Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Τα παλιά συρτάρια


Με αφορμή προηγούμενης ανάρτησης με ένα άρθρο του Κ. Ουράνη, έφτασα - με την πολύτιμη βοήθεια του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου στο βιβλίο Αποχρώσεις. Εκεί λοιπόν, κάπως άτσαλα θαρρώ, συγκεντρώνονται τα αρθράκια που είχε δημοσιεύσει. Νιώθω τυχερή που εντόπισα το βιβλίο στα ράφια της βιβλιοθήκης, μιας που έχει από καιρό εξαντληθεί. Ψάχνοντας – για τι άλλο – τα άρθρα του που αναφέρονται, σχολιάζουν και δίνουν πληροφορίες για τη βιβλιοπαραγωγή της εποχής του, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο που μου θύμισε την οδύνη και την ηδονή των αναμνήσεων που φυλάσσονται-στοιβάζονται στα προσωπικά μας αρχεία. Το μοιράζομαι:  

«Μη βάζετε ποτέ σε τάξη τα παλιά συρτάρια, όπου κείτονται παλιά χαρτιά, σωρευμένα από χρόνια! Μην τ’ αγγίζετε! Κοιμάται, μέσα κει, μια βασκανία που μπορεί να σας είναι θανάσιμη.
Τα παλιά συρτάρια είναι σαν τα παλιά μπουκάλια, τα ξεχασμένα σ’ άχρηστα κι αραχνιασμένα ράφια, τα μισογεμάτα θολά και γλοιώδη υγρά με μυστηριώδη χρώματα – που δε θυμάστε πια αν είταν αρώματα ή δηλητήρια. Ναι, δεν πρέπει να τ’ αγγίζετε…
Νομίζετε πως κλείνουν πράγματα που σας ανήκουν, που αποτελούν μέρος του εαυτού σας. Τι πλάνη! Τα πράγματα αυτά όχι μόνο σας είναι ξένα, αλλά σχεδόν πάντα κ’ εχθρικά. Ναι, υπήρξαν κάποτε χρόνια σας και στιγμές σας, περιστατικά και πράξεις σας, αλλά που τ’ αφήσατε… Κ’ εκείνα έμειναν, ενώ εσείς τα προσπεράσατε και γι’ αυτό, φυλακισμένα, ξεχασμένα σας κρατούν κακία και μηρυκάζουν εκδίκηση.
Κάτω από το σωρό τους είναι κουλουριασμένες, σα φίδια κάτω από πέτρες, παλιές τύψεις έτοιμες να δαγκάσουν κ’ οι παλιές ευτυχίες θα τριφτούν στα χέρια σας σαν ξερά φύλλα χωρίς άρωμα. Κανένα ιερογλυφικό δε θα σας φανεί πιο μυστηριώδες από τη βιαστική σημείωση που θα πέσει στα μάτια σας – τη γραμμένη ωστόσο κάποτε από το ίδιο σας το χέρι. Και, βλέποντας να χαμογελάει ακόμα σε μια φωτογραφία μια γυναίκα που είταν κάποτε δική σας και πια δεν είναι, που έμεινε ωραία, ενώ εσείς γεράσατε, θα νιώσετε να σας πληγώνει το χαμόγελο αυτό σαν πρόκληση και σαν ειρωνεία…
Ω, ναι! Αφήστε τα όπως είναι τα παλιά συρτάρια, τα γεμάτα παλιά, ξεθωριασμένα χαρτιά… Ένας άλλος, ένας ξένος, θα ‘βρισκε μέσα κει, ζωντανή, μια ολόκληρη ζωή – τη ζωή σας. Ο ίδιος όμως εσείς δε θα βρείτε παρά σκόνη και λήθη και θλίψη θανάτου – ενός θανάτου απείρως παγερότερου από το φυσικό θάνατο. Γιατί θα δείτε νεκρό στη ζωή ακόμα τον εαυτό σας, την ψυχή σας, την ιστορία της ψυχής σας – κι όλα τα περασμένα σαν να μην είναι τίποτ’ άλλο από ένας σωρός άχρηστα και ακατανόητα και σε σας τον ίδιο χαρτιά…»  

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Μυθ-ιστορία




Τις προάλλες άκουσα μια ιστορία που είχα σχεδόν ξεχάσει.

Λέγεται πως ο Κ. Θ. Δημαράς (1904-1992) είχε στη βιβλιοθήκη του ένα πολύ σπάνιο βιβλίο των αρχών του 19ού αιώνα (τι να απέγινε η βιβλιοθήκη του, αν κάποιος ξέρει ας μου δώσει τα φώτα του). Κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια του ένα δεύτερο αντίτυπο του βιβλίο το οποίο είχε στη σελίδα τίτλου ένα μπλε σημάδι.
Ήταν η σφραγίδα της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Μια μέρα που κατέβαινε στο κέντρο της πόλης πήρε μαζί το βιβλίο με σκοπό να το αφήσει εκεί όπου και άνηκε. Ανέβηκε τις σκάλες του επιβλητικού κτιρίου και πέρασε τη ξύλινη πόρτα με σκοπό να κάνει πράξη τη σκέψη του.
Εκεί τον περίμενε ένας υπάλληλος στον οποίο είπε ότι θέλει να αφήσει ένα βιβλίο και του απάντησε ότι πρέπει να πάει στο ειδικό τμήμα. Είπε το ίδιο και στον επόμενο υπάλληλο, ο οποίος όμως του απάντησε ότι έπρεπε να είχε φέρει δύο αντίτυπα από αυτό το βιβλίο.
Έτσι είθισται βλέπετε, ο καθένας που εκδίδει ένα βιβλίο πρέπει βάσει νόμου να αφήνει δύο αντίτυπα στην Εθνική Βιβλιοθήκη.
Μη ρωτήσετε αν υπάρχουν εκεί δύο αντίτυπα από όσα βιβλία έχουν εκδοθεί. 
Αυτό το βιβλίο, πάντως, που ήθελε να αφήσει ο Δημαράς μάλλον δεν υπάρχει γιατί το πήρε και έφυγε και αναρωτιέμαι αν ανέβηκε ξανά τις μαρμάρινες σκάλες.

