βιβλία ανοικτά και ξαναπάει λέγοντας, εκθέτει έως το τέλος της πρώτης εβδομάδας του νέου χρόνου, 5 Ιανουαρίου 2014 (πήρε παράταση μέχρι 12/1), η ζωγράφος μπλογκοφίλη Μαριέλα στον ιδιαίτερο χώρο που φέρει την ονομασία «Συλλαβή» σε πεζόδρομο του Παγκρατίου. Εκεί, που στο ισόγειο πίνεις τον καφέ σου και στο παταράκι έχει βιβλία να δεις και να αγοράσεις, με άλλα λόγια σε έναν χώρο που πλανώνται και οι δύο αγαπημένες μυρωδιές, βρίσκονται αναρτημένοι πάνω από τους καναπέδες, κάτω και στο μήκος της ανηφορικής σκάλας οι πίνακες της Μαριέλας που απεικονίζουν εικαστικά την τελετή, την αναπαράσταση της ανάγνωσης μετά καφέ. Πολύ πετυχημένο το όλο ως σύνολο. Λειτουργίες που κλείνουν η μια την άλλη μέσα τους και αλληλοπεριγράφονται αυτογνωστικά. Οι πίνακες, νομίζω 21 τον αριθμό, λογής λογής διαστάσεων, από μικρούτσικοι σε μεγάλους, τελάρα αλλά και σε κορνίζα έχουν ο καθένας την προσωπικότητά του. Α, να και αυτός έχει τούτο, είναι αλλιώτικος, τα γράμματα κρύβονται στους ζεστούς αχνούς, παραμονεύουν, κείμενα περιμένουν να αναγνωριστούν, ένα ολόκληρο βιβλιαράκι. Χρώματα αλλού γλυκά, αλλού ρέπουν σε ασπρόμαυρη φτιαξιά, αλλού φωτεινά, αλλού έντονα και ένας νυχτερινός σκοτεινός «στο κοτσάνι της νύχτας». Τεχνικές διάφορες,υλικά ποικόλα, να χαρίζουν παραστατικότητα. Κοιτάζοντας μπαίνεις στις ζωγραφιές σκύβεις, τις βλέπεις από κοντά σαν να θέλεις να χωθείς εκεί στις λεπτομέρειες. Και φεύγοντας να αναλογίζεσαι ποιος σου άρεσε καλύτερα και γιατί σε άγγιξε. Να τους ξαναφέρνεις στο μυαλό και να σε ζεσταίνει η όμορφη εικόνα τους και να φαντάζεσαι σε ποιο σημείο του σπιτιού σου θα ήθελες να τους κρεμάσεις, να σε ταξιδεύει. Ευχαριστούμε Μαριέλα για το δώρο της ζωγραφικής σου!

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Τα βιβλία του 2013

Πράγματι το 2013 ήμουν δραστήρια τόσο ως αναγνώστρια όσο ως μπλόγκερ. Είναι γιατί μάλλον το έτος αυτό ξεκίνησε και τελειώνει βρίσκοντάς με ανάμεσα σε ράφια με βιβλία. Μπορεί να είμαι σε διαφορετική πόλη, σε διαφορετικούς χώρους, με άλλους ανθρώπους, τα βιβλία όμως παραμένουν.
Προσπαθώντας να θυμηθώ τα βιβλία που διάβασα τη χρονιά που φεύγει δημιούργησα μια βιβλιολίστα, σαν αυτές που έφτιαχνα παλιά. Είναι εύκολο να φτιάχνεις τέτοιου είδους λίστες με τα βιβλία που έχεις διαβάσει όταν αυτά βρίσκονται στα ράφια της βιβλιοθήκης σου, όταν όμως τα περισσότερα βιβλία είναι δανεισμένα είτε από βιβλιοθήκες είτε από αλλού, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Προσπαθώντας, λοιπόν, να θυμηθώ, ανέτρεξα σε όλες τις στιγμές μου και σε όλους εκείνους τους χώρους που διάβασα ένα βιβλίο. Ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες εξωφύλλων από τα βιβλία που κουβαλούσα στην τσάντα μου ή που είχα ακουμπισμένα στον κομοδίνο και στο τραπέζι. Κι έτσι η λίστα είναι χρονικά ταξινομημένη ξεκινώντας από το βιβλίο που διάβασα πιο πρόσφατα. Άφησα έξω όλα τα παιδικά βιβλία καθώς είναι αδύνατον να θυμηθώ όλα εκείνα που διάβασα, αλλά ακόμη και αν τα θυμόμουν η λίστα θα γινόνταν βαρετά μεγάλη. Παρατηρώ ότι για τα περισσότερα βιβλία δεν έφτιαξα μια ανάρτηση και για κάποια θέλησα να φτιάξω αλλά το μεταθέτω για την επόμενη χρονιά. Για όποιο όμως θελήσετε περισσότερες πληροφορίες εδώ είμαστε. Φυσικά βιβλία που ξεκίνησα αλλά ποτέ δεν τέλειωσα, δεν συμπεριλαμβάνονται στη λίστα.

