Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Βιβλιοθήκη Παρασκευή Ζούλια


Τέτοιες προσπάθειες συγκινούν τις Βολτίτσες και το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προωθήσουμε τέτοιου είδους ενέργειες και να συνεισφέρουμε.

Λόγος για την προσπάθεια δημιουργίας βιβλιοθήκης στη μνήμη της Παρασκευής Ζούλια. Η Παρασκευή Ζούλια είναι ένα από τα τρία θύματα της εμπρηστικής επίθεσης αγνώστων κατά των εργαζομένων της Marfin-Egnatia τράπεζας, στις 5 Μαΐου 2010.
Εξαιτίας της μεγάλης της αγάπης για το βιβλίο και τη Μήλο, οι συγγενείς και φίλοι της αποφάσισαν να βοηθήσουν το ΕΠΑ.Λ Μήλου και την τοπική κοινότητα να εμπλουτίσει τη νεόκτιστη βιβλιοθήκη που στεγάζεται στο νεόκτιστο κτίριο του σχολείου στη μνήμη της Παρασκευής.
Σκοπός είναι να δημιουργηθεί μια λογοτεχνική δανειστική βιβλιοθήκη, όπου κάτοικοι και επισκέπτες του νησιού θα έχουν πρόσβαση στο υλικό της.
Όποιος μπορεί και επιθυμεί να βοηθήσει είτε με αποστολή βιβλίων στη διεύθυνση της δανειστικής βιβλιοθήκης (Μήλος 84800) είτε με οικονομική συμμετοχή (λογ/σμός Εμπορική Τράπεζα 87657680 - IBAN: GR6601200340000000087657680) ή κατόπιν συνεννόησης στα τηλ. 22870-21888 ή fax: 22870-21888 ή email: mail@lyk-milou.kyk.sch.gr.

Με σκοπό την προώθηση της ιδέας αυτής δημιουργήθηκε μπλογκ, στο οποίο περιλαμβάνονται περισσότερες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ιδέα καθώς και λίστες με τα βιβλία που θα αγοραστούν.
Οι προσφορές σε βιβλία και σε χρήματα θα αναρτώνται στο συγκεκριμένο μπλογκ.

Έστω και με την αποστολή ενός βιβλίου μπορούμε να ενισχύσουμε τη συγκινητική αυτή προσπάθεια.

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Μπάρτλεμπυ και Σία

Αν και το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ανταποκρίνεται στο γιορτινό (?) κλίμα των ημερών, κάθε άλλο μάλιστα, αποφασίζω να μιλήσω γι' αυτό κυρίως επειδή το χρωστώ στην Κατερίνα, χάρις στην οποία έμαθα την ύπαρξή του.
Πρόκειται για το βιβλίο του Ισπανού συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας με τίτλο "Μπάρτλεμπυ και Σία".
Ο πολυγραφότατος συγγραφέας μου ήταν γνωστός με το βιβλίο "Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ", βιβλίο που παρόλο ότι καιρό ξεφύλλιζα στα βιβλιοπωλεία ποτέ δεν αγόρασα. Μάλλον θα έφταιγε το άγριο βλέμμα του συγγραφέα στα αφτιά του εξωφύλλου.
Μαζί με το βλέμμα στη φωτογραφία του κράτησα και μερικά λόγια του που είχα διαβάσει σε μια παλαιότερη συνέντευξή του και με την ευκαιρία της ανάρτησης τα ξαναθυμάμαι:
"Συχνά υποχρεώθηκα ν’ απαντήσω στην ερώτηση: «γιατί γράφετε;».
Στην αρχή, όταν ήμουν πολύ νέος και συνεσταλμένος, επαναλάμβανα την σύντομη απάντηση που έδινε ο Αντρέ Ζιντ, κι έλεγα: «γράφω για να με διαβάζουν».Αν πράγματι αληθεύει ότι γράφω για να με διαβάζουν, με τον καιρό έμαθα να συμπληρώνω την απάντησή μου. Σήμερα, όταν μου θέτουν αυτή την ανεκδιήγητη ερώτηση, εξηγώ ότι έγινα συγγραφέας, επειδή 1ον) ήθελα να είμαι ελεύθερος, δεν είχα διάθεση να πηγαίνω κάθε μέρα σ΄ένα γραφείο, και 2ον) διότι είχα δει τον Μαστρογιάννι στη Νύχτα του Αντονιόνι. Στην ταινία αυτή –που προβλήθηκε στην Βαρκελώνη ότι ήμουν δεκαέξι ετών-, ο Μαστρογιάννι ήταν συγγραφέας και είχε μία υπέροχη γυναίκα (που δεν ήταν άλλη από την Ζαν Μορώ). Αυτά ήταν τα δύο πράγματα στα οποία απέβλεπα περισσότερο: να είμαι και να έχω".

Καιρό, λοιπόν, ήθελα να διαβάσω κάτι από αυτόν τον συγγραφέα και όταν έμαθα για το συγκεκριμένο βιβλίο έσπευσα να το παραγγείλω.
Όπως αναφέρει και η Κατερίνα στην ανάρτησή της, δεν εντάσσεται στα μυθιστορήματα αλλά περισσότερο μπορεί να προσδιοριστεί ως αφήγημα ή μάλλον ως αφηγήματα ενωμένα κάτω από ένα κοινό θέμα.
Πρωτότυπο θέμα που από την αρχή μου προκάλεσε εντύπωση. Αφορά σε εκείνους τους συγγραφείς που για κάποιον λόγο σταμάτησαν να γράφουν ή δεν έγραψαν ποτέ το βιβλίο που γράφτηκε μόνο στη σκέψη τους. Οι συγγραφείς του Όχι είναι πολλοί περισσότεροι από όσους φανταζόμουν, για την ακρίβεια αποτελούν ένα μακρύ κατάλογο που τα ονόματά τους και οι ιστορίες τους γεμίζουν τις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου. Οι συγγραφείς του Όχι "πάσχουν" από τη νόσο του Μπάρτλεμπυ. Το όνομα αυτό ανήκει σε έναν ήρωα του Χέρμαν Μέλβιλ από το βιβλίο "Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς". Ένας ήρωας με βαθιά άρνηση για τα πάντα ακόμη και για ζωή. Ένας ήρωας που μπορούσε να ατενίζει το τίποτα με τις ώρες και που ποτέ κανείς δεν τον είδε να διάβαζει τίποτα ούτε καν εφημερίδα, να πίνει μπύρα ή τσάι ή καφέ, ποτέ δεν πήγε πουθενά παρά μόνο στο γραφείο του που περνάει σε αυτό ακόμα και τις Κυριακές και ποτέ δεν αναφέρε τίποτα σε κανέναν και σε οποιαδήποτε ερώτηση απαντάει λέγοντας "Θα προτιμούσα να μην το κάνω". Ο ήρωας αυτός επαναστατεί αρνούμενος το οτιδήποτε.
Όπως ο ήρωας του Μέλβιλ, έτσι και πολλοί συγγραφείς από την παγκόσμια λογοτεχνία επαναστάτησαν κάποια περίοδο της ζωής τους λέγοντας όχι στη φωνή του πίσω μέρους του μυαλού που σε προκαλεί να δημιουργήσεις. Ο λόγος σε κάθε σελίδα του βιβλίου κιάλλος:
"Όλα ήταν μια πλάνη: εγώ νόμιζα πως ήθελα να γίνω ποιητής αλλά κατά βάθος ήθελα να γίνω ποίημα.",
"Γιατί η τέχνη είναι μια ηλιθιότητα και η επιλογή της σιωπής από κάποιους δημιουργούς δεν ακυρώνει το έργο τους. ",
ίσως γιατί, όπως είπε ο Μπόρχες "η ποιητική λειτουργία - αυτή η ορμητική και μοναχική άσκηση συνδυασμού λέξεων που βάζει σε περιπέτειες όσους την ακούν - υφίσταται μυστηριώδεις παύσεις, πένθιμες και αυθαίρετες εκλείψεις."
και τόσοι άλλοι λόγοι που οδήγησαν ορισμένους συγγραφείς να παύσουν ή ποτέ να μην αρχίσουν.

