Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Πηλιορείτικες ιστορίες


Περπατώντας στο πιο κοντινό στο Βόλο Πηλιορείτικο χωριό, την Πορταριά, εντόπισα ένα όμορφο αρχοντικό που σήμερα λειτουργεί ως Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Ήταν Κυριακή και μιας που ήταν μία από τις δύο μέρες που λειτουργεί δεν δίστασα να το επισκεφτώ. Ένα ταξίδι στο χρόνο γεμάτο γνώσεις για την πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.
Κάθε δωμάτιο του αρχοντικού Ζούλια μια διαφορετική ιστορία, κάθε παράθυρο μια διαφορετική θέα στα χρώματα του Πηλίου.
Στο τέλος της ξενάγησης μας περίμεναν βιβλία τοπικών εκδόσεων, πάρτε όσα θέλετε είναι δωρεάν, είπε η "πενταμηνίτισσα" ξεναγός.
Χαμόγελο ευτυχίας, καθώς το βιβλίο με τίτλο Παλιές Πηλιορείτικες ιστορίες του Παπαντώνη (παραμύθια για μεγάλους) ήθελα να το έχω.
Ο Παπαντώνης γεννημένος το 1855 στη Πορταριά υπηρέτησε ως ιερέας του χωριού από το 1890 έως τον θάνατό του το 1943. Του άρεσε να διηγείται ιστορίες στα εγγόνια του αλλά και σε όλους με ένα μοναδικό χάρισμα που έκανε όλους να κρέμονται από τα χείλια του. Οι ιστορίες είχαν αποτυπωθεί στη μνήμη των εγγονιών, τις οποίες αργότερα κατέγραψαν  και εξέδωσαν. Ξεχωρίζω με αρκετό κόπο μια και την αφήνω εδώ κυρίως επειδή είναι και ένα οδοιπορικό στα μέρη του Πηλίου.

Η πλεονεξία του ανθρώπου

Ήταν κάποτε ένας μεγάλος άρχοντας, χωροδεσπότης, που όριζε όλη τη Μαγνησία. Είχε το κονάκι του εκεί που είναι το Μοναστήρι τ' Αη-Γιάννη, επάνω απ' το χωριό.
Φώναξε ένα πρωινό, έναν κόλιγά του και του είπε:
- Θα ξεκινήσεις από δω κι όσο τόπο γυρίσεις ως το βράδυ με τα πόδια σου, θα είναι δικός σου. Στο βασίλεμα του ήλιου θα σε περιμένω εδώ.
Ο κολίγας έμεινε άναυδος. Δεν πίστευε στ' αυτιά του. Κοίταζε τον άρχοντα σα χαζός.
- Τι με κοιτάζεις; του λέει. Μπρος! ξεκίνα, μην χάνεις καιρό.
Μόλις πρόλαβε να φορέσει τα γουρουνοτσάρουχά του κι έκανε προς τα κάτω.
Πότε έφτασε στο Μέγα Ρέμμα κι αυτός δεν το κατάλαβε. Λογάριαζε να τραβήξει ίσα κάτω, εκεί που είναι σήμερα οι Σταγιάτες, κι από 'κει να βγει εκεί που είναι σήμερα ο Άγιος Ονούφριος.
Αλλά σκέφτηκε δεν τραβάω προς το Σαρακηνό κι έτσι να πάρει και τον τόπο που είναι σήμερα η Μακρινίτσα. Έτσι κι έκανε. Σαν έφθασε στο Σαρακηνό, έκανε ίσια κάτω, έφθασε στην Ανωμαλιά και ξεκίνησε να τραβήξει προς τη θάλασσα.
Μόλις προχώρησε όμως λίγο, κοίταξε προς τα δεξιά όπως κατέβαινε, είδε τους ελαιώνες του Κλήματος, του Φυτόκου, των Μελισσιάτικων, γιατί να μην πάρω κι αυτά, σκέφτηκε, τράβηξε προς τα 'κει κι επιτάχυνε το βήμα του για να προλάβει.
Κι όταν έφτασε στα Μελισσιάτικα είδε μπροστά του τον κάμπο της Λάμνιας, ρίχτηκε προς τα 'κει χωρίς να πάρει ανάσα κι έτσι συνέχισε προχωρώντας και κοιτάζοντας προς τα πάνω που βρισκότανε ο ήλιος, για να δει πόσο χρόνο είχε ακόμη για να βασιλέψει.
Κι ενώ, όταν ξεκίνησε απ' τον Αη-Γιάννη, λογάριαζε να κατέβει ως το Κάστρο του Βόλου, από 'κει παραλία-παραλία να φθάσει στη Γορίτσα κι από 'κει να τραβήξει ίσια επάνω, να περάσει από 'κει που είναι σήμερα η Άλλη Μεριά, ν' ανέβει στην Κάτω-Δρυανούβαινα, όπου είναι σήμερα το Κατωχώρι και κατόπιν στην Άνω-Δρυανούβαινα, όπου σήμερα είναι η Πορταριά κι από 'κει να φθάσει στο τέρμα, στον Αη-Γιάννη.
Αυτός, ο κολίγας, που δεν είχε ούτε μία σπιθαμή γης δική του, όσο προχωρούσε, τόσο θέριευε μέσα του η πλεονεξία και το ταμάχι του να πάρει κι άλλα, κι άλλα, κι έτσι απ' τη Γορίτσα, σαν είδε τον ελαιώνα όπου σήμερα είναι η Αγριά, δεν μπόρεσε να αντισταθεί, τράβηξε προς τα 'κει, περπατώντας μέσα από πουρνάρια και κατσάβραχα.
Καταξεσχίστηκε, ματώσανε τα πόδια του, αλλά ο ήλιος ήταν ψηλά ακόμα και θα πρόφταινε. Αγκομαχώντας ανέβηκε στην Ανεμούτσα κι από 'κει τράβηξε ίσια πάνω, προς το Μετόχι.
Όταν έφθασε εκεί ο ήλιος ήτανε ακόμη κανένα μπόι ψηλά. Ε ίσιωμα ήτανε, θα προλάβαινε να φθάσει στον Αη-Γιάννη μέχρι να βασιλέψει. Είχε γίνει μελανός από τον ήλιο και την κούραση. Με δυσκολία έσερνε τα πόδια του.
Γύρισε το μάτι του προς τα κάτω, είδε όλον εκείνο τον απέραντο τόπο που είχε περπατήσει και γινόταν δικός του, έβαλε όλα τα δυνατά του, σβαρνιζόταν σχεδόν, έφθασε στη Βίγλα, κοίταξε από πέρα, είδε τον Αη-Γιάννη, δεν ήταν ούτε πεντακόσια μέτρα ακόμα.
Στο πρόσωπο του απλώθηκε η ευδαιμονία. Ήτανε ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου.
Αλλά δεν πρόλαβε να πει ούτε μια φράση.
Τα γόνατά του λύγισαν, έγειρε στο χώμα και κοιτάζοντας τον Αη-Γιάννη ξεψύχησε.
Η καρδιά του δεν  άντεξε άλλο.  

