Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Ανάγνωση μέσα στην ανάγνωση

Όλο και συχνότερα όταν ανάβει το κόκκινο και σταματάνε τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια, ξεπηδούν από το πουθενά και μέσα στην μέση του δρόμου αρχίζουν ζογκλερικά νούμερα. Πολλά αντικείμενα πετιόνται συγχρόνως στον αέρα και ροτάρουν κυκλικά και ρυθμικά στα χέρια του επιδέξιου μπροστά στα μάτια των οδηγών όσο διαρκεί το φανάρι. Κάπως έτσι αισθάνομαι και εγώ ότι συμπεριφέρομαι με τα διαβάσματά μου. Κινούμαι ανάμεσα σε βιβλία σε μεσοδιαστήματα άλλων επιτακτικών ασχολιών. Διαβάζω παράλληλα και αποσπασματικά πολλά, τέσσερα, βιβλία, τώρα που μιλάμε δηλαδή. Δεν είναι όλα βιβλιοβιβλία βέβαια αλλά, δεν το λέω επειδή είμαι προκατειλημμένη (που είμαι ως γνωστόν), όλα σε κάποια γωνιά τους, κάπου σε ένα γύρισμα κάπως γίνεται και αναφέρονται σε βιβλία, σε τίτλους, σε διαβάσματα, σε επιδράσεις, σε λόγια ειπωμένα και γραμμένα. Μια εικόνα που να συνδέεται με την ανάγνωση έστω και αχνή, ένα σκηνικό με βιβλία, ένας διάλογος με ρήσεις βρίσκεται μέσα στις αφηγήσεις, μια μορφή που κρατά μια εφημερίδα, ένα χαρτί, ένα αποκαλυπτικό γράμμα. Ο πολιτισμός του γραπτού που αποτυπώνεται από το ίδιο του το μέσο, το κείμενο, ασυναίσθητα, χωρίς την συνείδηση ότι το κάνει, περνάει αυτόματα, σαν κοινή παράσταση, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει στα καθεαυτού βιβλιοβιβλία που ξεκινούν εξαρχής με βάση τον κύκλο του γραμμένων και το ευρύ τους περιβάλλον.
Ας επιστρέψουμε σε βιβλιοβιβλία. Ένα λίγο παλαιότερο, που ανήκει στην κατηγορία του αστυνομικού μυθιστορήματος, κυκλοφόρησε το 2005 στην γλώσσα του, τα ισπανικά, και στα ελληνικά το 2009. Ο τίτλος του δεν προδίδει την άμεση σχέση με βιβλία Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη του γεννημένου στην Αβάνα, Λεονάρδο Παδούρα (εκδόσεις Καστανιώτη, στην αγαπημένη σειρά συγγραφείς από όλο τον κόσμο που περιλαμβάνει σύγχρονους και σε αυτήν μεταφράστηκε μεταξύ άλλων και ο Σαραμάγκου). Δυο μόνο λόγια γιατί αξίζει να διαβαστεί. Ο πρωταγωνιστής στα αστυνομικά του Παδούρα, αστυνομικός Μάριο Κόντε έχοντας να εγκαταλείψει το σώμα, άνθρωπος κουρασμένος και απογοητευμένος χωρίς όμως να έχει χάσει την αξιοπρέπειά του και εντελώς την πίστη του σε ιδανικά που έχουν γενικά διαψευσθεί, βγάζει τον επιούσιο εντοπίζοντας και διαχειριζόμενος παλιά βιβλία. Κατά τύχη, πέφτει πάνω σε μια ολόκληρη βιβλιοθήκη, θησαυρό που περιέχει το σύνολο της κουβανικής βιβιοπαραγωγής. Η περιγραφή των σπάνιων και πολύτιμων βιβλίων ζωντανεύει στο μυαλό μας, και κάνει να αποκτούμε την αίσθηση ότι εμείς οι αναγνώστες τα βλέπουμε, τα πιάνουμε με τα χέρια μας και τα ανοίγουμε με θαυμαστική προσοχή για την αξία τους. Έχει περάσει από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Κούβας και τα έχει δει ο ίδιος, έχει μάθει για αυτά που γράφει και έτσι διαθλώνται άμεσα και σε εμάς. Δεν θα μπω στην πλοκή, την αναζήτηση και λύση του μυστηρίου, τους χαρακτήρες και τις διασυμπεριφορές τους. Θα σταθώ στο ότι τα αισθήματα των προσώπων εκφράζονται μέσα από τα βιβλία. Ο Κόντε θα κρατήσει και θα διαλέξει να δώσει διάφορα βιβλία. Θα χαρίσει και στην γυναίκα του, Ταμάρα, «δύο σκουρόχρωμους τόμους της έκδοσης με τα ποιήματα του Ερέδια» τυπωμένα το 1832, μια πράξη αγάπης που εκείνη θα καταλάβει ακαριαία και δεν θα αντισταθεί ούτε καν από ευγένεια, σεμνότητα ή ο,τιδήποτε άλλο. Θα δεχθεί την χειρονομία όπως ακριβώς της προσφέρεται. Τα βιβλία είναι φορείς τόσων και τόσων πραγμάτων, είναι φορείς βαθιών αισθημάτων για τα οποία είναι ικανοί και αξίζουν οι άνθρωποι.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Κρίση και εκδοτικοί οίκοι