Μαζί με όλα αυτά κρατάω και την αρχή που κοσμεί την πρώτη λευκή σελίδα μετά τη σελίδα τίτλου:

"Η δόξα και η αρετή ορισμένων ανθρώπων είναι ότι γράφουν καλά.
Για μερικούς άλλους είναι ότι δε γράφουν καθόλου"
Jean de la Bruyere

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Για τις αφιερώσεις των βιβλίων (2)


Από τότε που το blogspot πρόσθεσε τα στατιστικά στοιχεία τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ικανοποιώ την περιέργεια μου βλέποντας ποια από τις αναρτήσεις μας είναι η πιο δημοφιλή, τις λέξεις κλειδιά που πληκτρολογούνται σε μηχανές αναζήτησης οι οποίες οδηγούν στο ιστολόγιό μας, την επισκεψιμότητα και τόσα άλλα.
Η πιο δημοφιλής, λοιπόν, ανάρτησή μας είναι εκείνη που πραγματεύεται θέματα σχετικά με τις αφιερώσεις που γράφονται στα βιβλία (εδώ), η οποία έχει συγκεντρώσει μέχρι στιγμής πάνω από 1.100 προβολές και οι λέξεις κλειδιά που οδηγούν σε αυτήν είναι οι λέξεις αφιέρωση και βιβλίο.
Μένω να φαντάζομαι τι ψάχνουν όλοι αυτοί που τυχαία ήρθαν εδώ να μας διαβάσουν.
Το πιο πιθανό είναι να ψάχνουν τι μπορούν να γράψουν πάνω σε ένα βιβλίο που θέλουν να δωρίσουν. Να βρουν δείγματα αφιερώσεων. Ή και ακόμα να διαβάσουν απόψεις σχετικά με το αν είναι καλό να αφιερώσεις πάνω σε ένα βιβλίο. Μεγάλη συζήτηση σηκώνει το θέμα αυτό.
Ακολουθώ τα βήματά τους και διαβάζω και άλλες σχετικές αναρτήσεις, όπως αυτή και σημειώνω αυτά τα λόγια που μου κάνουν εντύπωση: "Όσοι θέλετε να κάνετε δώρο βιβλία πάρτε τα μέτρα σας: μην αφήνετε διακριτικά σημάδια πάνω τους, αφιερώσεις και προσωπικά μυνήματα γιατί κάποτε θα καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως κατέληξαν τα κορμιά που αγαπήσατε και μεταχειριστήκατε". Τα διαβάζω ξανά και ξανά και είναι σαν μια προτροπή, νιώθω, κατά του έρωτα: Μην ερωτεύεσαι γιατί ό,τι αγαπάς θα καταλήξει σε ξένα χέρια... μπορεί ναι, μπορεί και όχι, αλλά και αν ναι, τι πειράζει;
Συνεχίζω και βλέπω ότι το θέμα έχει απασχολήσει ένα βιβλίο του ΕΛΙΑ με τίτλο Αφιερώσεις.

Μα η αφιέρωση είναι αυτή που κάνει αυτό το δώρο τόσο ξεχωριστώ και τόσο προσωπικό. Μια λέξη μπορεί να αρκεί. Χειρόγραφα γράμματα που μένουν όταν τα λόγια έχουν πια σιωπήσει. Θα μπορούσαν να είναι και ξεχωριστό ράφι στη βιβλιοθήκη μου τα βιβλία που μου έχουν δωρίσει. Ακόμη και στα βιβλία-δώρα χωρίς αφιέρωση τα έχω εγώ στιγματίσει μην τυχόν και λησμονήσω - τη χαρά.
Κι άμα η αφιέρωση είναι και από το συγγραφέα τότε η αξία διπλασιάζεται - η όποια αξία.
Κι αν η αφιέρωση καταλήξει σε ξένα χέρια και εκεί ακόμη αποκτά μιαν άλλη αξία. Εξάλλου, έτσι συμβαίνει, το βιβλίο να ζει περισσότερο από τον άνθρωπο.
Είναι βέβαια και τα ηλεκτρονικά βιβλία που ακόμη και αν στο μέλλον αποκτήσουν αυτή τη δυνατότητα (που ξέρεις μια λευκή σελίδα στην αρχή που να μπορείς να πληκτρολογήσεις κείμενο, όλα είναι πιθανά) σίγουρα θα διαφέρει από την αίσθηση της αφιέρωσης στο έντυπο βιβλίο.
Είναι βέβαια και κάποιοι κάτοχοι βιβλίων που θέλουν να κρατούν τα βιβλία τους όπως ήταν όταν βγήκαν από το τυπογραφείο, γυμνά από ανθρώπινα σημάδια. Παραξενιά που δεν κατανοώ αλλά μπορώ να σεβαστώ. Γι' αυτό σε βιβλία-δώρα που δε γνωρίζω καλά εκείνον στον οποίο απευθύνονται η κάρτα, είναι ίσως ό,τι καλύτερο. Πού ξέρεις, μπορεί να το έχει διαβασμένο ή να μην ανταποκρίνεται στα γούστα του γιατί να αφαιρέσουμε το δικαίωμα αλλαγής; Πόσα βιβλία έχω εντοπίσει σε παλαιοβιβλιοπωλεία με μια κάρτα κολλημένη στην πρώτη λευκή σελίδα ή ξεχασμένη κάπου ανάμεσα στις σελίδες τους.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω για μια αφιέρωση που είχα διαβάσει που την είχε βρει ένας παλαιοβιβλιοπώλης σε ένα από τα βιβλία που είχε στην κατοχή του. Το βιβλίο ήταν δώρο πατέρα προς κόρη και έγραφε: "Στην κόρη μου, δεν έχω τίποτα καλύτερο να της προσφέρω παρά μόνο γνώσεις". Μα υπάρχει τίποτα καλύτερο, συνεχίζω να αναρωτιέμαι.
Τι πιο όμορφο από το να δωρίζεις και να σου δωρίζουν δώρα. Ο χρόνος που δαπάνησες ψάχνοντας, η σκέψη, η χαρά όταν το άνοιξες... μα η αφιέρωση κάνει το δώρο πιο προσωπικό δεν έψαξες μόνο το δώρο να βρεις, έψαξες και τις λέξεις που θα αφήσεις.

