Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Βιβλιοενημερωτικά

Λίγες κουβέντες για την Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο τις χρωστάω γιατί τις έχω τάξει. Τρεις φορές την επισκέφτηκα, μια Κυριακή πρωί, ένα απόγευμα και ένα βροχερό βράδυ. Και τις τρεις είχε κόσμο, όχι του σκοτωμού να μην βλέπεις πού πατάς και πού βρίσκεσαι, είχε τόσο κόσμο που την έκαναν κοινωνικά ευχάριστη και την περιδιάβασή της άνετη. Και βέβαια, και τις τρεις υπέκυψα σε αγορές, άλλες τις είχα στο νου μου άλλες από πεθυμιά που γεννήθηκε επιτόπου. Δεν ήταν όλα βιβλιοβιβλία όπως της προηγούμενης ανάρτησης (εκεί, το ψάρεψα). Ανάμεσα στην ψαριά και οι εκδοτικοί κατάλογοι, υλικό επίσης προσφορότατο για ξεμυάλισμα. Λάφυρα που έφερα στην φωλιά μου, ξεφύλλισα αργά το βράδυ, γύρισα μπρος πίσω, διάβασα διάσπαρτες αράδες σαν προθέρμανση, έφτιαξα υποθετική σειρά ανάγνωσης γιατί είναι σίγουρο ότι δεν θα την κρατήσω. Διαδικασία που επιταχύνει την υπάρχουσα ανάγνωση, με το σκεπτικό ότι θα ακολουθήσει μια νέα με υψηλές προσδοκίες για το ταξίδι μέσα στις σελίδες. Ταξίδι που δεν προδίδει τον αναγνώστη ακόμα και αν δεν συμφωνεί και αν δυσκολεύεται και συχνοσκοντάφτει. Δεν πληγώνει όπως το κάνουν αναμεταξύ τους οι άνθρωποι. Γνωστοί εκδοτικοί οίκοι δεν εμφανίστηκαν, άλλοι παρέμειναν σταθεροί παρά την κατάσταση, άλλοι διάλεξαν να δώσουν το αγωνιστικό τους παρόν. Οι άνθρωποι πίσω από τους πάγκους δυναμικά φιλικοί, το ίδιο και οι τιμές. Χαμήλωναν ευκολότερα από προηγούμενες φορές που ήταν σταθερές και αμετακίνητες. Κέρδος για τον αναγνώστη καταναλωτή που πια, όμως τι ειρωνεία, και να θέλει (που πάντα θέλει) δεν έχει! Ο κόσμος μπορεί να μην φορτωνόταν τυπωμένους όγκους, πάντως όλο και ένα χιλιοκοσκινισμένο κατιτί επέτρεπε στον εαυτό του και στα παιδιά του.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2012 έγιναν τα εγκαίνια της έκθεσης «Η τέχνη της βιβλιοδεσίας από το Βυζάντιο στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία», στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Πολλοί είναι οι συντελεστές της προσπάθειας μαζί με το ΒΧΜ, το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και η Ελληνική Εταιρεία Βιβλιοδεσίας και με την υποστήριξη (ευγενική και καθοριστική) του Ιδρύματος Ωνάση, του Κέντρου Συντήρησης του Βιβλίου, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων «Πολιτισμός» και «Στουδίτης», χορηγών επικοινωνίας και άλλων. Βιβλιοδεσία, τέχνη και τεχνική δύσκολη. Απαιτεί ακρίβεια στα μετρήματα και τα κοψίματα που δεν επιδέχονται πολλά περιθώρια διορθώσεων σε παραδρομές και περιπτώσεις λάθους. Συνομιλεί με το περιεχόμενο, το στολίζει και το αναδεικνύει, το ντύνει με μοναδικές φορεσιές-πανοπλίες εναντίον του πανδαμάτορα. Τέχνη των χεριών, έκφραση μοναδικότητας. Η βραδιά ήταν γλυκιά, το