Εύχομαι για όλους το 2014 να είναι ένα ακόμη πιο διαβαστερό έτος και σίγουρα ευτυχέστερο.

Gogol, Nikolaj Vasilievic (2007). Η μύτη, Κοροντζής

Χιόνης, Αργύρης (1983). Λεκτικά τοπία, Καστανιώτης
Κυρτάτας, Δημήτρης (2010). 666: Ο αριθμός του βιβλίου, Άγρα

Barnes, Julian (2011). Ένα κάποιο τέλος, Μεταίχμιο

Γιώτης, Ντίνος (2013). Η γαλλίδα δασκάλα, Ψυχογιός

Haddon, Mark (2004). Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα, Ψυχογιός


Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Λίγο πριν αλλάξει σελίδα ο Χρόνος

Συνηθίζεται στο τέλος κάθε χρόνου να γίνεται, να κάνει ο καθένας και η καθεμιά μας τον προσωπικό του απολογισμό: τι θέλησε και κατάφερε, τι θέλησε και του ξέφυγε, τι δεν θέλησε και να που του συνέβη, να αναρωτηθεί αν θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος με τους καρπούς αποκόμισε, αν έκανε βήματα προς τα εμπρός, αν έγινε έστω και ένα απειροελάχιστο του χιλιοστού αυτό που λένε «καλύτερος άνθρωπος». Και να ονειρευτεί πράγματα για την επόμενη, την χρονιά που έρχεται ακάθεκτη. Όσον αφορά τις Βολτίτσες δεν ήταν η καλύτερη μου χρονιά, δεν επέδειξα την πειθαρχία της μιας φοράς την εβδομάδα και μια ανάρτηση, δηλαδή συνολικά 54 ή κάπου εκεί κοντά αναρτήσεις. Πολύ απέχω ακόμα και από τις μισές. Μετρώ και είναι συνολικά 20, άντε αν προλάβω να γίνουν 21, μεγάλη διαφορά δεν κάνει. Θα μπορούσα να κλέψω αναρτώντας βιβλιοεικόνες και βιβλιοπίνακες είναι αλήθεια, μα δεν θα το κάνω. Ευτυχώς, η Librarian υπήρξε ιδιαίτερα δραστήρια, είδε και διάβασε πολλά, ανταποκρίθηκε και γνώρισε πολλούς αναγνώστες του βιβλιοblog μας. Στην τελική για αυτό είμαστε δυο, για να συμπληρώνουμε ιδέες, λόγια, εικόνες, εντυπώσεις και αναρτήσεις, μια συνεχής παρουσία και επικοινωνία που τόσο χαιρόμαστε και δεν θα την αλλάζαμε με τίποτα. Ήρθαμε για να μείνουμε!
Και για να μην ξεχνιόμαστε ένα βιβλιοβιβλιαράκι της Edith Wharton με τίτλο Η διαστροφή της ανάγνωσης, από τις εκδόσεις Άγρα. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1903 και στην ελληνική γλώσσα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2009 εκτός εμπορίου στο πλαίσιο μιας ωραίας ιδέας που έχει υιοθετηθεί και από άλλους εκδοτικούς οίκους, αντί χριστουγεννιάτικης κάρτας, ως «χριστουγεννιάτικο ευχετήριο βιβλίδιο», «αντί ευχών». Σε δεύτερο γύρο το βιβλίδιο μαζί με εκείνα που είχαν τυπωθεί για τον ίδιο σκοπό, φέτος το 2013 μπήκε στο εμπόριο, ενταγμένο στην σειρά με την παιγνιώδη ονομασία «Ο άτακτος λαγός» και σήμα στο εξώφυλλο έναν λαγό με μακριά αυτιά ανάσκελα, ξεκαρδισμένο στα γέλια με την γλώσσα απέξω. Τόσο άτακτο!! Τέτοια τα κέφια του εκδότη!! Εκδοτικά το βιβλιαράκι είναι ιδιαίτερο, για το σχεδόν τετράγωνο σχήμα του αλλά κυρίως για το χρώμα του χαρτιού που είναι τυπωμένο: gialloro διαβάζω στον κολοφώνα, βαθύ χρυσαφί, κροκί, της πηχτής πικάντικης μουστάρδας. Η ανάγνωση σε αυτό το υπόβαθρο είναι κάπως διαφορετική, το μάτι ξεσυνήθιστο, οι υπογραμμίσεις και σημειώσεις δυσκολεύονται. Η ολοσέλιδη φωτογραφία της συγγραφέως καθισμένη στο γραφείο της να κοιτά κατάματα τον φωτογραφικό φακό στημένη, σφιγμένη, μοδάτη και περιποιημένη μα με μελαγχολία ανάμεικτη με ματαιότητα, παίρνει μια αλλοτινή διάσταση στον βαθυκίτρινο κάμπο του φόντου. Σαν να μην έχει ολοκληρωθεί η εμφάνιση της φωτογραφίας, σαν να έχει πάρει φως, ή σαν, αντίθετα, να την βλέπουμε μπροστά μας να παλιώνει. Η Ήντιθ Ουώρτον γεννημένη το 1862 στην Νέα Υόρκη έγραψε περισσότερα από 40 λογοτεχνικά βιβλία, ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ το 1920 και η πρώτη που ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Γέηλ. Πέθανε στο Παρίσι το 1937. Το θέμα που πραγματεύεται το έχουμε ξαναπιάσει στις Βολτίτσες και είχε μάλιστα, προκληθεί έντονος διάλογος και είχαν εκφραστεί διαφορετικές απόψεις και οι ενδιάμεσες αποχρώσεις τους. Η Ουώρτον υποστηρίζει ότι η ανάγνωση «σκουπιδιών» ισοδυναμεί με διαστροφή, ότι η ανάγνωση από την αίσθηση ενός καθήκοντος που επιβάλλεται από την κοινωνία ως καλή συνήθεια και πρακτική είναι ακόμα μεγαλύτερη διαστροφή και επιφέρει καταστροφικές συνέπειες όταν ο «μηχανικός αναγνώστης» μιμητικά, δίχως κατανόηση, κατατάσσει τον εαυτό του στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, εισβάλλει με ύφος σε επικράτειες μακρινές του, συζητά, κρίνει, κατακρίνει, διατυπώνει αμάσητες και στερεοτυπικές απόψεις, ή ακόμα και επιβραβεύει, έτσι από μόδα, το βιβλίο της μόδας. Αυτός ο αναγνώστης απειλεί την λογοτεχνία που έχει ανάγκη από εξασκημένους, δυναμικούς αναγνώστες, εκείνους που οι αναγνώσεις τους συνδέονται αναμεταξύ τους, γονιμοποιούν η μια την άλλη, φορτίζονται και γεννούν συνδυαστικά το νέο. Δεν αφήνει ασχολίαστο τον παράγοντα της οικονομίας, της παραγωγής βιβλίων, του κανόνα της ζήτησης. Είναι με δυο λόγια καταπέλτης για τον μηχανικό αναγνώστη που μένει στην επιφάνεια, στον συρμό, δεν νιώθει τα λεπτά σημεία και ούτε ξέρει για να προσπαθήσει. Ας μην τα βάλω με την κάθετη αυτή άποψη που ακόμα και στις μέρες μας δεν απέχει από την πραγματικότητα, την βλάβη που προκαλεί η επιφανειακότητα και το δήθεν. Υπάρχουν παράμετροι που μας αναγκάζουν να την ανεχόμαστε. Η μόδα του μηχανικού αναγνώστη είναι καλύτερη από την μόδα της βίαιης επιβολής απόψεων. Ένας μηχανικός αναγνώστης μπορεί να καλλιεργήσει την εικόνα του αναγνώστη και εντέλει να δημιουργήσει έναν αναγνώστη. Ένας μηχανικός αναγνώστης με σκουντήματα, ίσως και κλωτσιές, ίσως να μπορέσει να μεταπηδήσει σε άλλη κλίμακα, ενώ ένας μη αναγνώστης θα παραμείνει μη αναγνώστης. Ο μηχανικός αναγνώστης μπορεί να αποκτήσει συναίσθηση της κατάστασής του και να μην αναζητά να επιβάλλεται και ούτε κάθε εξής. Καλή συνέχεια της χειμερινής εορταστικής περιόδου.

