Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Αύξηση ύφους

Ο Μαραμπού διάβασε και μας έστειλε εντυπώσεις:

Το βιβλίο του Ζώρζ Πέρεκ “Η αύξηση” είναι ένα απολαυστικό βιβλίο που βασίζεται σε μια απλή αλλά άκρως πρωτότυπη ιδέα. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι 6+1 και η δομή του είναι εμφανώς θεατρική (“ανέβηκε” γρήγορα στο θέατρο) αλλά η ουσία του είναι δοκιμιακή και εδράζεται εντός των ορίων της θεωρίας της λογοτεχνίας.
Τα πρόσωπα του έργου είναι:

1. Η πρόταση
2. Η εναλλακτική πρόταση
3. Η θετική περίπτωση
4. Η αρνητική περίπτωση
5. Η επιλογή
6. Το συμπέρασμα
  Η ιλαρά  (κάνει γκεστ εμφάνιση!)

Ένας υπάλληλος μιας μεγάλης επιχείρησης προσπαθεί να συναντήσει τον Τμηματάρχη του για να του ζητήσει αύξηση μισθού. Το βιβλίο ξεκινάει ως εξής:

1. Κατόπιν ωρίμου σκέψεως , το πήρατε απόφαση και πάτε να δείτε τον Τμηματάρχη σας για να του ζητήσετε αύξηση.
2. Ή είναι στο γραφείο του ο Τμηματάρχης σας ή δεν είναι στο γραφείο του ο Τμηματάρχης σας.
3. Αν ο Τμηματάρχης σας ήταν στο γραφείο του, θα χτυπούσατε και θα περιμένατε να σας απαντήσει.
4. Αν ο Τμηματάρχης σας δεν ήταν στο γραφείο του, θα τη στήνατε στο διάδρομο για να τον δείτε να επιστρέφει.
5. Ας υποθέσουμε ότι ο Τμηματάρχης σας δεν είναι στο γραφείο του.
6. Εν τοιαύτη περιπτώσει , την στήνετε στο διάδρομο για να τον δείτε να επιστρέφει.


... και παίρνοντας ο συγγραφέας τον ήρωά του από την κατάσταση της τελευταίας πρότασης (όπου την έχει στημένη στο διάδρομο περιμένοντας να επιστέψει ο Τμηματάρχης), ξεκινά μια νέα αλληλουχία προτάσεων και πάει λέγοντας έως το τέλος του βιβλίου. Μη θαρρείτε καθόλου ότι, αυτή η ιδέα αποδυναμώνεται όσο προχωρά η ιστορία, αντιθέτως γίνεται όλο και πιο δυνατή και διανθίζεται κατά περιόδους με το εξαιρετικό χιούμορ του συγγραφέα της.
Το συγκεκριμένο βιβλίο φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό (για όποιον το έχει διαβάσει) τις “Ασκήσεις ύφους” του Ρειμόν Κενώ όπου και εκεί η ιδέα του είναι ακραίως πρωτότυπη και το αποτέλεσμα εξίσου απολαυστικό. Στις “Ασκήσεις ύφους” περιγράφεται ένα τυχαίο περιστατικό καθημερινότητας μέσα σε ένα αστικό λεωφορείο, με 99 διαφορετικούς τρόπους (φιλοσοφικό, θεατρικό, με παρηχήσεις, αρχαΐζον κτλ). Ο Κενώ δημιούργησε την σχολή Oulipo, που στα ελληνικά αποδίδεται ως Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας, όπου οι συγγραφείς εκεί, εξασκούνταν σε πειραματικές γραφές που είχαν να κάνουν με την κατασκευή της γλώσσας και τις χρήσεις των λέξεων (της οποίας μέλος υπήρξε και ο Πέρεκ).