Αλήθεια πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να γίνει αντιληπτή η αξία της Εθνικής Βιβλιοθήκης, της όποιας βιβλιοθήκης – ποια εικόνα άραγε να σχηματίζεται στη σκέψη στο άκουσμα της λέξης «αξία»;
Αλήθεια πόσα χρόνια πρέπει να περάσουν για να καταλάβουμε τι χρειάζεται αυτή η χώρα, αυτός ο κόσμος.
Αλήθεια τι, πότε, ποιοι;

Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ… 
Καληνύχτα Κεμάλ...

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Ένα παλιό τυπογραφείο


Νιώθω ότι γεμίσαμε αράχνες – τουλάχιστον όχι στο μυαλό – θέλω να πιστεύω.
Μερικές λέξεις με παρακίνησαν να τραβήξω από τη στοίβα των αναβαλλόμενων αναρτήσεων ένα βιβλίο.
Ένα βιβλίο γεμάτο βιβλιοιστορίες που μου έμαθαν και με διασκέδασαν, άλλος ένας καλός φίλος που θέλω να έχω μαζί στα ταξίδια μου.

Η ιστορία ενός τυπογραφείου έχει να αφηγηθεί την ιστορία όλων των βιβλίων που τυπώθηκαν στα μηχανήματά του αλλά κυρίως των ανθρώπων που κρύβονται πίσω από τις χάρτινες σελίδες: συγγραφέων, επιμελητών, μεταφραστών, εκδοτών, καλλιτεχνών και τόσων άλλων.
Το τυπογραφείο των αδελφών Ταρουσόπουλου λειτούργησε για περισσότερο από έναν αιώνα τυπώνοντας βιβλία ανυπόμονων συγγραφέων και ξυλογραφίες υπομονετικών χαρακτών. 
Πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι συνεργάζονταν με σκοπό τη δημιουργία ενός καλαίσθητου βιβλίου κάτω από συνθήκες εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές.
Οι τυπογράφοι δε δεν φημίζονταν για τη μακροβιότητα τους καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν τη φλεβίτιδα από την ορθοστασία καθώς και τον καρκίνο του στομάχου από την εισπνοή αντιμονίου και μολύβδου. 
Για τέτοιες συνθήκες μιλάμε.
Ξεπερνώντας τις δυσκολίες και κυνηγώντας το χρόνο – τις περισσότερες φορές πιο αργά από ό,τι θα ήθελαν συγγραφείς σαν τον Σεφέρη που βιάζονταν να δουν τα βιβλία τους στα χέρια των αναγνωστών – εκατοντάδες τίτλοι τυπώθηκαν αναδεικνύοντας το μεράκι των Ταρουσόπουλων και τον πλούτο του τυπογραφικού υλικού που διέθεταν. Υπήρχαν στο τυπογραφείο τους, λέγεται, 2.200 είδη τυπογραφικών στοιχείων που έφθαναν σε συνολικό βάρος τους 18 τόνους.  
Ο τυπογράφος είναι ένας μάστορας που πρωτίστως τον ενδιαφέρει η εικόνα και συχνά έρχονταν σε ρήξη με τους συγγραφείς. Με πικρία αλλά και με δόση χιούμορ αναφέρει ο Σεφέρης στις Μέρες του τις αλλαγές που πρότεινε ο τυπογράφος στο κείμενο για να διευκολύνει το έργο του: 
«Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε τούτο το στοίχο που περισσεύει;». 

Αφορμή για τον ανάγνωση του βιβλίου του Κάσδαγλη ήταν το αφιέρωμα που πραγματοποίησε το ΜΙΕΤ στο βιβλιοπωλείο του για το τυπογραφείο των αδελφών Ταρουσόπουλου. 
Δε ξέρω αν η έκθεση υπάρχει ακόμα, εξάλλου εκθέσεις που αντιμετωπίζουν το βιβλίο σαν μουσειακό αντικείμενο και το φυλακίζουν μέσα σε βιτρίνες επιτρέποντας την οπτική επαφή μόνο δύο σελίδων, δεν είναι του γούστου μου. Σίγουρα όμως τα βιβλία που τυπώθηκαν μέχρι το 1969, έτος που έπαψε να λειτουργεί το τυπογραφείο, υπάρχουν στις βιβλιοθήκες περιμένοντας ακόμα αναγνώστες και βιβλιόφιλους.