φεγγάρι καινούργιο, ο κόσμος καλοδιάθετος μαζεμένος ένα γύρω από το ζευγάρι των κυπαρισσιών που μάλλον θα είχαν συναντηθεί στα νιάτα τους με την δούκισσα της Πλακεντίας. Η βουή της λεωφόρου Β. Σοφίας δεν έφτανε στον κήπο του ΒΧΜ, κάπως απόκοσμο σε έναν άλλο χρόνο κουρδισμένο. Μετά τα καθιερωμένα εναρκτήρια, ενημερωτικά και ευχαριστήρια λόγια, οι προσκεκλημένοι επισκέπτες ανέβηκαν τα σκαλιά του κεντρικού κτηρίου. Η θέα της νύχτας από εκεί είχε αλλιώτικη όψη. Τα εκθέματα χρονολογούνται από τον 11ο αιώνα έως και τον 19ο. Οι τόποι καταγωγής τους ποικίλλουν: από τα Βαλκάνια, την Μικρά Ασία, την Ανατολική Μεσόγειο και την Δύση. Το θρησκευτικό βιβλίο, οι βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί κώδικες, στο επίκεντρο ως αντικείμενο που δένει, προφυλάσσει, διατηρεί το περιεχόμενο μα συγχρόνως μιλάει για το πνεύμα της εποχής του. Δείγματα βιβλιοδετικής τεχνικής από σταθμούς στην πορεία της βιβλιοδεσίας. Λαμπερά χρυσοδεμένα, ασημοδεμένα μαζί με τα σκοτεινά μοναστηριακά δεσίματα με τα σοβαρά κλείστρα που τα κουμπώνουν. Σύγχρονες εικαστικές βιβλιοδετικές προτάσεις Ελλήνων και ξένων εργαστηρίων. Εμπνεύσεις από όλα τα σημεία της γης, κοντινά και μακρινά. Τα υλικά στο απόγειό τους στην υπηρεσία του ωραίου αποτελέσματος και της προστασίας εναντίον των φθορών του χρόνου και της χρήσης. Επιτοίχια κείμενα και οπτικοακουστικό υλικό υποστηρίζουν την έκθεση που χαρακτηρίζεται από καλαισθησία, διακριτική και ξεκάθαρη παρουσίαση των τεκμηρίων. Έχετε όλο τον χρόνο για να την επισκεφθείτε. Θα είναι ανοικτή έως τις 13 Ιανουαρίου 2013.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Μεσημεράκι Σαββάτου, ο ήλιος σπρώχνεται με τα σύννεφα καθυστερώντας την πρώτη σταγόνα της βροχής στην Αθήνα. Τελικά, κατέφτασε την Κυριακή αφού προηγήθηκε αλλού. Βολτίτσες έξω με περιμένουν μα με περιμένουν και οι δικές μας Βολτίτσες. Δεν είναι πρέπον και ευγενικό να κοιτάς επίμονα και διερευνητικά τους ανθρώπους, να «καρφώνεσαι». Τα βλέμματα πρέπει να είναι προσεκτικά όταν συναντιόνται με άλλα βλέμματα. Μετρημένα, όχι αδιάφορα ή προκλητικά. Να μην φαίνεται πως ψαχουλεύουν, πως εισχωρούν. Στον δρόμο, καθημερινά, διασταυρώνονται αμέτρητα βλέμματα. Αστραπιαίες φευγαλαίες σταθμίσεις. Είναι φορές που ξεχνιέμαι και ξεφεύγω από αυτό το πλαίσιο, επιμένω. Θέλω να δω παραμέσα, θα ήθελα να μάθω την ιστορία του ανθρώπου. Και, τότε είναι που του φτιάχνω μια εκδοχή ιστορίας που έχουν και λεπτομέρειες και διαλόγους και εμπλέκουν πολλά πρόσωπα. Και είναι αλήθεια πως θα ήθελα να ξέρω όλες τις ιστορίες των ανθρώπων, όλου του κόσμου, τις παλιές και τις καινούργιες, τα γεγονότα και τις φαντασιές, τα δεδομένα και τα προσδοκώμενα, τις χαρές και τις λύπες, τις κανονικές και τις αλλιώτικες, παράξενες. Ένα ιστοριοκυνηγητό. Εδώ μπαίνει και η βιβλιοθηρία.
