Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

πέντε χρόνια οι βολτίτσες στην μπλογκόσφαιρα!

Ημέρα επετείων η σημερινή, χτεσινή πια που ανεβάζω το κειμενάκι. Μακριά από τις βολτίτσες λίγο καιρό τώρα να στροβιλίζομαι σε λύπες, αρρώστιες, πιέσεις και απογοητεύσεις που δεν λένε να κοπάσουν. Δεν ήθελα να ξεσπάσω εδώ που είναι μια ζωτική και συγχρόνως δημιουργική διέξοδος έκφρασης. Δεν ήθελα να έρχομαι λυπημένη με σκέψεις να σέρνονται στα πατώματα, σε ένα εκατομμύριο αποχρώσεις του μαύρου (όχι δεν έχω διαβάσει τις αποχρώσεις του γκρι!!). Τέλος πάντων. Το βάφτισμα κάθε νέου πράγματος, κάθε προσπάθειας έχει μεγάλη σημασία. Δίνει το στίγμα, εκπέμπει ένα μήνυμα, το κέφι που κλείνει μέσα στο ξεκίνημά του, υπογράφει την πρόθεση. Καθίσαμε με την librarian, πέντε χρόνια πριν, να διαλέξουμε το όνομα του blog θέλαμε και είχαμε αποφασίσει να στήσουμε. Δεν θυμάμαι επακριβώς αλλά είχαν πέσει στο τραπέζι καμιά δυο χλιαρές ιδέες που δεν μας αντιπροσώπευαν. Μετά είπαμε να λεγόμαστε Βόλτα, συμφωνήσαμε γελαστά ότι μας άρεσε αλλά όταν μπήκαμε να το δηλώσουμε, είχε προλάβει άλλος. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είδα ποιος είχε καπαρώσει το όνομα και τι περιεχόμενο είχε το blog εκείνο, παράλειψη, θα το κάνω όμως τώρα άμεσα. Βολτίτσες ήταν η επόμενη ιδέα, και ναι μας άρεσε πολύ και ήταν ελεύθερη να γίνει το δικό μας όνομα και έτσι έμεινε. Είναι αλήθεια ότι μας εκφράζει. Κάναμε, τότε, καθημερινές βολτίτσες μέσα στην Αθήνα, άλλοτε με συγκεκριμένο προορισμό άλλοτε περιφερόμασταν παντελώς άσκοπα. Ξεκουραζόμασταν σε τοιχαλάκια και παγκάκια, τρώγαμε στο πόδι κουβεντιάζοντας συνεχώς μια για το ένα μια για το άλλο, προσωπικά και γενικά, μα πάνω από όλα για διαβάσματα και βιβλία, για βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία, για παλαιοπωλεία, για εκδότες ντόπιους και ξένους. Ό, τι απόσταση μας χώριζε, τα βιβλία την νικούσαν. Πολλές από τις αναρτήσεις προέκυψαν από αυτές ακριβώς τις βόλτες στις εκθέσεις, φεστιβάλ, παζάρια βιβλίου, από αγορές κατά την διάρκειά τους. Πολλές ιδέες ήρθαν από τις βολτένιες κουβέντες, από αλληλοπαρακινήσεις. Από τα τριγυρίσματα και τις ανακαλύψεις μέσα στην πόλη γεννήθηκαν ιδέες που φόρεσαν λόγια που τα μοιραστήκαμε στο κοινωνικό δίκτυο, το μεγάλοοοο και άπιαστο, απρόσωπα στην αρχή. Στην συνέχεια, γνωρίσαμε και από κοντά φίλους σχολιαστές. Αυτό είχε το κουράγιο και το θάρρος να το κάνει η librarian περισσότερο. Με όσους γράφανε σχόλια αναπτύχθηκαν διάφορων επιπέδων σχέσεις, σύμπλευσης, συμπληρωματικές, γελαστές αλλά και θυμωσιάρικες (θυμάμαι μια που επίσημα δήλωσε επίσημα ότι εγκατέλειπε την παρέα μας), αναμονής και προσμονής από ανάρτηση σε ανάρτηση. Όλους τους φίλους συνοδοιπόρους τους ευχαριστούμε. Τα νούμερα και ο χάρτης που δείχνει με κόκκινα αστεράκια από ποια μέρη του κόσμου μπαίνουν άνθρωποι ήταν και είναι παιχνίδι πολύ ανεβαστικό γιατί η επικοινωνία είναι τόσο απαραίτητη, ακόμα και για τους κλειστούς και εσωστρεφείς. Παρακολουθώ στην τηλεόραση (μήπως ήρθε η ώρα να την ξανακόψω;;;) το καβγά για την εθνική επέτειο και αναλογίζομαι ότι καλό είναι να γίνονται συζητήσεις και καλό είναι να επανασκεφτόμαστε τι ακριβώς γιορτάζουμε, τι επιλέγουμε να θυμόμαστε για εμάς και τους άλλους, πώς το γιορτάζουμε, τι επιθυμούμε από αυτήν την επέτειο, πώς θέλουμε δηλαδή να λειτουργήσει, να βάζουμε νέο πλαίσιο και παρόμοια. Όμως, καθόλου δεν ξέρουμε να διαχειριζόμαστε αυτήν την διαδικασία…. Να κλείσω με μια χρωστούμενη πληροφορία. Θυμάστε εκείνον τον πίνακα με το βιβλιοπωλείο, και ανθρώπους να ψηλαφούν και φυλλομετρούν βιβλία στα ράφια και τους πάγκους. Εεε λοιπόν ο καλλιτέχνης που τον έφτιαξε, έχει ζωγραφίσει και άλλους πίνακες με το ίδιο θέμα, λέγεται Willy Belifante και είναι στην βικιπαίδεια.