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Ζητείται αναγνώστης 4-8 ετών...


Διαβάζοντας το βιογραφικό του Κοτσιαρή Βασίλη στη biblionet θαυμάζω που η δημόσια εκπαίδευση έχει τέτοιους ανθρώπους γεμάτους όρεξη να μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα.
Ο Βασίλης ζει και εργάζεται στην όμορφη Κω (που έχω καιρό να επισκεφτώ και πρέπει να βάλω στο πρόγραμμα), συντονίζει την ιστοσελίδα ο μαγικός κόσμος του παιδικού βιβλίου, μια ιστοσελίδα γεμάτη κριτικές και προτάσεις ποιοτικών παιδικών βιβλίων και γράφει παιδικά βιβλία.
Ο δρόμος του τον έβγαλε στο ροζ μπλογκ μας και είχε την ευγενή καλοσύνη να επικοινωνήσει μαζί μου και να μου στείλει το τελευταίο του βιβλίο το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γιάννη Διακομανώλη με τίτλο "Αϊ Βασίλης της χρονιάς!" των εκδόσεων από την Πάτρα "Κόκκινη Κλωστή Δεμένη" (παραμυθένιο όνομα εκδοτικού οίκου).
Αμέσως μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο έλαβα ένα μεγάλο άσπρο φάκελο που περιείχε το χρωματιστό γιορτινό βιβλίο. Στα καθίσματα του μετρό άφησα την ιστορία να με ταξιδέψει σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη ηλικία, στα χρόνια εκείνα που πρόσμενα να εμφανιστούν με έναν μαγικό τρόπο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο κουτιά τυλιγμένα με γυαλιστερά περιτυλίγματα.