Ευχές σε όλους για όμορφες, γιορτινές, χαμογελαστές μέρες!

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Ο Ρίλκε για την γραφή

Στα γράμματα του Rainer Maria Rilke (1875-1926) προς τον νεαρό ποιητή Franz Xaver Kappus, έχει γίνει αναφορά παλιότερα. Είναι το 26ο βιβλιοβιβλίο, μετά τα αποσπάσματα του Αντόν Τσέχοφ (25ο βιβλιοβιλίο) για την γραφή και πριν από τα γράμματα Βάργκας Λιόσα (27ο βιβλιοβιβλίο) προς ένα νέο μυθιστοριογράφο. Τρία βιβλία σε επιστολιμιαία μορφή (ανταλλαγή επιστολών), τα δύο αφορούν επιστολές που πραγματικά ανταλλάχθηκαν από υπαρκτό αποστολέα σε υπαρκτό παραλήπτη ενώ το τρίτο, του Λιόσα δεν είναι αποτελεί παρά στυλ γραφής κατά μίμηση, ο παραλήπτης είναι σαν μυθιστορηματικό πρόσωπο (ίσως να είναι πολλά πρόσωπα που κατά καιρούς το ρώτησαν διάφορα), σε μια εποχή που η παραδοσιακή αλληλογραφία φθίνει και πραγματοποιείται αλλιώς, διαδικτυακά.
Για την προσέγγιση των γραμμάτων του Ρίλκε, τότε, χρησιμοποιήθηκε η έκδοση του Ιουλίου 2005 του Ίκαρου, που έως τότε είχε κυκλοφορήσει δεκατρείς φορές, όπως αναγράφεται στην σελίδα του τίτλου. Ο γερμανόφωνος ποιητής «μπήκε» στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα από την πόρτα των μεταφραστικών επιλογών της εκδοτικής εταιρίας του Ίκαρου, σε μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, συνιδρυτή των εκδόσεων που φέρουν την δική τους σφραγίδα της υψηλής ποιότητας και της αισθητικής. Οι δεκατρείς εκδόσεις, ποσοτικά, μαρτυρούν την ζήτηση και την απήχηση. Από την άλλη πλευρά αυτό δεν σημαίνει ότι το ζήτημα της μετάφρασης των επιστολών του Ρίλκε ικανοποιούμενο, έκλεισε για πάντα. Εξάλλου τα για πάντα και τα κλειστά ισχύουν με ειδικούς όρους, είναι όρια που με τον καιρό ξεπερνιούνται, για να τεθούν νέα ώσπου και τα νέα αυτά να πατηθούν και να σπρωχτούν πιο πέρα ή και πιο δώθε ξανά σε πισωγύρισμα, ώσπου να φθαρούν με την σειρά τους και ως κατεστημένα να παραλλάξουν ή να αποδιωχτούν. Σαν ένας φράκτης που όλο τον μεταθέτουν εξερευνητές που επιθυμούν να δουν τι γίνεται πίσω από τον φράκτη, θέλουν να ανακαλύψουν νέα γη και να την κάνουν δικιά τους. Και τούτη είναι η χρησιμότητα των ορίων, αποτελούν πλαίσιο, κανόνες επικοινωνίας, βάση επικοινωνίας, στέρεο σημείο εκκίνησης. Ισχύει για τα μεγάλα και τα μικρά, για συστήματα ολόκληρα, νοοτροπίες και λεπτομέρειες, αυτά που μοιάζουν με λεπτομέρειες. Ισχύει για τις γλώσσες που είναι ζωντανές και άλλα προσθέτουν άλλα ξεχνάνε άλλα ξαναθυμούνται…
Οι μεταφραστές, εκείνοι που μεταφέρουν κείμενα από την μια γλώσσα στην άλλη είναι, μεταφορικά, αγωγιάτες γλωσσών και εννοιών και συναισθημάτων και… και…, διακομιστές ενδιάμεσοι. Η αγγλική λέξη για το ρήμα μεταφράζω, to translate, περικλείει, εκτός από το μεταφράζω, μεταγλωττίζω, και το εξηγώ, ερμηνεύω, μεταφέρω, διακινώ και φτάνει στα παλαιότερα αγγλικά να εννοεί εκστασιάζω πνευματικά. Καθώς η γλώσσα αποτυπώνει έναν δομημένο τρόπο σκέψης, ένα σύστημα αξιών στο πέρασμα από την μια στην άλλη υπάρχουν απώλειες, γεγονός δεδομένο αλλά υπάρχει και κέρδος εκτός από το αυτονόητο της γνωριμίας με τον συγγραφέα. Η γλώσσα υποδοχής, μέσα από τον μεταφραστή, καλείται να τεντωθεί προς κατευθύνσεις ανεξερεύνητες, να δώσει λύσεις για τα κενά, τις ελλείψεις, τα εννοούμενα και υπονοούμενα, δηλαδή μπολιάζεται και πλουτίζεται. Καθώς οι γλώσσες είναι δυναμικοί οργανισμοί, αναπνέουν, τρέφονται από τους γύρο καρπούς και εικόνες, ακολουθούν «δικές τους υπόγειες διαδρομές», μεταβάλλονται, εκφράσεις παλιώνουν, λέξεις εκπίπτουν. Τότε νέες μεταφράσεις είναι αναγκαίες για τα ίδια κείμενα, που απευθύνονται σε νέους ανθρώπους.

Τα δέκα γράμματα του Rilke προς τον ποιητή του Βιβλίου των Ωρών, Kappus, γραμμένα μεταξύ των ετών 1903-1908, πρωτοκυκλοφόρησαν το 1929. Έκαναν εξ αντανακλάσεως τον Kappus διάσημο, αν και έχει και ο ίδιος σημαντικό γραπτό έργο να επιδείξει. Μόλις κυκλοφόρησε μια νέα μετάφραση των γραμμάτων του Ρίλκε στα ελληνικά, με τίτλο Επιστολές σε έναν νεαρό ποιητή, σε μετάφραση και με επίμετρο του Αλέξανδρου Ίσαρη από τις εκδόσεις Αρμός. Η νέα μετάφραση έγινε απευθείας από τα γερμανικά και προτείνει αποδόσεις που ρέουν στην ανάγνωση. Η νέα έκδοση προσεγμένη εκτυπωτικά, περιέχει και εικονογράφηση που πολύ βοηθάει. Εικόνες ανθρώπων και τόπων. Βγάζει το κλίμα της εποχής, το ύφος των ανθρώπων, τα μάτια τους, τα χέρια που έγραψαν.