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Απάντηση στα Ποιήματα του δρόμου

Παίρνω το θάρρος από την παρακίνηση της Librarian και του Μαραμπού να παρουσιάσω στο κύριο μέρος των αναρτήσεων αυτό που ήδη ανέβηκε ως απάντηση σε σχόλιο. Παίρνω το θάρρος και γιατί βρήκα δυνατό υποστηρικτή στο όνομα του Τσβετάν Τοντορόφ.
Στο βιβλίο του Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο, στο οποίο ελπίζω να επανέλθω σε κάποια στιγμή πάλι, μιλά για αυτούς τους ποιοτικούς διαχωρισμούς που είχαμε ξανασυζητήσει στις Βολτίτσες και δεν είχαμε καταλήξει, δύσκολο άλλωστε, αλλά ορισμένοι είχαν διαφωνήσει τόσο ώστε να δηλώσουν αποχώρηση και μη συμμετοχή στις κουβέντες μας. Γράφει ο Τοντορόφ (σ. 78) ότι στις αρχές του 20ού αιώνα δημιουργείται μια ρήξη που έως τότε δεν υφίστατο. Η νέα και μοναδική αρχή που ορίζει και καθορίζει την τέχνη γίνεται η «ομορφιά» και στο όνομά της ανοίγεται μια άβυσσος που μοιάζει να ισχύει και να παρασύρει, μεταξύ «της λογοτεχνίας της μάζας, της λαϊκής παραγωγής που βρίσκεται σε άμεση επαφή με την καθημερινή ζωή των αναγνωστών της, και της λογοτεχνίας της ελίτ που διαβάζεται από επαγγελματίες». Και επαγγελματίες ορίζονται οι κριτικοί, οι καθηγητές, οι συγγραφείς οι ίδιοι. Φτιάχνονται δυο πλευρές: εκείνο της εμπορικής επιτυχίας που αποκλείει εξ ορισμού την ποιότητα και το άλλο της καθαρής καλλιτεχνικής ποιότητας που και πάλι εξ ορισμού αποκλείει την εμπορικότητα. Φτιάχνεται με άλλα λόγια κάτι ακραίο εφόσον τα δύο είναι μη συμβατικά.
Αντιφώνηση στα Ποιήματα του δρόμου του Ν. Χουλιαρά.
Και εμένα μου αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στους δρόμους, τα γραμμένα σε σκόρπια χαρτιά: αυτά που ξέσκεπα φωλιάζουν στις κόγχες και όλο τρίβουν τις παλάμες τους με τις καύτρες ανάμεσα στα δάκτυλα, πυγολαμπίδες στα σκοτεινά με μια υποψία θερμότητας. Μου αρέσουν, όμως, και εκείνα τα σαν φωσάκια Χριστουγέννων που διακρίνονται μέσα από διαμερίσματα που κοιμίζουν παιδιά με σκόρπια όνειρα του αύριο. Τα πτώματα των ζώων με ανατριχιάζουν και μόνο ταραχή μου φέρνουν, δεν έχουν παρά μόνον την σφραγίδα της εκμετάλλευσης χωρίς όρια. Εκείνα τα μισά, τα άγνωστα μου αρέσουν αν τύχει να διασταυρωθούμε, αν δεν συναντηθούμε μόνο στις εικασίες ζουν. Αυτά που αγνοούν οι κριτικοί που το παίζουν εξουσία ανώτερη και παίρνουν τον ρόλο του ειδήμονα, συχνά καλοπληρωμένου, θα έπρεπε να τους καταδιώκουν στον αυτάρεσκο ύπνο του μη δικαίου τους. Να σταθούμε σε εκείνα που διδάσκουν οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη, στην παράδοση που χάραξε ο ιδρυτής του σχολείου που ήθελε το σχολείο του να είναι η ελληνική εκδοχή στην σύγχρονη δυτική παιδεία. Χωρίς την εγγύηση αλλόφερτης παιδείας αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, αμερικανικής, κάποτε στο μέλλον ίσως κινέζικης. Απαγκιστρωμένη από τις εθνικές ιδεοληψίες αλλά όχι από την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση. Απαλλαγμένη από τον συντηρητισμό και τις παρωπίδες, πιο ελεύθερη. Και το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει σύμβολο νεοπλουτισμού και αντικείμενο ψιλοφθόνου. Μου αρέσουν τα ποιήματα που φτιάχνονται με τα βασικά συστατικά. Τους αρκούν οι δυο λέξεις για να χτίσουν έναν κόσμο και να μείνουν εκεί