Υπομονετικά περίμενα να φτάσουν οι μέρες των γιορτών, να βγάλω από το ράφι μου το βιβλίο με τους πολλούς Άγιους Βασίληδες και να γράψω αυτήν την ανάρτηση.
Να που οι μέρες των δώρων έφτασαν.


Νομίζω ότι αρκετά έμεινε στη δική μου βιβλιοθήκη τώρα αναζητώ τον επόμενο αναγνώστη του.
Όμως, ο επόμενος αναγνώστης θέλω να είναι μεταξύ τεσσάρων με οχτώ ετών (δηλαδή λίγο μικρότερος από εμένα) και να πιστεύει πολύ ή να μην πιστεύει καθόλου στον Άγιο Βασίλη.
Όποιος γνωρίζει έναν τέτοιο τύπο αναγνώστη που θα ήθελε να διαβάσει αυτό το βιβλίο ας αφήσει ένα σχόλιο και όλα τα υπόλοιπα θα τα αναλάβω εγώ. 

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ένα βιβλιοβιβλίο στα σκαριά


Διαβάζοντας δεξιά και αριστερά στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε μια εξαιρετική ιδέα-πρόσκληση που δεν μπορούσα να μην την αναδημοσιεύσω εδώ.
Η ιδέα ανήκει στον Γ. Μπίκο, επίκουρο καθηγητή του τμήματος Βιβλιοθηκονομίας και Συστημάτων Πληροφόρησης του ΤΕΙ Αθήνας, ο οποίος είναι και επιμελητής της σειράς «Κουλτούρα και Τέχνες» των εκδόσεων Γρηγόρη.
Σκέφτηκε, λοιπόν, να εντάξει – μάλλον – σε αυτήν τη σειρά ένα βιβλιοβιβλίο γραμμένο από πολλούς νέους συγγραφείς.
Για τον λόγο αυτόν, προσκαλεί, όποιον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στο έργο, να στείλει ένα λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο να αφορά το βιβλίο, την πράξη της συγγραφής, τη ζωή των συγγραφέων, τη σχέση των ανθρώπων με τα βιβλία, τη συνήθεια της ανάγνωσης, τη φιλαναγνωσία, τη βιβλιοφιλία, την καθημερινότητα των βιβλιοθηκονόμων ή τις βιβλιοθήκες και τον κόσμο τους.

Η υπόθεση αυτού του έργου μπορεί να εκτυλίσσεται σε οποιαδήποτε εποχή και η έκτασή του να μην υπερβαίνει τις 1900 λέξεις. Μπορεί να είναι ποιήμα ή πεζό, αφήγημα, διήγημα, χρονογράφημα, ευθυμογράφημα, ένας εσωτερικός μονόλογος σκέψεων και στοχασμών, πεζό ποίημα, ένα κείμενο με περιεχόμενο που παραπέμπει σε σελίδες ημερολογίου ή σε αυτοβιογραφικό λεύκωμα, ή, ακόμα και ένας σχεδόν θεατρικός διάλογος. Μπορεί να βασίζεται σε βιώματα του συγγραφέα, ή σε μία εντελώς φανταστική υπόθεση. Βασικό όμως αιτούμενο είναι να διαθέτει λογοτεχνικό περιεχόμενο και υφή, και να μην περιορίζεται σε περιγραφές και μόνο, κάποιων καταστάσεων.
Στόχος είναι τα καλύτερα από τα έργα που θα σταλούν, να δημοσιευθούν εντός των πρώτων μηνών του 2014 σε ένα βιβλίο που θα φιλοξενεί λογοτεχνήματα μη επαγγελματιών, νέων Ελλήνων συγγραφέων, με θέμα το βιβλίο, την ανάγνωση, τη συγγραφή και, ίσως, τις βιβλιοθήκες και τη ζωή των βιβλιοθηκονόμων.

Προ(σ)καλώ όλους τους αναγνώστες αυτού του μπλογκ να ανοίξουν τους κειμενογράφους τους (ή τα παλιά αρχεία τους) και να δημιουργήσουν ένα βιβλιοκείμενο σαν αυτά που αγαπάμε να διαβάζουμε εμείς εδώ και να το στείλουν μέχρι τις 26/1/14 στη διεύθυνση g_bicos@hotmail.com.

Ανυπομονώ να δω την έκδοση αυτή, είμαι σίγουρη ότι θα συγκεντρώσει ιστορίες γεμάτες βιβλιοθήκες.