Με τούτα και με εκείνα, με αγωνία περιμένουμε το προαναγγελμένο αλλά όχι και έτοιμο, προσιτό στα βιβλιοπωλεία, βιβλίο με θέμα τα βιβλία του Τατσόπουλου. Στην προαγγελία έχει ένα απλό εξώφυλλο στα κόκκινα.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

<Νέα έκδοση δεν θα μπορούσε να την πει κανείς ούτε και παλιά πάλι. Κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2008 από τις εκδόσεις Πορεία σε 500 αντίτυπα. Το λεύκωμα Χαρτί και καλαμάρι: τα εργαλεία της γραφής δεν μπορεί παρά να περιληφθεί στα βιβλιοβιβλία. Ο συγγραφέας του, ο Μιχάλης Καΐρης γιατρός με ειδίκευση στην παιδιατρική Παθολογική Ανατομική ασχολήθηκε με τα εργαλεία της γραφής (το διαβάζω στο μπροστινό αφτί του εξωφύλλου) τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Για αυτόν είναι ένα πισωγύρισμα στην σχολική ηλικία, τα πρώτα γράμματα, και ένας φόρος τιμής στην αξία της γνώσης που τον οδήγησε στην ζωή του και τον έκανε να σκεφτεί πράγματα για τα ανθρώπινα επιτεύγματα. Και μια προσωπική απόδραση από την καθημερινότητα του παιδικού πόνου που αντιμετώπισε στην δουλειά του, λέω εγώ
Ακόμα, με ενδιαφέρον διαβάζω και μαθαίνω ότι είναι μέλος της Writing Equipment Society (Εταιρεία Γραφικού Εξοπλισμού), εταιρεία που δεν φανταζόμουν να υπάρχει και μου μπαίνουν νέες ιδέες για μαζέματα που θα πρέπει να καταπολεμήσω πάραυτα.
Πλούσιο σε φωτογραφικό υλικό με ιστορικές αναδρομές και επεξηγήσεις χρήσης και λειτουργίας των αντικειμένων της γραφής από την αρχή στα μέρη του κόσμου όλου, Ανατολής και Δύσης. Ανατρέχω, το ξεφυλλίζω, κοντοστέκομαι εδώ και εκεί. Αντικείμενα όμορφα, αντικείμενα πρακτικά. Άλλα είναι γνωστά και αναγνωρίσιμα, τα επιβεβαιώνω και γαντζώνονται στερεότερα μέσα μου άλλα είναι λιγότερο γνωστά, ίσως ακουστά και τα ζυγώνω καλύτερα, μερικά είναι εντελώς καινούργιες εικόνες ενώ άλλα, τα έχω κρατήσει στα δάχτυλά μου.
Ξεκινά από τις βραχογραφίες και σπηλαιογραφίες ως στοιχειώδη μορφή γραπτής αποτύπωσης. Γραφή σε πήλινες πινακίδες, σε πάπυρο που αλλιώς τον καλούνε βύβλο, σε περγαμηνή, την ακριβή διφθέρα από δέρματα ζώων, με εργαλεία χάραξης την σμίλη, το μαχαιρίδιο και μελάνι. Γραφή σε πολλά και διάφορα υλικά: ξύλινα πινακίδια, τις δέλτους, σε ξύλινες κερωμένες πινακίδες, σε άλλες από ελεφαντοστό, μεταλλικά φύλλα, σε πήλινα σκεύη, σε πέτρες, σε φύλλα και φλοιούς δέντρων που αφθονούσαν στην φύση, σε ύφασμα.
Περιλαμβάνονται και οι σφραγίδες, αντικείμενα που παλαιότερα είχαν υψηλή αισθητική αξία, και κατασκευάζονταν από καλλιγράφους και χαράκτες, εργάτες της γραφής δηλαδή. Τα εργαλεία γραφής στην Άπω Ανατολή, συγκεντρωμένα σε ένα κεφάλαιο όπου χαρακτηρίζονται το «ιερά σύνεργα της γραφής». Λόγια για τους χρωστήρες, την μελάνη και τα μελανοδοχεία, τα χαρτιά και την διαδικασία παραγωγής τους, την σφραγίδα με την υπογραφή του καλλιγράφου. Ακολουθεί το κεφάλαιο για τα μέσα γραφής στον ισλαμικό κόσμο. Εδώ αναφέρονται τα οργανωμένα εργαστήρια αντιγραφής με εξειδικευμένους ανθρώπους, το χειροποίητο χαρτί, και εδώ τα ιδιαίτερα εργαλεία, η κάλαμος με την ευαίσθητη μύτη της, τα μελάνια και τα μελανοδοχεία, οι ισλαμικές σφραγίδες. Περνάει στην γραφίδα από φτερό πουλιού, η διακίνηση και το εμπόριό της , πώς ήταν φτιαχνόταν και πώς εξελίχθηκε στο πέρασμα του χρόνου, πώς συσκευαζόταν, σε χαρτονένια κουτιά των 6 ή 12 τεμαχίων. Ξέχωρη σημασία δίνει στις μύτες των φτερών που χρησιμεύουν για πένες, πράγματα ολότελα ξεχασμένα σήμερα. Μιλάει για τον φορητό εξοπλισμό των γραφέων που έπρεπε να τον φέρουν μαζί τους. Περνάει στο ξύλινο μολύβι, μολυβδοκόντυλο το έλεγαν, την βιομηχανική του παραγωγή και την εξέλιξή του έως ότου πάρουν την μορφή του μολυβιού που ξέρουμε ακόμα, τα μολύβια που ξεχώρισαν, εκείνα που εξυπηρετούν ειδικές χρήσεις, τα χρωματιστά μολύβια, τα εξαρτήματά τους (λαβές, θήκες, κ.ά.). Σβήστρες, γόμες, γομολάστιχες, ξύστρες πάνε με τα μολύβια.
Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται στις μεταλλικές πένες, την διαδρομή τους, την κατασκευή τους, τους τρόπους κατασκευής τους, εκείνες ειδικής χρήσης, και συνεχίζει με τις γυάλινες, κοκάλινες, πλαστικές πένες τους κονδυλοφόρους και τα εξαρτήματά τους, τα στηρίγματα, και με τις διαδικασίες καθαρίσματος και στεγνώματος (στύπωμα, στουπόχαρτα). Μελάνη, μελανοδοχεία, συσκευασίες, διάσημες και λησμονημένες μάρκες, πόση μελάνη έχει χυθεί πάει να πει πόσα πολλά έχουν γραφεί και ίσως χωρίς να καταλήξουν κάπου. Η πλάκα και το κονδύλιο, ο μαυροπίνακας με την κιμωλία, διδασκαλία γράφοντας στην άμμο. Η επανάσταση των μηχανικών μολυβιών που εξόντωσαν τις ξύστρες, οι στυλογράφοι με πένα σε περιόδους και οι κατασκευαστές τους, οι κασετίνες (δεν επικράτησε η λέξη γραφοθήκη), οι στυλογράφοι διαρκείας όπου καταργείται η μύτη για να μπει στην θέσει της μεταλλική σφαίρα, τα θρανία, τα γραφεία, όλα αυτά στις σελίδες του βιβλιοβιβλίου. Για την καλλιγραφία και την ελληνική καλλιγραφία, για την γραπτή επικοινωνία, την αλληλογραφία, την κουλτούρα της επιστολογραφίας, την τηλεγραφία, την στενογραφία, την γραφή για μη βλέποντες. Και δεν τελειώνει εδώ. Έχει και για την δημιουργία αντιγράφων, χαρτιά αντιγραφής, καρμπόν για γραφομηχανές, τον πολύγραφο οινοπνεύματος. Κλείνει με ελληνόγλωσση και πλούσια ξενόγλωσση βιβλιογραφία.