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Σαν σήμερα...

Κάπου μεταξύ ραφιών, βιβλίων, λέξεων και σκόνης περνάν τα χρόνια.
Μεγαλώσαμε και μυαλό δεν βάλαμε, παραμείναμε ροζ.
Μα όπου κι αν είμαστε πάντα στα ίδια μέρη θα επιστρέφουμε.
Πριν πέντε χρόνια αποφασίσαμε να φτιάξουμε αυτό το μπλογκ, να μιλάμε για τις βόλτες μας στους δρόμους και στα βιβλία, γι' αυτά που αγαπάμε, για εκείνα που μας ευχαριστούν. Πέρασαν τα χρόνια και έμαθα να κοιτώ γύρω μου και να βλέπω αναρτήσεις. Οι περισσότερες  έμειναν μόνο στη σκέψη, άλλες έγιναν λέξεις και μπήκαν εδώ, πάντα κάπως λιγότερο σε σχέση με αυτό που ήθελα.
Σαν σήμερα πριν από πέντε χρόνια έγραψα την πρώτη μου ανάρτηση μιλώντας για έναν αγαπημένο χώρο. Έτσι θέλησα να ξεκινήσω, μιλώντας για τη γειτονιά που με έμαθε να αγαπώ τους μύθους.
Για το ίδιο παλαιοβιβλιοπωλείο θέλω να μιλήσω και σήμερα που όσα χρόνια κι αν περάσουν, όποτε θα επιστρέφω στην Αθήνα, θα θέλω να περνώ να κουβεντιάζω. Ακόμη κι αν μετακόμισε μερικά στενά παραπέρα, ακόμη και αν έγινε διαφορετικό από εκείνο που θυμόμουν, μένουν οι άνθρωποι ίδιοι να μου μιλούν για τα σχέδια που ολοκληρώθηκαν.
Στα ευχάριστα να μένουμε, να θυμόμαστε, να κουβεντιάζουμε.
Θυμόμουν τις ζωγραφισμένες στο χαρτί εικόνες, καρφιτσωμένες στο τοίχο ανάμεσα σε ράφια που ήθελαν να εκδοθούν να συνοδεύσουν ένα έτοιμο γραμμένο παραμύθι.
Και να, μαθαίνω τώρα μετά από καιρό, ότι το σχέδιο πραγματοποιήθηκε, το βιβλίο εκδόθηκε και ξεκίνησε το δικό του ταξίδι.
Κρατώ στα χέρια μου το δικό μου αντίτυπο με την αφιέρωση τη γραμμένη για εμένα στην πρώτη λευκή σελίδα.
Το παραμυθένιο παραμύθι του παλαιοβιβλιοπώλη Γιάννη Πανουτσόπουλου με τίτλο Τη νύχτα που ξυπνούσε η Αγνωστούπολη και με την ονειρική εικονογράφηση της Μαρίας Ρήγα ταξιδεύει τον κύριο Αλφάκη, την κυρία Βητούλα, τον Γραμμούλη και τη Δελτούλα μεταξύ Αγνωστούπολης και Λεξούπολης, μεταξύ ονείρου και φαντασίας. Ταξιδεύει όλους εμάς στον μαγικό κόσμο των λέξεων.