Οι “Ασκήσεις ύφους” υπήρξαν βαθιά επιρροή για μένα και μαζί με την “Αύξηση” αποτελούν δύο σημαντικά βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που νομίζω, θα βοηθούσαν πολύ εκείνους που ασχολούνται με την συγγραφή. Είναι τροφή για στοχασμό και αναστοχασμό πάνω στη δύναμη της γλώσσας και την αναζήτηση ενός προσωπικού ύφους γραφής. Αν και πιστεύω ότι η μετάφραση αποτελεί τροχοπέδη σε τέτοιους είδους συγγραφικά εγχειρήματα,  ο εξαίρετος και έμπειρος Αχιλλέας Κυριακίδης, έκανε το παν για να αμβλύνει αυτές τις γλωσσικές διαφορές. Ο τίτλος της ανάρτησης, “Αύξηση ύφους”, είναι ένας φόρος τιμής προς αυτά τα δύο βιβλία, κατασκευασμένος από εμένα και μόνο, μιας και η φράση στερείται εμφανώς νοήματος καθώς, δεν δύναται κάποιος να ποσοτικοποιήσει κάτι που λαμβάνει μόνο ποιοτικά χαρακτηριστικά. Διαβάζεται το ίδιο αμήχανα όπως και η φράση “Σ' αγαπώ πολύ”. Ας είναι καλά το Εργαστήριο Δυνητικής λογοτεχνίας που έδωσε νέα πνοή στις φράσεις μας!

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Το έντυπο σε κρίση

Με έχει συνηθίσει το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης να εκδίδει βιβλία άριστα. Αγαπημένο μέρος το βιβλιοπωλείο τους στην Αμερικής που σαν να έχει συγκεντρώσει βιβλία εκδόσεων που δύσκολα βρίσκεις αλλού. Αυτή τη φορά κίνησα στο χώρο τους στη Στοά του Βιβλίου αναζητώντας τον πολυπόθητο τίτλο Το έντυπο σε κρίση, το βιβλίο εξαϋλώνεται. Περπατώντας στη στοά χαζεύοντας βιτρίνες η μυρωδιά της μιζέριας ήταν παντού γύρω και τα περισσότερα βιβλιοπωλεία κλειστά με άδειες βιτρίνες. Η Στοά του Βιβλίου ήταν εξαρχής ένας χώρος που δεν κατάφερε να ζωντανέψει, να προσκαλέσει ανθρώπους, να γίνει σημείο συνάντησης. Κατάληξη προφανής που η κρίση απλά επιτάχυνε. Στα ίδια χνάρια βαδίζει, με πιο αργούς ρυθμούς, η Έκθεση Βιβλίου. Κάθε χρόνο μιζερότερη, μικρότερη, δίχως φαντασία, κέφι.
Το πολυπόθητο βιβλιαράκι του αμερικάνου ιστορικού Άντονι Γκράφτον σαν να εξηγεί με λίγες λέξεις την κατάσταση στο χώρο του βιβλίου παγκοσμίως.
Όλα αλλάζουν και όποιος δεν μπορεί να ακολουθήσει τις αλλαγές αργοπεθαίνει.
Ο Γκράφτον φαίνεται να αγαπά το έντυπο βιβλίο, τις βιβλιοθήκες, την μυρωδιά των παλιών βιβλίων αλλά αναγνωρίζει τα θετικά των νέων τεχνολογιών και των ψηφιοποιημένων βιβλίων. Καταγράφει μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα μέσα σε λίγες σελίδες - μόλις 105, μικρού σχήματος.
Διαισθάνεται τις αλλαγές που έχουν επέλθει στις αναγνωστικές συνήθειες των φοιτητών, οι οποίοι βομβαρδισμένοι από χιλιάδες πληροφορίες συνηθίζουν να διαβάζουν αποσπασματικά διατρέχοντας κείμενα και ποτέ να μην εμβαθύνουν, να μην κατανοούν εντέλει τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους.
Για τον Γκράφτον οι βιβλιοθήκες και τα έντυπα βιβλία χρειάζονται τόσο όσο οι μηχανές αναζήτησης καθώς εκεί συγκεντρώνονται πληροφορίες που ο ψηφιακός κόσμος αδυνατεί να μας προσφέρει.
Κάθε σελίδα του βιβλίου είναι τροφή για σκέψη ιδιαίτερα για όσους παρακολουθούν την αγορά του βιβλίου.
Το μειονέκτημα της έκδοσης είναι ότι το ΜΙΕΤ αποφάσισε να μεταφράσει και να εκδώσει το κείμενο αυτό πέντε χρόνια μετά την αμερικάνικη έκδοση. Πολλά από όσα αναφέρονται ήδη έχουν αλλάξει ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αναιρεί την ποιότητα του κειμένου και τη χρησιμότητα των πληροφοριών.  