ανεξίτηλες. Μου αρέσουν τα απελπισμένα, χαρμόλυπα που δεν αποζητάν τίποτα. Υπάρχουν έτσι, φύτρωσαν και κυκλοφορούν ανέμελα και άσκοπα, χαζά. Τα χαρούμενα και αυτά μου αρέσουν που μαθαίνουν την χαρά μέσα από ήχους. Και εκείνα που αντιπαλεύουν την ματαιότητα με τις συνέχειες, την αδιαφορία με το κέφι, την μελαγχολία με μικρές κουκίδες στον χάρτη. Μου αρέσουν και τα ποιήματα-γεροντοκόρες γιατί έχουν δικαιώματα και αυτά στο ψάξιμο και ας είναι εξεζητημένα αλλά και τα ποιήματα-κοστούμια γιατί εύκολα αναγνωρίζω τις στάμπες τους και γιατί να μην έχουν και αυτά τον χώρο και την φωνή τους κάτω από τον έναστρο ουρανό. Τα ψωνισμένα με κάνουν να γελώ και να τοποθετούμαι έναντι και απέναντι. Τα βουκολικά, φυσιολατρικά, οικολογικά έρχονται πάντα μετά από αποτυχίες του οργανωμένου άστεως, τις καταστροφές των πολέμων, των ισοπεδωτικών βιομηχανικών παραγωγών και γυρεύουν να εξισορροπήσουν την ζυγαριά των πραγμάτων, να πάνε πίσω στο κουκούτσι της πρωτοεμφάνισης στον πλανήτη. Κάτι σαν ιαματικά λουτρά, μηδένισμα της μηχανής, πάμε πάλι από την αρχή, στις ρίζες. Λατρεύω τα συμβολικά γιατί είναι σαν παιχνίδια, κουίζ, σταυρόλεξα και μου γυρεύουν να ξέρω πρόσωπα και θέματα και είναι σαν να διαλέγουν την μακρύτερη διαδρομή για κοντινούς προορισμούς άρα πρέπει να αναγνωρίσω κουβέντες και κοινωνικά στερεότυπα από τα παλιά. Τρελαίνομαι με τα μηνυματοφόρα, διδακτικά γιατί ξυπνάνε τον άτακτο και ανυπάκουο εαυτό μου. Τα λεξιλάγνα δοκιμάζουν τις αντοχές της γλώσσας και των αυτιών μας. Λατρεύω την Ιλιάδα και την Οδύσσεια από παιδί και ως εκ τούτου τα μεγάλα επικά, με πλοκή, γενναίους και ήρωες, συμπτώσεις και μπέρδεμα. Τα ντροπαλά, αναποφάσιστα που είναι και σαχλά τα καταλαβαίνω, όλος ο κόσμος μου φαίνεται έτσι. Δεν έχει γνώμη δική του ποτέ και όταν έχει κάποια σκέψη φοβάται που την έχει και την κουκουλώνει κάπως. Τα επαναστατικά των σαλονιών δεν με πειράζουν. Μεγάλοι επαναστάτες σε σαλόνια γεννήθηκαν, αυτά απαρνήθηκαν και από αυτά επαναστάτησαν. Είναι σημείο αναφοράς. Τα αναχρονιστικά έχουν απίστευτη πλάκα, σαν να έγινε παρανόηση στο κάστινγκ μιας ταινίας και οι ηθοποιοί να παίζουν άλλα αντί άλλων. Την ξανθιά να την κάνει μια νέγρα, για παράδειγμα. Τα δικά μου είναι καλύτερα μέσα στο κεφάλι καβάλα στις αισθήσεις μου Όταν βγαίνουν γεννιούνται παραμορφωμένα, για αυτό τα αφήνω να παλεύουν ανήσυχα εντός. Τέλος, χαίρομαι για τις λέξεις που αιχμαλωτίστηκαν σε πέτρες, βράχια, όστρακα, δέρματα, μάρμαρα, παπύρους, χαρτί¸ βιβλία, τοίχους, οθόνες. Είναι μια μεγάλη κληρονομιά, με αυτήν συνομιλώ παιδί του γραπτού πολιτισμού.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Ποίηση για την ποίηση ΙΙ


Ποιητική Τέχνη

Να κοιτάς το ποτάμι που είναι χρόνος και νερό
και να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι πάλι ένα ποτάμι,
να ξέρεις πως πλανιόμαστε σαν το ποτάμι
και οι μορφές μας χάνονται σαν το νερό.

Να νιώθεις πως η αγρύπνια είναι ένας άλλος ύπνος
όπου ονειρεύεσαι πως δεν κοιμάσαι, κι ότι ο θάνατος
που η σάρκα μας τον τρέμει, είναι ο ίδιος θάνατος
που κάθε νύχτα μας φαίνεται ύπνος.

Να βλέπεις  πως η μέρα ή ο αιώνας είναι σύμβολο
της κάθε μέρας του ανθρώπου και του χρόνου
του, να μεταλλάσεις την επιδρομή του χρόνου,
σε μουσική, σε ψίθυρο και σύμβολο.