“The Poor Poet” by Carl Spitzweg, 1837
Έχει παρατηρηθεί ότι σε περιόδους κρίσης οι Έλληνες διαβάζουν περισσότερο. 
Έτσι συνέβη στον Α΄ και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγοι οι εγγράμματοι τα χρόνια εκείνα αλλά πολλοί οι εκδοτικοί οίκοι και μεγάλη η βιβλιοπαραγωγή, μικρότερη από ό,τι σήμερα αλλά ποιοτικότερη. Εξάλλου, η έκδοση ενός βιβλίου αποτελούσε ένα μεγάλο γεγονός. 
Ο πόλεμος, η φτώχια, ο φόβος απαγόρευαν κάθε άλλου είδους ψυχαγωγίας και η μόνη ευχαρίστηση στο σπίτι ήταν η ανάγνωση ενός βιβλίου. 
Κάποιοι εκδοτικοί οίκοι άντεξαν και επιβίωσαν παρ’ όλες τις δυσκολίες, αντέχουν μέχρι σήμερα.
Ένας από αυτούς οι εκδόσεις Ίκαρος. 

Παρακολουθώντας τη συνέντευξη της ιδιοκτήτριας του εκδοτικού οίκου, Κατερίνα Καρύδη, παρατηρώ ότι στις δύσκολες εποχές οι οξυδερκείς εκδότες ξέρουν να ελίσσονται. 
Το ίδιο συνέβη και με τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, όταν το 1953 με τη δημιουργία της καλαίσθητης σειράς "Νεοελληνική Λογοτεχνία" εντάσσει στον κατάλογό της όλα τα έργα των συγγραφέων της "Γενιάς του '30" μέσω βιβλιόδετων τόμων μικρού σχήματος. Η σειρά αυτή εμπλουτίζεται μέχρι σήμερα και συνεχώς επανεκδίδονται οι τίτλοι των κλασικών πλέον κειμένων που περιλαμβάνει. 
Σήμερα οι εκδόσεις Ίκαρος τολμούν να στραφούν στην έκδοση παιδικών βιβλίων και βιβλίων ελληνικής πεζογραφίας με προοπτική την ανανέωση του κατάλογού τους.
Νέοι τίτλοι με την ίδια μοναδική τυπογραφική αισθητική των βιβλίων τους.
Να ευχηθώ καλοτάξιδα και μετά από χρόνια να μνημονεύουμε το έτος αυτό ως μια νέα αρχή.

Μακάρι η συνέντευξη να ήταν μεγαλύτερη, μακάρι να ακούγαμε περισσότερα για τον εκδοτικό οίκο και την ιστορία του.

Ανανεωμένη βρίσκω και την ιστοσελίδα των εκδόσεων Ίκαρος: http://www.ikarosbooks.gr/
Δραστήριοι και μέσω twitter: Εκδόσεις Ίκαρος ‏@IkarosBooks

Δε ξέρω αν σε αυτή την κρίση διαβάζουμε περισσότερο όπως τις άλλες δύσκολες εποχές αλλά ελπίζω να είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε τις καλές εκδόσεις, τα ποιοτικά βιβλία που θα μείνουν να στολίζουν τη βιβλιοθήκη μας... και όχι μόνο.

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Μία διαφορετική ιστορία του κόσμου