 Ένα από τα βιβλία μόλις έπεσε από το ράφι είναι ο τίτλος του μικρού βιβλίου διηγημάτων με τις ιστορίες 15 ανθρώπων του Γιάννη Σουλιώτη (εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη, 2011,108 σ.). Σαφώς ένα βιβλιοβιβλίο και από τον τίτλο του και μόνο. Τον συγγραφέα παρακινεί και εμπνέει μια είδηση που διαβάζει στην εφημερίδα. Υπάρχει, λέει, ένας νέος άνδρας που έχει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 30 εναλλασσόμενες προσωπικότητες που είναι σαν «βιβλία που πέφτουν από το ράφι». Αυτός ο τριανταπρόσωπος άνδρας τον έκανε να σκεφτεί τα «πολλαπλά πρόσωπα που κρύβει ο καθένας μας μέσα του». Τα διηγήματα κλείνουν με τα πρόσωπα των ιστοριών να σκέφτονται, να ψιθυρίζουν, να μονολογούν, να δηλώνουν, να κλαίνε, να κραυγάζουν, να φαντάζονται πως ένα βιβλίο μόλις έπεσε από το ράφι. Έχουν βγάλει τα σώψυχά τους, τα πονεμένα, τα επιθετικά, τα βιαία, τα ρομαντικά που στραβώνουν, τα ανεκπλήρωτα. Ο ήχος από το βιβλίο που πέφτει κάπου απροσδιόριστα τους βάζει σε άλλη διάθεση, βγαίνουν από την οδυνηρή μνήμη. Βιβλία κυκλοφορούν στα διηγήματα με διάφορους τρόπους. Του μικρού Έρικ του αρέσουν τα βιβλία όταν μεγαλώσει ονειρεύεται να εργαστεί σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με χιλιάδες βιβλία, το σπίτι του δεν έχει βιβλία. Ο αλμπίνος Ακίντα σπρώχνει με το πόδι του και ξεφυλλίζει ένα βιβλίο. Ο Μαξ είναι ένας τριαντάρης βιβλιοθηκάριος. Η Ντάνα άπλωσε το χέρι της και μάζεψε το βιβλίο. Για τον Στηβ ονειρεύονται παιχνίδια, ωραία ρούχα, βιβλία «με ζωγραφιές και χρώματα πολλά… κα μετά… βιβλία με γράμματα… παραμύθια… μυθιστορήματα… εγκυκλοπαίδειες!...» ένα δωμάτιο γεμάτο βιβλία. Ιστορίες των ανθρώπων μέσα σε βιβλία, σαν βιβλία. Παίζει έως τις 23 Σεπτεμβρίου (και εγώ που νόμιζα ότι κλείνει την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου) και το 41 φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο με περισσότερα από 120 περίπτερα και καλύτερες από τα παλιά τιμές. Ευκαιρία για βιβλιοβολτίτσα το λοιπόν! Να πάω κιόλας να μαζέψω καμιά εντύπωση…

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Helene Schjerfbeck (Έλεν Σέρφμπεκ)

Όπως το είχα υποσχεθεί, χωρίς πολλά λόγια, μια φωτογραφία της ζωγράφου Helene Schjerfbeck μέσα στο ασφυκτικό της μαύρο φόρεμα ορθωμένο μέχρι το πηγούνι, την μέση σφιχτά περιγραμμένη με ζώνη, τα μαλλιά πιασμένα σε αυστηρό κότσο. Ματιά που αναστατώνει. Και μια αυτοπροσωπογραφία της.