Ελπίζω να μην σας κούρασα με την αναδρομή στα εργαλεία της γραφής που γίνονται αντικείμενα συλλεκτικά και ίσως κάποτε στο μέλλον να μην είμαστε σε θέση να θυμηθούμε τι έκαναν, πώς δούλευαν. Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή είναι το εργαλείο γραφής και όλοι έχουμε μάθει να γράφουμε, πιο αργά ή πιο άνετα, ακολουθώντας την σειρά των γραμμάτων του χωρίς να καταλαβαίνουμε εντελώς την λογική της διάταξής τους και πού κρύβονται σύμβολα που δεν σημειώνονται πάνω στα πλήκτρα του. Με το πληκτρολόγιο κληρονομιά της γραφομηχανής, γράφουμε, αλλάζουμε γραμματοσειρές, σημειώνουμε, αλλάζουμε αλφάβητα, μεγέθη, διατάξεις, αποστάσεις, χρώματα, και, και δίνουμε εντολές, να αποθηκευτεί, να αρχειοθετηθεί, να πάει το κείμενο εκεί σε άλλο υπολογιστή, να κλειδωθεί.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Εκδόσεις Κέδρος: κομμάτι της ιστορίας

Ακούω τώρα τελευταία ότι εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης κάποιοι εκδοτικοί οίκοι δεν θα επιβιώσουν, θα εξαφανιστούν και τα βιβλία τους σίγα σιγά θα σταματήσουν να κυκλοφορούν στο εμπόριο. Θα τα βρίσκει κανείς μόνο σε σκονισμένα ράφια βιβλιοθηκών και παλαιοβιβλιοπωλείων. Τα Ελληνικά Γράμματα έκαναν την αρχή.
Ένας μεγάλος αριθμός εκδοτικών οίκων κατέχει στα αρχεία του κομμάτια της ιστορίας της ελληνικής εκδοτικής βιομηχανίας. Ιστορικοί εκδοτικοί οίκοι που δραστηριοποιούνται πάνω από μισό αιώνα που επιβίωσαν σε δύσκολους καιρούς και συνεχίζουν παντρεύοντας την ιστορία και την παράδοση με τις νέες τεχνολογίες και με πλήθος καινοτομιών.
Ένας τέτοιος εκδοτικός οίκος είναι και οι εκδόσεις Κέδρος που το 2004 συμπλήρωσε τα 50 χρόνια ζωής και για το λόγο αυτό κυκλοφόρησε τον επετειακό τόμο. Άργησα πολύ να μάθω για την ύπαρξη του τόμου και μόλις το έμαθα ανυπομονούσα να διαβάσω τη δική του ιστορία.
Ο εκδοτικός οίκος ξεκίνησε να λειτουργεί λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε χρόνια δύσκολα που η ανάγνωση βιβλίων ήταν σχεδόν απαγορευτική πόσο μάλλον η έκδοσή τους. Ο Νίκος και η Νανά Καλλιανέση εκδίδουν το Δεκέμβριο του 1954 το πρώτο τους βιβλίο τη βιογραφία του ποιητή Εμίλ Βεράρεν του Τσβάιχ. Τρία σημαντικά ονόματα Ελλήνων λογοτεχνών θα σφραγίσουν την πορεία του Κέδρου τα αμέσως επόμενα χρόνια: Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Στρατής Τσίρκας. Είναι τα πρώτα ονόματα που μπαίνουν στον κατάλογο του εκδοτικού οίκου και θα χαράξουν την ιστορία του. "Ένας εκδότης προσφέρει στην πνευματική ζωή του τόπου του και μένει ο ίδιος στην ιστορία, στο βαθμό που στηρίζει και αναδεικνύει τους συγγραφείς της χώρας τους" τους έλεγε ο Ρίτσος, λόγια που κάθε άλλο παρά αψήφισαν. Το 1961 βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας αλλά η δυναμικότητα, η αποφασιστικότητα, η δημιουργικότητα το πείσμα και η ευαισθησία της Νανάς δεν επιτρέπει να συμβεί κάτι τέτοιο και νέα σημαντικά ονόματα προστίθενται στον κατάλογο: Λουντέμης, Σωτηρίου, Πανσέληνος και πάει λέγοντας.
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο Κέδρος είναι από τους εκδοτικούς οίκους που δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα (εκτός από το Θεμέλιο που υποχρεώνεται να κλείσει) διότι απαγορεύεται η διακίνηση όλων σχεδόν των βιβλίων του, πολλοί συγγραφείς εξορίζονται και οι άλλοι αρνούνται να υποβάλλουν τα έργα τους για έγκριση στο Γραφείο Τύπου. Οι εκδότες στρέφονται αλλού ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν, στρέφονται στις μεταφράσεις και στο παιδικό βιβλίο. Μετά την πτώση της δικτατορίας η πνευματική ζωή του τόπου γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθηση αφού οι ιδέες κυκλοφορούν πλέον ελεύθερα και οι συγγραφείς δημιουργούν χωρίς δεσμεύσεις.
Το 1985 η επιχείρηση μεταβιβάζεται στον Ευάγγελο Παπαθανασόπουλο και στην Κάτια Λεμπέση, συνεργάτες του εκδοτικού οίκοι στον τεχνικό τομέα της παραγωγής, άνθρωποι που διευθύνουν ακόμη τον ιστορικό αυτόν εκδοτικό οίκο.