Σας ευχαριστώ από καρδιάς που όλα αυτά τα χρόνια έρχεστε εδώ να διαβάσετε τις λέξεις μας, αυτές που προσπαθούν να περιγράψουν τα ταξίδια μας.
Όσοι έχετε ευχαρίστηση αφήστε μας για δώρο (δώρο που από καιρό έχω ζηλέψει) τίτλους βιβλίων προς διάβασμα. 
Σαν να δωρίζατε ένα αγαπημένο βιβλίο σε κάποιον φίλο.   

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ντάντι, τσέκαρε το μέιλ σου!

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις:

Ακόμη και έτσι, σταλμένη σύμφωνα με τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής και χρησιμοποιώντας εφηβική φρασεολογία, η “Επιστολή προς τον πατέρα” του Φραντς Κάφκα, παραμένει αναλλοίωτη ως προς την ουσία της και διαβάζεται με διαρκώς ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Όλο το σωζόμενο έργο του – κατεστραμμένο, κατά τας διαθήκας του! – διαπνέεται από μια σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου και υποψιάζεσαι ότι αυτή η περιώνυμη επιστολή αποτελεί το θεμέλιο λίθο όλου του οικοδομήματος. Ο ίδιος ο Κάφκα ζήτησε τα κείμενά του Μεταμόρφωση, Κρίση και Θερμαστής να εκδοθούν σε ένα βιβλίο υπό τον γενικό τίτλο “Οι γιοι”. Το διήγημα “Ένας επαρχιακός γιατρός” αφιερώνεται, σχεδόν ειρωνικά, εξαιτίας της γνώμης που είχε ο πατέρας για τις ασχολίες του γιου, “στον πατέρα μου”. Το παράσιτο Γκέοργκ Σάμσα απηχεί πολύ εύγλωττα την όλη ιδέα. Αποσπάσματα από την Δίκη ή τον Πύργο, φανερώνουν την σχέση πατέρα-γιου. “Τα γραπτά μου είχαν να κάμνουν με εσένα, εγώ θρηνούσα εκεί βέβαια μόνο ό,τι δεν μπορούσα να θρηνήσω στην αγκαλιά σου”.
Σε όλη την επιστολή ο Κάφκα προβαίνει σε μια μυθοποίηση του πατέρα,  από την πρώτη τρυφερή παιδική ηλικία, και δεν επιχειρεί την απομυθοποίησή του ούτε στο ελάχιστο, τα χρόνια που ακολουθούν. “Εκείνα που εσύ ήσουν αναγκασμένος να τ' αποκτήσεις με αγώνες εμείς τα λαμβάναμε απ' τα δικά σου χέρια, αλλά τον αγώνα για την εξωτερική ζωή, στον οποίο είχες πάραυτα πρόσβαση εσύ και τον οποίο φυσικά ούτε και μεις γλυτώνουμε, αυτόν εμείς είμαστε αναγκασμένοι να τον δώσουμε αργά, με παιδικές δυνάμεις όντες ενήλικοι”.