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

Οι αρχαίοι Κυνικοί

O Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις.
Οι αρχαίοι Κυνικοί θεωρούνταν οι παρίες της φιλοσοφίας. Περιθωριακοί, μισότρελοι και φαφλατάδες. Κανείς δεν τους έπαιρνε στα σοβαρά παρά μόνο για όσο διάστημα κρατούσε η παράξενη “παράστασή” τους. Κάποτε που ο Διογένης μιλούσε για ένα σοβαρό ζήτημα και κανείς δεν πλησίαζε να ακούσει άρχισε να σφυρίζει σαν πουλί˙ μόλις μαζεύτηκαν πολλοί τούς κατσάδιασε που όταν πρόκειται για ανοησίες σπεύδουν με ζήλο, ενώ για τα σπουδαία πράγματα καθυστερούν και δεν έχουν καμία διάθεση.
Αντιρρησίες και ασυμβίβαστοι, τα έβαζαν με την εξουσία και τις κοινωνικές συμβάσεις. Δεν προκαλούσαν μόνο κούφιους εντυπωσιασμούς αλλά γέμιζαν τις “παραστάσεις” με βαθύ στοχασμό που αποτέλεσε την μακρόχρονη φιλοσοφία τους, που έφθασε μέσω μαρτυριών μεταγενέστερων φιλοσόφων και βιογράφων, ως τις μέρες μας. Ποιος δεν γνωρίζει για το αναμμένο φανάρι καταμεσήμερο, με το οποίο ο Διογένης έψαχνε για έναν άνθρωπο ή για τον άνθρωπο του Πλάτωνα, ο οποίος όταν διατύπωσε τον ορισμό του ότι ο άνθρωπος είναι ένα δίποδο ζώο χωρίς φτερά, ο Διογένης μάδησε ένα κοτόπουλο και το ελευθέρωσε την Ακαδημία του πρώτου, αναφωνώντας “Αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα”!
Εκείνο που εντυπωσιάζει με τους Κυνικούς είναι η απόλυτη συνέπεια και ταύτιση ανάμεσα στην σκέψη και την ζωή τους. Περιφρονούσαν με ζήλο τα χρήματα, ο πλούτος είναι ένας εμετός της τύχης, και παρά ταύτα ένιωθαν ευτυχείς με την ύπαρξή τους – ο Διογένης έλεγε ότι τον είχαν βρει όλα όσα συμβαίνουν στις τραγωδίες: γιατί ήταν φτωχός, πλανόβιος, πρόσκαιρος. “Ενώ όμως τέτοια είναι η κατάστασή μου, είμαι έτοιμος να συναγωνιστώ σε ευτυχία τον βασιλιά των Περσών”.
Η ζωή τους ήταν μοναχική και εγκρατής, και συμπορευόταν με τα βαθιά πιστεύω τους – όταν κάποτε ορισμένοι τον περιγελούσαν που περπατούσε στη στοά αντίθετα, ο Διογένης τους είπε: “Δεν ντρέπεστε εσείς που πορευόσαστε ανάποδα στη ζωή να κατηγορείτε εμένα επειδή το κάνω ανάποδα στο περπάτημα;” Θεωρούσε ότι, οι άνθρωποι εφοδιάζονται με ό,τι τους είναι απαραίτητο για να ζουν, ενώ με ό,τι τους είναι απαραίτητο για να ζουν σωστά δεν εφοδιάζονται και κατέληγε με μια αιχμηρή κυνικότητα (μια λέξη της οποίας υπήρξε ο δημιουργός!) που συμψήφιζε όλη την κοσμοθεωρία του ότι στη ζωή πρέπει να είναι κανείς εφοδιασμένος με νου ή με μια θηλιά.
Το βιβλίο είναι μια βιβλιογραφική καταγραφή όλων των σωζόμενων αποσπασμάτων και μαρτυριών για τους βασικότερους εκπροσώπους της Κυνικής φιλοσοφίας – Αντισθένης (που θεωρείται και ο θεμελιωτής), Διογένης ο Κυνικός, Κράτης, Ιππαρχία, Μητροκλής και μερικοί ελάσσονες Κυνικοί. Όλα τα παραπάνω αποσπάσματα αποδίδονται στον Διογένη τον Κυνικό και επέλεξα τα “δικά του” γιατί είναι ο πλέον γνωστός εκπρόσωπος της Κυνικής φιλοσοφίας. Ωστόσο, μερικά αποσπάσματα αποδίδονται (ίσως ελαφρώς παραφρασμένα) σε δύο ή περισσότερους Κυνικούς και αυτή η σύγχυση οφείλεται στο γεγονός ότι οι Κυνικοί δεν άφησαν γραπτά πίσω τους και η διδασκαλία τους προέρχεται από μεταγενέστερους μελετητές με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μια συλλογή αποφθεγμάτων και τίποτα περισσότερο. Είναι χρήσιμο αν διαβαστεί αλλά δεν ξέρω κατά πόσο είναι και ελκυστικό. Επειδή όμως, μου αρέσει η Κυνική φιλοσοφία και θα ήθελα να πείσω μερικούς να ψαχτούν παραπάνω, δράττομαι της ευκαιρίας, να μνημονεύσω ένα εξαιρετικό βιβλιαράκι του Τζαίησον Ξενάκη με τίτλο “Χίππηδες και Κυνικοί”, εκδ. Απόπειρα, που προλογίζει ο θρυλικός Λεωνίδας Χρηστάκης (ένα must read ανάγνωσμα για ψαγμένους αναγνώστες που είναι εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια και εξαφανισμένο από προσώπου γης, όμως, όποιος καταφέρει να βρει ένα αντίτυπό του κάπου, μπορεί να γίνουν θαύματα εν όψει Χριστουγέννων, θα νιώσει πλήρης και πλούσιος!).
Για να επιστρέψω ξανά στο βιβλίο που παρουσιάζω εδώ, ο Ν. Μ. Σκουτερόπουλος (που έκανε την επιμέλεια, την μετάφραση και τον σχολιασμό των αποσπασμάτων), στο πρόλογό του – και αυτό θα είναι ο δικός μου επίλογος – επισημαίνει το εξής: έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το κέντημα του αρχαίου κόσμου από την καλή˙ με τους Κυνικούς το βλέμμα στρέφεται για λίγο και στην ανάποδη όψη του, την όχι και τόσο όμορφη, αυτήν όμως που, όπως θα έλεγε και ο Σοπενάουερ, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πώς ενώνονταν τα νήματα.