Η επιβίωση των ιδεών και των ονείρων σε δύσκολους καιρούς φαντάζει μύθος, ωστόσο η ιστορία αποδεικνύει ότι όλα εξαρτώνται από την οξυδέρκεια, την όρεξη, το θάρρος και την αποφασιστικότητα ανθρώπων που θέλουν να παραμείνουν δημιουργικοί και κατ' επέκταση ζωντανοί.
Μένω με αυτές τις σκέψεις κλείνοντας τον επετειακό αυτόν τόμο και με ένα χαμόγελο για τις χειρόγραφες λέξεις που κοσμούν τη σελίδα τίτλου νιώθοντας τυχερή που έχω φίλους, βιβλία, όνειρα.
Άνθρωποι, βιβλία, όνειρα που έχουν τη δική τους μοίρα.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Λέξεις πάνω στις λέξεις

Με θαυμαστική φρίκη άκουσε η Librarian ότι δεν το είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο όταν κυκλοφόρησε το 2003 και το διάβαζα τώρα από αντίτυπο της ανατύπωσης του Μαρτίου 2008. Και εγώ η ίδια αναρωτιέμαι με τον εαυτό μου που δεν το είχα περιλάβει στο αναγνωστικό μου ρεπερτόριο έως σήμερα. Πώς συνέβη είναι απορίας άξιο. Τέλος πάντων, αναπλήρωσα με μεγάλη χαρά το ολοφάνερο κενό. Τόσο που δεν ήθελα να τελειώσει και το στάλαζα αράδα αράδα σελίδα σελίδα για να διαρκέσει ακόμα λίγο περισσότερο. Μόλις κυκλοφόρησε ο τελευταίος Σαραμάγκου, επίσπευσα το διάβασμα γιατί ήξερα ότι και η επόμενη ανάγνωση έφερνε την εγγύηση πνευματικής χαράς. Το πρωτότυπο είχε κυκλοφορήσει στην Γαλλία το 1964, με άλλα λόγια 39 χρόνια νωρίτερα, όταν ο συγγραφέας του ήταν ήδη γνωστός για τις νουβέλες του και είχε αναγνωριστεί η πρωτοτυπία του στοχασμού του. Αποτελούσε έμπνευση ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο, για έναν πιο δίκαιο κόσμο.
Έργο βαθιά και ουσιαστικά αυτοβιογραφικό του Jean-Paul Sartre (1905-1980) με τίτλο Οι Λέξεις (μετάφραση Ειρήνης Τσολακέλλη, εκδόσεις Άγρα, 331 σ.). Βιβλίο που το πηγαινόφερε για μια δεκαετία πριν το βγάλει σε κοινή θέα. Μέσα από τις λέξεις ανακαλεί την παιδική του ηλικία, με λέξεις περιγράφει την κατάκτηση της ανάγνωσης πρώτα και της γραφής στην συνέχεια, με λέξεις έχει πλάσει την ύπαρξή του ανασηκώνοντας
και εισχωρώντας μέσα από τα πέπλα της μικρής του οικογένειας, του στενού περιβάλλοντός του, της πολλαπλής κοινωνικοποίησης. Λέξεις που φτιάχνουν ιστορίες που κάνουν μαγικά στον κόσμο που ζουν, τον έντυπο αλλά και στον κόσμο που ζούμε εμείς, αυτόν που αποκαλούμε πραγματικό. Η πρόσληψη και η κατανόηση του πραγματικού διασχίζεται πάνω στις λέξεις, με το σχήμα και την δύναμη που κάθε φορά παίρνουν, που τους δίνουμε.
Οι Λέξεις δομούνται σε δύο ποσοτικά ισομοιρασμένα μέρη: 1. Διαβάζω και 2. Γράφω. Στο πρώτο μέρος μαζί με τα διαβάσματά του, που περιλαμβάνουν και «κακά αναγνώσματα» (περιπέτειες τύπου κόμικς της εποχής), ακούμε πολλά για την κατάσταση της ζωής του, σε πλαίσιο ιστορικό, σε αναλογία και σύγκριση, για τον τρόπο που διαβάζει τον περίγυρο πρώτα χωρίς γράμματα, στις κινήσεις, τα νεύματα, τις συσπάσεις, τους τόνους και τις χροιές, με ή και χωρίς λέξεις. Οι επιδράσεις και οι προσδοκίες των αγαπημένων προσώπων που βαραίνουν, καθορίζουν ή και φορές ισοπεδώνουν. Τα λόγια λέγονται, εννοούν και υποεννοούν, ανοίγουν χαραμάδες, οδηγούν σε αποκλεισμούς και συμπεράσματα. Μα όλα αφορούν την παιδική ηλικία, εκείνη αναλύοντας, ξετινάζοντας τις σκόνες της, εξορκίζει και σταματά. Δεν προχωρά πέρα από το σχολείο, το δημοτικό, τα δώδεκα χρόνια. Και αν σε μερικούς έμοιαξε με «ναρκισσιστική προβληματική», περισσότερο ταιριάζει με δημόσια κατευθυνόμενη ψυχανάλυση που σκοπό έχει την απελευθέρωση, την εξομολόγηση, μια επιθυμιά για γνωριμία σε έναν τόπο που δεν πονά πια, ένας αποχαιρετισμός, ίσως και για δικαιώσεις.
Το μέρος με τα γραψίματα σταματά και αυτό απότομα, δεν αναφέρεται σε διαδικασίες γραφής που αφορούν ώριμά του κείμενα. Έγραφε, μας λέει ξάστερα, «για την ευχαρίστησή μου»(σ. 175) και τότε αισθανόταν κυρίαρχος του κόσμου, δημιουργός εξουσιαστής απαλλαγμένος από κάθε αληθοφάνεια επέτρεπε στον εαυτό του να φανταστεί τα πάντα, καταργούσε κάθε σύνορο, έπιανε «τα πράγματα ζωντανά, στην παγίδα των φράσεων: αν συνδύαζα έξυπνα τις λέξεις, το αντικείμενο, πιανόταν αιχμάλωτο στα σύμβολα, το κρατούσα» (σ. 219). Ξεπερνούσε το σημαντικό, ακόμα και το καθοριστικό ήταν η ουσία του και θα παραθέσω: «Γεννήθηκα από το γράψιμο… Γράφοντας, υπήρχα, δραπέτευα από τους μεγάλους, αλλά υπήρχα μόνο για να γράφω και, όταν έλεγα «εγώ», αυτό σήμαινε: εγώ ο οποίος γράφω. Δεν έχει σημασία: γνώρισα τη χαρά: το δημόσιο παιδί είχε ιδιωτικές συναντήσεις με τον εαυτό του.» (σ. 184). Η ύπαρξη του παιδιού Σαρτρ ισούται με το γράψιμο, περνούσε από τον δημόσιο χώρο σε επικοινωνία με τον εαυτό του για να μπορεί να ξαναπεράσει στον δημόσιο με άλλους όρους εφόσον υπήρχε δυνατότητα να διαβαστεί.
Η αναθεωρημένη έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με σχετικές συνεντεύξεις (όπου απαρνιέται την λογοτεχνία, «έχω περάσει στην αντιπέρα όχθη») και ένα χρονολόγιο του συγγραφέα.
Με λύπη κλείνω το οπισθόφυλλο και ετοιμάζομαι να το βάλω στο ράφι.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Και για άλλες βιβλιοθήκες