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Παραθερίζοντας στο Νησί των Πιγκουίνων


Ο καλός φίλος Μαραμπού σαν να κατάλαβε ότι αλωνίζουμε και γι' αυτό δεν γράφουμε αναρτήσεις ήρθε σαν από μηχανής Θεός να μας ταρακουνήσει λίγο. Το Νησί των πιγκουίνων είναι σίγουρα ένα βιβλίο που θα διαβάσω με την πρώτη ευκαιρία και γι΄αυτό το λόγο με χαρά αναρτώ το παρακάτω κείμενο.
Γράφει ο Μαραμπού 

Ο όρος “Νόμπελ Λογοτεχνίας” έχει καταντήσει τα τελευταία χρόνια να ακούγεται σαν ευφημισμός. Όπως και το “Νόμπελ Ειρήνης” που δίνεται αφειδώς σε φιλοπόλεμες καρικατούρες. Τα πρώτα αγνά χρόνια του θεσμού όμως, αυτό το βραβείο το πήρε ένας Γάλλος, όνομα και πράγμα, ο Ανατόλ Φρανς και αυτό νομίζω, εξισώνει όλες τις ατυχείς επιλογές που ακολούθησαν. «Γιος βιβλιοπώλη, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μαζί με τα βιβλία. Από πολύ μικρός ασχολήθηκε με τη συγγραφή και αφιέρωσε τη ζωή του στην λογοτεχνία», μας πληροφορεί το σύντομο βιογραφικό του που φιλοξενεί το βιβλίο. Στο υπενθυμίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας από τις πρώτες φράσεις κάθε βιβλίου του και δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις παρά μόνο στην τελευταία τελεία.
Αν διαβάσεις Ανατόλ Φρανς, νιώθεις πλούσιος, ευρυμαθής όπως εκείνος, σοφός και σίγουρος· γαλήνιος και αισιόδοξος· όμως όλη αυτή η γνώση που υπάρχει μέσα στα βιβλία του, δεν προσφέρεται στους αναγνώστες ως άνοστη μασημένη τροφή, άλλα “καρυκευμένη” με τον σπόρο της αμφισβήτησης, ακόμα και για όσα σου προτείνει· σε βοηθάει να μην αναμασάς τις σκέψεις του αλλά να μάθεις να χωνεύεις τις δικές σου.
Από όσους συγγραφείς έχω διαβάσει, μόνο δύο μπορούν να χειριστούν την ειρωνεία τόσο λειτουργικά ώστε να καταφέρουν μια άνευ προηγουμένου κοινωνική κριτική στα περιβάλλοντά τους (άντε τρεις, ας συμπεριλάβω με  επιείκεια και τον Σαραμάγκου!). Ο ένας είναι ο Τόμας Μπερνχαρντ, του οποίου όμως η ειρωνεία είναι τόσο αιχμηρή και σφοδρή, μπερδεύοντας πολλούς αναγνώστες, που καταλήγουν να την κατατάξουν στις τάξεις μιας κατάφωρης και μισάνθρωπης  υβρεολογίας! Ο άλλος είναι ο Ανατόλ Φράνς που η ειρωνεία του είναι λεπτή, αδιόρατη, ανέφελη – τόσο που, την νιώθεις σαν απαλό  πουπουλένιο χάδι πάνω στην κοιλιά σου ενώ εκείνη ξεσκίζει ανελέητη τα σωθικά σου!
Στον πρόλογο του βιβλίου, ο αφηγητής που πρόκειται να γράψει την ιστορία των Πιγκουίνων, ζητά την βοήθεια ενός σπουδαίου ιστορικού γιατί δεν καταφέρνει και πολλά πράγματα μόνος του. Ο σοφός δάσκαλος τον συμβουλεύει. «Μα γιατί να ταλαιπωρήστε τόσο, φτωχέ μου φίλε, και γιατί να φτιάξετε εσείς ιστορική μελέτη, ενώ το μόνο που χρειάζεται, είναι να αντιγράψετε τις πιο γνωστές; Αν έχετε μια καινούργια άποψη, κάποια ιδέα πρωτότυπη, αν βλέπετε τα πράγματα και τους  ανθρώπους από διαφορετική σκοπιά, θα ξαφνιάσετε τους αναγνώστες. Και τα ξαφνιάσματα δεν αρέσουν στους αναγνώστες. Ζητούν πάντα να βρουν στην ιστορία τις κουταμάρες που έχουν κιόλας μάθει. Αν δοκιμάσετε να τους διδάξετε, θα τους ταπεινώσετε και θα θυμώσουν. Μην προσπαθείτε να τους φωτίσετε, γιατί θα φωνάξουν πως προσβάλλετε τις καθιερωμένες πεποιθήσεις τους». Υπάρχει καθόλου ειρωνεία εδώ; Μα τω θεό, δεν διακρίνω τίποτα!