Να βλέπεις πως ο θάνατος είναι ύπνος, το δειλινό
ένα χρυσάφι μελαγχολικό, αυτή είναι η ποίηση
η αθάνατη κι ασήμαντη. Μα η ποίηση
ξανάρχεται σαν την αυγή και το δειλινό.

Καμιά φορά τα βράδια, ένα πρόσωπο
μας κοιτάει από τα βάθη ενός καθρεφτή·
η τέχνη πρέπει να 'ναι σαν και τούτο τον καθρέφτη
που μας αποκαλύπτει το ίδιο μας το πρόσωπο.

Λένε πως ο Οδυσσέας, χορτασμένος στα θαύματα
έκλαψε από αγάπη μόλις φάνηκε η Ιθάκη
χλωρή και ταπεινή. Η τέχνη είναι τούτη η Ιθάκη
η αιώνια χλωρή – κι όχι τα θαύματα.

Κι ακόμη, είναι όπως το αέναο ποτάμι
που κυλάει και στέκεται και μέσα του αντιφεγγίζει ο ίδιος
ο Ηράκλειτος, που συνεχώς αλλάζει κι είναι ο ίδιος
και ταυτόχρονα άλλος, έτσι ακριβώς, όπως και το αέναο ποτάμι.

Χορχέ Λουίς Μπόρχες, Ο Δημιουργός

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Μία γάτα ξεχωριστή


Η έκδοση ενός βιβλίου είναι μια διαδικασία στην οποία εμπλέκονται πολλοί άνθρωποι, από τον συγγραφέα, τον εκδότη, τον επιμελητή, τον βιβλιοπώλη μέχρι τον τελικό αποδέκτη που είναι ο αναγνώστης. Όλοι διαδραματίζουν ένα ρόλο. Η έκδοση ενός βιβλίου είναι μια μαγική υπόθεση που ξεπερνά οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Πολλά βιβλία γράφονται, κάποια εκδίδονται, κάποια μεταφράζονται και εκδίδονται σε περισσότερες από μία χώρες. Πάντα θα αναρωτιέμαι ποιος είναι εκείνος που λαμβάνει την απόφαση της έκδοσης. Απορία που μάλλον δεν έχει μία και μοναδική απάντηση γι' αυτό και είναι δύσκολο να λυθεί. Η απάντηση ίσως να μοιράζεται ανάμεσα σε όλους εκείνους που λαμβάνουν μέρος στην εκδοτική αλυσίδα.
Όλοι συμμετέχουν στην απόφαση, ακόμη και ο αναγνώστης.
Ειδικά ο αναγνώστης που έχει τη δυνατότητα να διαβάζει βιβλία και σε άλλες γλώσσες. Ορισμένες φορές μαγεύεται από κάποιες ιστορίες και κινεί γη και ουρανό για να τις μεταφράσει και στη δική του γλώσσα, να τις μοιραστεί.
Κάτι τέτοιο συνέβη με την ιστορία ενός γάτου που τον έλεγαν Μπομπ, όπως την περιγράφει η μεταφράστρια της ελληνικής έκδοσης στο μπλογκ της καθώς και στο πρόλογο της έκδοσης.
Η ιστορία του Μπομπ μαγεύει γιατί είναι απλή και αληθινή.
Ο Μπομπ είναι μία ξεχωριστή γάτα που φέρνει τύχη σε όποιον την έχει ή μάλλον επέλεξε να φέρει τύχη σε έναν άνθρωπο που την χρειαζόταν.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι κάλπικοι αλλά αυτοί ζουν στο δρόμο, δεν έχουν τίποτα ούτε καν ζωή. Έχουν φτάσει τόσο χαμηλά που σταματούν πια να θεωρούνται άνθρωποι, όχι όμως από εκείνους που έχουν διαφορετικά από εμάς ένστικτα. Να όπως εκείνα του Μπομπ.
Ο Μπομπ είναι μία γάτα ξεχωριστή γιατί της αρέσει να αράζει στον ώμο του αφεντικού της και να του κάνει παρέα όσες ώρες χρειάζεται για να βγάλει τα χρήματα για το φαγητό τους. Επίσης, είναι όμορφη, τόσο όμορφη όσο χρειάζεται για να τραβάει τα βλέμματα περαστικών γατόφιλων και μη.
Η ζωή του ανθρώπου που ζούσε στο δρόμο άλλαξε εξαιτίας μίας γάτας που του έδωσε ελπίδα και νόημα. Δεν έγινε πιο εύκολη απλά την ομόρφυνε.



Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Υπογραμμίσεις τέλους

Ο τίτλος της ανάρτησης αναφέρεται σε μια ιστορία που «διαδραματίστηκε» μέσα από τις γραμμές του μπλογκ και τώρα δα παίρνει ένα τέλος.. Έχει να κάνει με την παρουσίαση του βιβλιοβιβλίου που έχει τον τίτλο Ο υπογραμμιστής της Καρολίν Μπονγκράν (εκδόσεις Φυτράκη, 1999). Βιβλίο που δεν είχα μπορέσει προ ετώωωων να διαβάσω γιατί ήταν εξαντλημένο. Έβλεπα την εικόνα του στο διαδίκτυο, μπλε σκούρο σαν με λεκέδες μαύρους με ένα ορθογώνιο πλαίσιο όπου περιέκλεινε ένα ξανθό κορίτσι στα ροζ στηριγμένο και με τα δυο χέρια στο περβάζι, να κοιτά έξω από το παράθυρο με προσμονή, κάπου μακριά. Είχα παρακαλέσει έναν Γάλλο φίλο να το εντοπίσει στην γλώσσα του, είχε πρόθυμα τότε ανταποκριθεί και το είχα διαβασμένο από εκείνη την έκδοση. Η ελληνική έκδοση δεν βρισκόταν πουθενά, σε στοκ βιβλιοπωλείων, κεντρικών και όχι τόσο κεντρικών, απόμερων και γειτονικών. Ο εκδότης είχε δηλώσει ότι μιας και δεν είχε επιτυχία, όσα αντίτυπα είχαν μείνει, είχαν κατευθυνθεί προς πολτοποίηση, αποκλείοντας κάθε ελπίδα για ξεχασμένα σε κάποια γωνιά αποθήκης. Είχαν γίνει καμιά δυο προσπάθειες και σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Χωρίς αποτέλεσμα. Το μοιραίο είχα αποδεχθεί μετά από αγώνα και το είχα απωθήσει στα αζήτητα του υποσυνείδητου. Δεν μπορεί να τα έχει και να τα κατέχει κανείς και όλα όσα, με ένα φαταλιστικό αίσθημα στέρησης ανάμεικτο με περιέργεια εκείνου του είδους που αναπτύσσεται όταν μένει κάτι σε ανεκπλήρωτο. Το ζήτημα είχε κλείσει ή τέλος πάντων έμοιαζε να είχε κλείσει. Γιατί μόλις πριν από λίγες εβδομάδες η Librarian έλαβε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από φίλη που έλεγε ότι η ίδια είχε μεν το συγκεκριμένο βιβλίο στην βιβλιοθήκη της αλλά το είχε εντοπίσει στον ηλεκτρονικό κατάλογο του βιβλιοπωλείου «Τέλειος κύκλος» στα Εξάρχεια. Η φίλη της Θεσσαλονίκης θυμόταν μετά από τόσο διάστημα που είχε περάσει την κουβέντα για τον εντοπισμό του βιβλίου και πήρε την πρωτοβουλία να επικοινωνήσει και να το μοιραστεί. Ιδιαίτερη χειρονομία! Την ευχαριστούμε πολύ που με τέτοια συνέπεια και προσοχή παρακολουθεί τις Βολτίτσες! Την ευχαριστώ τώρα που το αντίτυπο που είναι μάλιστα σε άριστη κατάσταση, έπεσε στα χέρια μου! Ψηλαφίζω το ξαναχρησιμοποιημένο αντίτυπο για να εντοπίσω ίχνη του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Να τον σκεφτώ, να τον ψυχολογήσω. Δεν είναι εύκολο. Καμία υπογράμμιση, κανένα τσάκισμα, κανένας λεκές, καμιά δαχτυλιά, έστω και αχνή. Τίποτα. Οι σελίδες ολόλευκες. Η ράχη του άθικτη, καμιά τσάκιση, καμιά ρυτίδα. Το βιβλίο ζυγιασμένο, το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο περασιά. Δεν του έχει ασκηθεί η υλική πίεση της ανάγνωσης που αφήνει αποτύπωμα. Μη διαβασμένο ή διαβασμένο με προσοχή; Έλεγα την ιστορία σε φίλο, και προθυμοποιήθηκε να δράσει. Άμεσα τηλεφώνησε στον «Τέλειο κύκλο» για να δηλώσει ενδιαφέρον και να του το κρατήσουν. Με έκπληξη άκουσε ότι ερχόταν δεύτερος! Ήταν ήδη κρατημένο αλλά θα τον ειδοποιούσαν σε περίπτωση που ο άλλος άνθρωπος παραιτείτο. Μήπως ήμουν εγώ, με ρώτησε με υποψία. Όχι, δεν ήμουν, απάντησα απογοητευμένη που έμοιαζε να ξεγλιστρά η πιθανότητα απόκτησης για άλλη μια φορά. Και είχαν εμπλακεί τόσοι άνθρωποι σε αυτήν την αποστολή! Κρίμα και πάλι, μα να δυο μέρες αργότερα, με μεγάλη φυσικότητα, με μια κίνηση που είχε μια κρυφή γεύση νίκης, το έβγαλε από την τσάντα του και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι. Τι ήταν αυτό, ο τερματισμός της αναζήτησης, επιτυχία! Ο υπογραμμιστής στα ελληνικά επιτέλους έφτασε, έρχεται να προστεθεί στην βιβλιοσυλλογή. Πόσο μα πόσο μπορώ να ευχαριστώ όλη την αλυσίδα, άπειρα φτάνει;;;;

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Ο Σκιαθίτης


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) είναι ο πρώτος Έλληνας επαγγελματίας συγγραφέας και μεταφραστής. Μετέφραζε και δημοσίευε στα έντυπα της εποχής μυθιστορήματα και παράλληλα δημοσίευε δικά του κείμενα μετά πληρωμής και ακολουθώντας τις απαιτήσεις των περιοδικών και του κοινού τους. Όλα του τα έργα δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες σε έντυπα και κανένα δεν κυκλοφόρησε σε μορφή βιβλίου ως ήταν εν ζωή. Ακριβώς μετά τον θάνατό του ο Φέξης ανέλαβε την έκδοση των έργων του. Το πρώτο έργο που εκδόθηκε το 1912 ήταν η Φόνισσα και εκείνη τη χρονιά ακολούθησε η έκδοση πλήθος έργων του. Μόνο μετά το θάνατό του. Έτσι πάει...
Ταξίδευε πολύ αλλά πάντα επέστρεφε στο αγαπημένο του νησί, τη γενέτειρα του, τη Σκιάθο, εκεί όπου επέλεξε να αφήσει και την τελευταία του πνοή.