Ενώ είχα πει να βάλω ένα βιβλίο σε τούτη την ανάρτηση, δεν βγαίνει. Βγαίνει βιβλιοθήκη και πάλι και δεν θα το παλέψω, θα το ακολουθήσω γιατί το νιώθω πιο ζωντανό. Μετρημένες είναι οι βιβλιοθήκες μας που έχουν μακρύ παρελθόν, ιστορία και παράδοση, λίγες που κατάφεραν να επιβιώσουν και να εξακολουθούν να επιτελούν έργο, να μορφώνουν, να ψυχαγωγούν το πνεύμα και να ενημερώνουν. Μια από αυτές που μου έρχεται εύκολα στο νου είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρέων που πέρσι συμπλήρωσε 100 χρόνια ύπαρξης και τα γιόρτασε με μια συνάντηση απολογισμού και μελλοντικών σχεδιασμών ανάμεικτα με ανησυχίες. 100 χρόνια από την ίδρυσή της θα κλείσει, την επόμενη χρονιά, το 2011, και η Βιβλιοθήκη του Λυκείου των Ελληνίδων στην Αθήνα (Δημοκρίτου 14, τηλ.:210 36 11 042, http://www.lykeionellinidon.gr ). Η ιστορία του Λυκείου και της Βιβλιοθήκης του συμπεριλαμβανομένης, θα κυκλοφορήσει σε τόμο σύντομα, οπότε δεν θα σταθώ στην ιστορική διαδρομή και προσφορά του Λυκείου στο ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης και του ρόλου του στην διατήρηση της ελληνικής κληρονομιάς όσον αφορά την ελληνική παραδοσιακή μουσική και χορούς (ειδικά από τότε που καταργήθηκε η διδασκαλία τους από την Μέση Εκπαίδευση και τον τομέα ανέλαβαν οι τοπικοί σύλλογοι, έχασε και την αξία του στα πρώτα βήματα εξευρωπαϊσμού της χώρας).
Η Βιβλιοθήκη του Λυκείου είναι δανειστική και έχει χαρακτήρα «λαϊκής βιβλιοθήκης». Τα μέλη δεν πληρώνουν επιπλέον συνδρομή και τα μη μέλη καλούνται να καταβάλουν μικρή μηνιαία συνδρομή (5€) για να έχουν το δικαίωμα δανεισμού όσων βιβλίων μπορούν να «καταναλώσουν» για το διάστημα των δύο εβδομάδων.
Οι «δυνατές» του συλλογές είναι η λογοτεχνική, ελληνική και ξενόγλωσση, και η λαογραφική που υποστηρίζει και το κομμάτι της επιστημονικής έρευνας που αφορά την ελληνική και βαλκανική παράδοση. Συμπληρώνεται και από άλλες θεματικές κατηγορίες. Υπάρχει, όμως και μια άλλη συλλογή, πολύ ιδιαίτερη. Ας κάνουμε μια μικρή αναφορά σε αυτήν, λοιπόν.
Τον Φεβρουάριο του 2005 άρχισε να επαναλειτουργεί η Παιδική και Εφηβική Δανειστική Βιβλιοθήκη του Λυκείου των Ελληνίδων που παρέμεινε αδρανής για πολλά χρόνια. Για ξεκίνημα και με το ποσό που διατέθηκε, αγοράστηκαν οκτώ βιβλία. Έγιναν πραγματικά ανάρπαστα. Η ιδέα δανεισμού, τα Σάββατα κυρίως που έρχονται τα παιδιά για το μάθημα των ελληνικών χορών, βρήκε μεγάλη ανταπόκριση. Βιβλία διαβάζονται και επιτόπου, την ώρα της αναμονής των μαμάδων, μπαμπάδων, μικρότερων αδελφών. Η διαδικασία έγινε κομμάτι
αναπόσπαστο του Σαββάτου, ημέρας προσμονής για καινούριο βιβλίο, για νέο πάρε δώσε. Αγοράστηκαν και άλλα βιβλία, εκδότες ευγενικά πρόσφεραν εκδόσεις τους αλλά πάνω από όλα την Βιβλιοθήκη την πλούτισαν τα ίδια τα παιδιά. Βιβλία διαβασμένα έρχονταν και τα προσέφεραν στην Βιβλιοθήκη, μια συμβολή με δική τους πρωτοβουλία, μια έκφραση αυθόρμητη και συγκινητική. Αναπτύχθηκε η συλλογή κάνοντας τα παιδιά υπερήφανους και καθοριστικά ενεργούς μέτοχους. Τα διπλά και τριπλά βιβλία προωθούνται σε άλλες βιβλιοθήκες που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να λαμβάνουν βιβλία, με την σύμφωνη γνώμη και σε γνώση των νεαρών δωρητών. Έτσι συνεχίζει να μεγαλώνει και σήμερα διαθέτει πάνω από 1.500 τίτλους.
Ο παραπάνω τρόπος ανάπτυξης της Βιβλιοθήκης είναι αποδοτικός και βασίζεται στην συμμετοχή και εγρήγορση των ίδιων των ενδιαφερομένων, θα μπορούσε να είναι ένας από τους τρόπους να πάρουν τα πάνω τους και σχολικές βιβλιοθήκες, να διευρυνθεί η αξιοποίηση πνευματικών αγαθών μέσα στην σχολική ομάδα. Μου φαίνεται…