 Πέρα από την πλάκα, είναι σελίδα και ειρωνεία, σελίδα και ειρωνεία, ένα page-irony turner βιβλίο! Κυριολεκτικά, τα βάζει με όλους: με την ημιμάθεια των ανθρώπων, τις θρησκευτικές μισαλλοδοξίες, τις πολιτικές μικρότητες, τα σεξουαλικά ήθη της εποχής. Μοιραία, καθ' όλη την πορεία της ανάγνωσης (τουλάχιστον από τη μέση του βιβλίου και ύστερα) κάνεις συνεχείς αναγωγές στην περίοδο της Γαλλικής επανάστασης. Ωστόσο, η ευρυμάθεια του συγγραφέα σε ταξιδεύει σε περιόδους πολύ πιο μακρινές και χαμένες στα βάθη του παρελθόντος, από την ιστορούμενη και, (κάτι που ενδεχομένως το υποπτευόταν και ο ίδιος όταν έγραφε το βιβλίο) σε προετοιμάζει για ανάλογες, καταγόμενες από τα ύψη του μέλλοντος!
Αυτό το άθλιο κλισέ, πιο επίκαιρο από ποτέ, φαίνεται να ταιριάζει στην προκειμένη περίπτωση. Ο κόσμος μάλλον δεν προόδευσε όσο θα περίμενε κανείς, αν δε γίνεται αμέσως αντιληπτό είναι γιατί λείπει ένας Ανατόλ Φρανς να το καταδείξει εκ νέου (αν και είπαμε, υπάρχει ο Τόμας Μπέρνχαρντ, μην ξεχνιόμαστε!). Το βιβλίο διαβάζεται πολύ ευχάριστα, με την πανταχού παρούσα ειρωνεία να αποτελεί... τα κερασάκια στην τούρτα! Τα ονόματα των χαρακτήρων είναι επίσης πλασμένα με ειρωνεία και σας μεταφέρω μερικά όπως τα μετέπλασε η αμφιβόλου αξιοπιστίας ειρωνεία του μεταφραστή: κύριος Ντ' Ουβάριος, πάτερ Γκάιντας, πρίγκιπας Καμπουρίδης, Τουρλορόζα, Μουχληφαίστειος, Ραπάνιος, υποκόμης Ελίτσας, υποκόμης της Κλίνης, Φτασμένος, Προσωπέας κ.α.  
Ο Ανατόλ Φρανς είναι αγαπημένος μου συγγραφέας και μετά λύπης μου διαπιστώνω, διαισθάνομαι περισσότερο, ότι δεν διαβάζεται πια· θεωρείται παρωχημένος, κυρίως γιατί μέσα από τα έργα του παρουσιάζεται ως ένας ανθρωπιστής (άλλο άθλιο κλισέ, που αποδιδόταν συχνά και στον Καμύ) που ωστόσο, πριν προλάβουν να αναθαρρήσουν από περηφάνια οι άνθρωποι που θα διαβάσουν αυτό, μάλλον ενστερνιζόταν περισσότερο την άποψη που αποδίδεται στον σπουδαίο εφευρέτη Νικολά Τέσλα, “... λέτε ότι αγαπάτε τους ανθρώπους. Εγώ δεν τους αγαπώ. Εκείνο που εγώ αγαπώ είναι η ανθρωπότητα”.
Όποιος θέλει να περηφανεύεται για τα λογοτεχνικά του ταξίδια, πρέπει να παραθερίσει έστω και για λίγο στο Νησί των Πιγκουίνων (ας είναι και με ελεύθερο κάμπινγκ). Αν ανήκετε όμως, στους ανθρώπους που παραπονιούνται συχνά, «Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω πότε ειρωνεύεσαι και πότε όχι!», τότε διαβάστε κάτι άλλο, για να μην μείνει αναξιοποίητος ο πολύτιμος χρόνος σας!