Ο κεντρικότερος και εμπορικότερος δρόμος του νησιού φέρει το όνομα του ενώ το πρόσωπο του συγγραφέα, αποκομμένο από τη διάσημη φωτογραφία του Νιρβάνα, στολίζει τη σημαία του νησιού.
Σε έναν κάθετο της Παπαδιαμάντη δρόμο προβάλει το σπίτι όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας.
Θέλω να πιστεύω ότι δεν υπάρχει ταξιδιώτης που θα επισκεφτεί το όμορφο αυτό νησί και δεν θα περάσει να δει το καλοδιατηρημένο σπίτι του που λειτουργεί ως μουσείο.
Κτίστηκε το 1860, έχει εμβαδό 75 τμ. και εκεί έζησε η επταμελής οικογένεια. Πρόκειται για ένα κτίσμα αγροτικού τύπου, ντόπιας αρχιτεκτονικής, διώροφο με το κατώγι του και το ανώγι του. Στον επάνω όροφο υπάρχουν τρία μικρά δωμάτια, έξω είναι το χαγιάτι με το καλοκαιρινό κουζινάκι. Το τρίτο δωμάτιο χρησίμευε ως καθιστικό, το χειμωνιάτικο δωμάτιο με το τζάκι. Σε αυτό το δωμάτιο ξαπλωμένος στο χαμηλό κρεβάτι-καναπέ άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 προς 3 Ιανουαρίου του 1911.

 

Απέναντι ακριβώς υπάρχει ένα παράθυρο που βλέπει τον σημερινό μεγάλο δρόμο του νησιού. 


Το ισόγειο του σπιτιού χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικός χώρος ενώ σήμερα λειτουργεί ως εκθεσιακό χώρος, καθώς εκτίθενται σπάνιες εκδόσεις των βιβλίων του, και ως βιβλιοπωλείο από το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να αγοράσει μελέτες ή βιβλία του συγγραφέα.
Από εκεί πήρα το λάφυρο μου από το νησί.
Η μελέτη του Ζήση Οικονόμου σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Παπαδιαμάντη, τις αντιλήψεις του, τα πιστεύω του όπως ο ίδιος τα έχει διατυπώσει στο πλήθος των έργων που άφησε πίσω του.


Περισσότερες πληροφορίες για το σπίτι του Παπαδιαμάντη υπάρχουν εδώ.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Απάντηση στο Κουίζ

Πρόκειται για τον Immanuel Kant (1725-1804), ιδρυτή του κριτικού ιδεαλισμού. Για τον τρόπο που δεν διαχωρίζονται τα πράγματα, οι ιδέες και οι άνθρωποι και για τα αντιθετικά παράδοξα που ορίζουν τους ανθρώπους, διαβάζουμε τον κύκλο των οκτώ ομιλιών του Jean-Baptiste Botul στο Η σεξουαλική ζωή του Καντ, (μετάφραση Ι. Αβραμίδου, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 2012, 120 σ.) που εκφωνήθηκαν τον Μάιο 1946 στην Νουέβα Καίνιγκσμπεργκ, αποικία Γερμανών μεταναστών στην Αργεντινή.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