Σχετικά με την έκθεση στο http://www.ateneum.fi/en/helene-schjerfbeck

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Ζωγραφικές απεικονίσεις βιβλίων από τον Βορά

Το έργο της ζωής της ξεπερνά τις 1.000 ζωγραφιές. 300 από αυτές εκτίθενται στο μουσείο με το όνομα Ateneum (Ατενέουμ) στο Ελσίνκι, πρωτεύουσα της Φιλανδίας, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 150 χρόνων από την γέννησή της. Σημαντική και ευρέως αναγνωρισμένη στις χώρες του Βορά η Helene Schjerfbeck (Έλεν Σέρφμπεκ) άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής σε ηλικία 11 ετών. Έζησε από το 1862 έως το 1946 στην Φιλανδία, την Γαλλία και το Παρίσι, την Βρετάνη και την Ιταλία. Αληθινά καλλιτεχνικό πνεύμα αναζητούσε νέες εκφράσεις και ανανέωνε αδιάκοπα τις ζωγραφικές της διατυπώσεις. Έμαθε την τέχνη της λιθογραφίας στα 75 της. Μοντέλα της ήταν οι άνθρωποι γύρω της και η ίδια καθώς έκανε πολλές αυτοπροσωπογραφίες. Η ανθρωπιά, η οικειότητα, τα δυνατά συναισθήματα την χαρακτηρίζουν, αποτυπώνοντας την αδιαπραγμάτευτη επιθυμία της να επικεντρώνεται στην ουσία των πραγμάτων. Πίνακας του Πίνακας του 1888, το παιδί που αναρρώνει. Αναμαλλιασμένο από την κατάκλιση, κάθεται σε μια ψάθινη πολυθρόνα. Τα μάγουλά του ακόμα κόκκινα από τον πυρετό. Το βλέμμα του αφηρημένο, απλανές, χωρίς σκέψη. Μηχανικά τα χέρια του παίζουν με την κούπα και το λουλούδι-πρόκληση «έλα, γίνε καλά, βγες έξω, είναι Άνοιξη πια!». Στην πλάτη του, το λευκό μαξιλάρι του κρεβατιού του. Το σώμα του είναι τυλιγμένο με το επίσης άσπρο σεντόνι. Τα λευκά τονίζονται από το φώς που μπαίνει από το παράθυρο. Στον δρόμο της ίασης, σηκώνεται ίσως για πρώτη φορά. Τα μαθήματά του, κλειστά στην άκρια του τραπεζιού. Δε του ζητάνε να μελετήσει. Δεν είναι ακόμα καλά, είναι σε μετάβαση. Στον τοίχο, η βιβλιοθήκη. Μοιάζει να καλύπτει μεγάλο μέρος εκείνης της πλευράς. Μεγάλα, χοντρά βιβλία στέκονται στα ράφια. Δερματόδετα, περιποιημένα στο πάνω ράφι, χρησιμοποιημένα με φθαρμένες ετικέτες στο ράφι που βρίσκεται στο ύψος του τραπεζιού και κάτω κάτω το πιο μεγάλα σε μέγεθος. .
«Κορίτσια που διαβάζουν», είναι ο τίτλος του πίνακα, του 1907. Τρία χρώματα κυριαρχούν: το λευκό, το μαύρο και ένα γκριγάλαζο. Αυτήν την χρωματική τριλογία διακόπτει η πλατιά καφετιά κορνίζα του πίνακα στον τοίχο. Μια τρίτη γυναικεία μορφή, περασμένης γενιάς. Σχεδόν ακούγεται η σιωπή της ανάγνωσης. Τα κορίτσια καθιστά με ίσια την πλάτη είναι βαθιά απορροφημένα. Το βλέμμα τους προσηλωμένο, τα μάτια χαμηλωμένα προς το βιβλίο που κρατούν σταθερά με τα δυο χέρια, η μια στην ποδιά της, ή άλλη το πλησιάζει στην ματιά της. Επικοινωνούν πέρα από τα λόγια, μέσα από την κοινή ενέργεια της ανάγνωσης, είναι σε συντροφιά διατηρώντας ανεξαρτησία στοχασμών και αισθημάτων.