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Πιο βιβλιοβιβλίο δεν γίνεται


Ένα βιβλίο γεμάτο ιστορίες και αναμνήσεις δοσμένες με διάθεση νοσταλγική συνάμα και πραγματιστική. Ιστορίες που πορεύονται πάνω στην πρόσφατη ιστορία μας, στην εμπλοκή των ανθρώπων με τα γεγονότα και τ’ αντίστροφο, την καταλυτική επίδραση των γεγονότων στις ζωές των ανθρώπων. Ένα βιβλίο που μιλάει συνέχεια για βιβλία, εκείνα του σχολείου, εκείνα που κυκλοφορούσαν στο σπίτι, στο οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, τα κοινώς αποδεκτά και γνώριμα, εκείνα που επιτρεπόταν να διαβαστούν, τα απαγορευμένα, εκείνα που δεν είχαν ακόμα ακουμπήσει το χαρτί και βρίσκονταν στην διαδικασία του γραψίματος, άλλα κείμενα που ήταν γραμμένα αλλά χρειάζονταν σκηνοθεσία και ερμηνεία θεατρική. Κείμενα και λόγος παντού, το προδίδει κιόλας ο τίτλος του που παραπέμπει ακριβώς στο εργαλείο γραφής Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο. Της Άλκης Ζέη, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, φετινό του Σεπτεμβρίου, το συναντώ στις λίστες των ευπώλητων, όχι πολύ ψηλά μα υπάρχει. Ελπίζω να παραμείνει και να ανέβει. Και εκτός του ότι όλη η αφήγηση κατέχεται από τον πολιτισμό του βιβλίου, αναφέρεται και πιο συγκεκριμένα σε ανθρώπους των εκδόσεων. Στις εκδόσεις Ίκαρος και στις εκδόσεις Κέδρος πιο συγκεκριμένα. Προσπάθειες και οι δυο που έφεραν νέα δεδομένα, που έκαναν την διαφορά με το ύφος, τον χαρακτήρα και τις επιλογές τους. Ζωές και άνθρωποι που ονειρεύονταν έναν καλύτερο κόσμο και όχι μόνο τον ονειρεύονταν, πίστευαν ότι ήταν εφικτό αν… Αξίζει να κυνηγάμε εκείνα τα αν, τις προϋποθέσεις που μπορούν συλλογικά να φέρουν, να φτιάξουν καλύτερες συνθήκες. Αυτά κρατώ γιατί αυτά ακριβώς χρειάζομαι σε τούτη την εποχή.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Οι Bouquinistes του Παρισιού


Διαβάζοντας για τους Bouquinistes του Παρισιού, τους βιβλιοπώλες εκείνους που πουλούν παλιά βιβλία στις δύο όχθες του Σηκουάνα δημιουργώντας την αίσθηση ότι το ποτάμι αυτό κυλά ανάμεσα σε δύο βιβλιοθήκες, μου ήρθε στο νου ένα απόσπασμα που είχα διαβάσει σε έναν παλιό βιβλιογραφικό κατάλογο σπάνιων εκδόσεων. Ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μαρίνου Σιγούρου Εντυπώσεις από το Παρίσι, έκδοση του 1910 των Παναθηναίων, το οποίο φέρει τον τίτλο "Παλαιοβιβλιοπώλες".
Το ανιγράφω εδώ ολόκληρο για τους λάτρεις των παλιών βιβλίων αλλά και του όμορφου Παρισιού.