ΕΣΤΙΑ

Εστία, όπως θεά του προ τινος βιβλιακού βίου. Πέρασε το πρώτο σοκ από την είδηση του κλεισίματος του βιβλιοπωλείου της Εστίας. Είχε προειδοποιήσει με σημάδια και ερχόταν βέβαια με σταθερά βήματα αλλά δεν το χωρούσε ο απλός νους του ανθρώπου ότι τελικά θα γινόταν. Οι ψίθυροι ήταν συνεχείς ότι δεν πήγαινε καλά, ότι χρωστούσε στην αγορά, ότι οι εργαζόμενοι ήταν πίσω στα μηνιάτικα. Το ωράριο λειτουργίας είχε συρρικνωθεί. Τα μεσημέρια κατέβαζε τα ρολά και τα απογεύματα δεν άνοιγε πια. Πιο τραυματικό ήταν που οι σιδεριές ήταν κατεβασμένες τα Σάββατα, μέρα σχόλης και περιδιαβάσματος στα βιβλιοπωλεία της Σόλωνος. Και ήταν το βιβλιοπωλείο της Εστίας που πρώτο μετακόμισε από εκείνη την γωνιά της Σταδίου, παλαιότερη περιοχή πυκνοκατοικημένη από εκδοτικούς οίκους, βιβλιοπωλεία, βιβλιοστέκια. Ήρθε και εγκαταστάθηκε απροσδόκητα και παρόλες τις κριτικές επιφυλάξεις πολλών στην Σόλωνος, σχεδόν απέναντι από την Νομική Σχολή που για πολλά χρόνια συστεγαζόταν ή καλύτερα φιλοξενούσε την Φιλοσοφική. Η μετοίκιση αυτή ήταν σαν να έδωσε δυο συνθήματα. Το πρώτο είχε να κάνει με την νέα γειτονιά βιβλιοπωλείων που αναπτύχθηκε. Η Σόλωνος και οι παράλληλοι και κάθετοι δρόμοι ολόγυρα σε σύντομο χρονικό διάστημα γέμισαν με βιτρίνες βιβλίων, εκδοτικούς οίκους, βιβλία δεύτερο χέρι, τα μικρά παλαιοπωλεία του δρόμου στο πλάι του κτηρίου και συναφή καταστήματα, φωτοτυπικάδικα (για τις σημειώσεις των παραδόσεων), δακτυλογραφήσεις, είδη γραφικής ύλης. Όπως αντιστοιχούσε στον περιβάλλοντα χώρο ενός πνευματικού ιδρύματος υψηλής στάθμης που καλούνταν να ανταποκριθεί και να καλύψει τις ανάγκες που γεννούσε η λειτουργία των Σχολών και η παρουσία τόσων φοιτητών και φοιτητριών. Το δεύτερο σύνθημα είχε να κάνει με το στήσιμο, την φιλοσοφία ενός σύγχρονου βιβλιοπωλείου. Ο νέος χώρος ήταν ορατός, είχε αμεσότητα, είχε αποβάλει το κλειστό και επιλεκτικό, την αίσθηση της σκόνης και του ημίφωτος, ήταν προσβάσιμος εύκολα, είχε φως, οι εξωτερικές προθήκες και βιτρίνες είχαν θέση για πολύ υλικό πριν καν σπρώξεις την πόρτα για να βρεθείς μπροστά στους πάγκους να φυλλομετρήσεις παλαιές και νέες εκδόσεις κατά θέμα. Ακολουθώντας αυτό το πρότυπο στήθηκαν και τα άλλα βιβλιοπωλεία στην συνέχεια. Το βιβλιοπωλείο της Εστίας κατείχε την καλύτερη θέση για τους φοιτητές που είχαν κενό μεταξύ δύο παραδόσεων και επιθυμούσαν να ξεσκάσουν από την βουή του κτηρίου. Πολύ περισσότερο μάλλον που τα σπουδαστήρια και η Βιβλιοθήκη δεν… (αλλά αυτό είναι άλλη μεγάλη και πονεμένη ιστορία). Οι άνθρωποί του έβλεπαν με κατανόηση τους νέους και καταλάβαιναν το αίτημα ακόμα και μισοδιατυπωμένο. Διέθεταν την ενημέρωση, την διάθεση, την ετοιμότητα. Αντιμετώπιση πολύ καθοριστική για την μελλοντική σχέση με το βιβλίο, την αναζήτησή τους και την ανάγνωση. Για το ότι υπήρξε φιλόξενο πέρασμα συγγραφέων και σταθερός τόπος συνάντησης έχουν πολλά ειπωθεί και γραφεί στον Τύπο. Όπως πολλά έχουν υπογραμμιστεί για την ιστορικότητά του. Ο από μηχανής θεός να το σώσει με τρόπους δημιουργικών λογιστικών, παρατάσεων, συγκέντρωσης υπογραφών, κάποιας πανστρατιάς προστασίας μιας παράδοσης, απλά δεν συγκροτήθηκε, ποτέ δεν εμφανίστηκε. Οι δαρβινικοί νόμοι της οικονομίας τυφλοί, κουφοί και αναίσθητοι κατάργησαν ένα έθιμο, μια παράδοση 130 χρόνων (και όλοι γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να φτιαχτούν οι παραδόσεις. Στάζουν σαν σταλακτίτες και σταλαγμίτες στα σπήλαια για να δημιουργηθεί το εντυπωσιακό αποτέλεσμα). Είναι σαν να καταργήθηκε, με τι να το παραλληλίσω τώρα, είναι σαν να καταργήθηκε ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου και η γιορτή αυτή είναι μια μέρα κάθε χρόνο ενώ το Βιβλιοπωλείο της Εστίας ήταν όλες τι ημέρες του χρόνου εκεί. Μπορεί οι ενδιαφερόμενοι άνθρωποι ως μονάδες να μην το κατάλαβαν ότι η πραγματικότητα του λουκετου ήταν τόσο κοντά, να μην συντονίστηκαν κατάλληλα, να τους ξεπερνούσε η ιδέα. Οι υπεύθυνοι της πολιτικής στρατηγικής των πνευματικών αγαθών που παράγει ένας τόπος και οι κάτοικοί του μεταξύ άλλων παραγομένων, πάντως δεν ιεράρχησαν, δεν μπόρεσαν να βάλουν προτεραιότητες να σχεδιάσουν, να φανταστούν λύσεις και απαντήσεις για αυτήν την συγκεκριμένη ξεχωριστή περίπτωση. Έκλεισαν και άλλα πιο πρόσφατα βιβλιοϋποστηρικτικά με την ίδια μέθοδο ή με ακόμα σκληρότερες αστόχαστες και κάθετες αποφάσεις που το πρώτο τους γράμμα άρχιζε από Ε όπως Ελληνικά Γράμματα, ΕΚΕΜΕΛ, ΕΚΕΒΙ. Είναι κάτι, τίποτα από όλα αυτά αναστρέψιμο; Ή μήπως είμαστε όλοι παρατηρητές που παρακολουθούν και περιγράφουν τετελεσμένα; Κάτι σαν αδύναμες μοιρολογίστρες;

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Κουίζ

Φυσικά έχει να κάνει με βιβλία και βιβλιοθήκες! Ποιος πασίγνωστος Γερμανός φιλόσοφος του 18ου αιώνα στην αρχή της καριέρας του είχε εργαστεί ως βοηθός βιβλιοθηκάριου; Η απάντηση να πούμε αύριο;; την Δευτέρα καλύτερα;;

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ιστορίες της πραγματικότητας