Η ζωγράφος έχει φύγει από την ακαδημαϊκή τεχνοτροπία που κατέχει αποδεδειγμένα τόσο καλά και έχει περάσει στον μοντερνισμό. Τα σχήματα είναι χαλαρά, τα περιγράμματα χωρίς την σκληρότητα των σκληρών ορίων. Οι λεπτομέρειες λείπουν, όλη η έμφαση συγκεντρώνεται στο κυρίως θέμα. Και το αποτέλεσμα είναι πλήρες. Δεν μπορώ να το αρνηθώ πως δεν ένιωσα συγκίνηση βλέποντας τις μορφές των αγγέλων εμπνευσμένων από τον El Greco. Πίνακας της Helene Schjerfbeck του 1928. Διαβάζω ότι επηρεάστηκε από αυτόν και ότι τον γνώρισε μέσα από βιβλία τέχνης, τυπωμένα μαυρόασπρα, τόσο μπορούσε η τυπογραφική. Άρα δεν είδε τους πίνακες όπως πραγματικά ήταν, με τα αυτούσια, πρωτότυπα χρώματα. Και, όμως, είχαν την δύναμη να την βάλουν σε διάλογο με τις άυλες μορφές του Θεοτοκόπουλου. Ανοιγμένα φύλλα με τα λόγια των ύμνων στα απλωμένα χέρια των αγγέλων. Πίνακες που μπήκαν σε λεύκωμα, ταξίδεψαν και στην συνέχεια, οδήγησαν στην δημιουργία άλλων. Το βιβλίο φορέας ζωγραφικής έμπνευσης. Μου αρέσει αυτή η σκέψη, το βιβλίο μαζί με ιδέες και νοερές εικόνες, μεταφέρει και πραγματικές εικόνες, έργα τέχνης, πίνακες, γλυπτά, φωτογραφίες.
Αύριο θα αναρτήσουμε την φωτογραφία της και μια αυτοπροσωπογραφία της Helene Schjerfbeck, έτσι για να μείνετε λίγο με την περιέργεια… Καλή εβδομάδα σε όλους!

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Η ανάγνωση εντείνεται

Ο καιρός κυλάει. Ακάθεκτα. Η γνωστή και καθόλου άγνωστη πια γενική κατάσταση δεν αλλάζει. Βρήκε πόρτες και περάσματα αφύλακτα, μπήκε και επιμένει. Κατάλληλη, λοιπόν, συνθήκη διαβάσματος, κατάκτησης λέξεων, στοχασμών και αναστοχασμών. Επανακάμπτω με ένα νέο βιβλιοβιβλίο «σαν να μην πέρασε μια μέρα», αν και πέρασαν τόσες και τόσες από την τελευταία ανάρτηση. Ήδη ο τίτλος του βιβλίου αυτόματα το περιλαμβάνει στην κατηγορία των βιβλιοβιβλίων. Το μυθιστόρημα τιτλοφορείται Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου
του Δημήτρη Φύσσα (βιβλιοπωλείον της Εσίας, 2012, 175 σ., σειρά: Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία, αρ. 176). Η σύλληψη του επαγγελματία αναγνώστη/αναγνώστριας δεν μας είναι άγνωστη από άλλες λογοτεχνίες (το ξέρουν οι Βολτιτσες!), μάλλον, όμως, είναι η πρώτη φορά που εισάγεται στο ελληνικό πεζό. Η Βάλια χωρίς ιδιαίτερη σχέση με τα βιβλία και με ασήμαντο αναγνωστικό παρελθόν δέχεται να διαβάζει σε μια τυφλή μεσήλικη γυναίκα των βορείων προαστίων. Διαβάζοντας μεγαλόφωνα ανακαλύπτει την χαρά της ανάγνωσης. Εκπαιδεύεται, συγχρόνως, στην τέχνη της συζήτησης, της ανταλλαγής ιδεών, και της κριτικής προσέγγισης. Εισάγεται σε έναν νέον για αυτήν τρόπο ζωής. Διαβάζει Έλληνες και ξένους συγγραφείς, πρωί απόγευμα, Δευτέρα έως και Παρασκευή. Τα Σαββατοκύριακα όχι. Τις δυο τελευταίες ημέρες της εβδομάδας απομακρύνεται από την Βίλα Νούφαρο. Κινούμενη από περιέργεια, αν και της έχει απαγορευτεί