«Όταν περνώ, έξω από τη Γαλλική Ακαδημία, στην προκυμαία του Σηκουάνα, σταματώ εμπρός στα ξύλινα κιβώτια των Bouquinistes και κυττάζω τα παλιά βιβλία. Κληρικοί γαλήνιοι, γέροι σοφοί, παρά ξένοι άνθρωποι, νέοι ανήσυχοι διψασμένοι για τη μάθηση, ο κόσμος που αγαπά τα βιβλία, λησμονιέται εκεί με το πρόσωπο βυθισμένο στις ξεθωριασμένες σελίδες και με τη σκέψη φευγάτη στον περασμένο καιρόν ή σε μεταφυσικούς στοχασμούς.
Λίγα βήματα παραπέρα το Παρίσι οργιάζει πολυθόρυβο.
Όλα αυτά τα παλιά βιβλία, τα μικρά μετάλλινα αγαλματάκια, οι μικρογραφίες, τα ειδώλια βλέπουν το φως της ημέρας, αφού θα έμειναν λησμονημένα και παραριγμένα για πολλά χρόνια, σε κλειστά σκοτεινά καταγώγια, σε αραχνιασμένες σοφίτες. Μια μυστική πνοή του Καιρού, κάτι σαν από την ψυχή της Ιστορίας περνάει απάνω από αυτά τα κιβώτια που σκεπάζουν και στολίζουν σαν στεφάνι τις όχθες του Σηκουάνα. Σηκώνεται σαν σκόνη η αναθυμίαση των άψυχων και πλημμυρίζει με χίλιες σκέψεις την φαντασίαν όσων ζούνε με όνειρα.
Και ο περίγυρος, από το Λούβρον ως την Παναγιά του Παρισιού, διηγείται όλη την ιστορία της Γαλλίας. Μαζί με τη σκόνη του δρόμου αναπνέω και τη σκόνη της Ιστορίας, τις αναμνήσεις των εποχών. Βλέπω και αισθάνομαι την εργασία των γενεών που επέρασαν, ταχνάρια ενός λαού.
Τέτοιο θέαμα κάνει κάθε στοχαστική  ψυχή να περιφρονεί τα πράγματα του κόσμου.
Κοντά στα νεκρά παλαιϊκά πράγματα, όπως μέσα σ' ένα κοιμητήρι, νοιώθω την ειρηνική βαθιά θλίψη που εμπνέει το μοιραίο πέρασμα της ζωής.
Αυτά τα βιβλία που πουλιούνται για λίγες πεντάρες, μας δίνουν το πικρότερο μάθημα μιας απελπιστικής σοφίας.
Μια ξεθωριασμένη ψυχή φωλιάζει μέσα στις σκοτεινές σελίδες των, μια θλιβερή γεροντική ψυχή, ένα σιωπηλό πνεύμα του πόνου.
Ρίχνω μια γοργή ματιά στο τυπωμένο χαρτί που θυμίζει τη ματαιότητα της εφήμερης επιτυχίας, την εργασία που περνά άκαρπη και αγνώριστη, την ανώφελη προσπάθεια που χάνεται...
Πόσοι άγνωστοι συγγραφείς! Ονόματα που δεν τα είδα ποτέ, ονόματα που ποτέ δεν τα άκουσα. Ποιός τους ξέρει, και ποιός τους συλλογίζεται τους ευλογημένους  αυτούς ανθρώπους που θυσιάσανε τα ωραιότερα χρόνια της ζωής των σε μιαν εργασία χαμένη και άσκοπη, σ' ένα περιττό κόπο!
Ψηλά τα δένδρα είναι ολοπράσινα από τους ανοιξιάτικους χυμούς και στα κλαδιά γλυκοκελαϊδούν τα πουλιά. Κάτου ο Σηκουάνας κυλά τα θολοπράσινα νερά του. Κ' εγώ, με θλιμμένη ψυχή, συλλογίζομαι όλους αυτούς τους λησμονημένους συγγραφείς, που κοιμούνται, μαζί με το έργο τους, άγνωστοι τον αιώνιον ύπνο.
Το βαθύ πικρό αίσθημα που νοιώθω μοιάζει σαν συμπάθεια και σαν εγωισμός.
Τι τάχα αξίζει να προσθέσει κανείς λίγες ή πολλές σελίδες στην άπειρη πληθώρα του τυπωμένου χαρτιού;
Γυρίζει στο νου μου ο φόβος που βασάνισε σχεδόν όλους όσοι ζήτησαν να διαιωνίσουν (!) τη σκέψη τους επάνω στο χαρτί, που το τρώει ο σκόρος, που το σαπίζει η υγρασία, που το σκίζει ο άνθρωπος.
Ο γερό-bouquiniste δεν σκοτίζεται από τέτοιους στοχασμούς, και φαίνεται ευτυχισμένος γιατί ξέρει πως η Ευτυχία δεν αφίνει να την πιάσουν παρά μόνον όσοι αδιαφορούν ή την περιφρονούν, ή εκείνοι που δεν την έχουν ανάγκη, γιατί όταν γεννήθηκαν, τη βρήκαν σκυμένη από πάνω τους.