Ο αυστριακός θεωρητικός τέχνης Ernst Hans Josef Gombrich έγινε ευρύτατα γνωστός από την εισαγωγή του στην ιστορία της τέχνης, με τον τίτλο το Χρονικό της Τέχνης. Ένα βιβλίο που μοιράζεται ως σύγγραμμα σε αρκετές σχολές και που αρκετοί το διάβασαν ως ύλη σε σχετικά μαθήματα, κι εγώ ανάμεσά τους. 
Ένα βιβλίο που αξίζει να υπάρχει σε βιβλιοθήκες ανθρώπων που τα ενδιαφέροντά τους άπτονται σε τέτοιου είδους θέματα.
Ωστόσο, πριν από αυτό το βιβλίο είχε προηγηθεί η συγγραφή του βιβλίου Μικρή ιστορία του κόσμου. 
Το 1935 ο Gombrich έχοντας τελειώσει τις σπουδές του από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης, άνεργος και χωρίς καμία προοπτική για εργασία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, συνομιλώντας με έναν φίλο του εκδότη τον Walter Neurath (αργότερα ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Thames & Hudson) του πρότεινε να ρίξει μια ματιά σε ένα ιστορικό βιβλίο που προορίζονταν για παιδιά για να το μεταφράσει στα γερμανικά. Ο Gombrich δεν έμεινε καθόλου ευχαριστημένος με το βιβλίο αφού θεώρησε ότι ακόμη και εκείνος θα μπορούσε να γράψει κάτι καλύτερο.
Εκείνη την περίοδο ασχολούνταν με τη διδακτορική του διατριβή και είχε βαρεθεί να γράφει και να διαβάζει επιστημονικά κείμενα οπότε τον ενθουσίαζε η ιδέα να αφηγηθεί με απλό τρόπο, χωρίς πομπώδεις λέξεις και βιβλιογραφικές παραπομπές, γεγονότα του παρελθόντος.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε η συγγραφή της Μικρής ιστορίας του κόσμου ενός βιβλίου που δικαίως βρίσκεται στις λίστες με τα ευπώλητα και έχει μεταφραστεί σε πάνω από 18 γλώσσες. Το βιβλίο περιλαμβάνει με ένα μοναδικό τρόπο την ιστορία της ανθρωπότητας από την παλαιολιθική έως τη σύγχρονη εποχή.
Σίγουρα δεν θα ικανοποιήσει όσους επιθυμούν να διαβάσουν με επιστημονικό τρόπο, με ακριβής χρονολογίες και ονόματα την ιστορία αλλά θα συνεπάρει όσους θέλουν να κάνουν μια διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας.
Φυσικά δε λείπει η ιστορία της γραφής.
Παραθέτω λίγα λόγια για να γίνει πιο αντιληπτό το ύφος:

Μ-Π-Ο-Ρ-Ω  Ν-Α  Δ-Ι-Α-Β-Α-Ζ-Ω

Πως το κάνεις αυτό; "Μα ακόμα κι ένα παιδί της πρώτης δημοτικού ξέρει την απάντηση" θα πεις. "Συλλαβίζω τις λέξεις". Όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό; "Λοιπόν βλέπεις ότι υπάρχει ένα Μ, ένα Π, ένα Ο, ένα Ρ και ένα Ω και καταλαβαίνεις ότι γράφει "μπορώ". Και με 24 γράμματα μπορείς να γράψεις τα πάντα". Τα πάντα; Ναι, τα πάντα! Σε όλες τις γλώσσες; Λίγο πολύ ναι, αν και το λατινικό αλφάβητο έχει 26 γράμματα.
Δεν είναι εκπληκτικό αυτό; Με 24 απλά σημάδια, που το καθένα τους αποτελείται από μία ή δύο γραμμές, μπορούμε να γράψουμε οτιδήποτε - εμπνευσμένο ή ανόητο, αγαθό ή δαιμονικό. Για τους αρχαίους Αιγύπτιους όμως δεν ήταν τόσο εύκολο νε γραφούν με ιερογλυφικά. Ούτε και για τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν τη σφηνοειδή γραφή, γιατί εφευρίσκονταν ολοένα και περισσότερα νέα σημάδια, που το καθένα τους δεν αντιστοιχούσε σ' ένα γράμμα, αλλά σε μία τουλάχιστον συλλαβή. Η σκέψη όμως ότι κάθε σημάδι αντιπροσωπεύει ένα μόνο φθόγγο, και πως από 24 σημάδια μπορεί κανείς να φτιάξει όποια λέξη διανοηθεί, ήταν κάτι εντελώς καινούριο, μια πρωτάκουστη εφεύρεση που έγινε από ανθρώπους που έγραφαν πολύ. Όχι μόνο ιερά κείμενα και ύμνους, αλλά κάθε λογής γράμματα, συμβόλαια, αποδείξεις.
Οι εφευρέτες αυτοί ήταν έμποροι. Έμποροι που ταξίδευαν στα πέρατα των θαλασσών και αντάλλασσαν και εξήγαν αγαθά απ' όλο τον κόσμο σε όλον τον κόσμο. Ζούσανε πολύ κοντά στους Εβραίους, στα λιμάνια της Τύρου και της Σιδώνας, πόλεων πολύ μεγάλων και πιο ισχυρών από την Ιερουσαλήμ, που στην κίνηση και στη ζωντάνια έμοιαζαν αρκετά με τη Βαβυλώνα. Μόνο που οι Φοίνικες ήταν λιγότερο πολεμοχαρείς. Για τις κατακτήσεις τους προτιμούσαν να χρησιμοποιούν άλλα μέσα.    

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Ένα απόσπασμα...


Антон Павлович Чехов (1860-1904)
...Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
- Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν...
Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
- Για σαράντα.
- Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
- Δύο μήνες και πέντε μέρες...
- Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές.
Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
- Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
- Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
- Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα, μουρμούρισε η Ιουλία.
- Το 'χω σημειώσει!
- Καλά...
- Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
- Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε...
Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.
- Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!
Τρία... τρία, τρία.... ένα και ένα... Πάρ' τα...
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
- Ευχαριστώ, ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
- Και γιατί με ευχαριστείς;
- Για τα χρήματα.
- Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
- Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
- Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο!
 
Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

* Ά. Τσέχωφ, Διηγήματα