Οι Βολτίτσες αγαπούν να γυρνοβολούν στα λόγια των συγγραφέων όταν αναφέρονται στο πώς γράφουν, τι έχουν διαβάσει, από τι εμπνέονται, πώς είναι το γραφείο τους, τι τους συγκινεί και τους κινητοποιεί, γιατί γράφουν, μπορούν να ζήσουν ή δεν μπορούν χωρίς την πένα τους, χωρίς δημοσιότητα και άλλα τέτοια παρόμοια. Δείτε με τα μάτια σας πολλές προηγούμενες αναρτήσεις. Συγγραφείς όλων των λογιών για να εξηγήσουν τα γιατί τους ανατρέχουν στην παιδική τους ηλικία, τις σπουδές τους, τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες που μεγάλωσαν και αναπτύχθηκαν. Πολλοί, μάλιστα, από τα παλιά έως και σήμερα έχουν προσπαθήσει να απαντήσουν με γραπτά κείμενα στα ερωτήματα που τους θέτουν διάφοροι αλλά και εκείνα που βάζουν οι ίδιοι για το πώς βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα στην κοινωνία, τα απόνερά της ή τον μοναχικό άλλων ρυθμών βυθό της. Ο Ιταλός Εντοάρντο Νέζι από το Πράτο της Τοσκάνης παράλληλα με την φροντίδα της οικογενειακής επιχείρησης (μάλλινα και άλλα υφάσματα) η οποία έγκαιρα (πριν καταχρεωθεί και καταρρεύσει παρασύροντας ανθρώπους, περιουσίες, στάσεις και αντιλήψεις ζωής όπως όλες της περιοχής του) πουλήθηκε, γράφει, μυθιστορήματα. Το τελευταίο του γραμμένο το 2010, όταν η κρίση χτυπούσε βροντερά τα πορτοπαράθυρα της γειτονιάς μας, ξεχώρισε και τον έκανε γνωστό. Του δόθηκε και το ιταλικό βραβείο Strega του 2011, το πιο έγκυρο λογοτεχνικό βραβείο της χώρας του.
Ο μεταφρασμένος στα ελληνικά τίτλος του είναι Οι δικοί μου άνθρωποι (Καστανιώτης, 2012, 141 σ.), στα ιταλικά το λέει Storia della mia gente. Παρελαύνουν οι γενικότερες ανησυχίες του, οι αναζητήσεις του σε χώρους μελέτης, τα διαβάσματά του που απλώνονται και στην αμερικανική ήπειρο. Χωρίς καμιά μυστικοπάθεια περιγράφει τους συνειρμούς εικόνων, αναγνώσεων και προσωπικών σκέψεων. Οι συνειρμοί, εκτός από τα βιβλία, είναι εμπλουτισμένοι και τρέφονται από κινηματογραφικά κάδρα. και πλοκές της μεγάλης οθόνης. Από την μια περιγράφει εκείνη την σκηνή από την ταινία Χ, σαν να έχουμε τις οδηγίες του σκηνοθέτη και τα λόγια των ηθοποιών, και από την άλλη αναπαριστά μια κατάσταση της ζωής του που θα μπορούσε να γυριστεί σε ταινία και να που σκηνοθετεί τον εαυτό του, λεκτικά πάντως. Το σινεμά λειτούργησε καταλυτικά, τον ενέπνευσε με πολλούς τρόπους, γνωριμία με άλλους κόσμους και συμπεριφορές, ατάκες που πέρασαν στον μύθο, συνθηματικοί κώδικες, φανεροί και άρρητοι, χρώματα, σχέδια και μοτίβα για τα υφάσματά παραγωγής της οικογενειακής επιχείρησης που διέκοψε την λειτουργία της. Και εκεί που πάει να κορυφωθεί η διήγηση, μόλις δύο σελίδες πριν από το τέλος, και να καταλήξει σε ένα άλλο επίπεδο συνειδητοποίησης ο E. Nesi, διατυπώνει άποψη για την γραφή, την επινόηση, την μυθοπλασία σε σχέση με την πραγματικότητα. Παραθέτω επακριβώς με τα δικά του λόγια: «… ανακαλύπτω πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να γράφει κανείς για την αληθινή ζωή αντί να επινοεί ιστορίες˙ πόσο στυφό είναι να μπορείς να σκάβεις αργά μέσα σου και να θρυμματίζεσαι, όπως κάνει το νερό με το τσιμέντο και την πέτρα˙πόσο μπορεί ένα μυθιστόρημα να είναι κάτι παραπάνω από ένα βιβλίο και να γίνεται τόσο πραγματικό ώστε να σε βασανίζει καθημερινά, και οι χαρακτήρες σου να αποκτούν σάρκα και αίμα και πρόσωπο και σώμα και φωνή και […] τελικά να γίνεσαι όμηρος φαντασμάτων που δεν θα σε αφήσουν ποτέ, ακριβώς επειδή είναι δικά σου. Τα δημιούργησες εσύ. Είναι εσύ.» (σ. 138). Από εκεί που γεννήθηκε να επιχειρεί, να είναι επιχειρηματίας, αφεντικό του παρόντος του και του μέλλοντός του σύμφωνα με όσα σκέφτηκαν και σχεδίασαν οι παλαιότεροι πριν από αυτόν και χωρίς να τον ρωτήσουν, και βίαια ξέγινε μέσα στις νέες συνθήκες, δηλώνει δημόσια φωναχτά γραπτά ποιο είναι το κάλεσμά του. Ανακοινώνει ότι ξέρει. Ξέρει ότι είναι «υπηρέτης των βιβλίων» αλλά και της οικογένειάς του. Όσον αφορά τα βιβλία κοινοποιεί πως το πεπρωμένο του είναι να γράφει «Όσο θα μπορεί.» (σ. 141). Δεσμεύεται δηλαδή στην γραφή.