ως όρος απαράβατος να πλησιάσει την Βίλα, εντέλει λύνει το μυστήριο και μπλέκεται σε αυτό. Ο Αναγνώστης του Σαββατοκύριακου είναι ένας πολύ απρόθυμος αναγνώστης. Να μην μαρτυρήσω τις ανατροπές και εκπλήξεις για να το διαβάσετε με προσμονή. Η διήγηση διακόπτεται από αποσπάσματα των επιλεγμένων προς ανάγνωση τίτλων. Φωνές των συγγραφέων ακούγονται, μια εισαγωγή στο ύφος του καθένα από αυτούς. Η φωνή του αφηγητή είναι η πιο δυνατή μέσα στο βιβλίο. Κάνει δικούς της αυτόνομους συλλογισμούς, επιχειρηματολογεί προς διάφορες κατευθύνσεις χωρίς να δίνει ώθηση στην πλοκή ή στην κατασκευή των χαρακτήρων και εντέλει, επισκιάζει τα πρόσωπα που χτίζει ο συγγραφέας. Θέλοντας να είναι παρόν, ανταγωνίζεται τα ίδια τα πλάσματά του. Νομίζω ότι αν για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούσα να διαβάσω (απόλυτη καταδίκη που ούτε να φανταστώ δεν θέλω) δεν θα επιθυμούσα να μου διαβάζουν γνωστά κείμενα, εκείνα που θα γνώριζα ήδη. Θα προτιμούσα να γνωρίσω νέα, σύγχρονα, την τρέχουσα παραγωγή. Ίσως μερικές φορές να ήθελα να επιβεβαιώσω, να θυμηθώ καλύτερα ένα αγαπημένο που γλιστρούσε από την μνήμη μου και πήγαινε να μου ξεφύγει. Τα νέα κείμενα θα με έδεναν με το παρόν και την ζωή. Τα κλασικά θα ήταν μια επανάληψη και μια προσκόλληση.
Άσχετο μπορεί να φανεί σε πρώτο επίπεδο αλλά ευκαιρία βρίσκω να μιλήσω για μικρούς ανάπηρους αναγνώστες, παιδιά με προβλήματα όρασης που χρησιμοποιούν το σύστημα μπράιγ για παράδειγμα. Όταν εισάγονται στον κόσμο της ανάγνωσης, έναν κόσμο που θα τους ανοίξει ορίζοντες μεγάλης αξίας για το μέλλον τους, αισθάνονται μειονεκτική αδυναμία, αβεβαιότητα αν τα καταφέρνουν καλά, αν τονίζουν σωστά. Πάνε και έρχονται στα κείμενα φτιαγμένα με τις διάτρητες φουσκάλες που διαβάζουν με τις άκρες των δακτύλων τους ώσπου να επιτύχουν μια ρέουσα ανάγνωση. Χρειάζονται άλλου είδους προσπάθεια, υπομονή και επιμονή. Δυσκολεύονται και ντρέπονται. Λύση σε αυτό το θέμα προσφέρουν, λιγοστές είναι αλήθεια στον κόσμο, βιβλιοθήκες που έχουν ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά να κάθονται σχεδόν ακίνητα και να ακούνε παιδικές φωνές να τους διαβάζουν. Μικρού και μεσαίου μεγέθους, τρυφερά και απαλά μαλλιαρά δεν δυσανασχετούν με τα λάθη, δεν μαλώνουν. Αντίθετα κουνάνε την ουρά τους, βγάζουν ενθαρρυντικούς ήχους, προσφέρονται για χάδια. Έτσι, τα παιδιά ξεπερνούν τις αναστολές τους, λύονται τα δακτυλάκια και η ανάγνωσή τους. Από την πλευρά μου είμαι πολύ ευχαριστημένη με τα διαβάσματα του Αυγούστου, μήνα διακοπών βέβαια αλλά όπως και να το κάνουμε αν δεν ξεδώσεις και διαβαστικά, αν δεν πάρεις μεγάλη, χορταστική δόση, πότε θα το κάνεις, εεεε; Μεγάλη ευκαιρία να βάλεις σε σειρά (όχι ότι μπαίνουν εντελώς) τα καθυστερούμενα, έτσι για να θέσεις το αναγνωστικό σου πρόγραμμα υπό κάποιο έλεγχο