Ο πατέρας παρουσιάζεται αυταρχικός και δεσποτικός, με άτεγκτους κανόνες διαπαιδαγώγησης που δεν επιτρέπεται να παραβούν τα παιδιά, εκείνος όμως “σπάει” συνεχώς για τον εαυτό του, εύρωστος και υγιής, έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τον κοκαλιάρη και ασθενικό Φράντς, γεμίζοντάς τον από μικρό, με συναισθήματα ενοχής και μηδαμινότητας. Όχι όμως βίαιος· ουδέποτε χειροδίκησε. “Είναι επίσης αλήθεια πως εσύ ούτε μια φορά στην πραγματικότητα δεν με χτύπησες. Αλλά οι κραυγές, η ερυθρίαση του προσώπου σου, το πώς έλυνες βιαστικά τις τιράντες, η πρόχειρη θέση τους στην ράχη της καρέκλας ήσαν για μένα σχεδόν χειρότερα. Είναι όπως όταν πρόκειται να απαγχονιστεί κάποιος. Αν πράγματι απαγχονιστεί, τότε είναι νεκρός και όλα έχουν περάσει. Αν όμως είναι αναγκασμένος να βιώνει όλες τις προετοιμασίες για τον απαγχονισμό και, μόλις δει να κρέμεται εμπρός στο πρόσωπό του η θηλιά, πληροφορηθεί τη χάρη που του δίνουν, τότε μπορεί όλη του τη ζωή να μέλλει να υποφέρει απ' αυτό”.
Η επιθυμία του για ανεξαρτησία και φυγή είτε με τεμπέλικη ενατένιση του ταβανιού από το κρεβάτι του, είτε με την γραφή κειμένων ή ημερολογίων  είτε με τις προσπάθειες να παντρευτεί και να εγκαταλείψει την πατρική εστία, συνήθως ναυαγούσαν μέσα σε απόνερα ενοχής. “Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στην σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ' εμένα”. Το γεγονός ότι, εν τέλει, η επιστολή δεν παραδόθηκε ποτέ στον πατέρα, συμπυκνώνει με διαφωτιστικό τρόπο την νομοτέλεια του πατέρα έναντι του γιου.
Ο ριζοσπαστικότερος συγγραφέας του εικοστού αιώνα υπήρξε ένας βαθιά ενοχικός άνθρωπος, τα ημερολόγια του είναι καταθλιπτικότατα και η ζωή του ακόμα περισσότερο. Αν διαβάσεις πρώτα τα ημερολόγια και αυτή την επιστολή, ίσως να μην θες να διαβάσεις τα βιβλία του· αν όμως διαβάσεις πρώτα τα βιβλία του, σίγουρα αυτά τα “κατάλοιπα” θα είναι φυσικό επακόλουθο, στην προσπάθειά σου να φωτίσεις καλύτερα έναν αφύσικο συγγραφέα.
Η πατρική φιγούρα συνήθως εκφράζει την εξουσία (αλλά αυτό, οι διάφοροι ψυχαναλυτές, θα το πουν καλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσα εγώ!), γενικά οι σχέσεις με τους γονείς μας είναι σχέσεις εξουσίας και όλοι έχουμε κάνει ανάλογες σκέψεις και έχουμε βιώσει ανάλογα συναισθήματα. Μην θεωρήσετε αυτήν την επιστολή αναχρονιστική, παρωχημένη ή ότι δε σας αφορά. Μην την καταχωνιάσετε στην ανεπιθύμητη αλληλογραφία ως κάτι ανεπίκαιρο και ελαφρώς ενοχλητικό. Όπως συνηθίζεται και στην ρητορική των μέιλ, αν σας ρωτήσουν,“Εμπιστεύεστε τον αποστολέα αυτού του μηνύματος;”, απαντήστε, ναι!