Δεν θα συλλογίζεται τη φτώχια του και δεν θα λογαριάζει την ηλικία του. Κάθεται μπροστά στα βιβλία του και όταν δεν τα πουλεί τα διαβάζει. Έτσι γυρτός, ασπρομάλλης, ζαρωμένος, ήρεμος, μου θυμίζει κάποιους γέρους πούχει ζωγραφίσει ο Ρέμπραντ, σκυμένους στην ανάγνωσην ή στην προσευχή, με τη μορφή μισοφωτισμένην από μια περαστικήν αχτίνα, ενώ το κορμί των το σκεπάζει σκιά.
Ζει με εγκαρτέρηση και κυττάζει όλα τα πράγματα με το παρατηρητικό, αλλά ψυχρό και αδιάφορο βλέμμα του φιλοσόφου, που δεν μπορεί τίποτε να τον εκπλήξει, γιατί όλα τα είδε, όλα τα περιμένει και του φαίνονται φυσικά. Τον κόσμο τον πέρνει όπως βρίσκεται, και δεν του φαίνεται και πολύ κακός, ούτε θαρρεί πως πρέπει να διορθωθεί.
Κι' όταν διαβάζοντας του ξεφεύγει ένα σβυμένο ειρωνικό μισοχαμόγελο, θάναι γιατί βρίσκει περιττή κι' άσκοπη τη ματαιοδοξία των σοφών που θέλουν να συστηματοποιήσουν μεθοδικά την τρελλήν αυτή σφαίρα που χωρίς λόγο στρηφογυρίζει ακούραστη μέρα και νύχτα.
Όσα δεν καταλαβαίνει από τ' απούλητα βιβλία που διαβάζει, δεν ζητεί να τα μάθει. Δεν νοσταλγεί ξένες χώρες, γιατί κάνει φανταστικά ταξίδια, σε περασμένους καιρούς και μακρυνούς τόπους που τους γνωρίζει μόνο από τις εικόνες των βιβλίων του, ή που τους ονειρεύεται μισονυσταγμένος, ακίνητος στο σκαμνί του, κυττάζοντας τα θολοπράσινα νερα του Σηκουάνα και περιμένοντας κανένα θεόλστατο πελάτη.
Βλέπει την παρισινή ζωή  να περνά ολημερίς μπροστά του, και στη μορφή του ζωγραφίζεται αυτή η σκέψη:
-Τίποτε δεν με συγκινεί, τίποτα δεν με ενθουσιάζει. Συνήθισα τη θλίψη κ' ελησμόνησα τη χαρά.
Άλλοι περνούν βιαστικοί και αδιάφοροι χωρίς να ρίξουν μια ματιά στα βιβλία. Άλλοι στέκονται και τα φυλλομετρούν και τα κυττάζουν. Φαντάζομαι πως το ξεχασμένο βιβλίο θ' ανατριχιάζει από κρυφή ηδονή, θα νοιώθει χαρά να το ξεφυλλίζουν απαλά σαν να το χαϊδεύουν τα δάχτυλα ενός αγνώστου. Ύστερα από πολυκαιρινή λησμονιά θα έχει την πρόσκαιρην αυταπάτη πως δεν είναι άχρηστο. Κάποιος διαβάτης που κοντοστέκει, μισοδιαβάζοντας με γλήγωρες ματιές, μπορεί να ενδιαφερθεί και από την πιο ανόητη φυλλάδα, ο καθένας μπορεί να βρει στις σελίδες της μιαν ιδέα, μια σκέψη του, κάτι που να τον ενθουσιάσει ή να τον παρηγορήσει.
Ενώ φεύγω το πέρασμα μιας ωραίας κόρης με κάνει να λησμονήσω τα ξεθωριασμένα βιβλία και τους μαύρους στοχασμούς.
Η ξανθή κόμη της αστράφτει στο φως, και στο λαμπρό χαμόγελο του ήλιο φεγγοβολάει πρόσχαρη της φύσης η αιώνια νιότη, που αδιαφορεί για την ανθρώπινη σοφία και που δεν έχει καμμιάν απαισιοδοξία».

Εκατοντάδες ζωγράφοι έχουν εμπνευστεί από τους Bouquinistes του Παρισιού, το ίδιο πολυάριθμες είναι και οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο διαδίκτυο για τους ιστορικούς αυτούς βιβλιοπώλες του Σηκουάνα.
Ο πρώτος πίνακας είναι του Tavik Frantisek Simon και φέρει τον τίτλο ο Παλιός Βιβλιόφιλος (Παρίσι, 1926).
Ο δεύτερος είναι του Antoine Blanchard με τίτλο Notre Dame, les bouquinistes, Paris.