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Βιβλιογλυτπά του Ramon Todo

Ο Ramon Todo γεννήθηκε το 1969 στο Τόκιο, παρακολούθησε σπουδές γλυπτικής και στη συνέχεια σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ, πόλη στην οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα.
Ο Todo αρέσκεται στο να δημιουργεί γλυπτά με υλικά διαφορετικών υφών δημιουργώντας μια όμορφη αντίφαση. Το υλικό που χρησιμοποιεί συχνά είναι το γυαλί το οποίο τοποθετεί σε αντικείμενα ιστορικής ή γεωφυσικής σημασίας.
Έχει τοποθετήσει στρώσεις καλογυαλισμένου γυαλιού σε πέτρες, ηφαιστειακούς βράχους, τμήματα από το τείχος του Βερολίνου και σε βιβλία.
Πράγματι το γυαλί δημιουργεί μια τέλεια αντίθεση με όλα τα υλικά που το έχει χρησιμοποιήσει. Τοποθετημένο στο εσωτερικό τους δίνει την αίσθηση ότι το υλικό έχει κοπεί μαγικά με μια γυαλιστερή στρώση που ακτινοβολεί λάμψη.  

Μερικά από τα γλυπτά του:






Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη εδώ.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Οι εποχές

Ένα από τα επαγγέλματα που ζηλεύω περισσότερο είναι εκείνο του εκδότη.
Πολλοί οι λόγοι, ο κυριότερος όμως είναι το ρίσκο που καλείται να πάρει για να ικανοποιήσει είτε μια μερίδα του αγοραστικού κοινού είτε ακόμα και τον εαυτό του τον ίδιο.
Άλλες φορές μια κίνησή του γίνεται μια πρόσκαιρη επιτυχία που αποδίδει οικονομικό όφελος άλλες φορές μένει στην ιστορία.
Η επιτυχία μιας ιδέας δεν μένει μόνο στο χώρο του βιβλίου.

Το 1875 ο εκδότης του μουσικού περιοδικού Nouvellist της Αγίας Πετρούπολης αποφάσισε να χαρίσει ένα δώρο στο αναγνωστικό του κοινό. Παρήγγειλε στον P. I. Tchaikovsky να συνθέσει ένα πιανιστικό κομμάτι για κάθε μήνα του χρόνου, το οποίο το περιοδικό θα προσέφερε στους αναγνώστες του. Η συλλογή αυτή από 12 αριστουργηματικές μινιατούρες που περιγράφουν μουσικά τον κάθε μήνα του χρόνου, εκδόθηκε το 1886 με τον τίτλο Οι εποχές.

Το Σάββατο 5/10 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών δώδεκα πιανίστες εμφανίστηκαν για να ερμηνεύσουν τον κάθε μήνα του χρόνου.
Ήταν μόνο ένα μέρος από την πρώτη συναυλία της Καμεράτα για τη νέα καλλιτεχνική περίοδο.
Η συναυλία περιλάμβανε έργα που σχετίζονταν με τις εποχές σε ένα μουσικό μαραθώνιο που διήρκησε πέντε ώρες.

Tchaikovsky The Season

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Among the art books


Ο πίνακας αυτός μου θυμίζει εικόνες της καθημερινότητάς μου.
Γι' αυτό μου αρέσει.
Άνθρωποι που στέκουν ανάμεσα σε ράφια βαθιά απορροφημένοι μπροστά από ανοιχτά βιβλία.
Ντυμένοι απλά, στέκουν εκεί ακίνητοι, σαν να θαυμάζουν τη θέα μπροστά από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Αυτό ακριβώς επιδιώκει ο Onelio Marrero μέσα από τη ζωγραφική του, να αποδώσει πιστά αγαπημένες εικόνες της καθημερινότητας του, να παγώσει τον χρόνο, να τον κάνει δικό του, να ζήσει μέσα του.
Ακριβώς αυτό κάνουν και οι φωτογράφοι.
Πράγματι.
Μόνο που οι πινελιές του ζωγράφου στάζουν χρώμα που λερώνουν τα δάκτυλα και - που ξέρεις - άμα το χρώμα δεν έχει στεγνώσει μπορεί να λερώσει και τα μάτια.
Περισσότερα έργα του Onelio Marrero θα βρείτε εδώ.