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Δώρου αξία

Μου αρέσουν τα δώρα που είναι μια σκέψη, απαλλαγμένα από τυπικότητες, γιορτές και υποτιθέμενες χαρές. Εκεί στη βόλτα συναντάς κάτι και συνειρμικά σκέφτεσαι κάποιον που μάλλον θα ήθελε/ς να το έχει. Για μια τέτοια απόδειξη σκέψης θα μιλήσω.
Πρόκειται για ένα εικοσιτετρασέλιδο βιβλίο (;) που περιέχει την ομιλία του Ντάριο Φο, η οποία εκφωνήθηκε τη βραδιά της 7ης Δεκεμβρίου του 1997, στην απονομή του βραβείου Νόμπελ, ενώπιον της Σουηδικής Ακαδημίας και των προσκεκλημένων στην τελετή. Ο τίτλος της ομιλίας είναι «Εναντίον των γελωτοποιών» που στην ουσία είναι και ο νόμος που είχε θεσπίσει ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β’ στη Μεσίνα το 1221 και όριζε ότι οποιοσδήποτε πολίτης επιτρεπόταν να βιαιοπραγήσει ατιμωρητί εναντίων των γελωτοποιών. Ο Ιταλός Ντάριο Φο, 84 χρονών σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση των γελωτοποιών και των τροβαδούρων του μεσαίωνα επέλεξε να γράφει σατιρικά έργα κυρίως θεατρικά, στα οποία κριτικάρει με ένα δικό του τρόπο τις αδικίες της κάθε εξουσίας. Εξαιτίας του καυστικού του ύφους δέχτηκε πολλές φορές πυρά και διέτρεξε κινδύνους αλλά παράλληλα αναγνωρίστηκε από ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού. Στην ομιλία του δε διστάζει να αυτοχαρακτηριστεί παραμυθάς, γελωτοποιός ακόμη και κλόουν και να συγχαρεί τους Ακαδημαϊκούς για τη ριψοκίνδυνη επιλογή τους να του δώσουν αυτό το βραβείο. Μένω στη λέξη «παραμυθάς» και ξαναδιαβάζω το σημείο της ομιλίας του που αναφέρεται στους παραμυθάδες της περιοχής του, οι οποίοι του δίδαξαν την τέχνη να σκαρώνει φανταστικές ιστορίες και να κρύβει μέσα τους τραγικό σαρκασμό. Μοιράζεται το βραβείο του με τους παραμυθάδες αυτούς, όπως επίσης με τον θεατρικό συγγραφέα της αναγεννησιακής Ευρώπης Ρουτζάντε Μπεόλκο, τον οποίο αποκαλεί τον πιο μεγάλο του δάσκαλο μαζί με τον Μολιέρο. Κυρίως όμως αφιερώνει το βραβείο στη γυναίκα του, συγγραφέα Φράνκα Ράμε, που αναφερόμενος σε αυτή κλείνει και την ομιλία του. Κρατάω εδώ κάτι από αυτά που είπε για τη σύντροφό του στη ζωή και στην τέχνη: «Η Φράνκα είναι πολύ κοφτερό μυαλό, πιστέψτε με. Ένας δημοσιογράφος την ρώτησε: «Πώς αισθάνεστε ως σύζυγος ενός κατόχου του βραβείου Νόμπελ! Που έχετε στο σπίτι σας ένα μνημείο;» Εκείνη του απάντησε: «Δεν ανησυχώ. Δεν το θεωρώ καθόλου μειονέκτημα. Εκπαιδεύομαι πολύ καιρό. Κάθε πρωί κάνω τις ασκήσεις μου. Γονατίζω και ακουμπάω τις παλάμες στο πάτωμα, οπότε γυμνάζομαι για να γίνω το βάθρο του μνημείου. Έχω γίνει καλή σε αυτό». Χωρίς αυτή στο πλευρό μου, και την έχω μια ολόκληρη ζωή, ποτέ δεν θα είχα πραγματοποιήσει το έργο που κρίνετε άξιο να τιμήσετε». Αξίζει να αναφερθεί ότι χρήματα που συνόδευαν το βραβείο, ένα εκατομμύριο δολάρια, διατέθηκαν στον αγώνα απελευθέρωσης τριών πολιτικών κρατουμένων, υπεύθυνοι για τη δολοφονία του αστυνομικού διοικητή Καλαμπρέζι στο Μιλάνο το 1972.
Κλείνοντας το βιβλίο μένω με μια ευχάριστη γεύση μιας ομιλίας ενός ξεχωριστού για πολλούς λόγους ανθρώπου και μένει στα χέρια μου ένα ξεχωριστό για πολλούς λόγους δώρο.

Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, ίσως από τα πιο γνωστά του έργα.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Κυκλοφορώ στο διαδίκτυο, κοινωνικό δικτυακό μέσο (social network) το λένε κιόλας, έχοντα επιφέρει τόσες αλλαγές στη ζωή τόσων ανθρώπων που απορούν και οι ίδιοι. Από δω και από εκεί, περιπλανήσεις χωρίς ειρμό, ένα γενικό χάζεμα σε τόπους γεμάτους εικόνες και λόγια, σύντομα, κωδικά, συνθηματικά, συχνά πυκνά δανεικά, σχολιασμούς, σκέψεις, περιγραφές, ειδήσεις. Πρόσωπα που σε αντικρίζουν, αυτοσυστήνονται επιλεκτικά, αναδεικνύουν και παραλείπουν. Αριστερά διπλά κλικ όλο ανοίγουν οθόνες μέσα στις οθόνες, χωρίς προσδοκώμενο τέλος και αρχή, ένα πολυκατάστημα παραστάσεων, κοντοστέκεσαι, προσπερνάς, ίσως να ξαναγυρίσεις, αφήνεις ίχνη σε αριθμούς, σε σχόλια. Μέσα από μια τέτοια βόλτα πέφτω πάνω σε ένα βιβλίο, αρχικά δεν ξέρω ότι είναι ποίηση, Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Οι χειμώνες της μνήμης, εκδόσεις περιοδικού Πανοπτικόν, Φεβρουάριος 2010. Με τραβάει ο τίτλος. Η λέξη «μνήμη» είναι άρρηκτα δεμένη με το γραπτό. Οι χειμώνες της μνήμης, μια μνήμη που έχει πολλά να θυμηθεί, μήπως μας μιλά για τις λειτουργίες της; Ας το εξερευνήσω. Πάλι ξεστρατίζω από το διάβασμα που περιμένει υπομονετικά, με ένα μολύβι για σελιδοδείκτη.
Χμ, κλείνει τελικά ποίηση, θα έπρεπε να το είχα μαντέψει. Την κουβαλάω μαζί μου μέσα στο σπίτι και έξω. Διαβάζω κάθε σελίδα, κάθε ποίημα πολλές φορές, έως να το αισθανθώ, κάπως να μείνει. Και τώρα που τα κατάφερα, δεν επιθυμώ να μπω σε αναλύσεις, επεξηγήσεις, ερμηνείες. Επιθυμώ να τα μοιραστώ ατόφια, καιρό έχουμε να πούμε για ποίηση. Ξεχωρίζω τρία που λένε για λέξεις και για μνήμη, μα δεν είναι τα μόνα, είναι τρία από πολλά.

Επαναλήψεις
Τα χρώματα να συνεχίζουν να σε σφάζουν
με τις λεπίδες του ανεξήγητου
να σου προφέρουν δυο μάτια ολοκαίνουργια
για αυτή την ίδια χιλιοειπωμένη λέξη.

Δίχως προστασία
Από τη μνήμη πώς να φυλαχτείς
που ακόμα και όταν ψεύδεται
μπορεί και αληθεύει
κρατώντας πρακτικά από τα ανέφικτα
πρωινά της ζωής μας

Πώς χάνεται το ποίημα
Έγινες αίφνης ομιλητικός από αχαριστία
στον στίχο που σε ήθελε
ζητώντας κάποιες παύσεις
Με αυθάδεια βγήκες στον αφρό
για να χαθείς
εκεί όπου οι λέξεις σου σημαίνουν
μια ύπουλη υπεκφυγή

Οι χειμώνες της μνήμης, από όλες τις εποχές του χρόνου, χειμώνες, όχι καλοκαίρια, άνοιξες ή ακόμα ακόμα φθινόπωρα, χειμώνες, εποχή κρύου, καταιγίδας και αναστοχασμού, φτάνει τώρα τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου. Ταιριάζει.
Καλό μήνα!

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Αντιθέσεις

Αν η προηγούμενη ανάρτηση καταπιάστηκε με τα καροτσάκια βιβλίων στα πεζοδρόμια, την πραμάτεια τους, τους περαστικούς αγοραστές, αυτή η φορά βάζει από την μαγεία του πολύτιμου παρελθόντος, το πάθος ενός ιδιώτη για τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Αν είχα χιούμορ σήμερα και δεν είχα στο νου να αποφύγω αξιολογικές κρίσεις και δεν ανησυχούσα και λίγο μην και το παρεξηγήσετε θα έλεγα ότι είναι πέρασμα «από τα αλώνια στα σαλόνια».

Την εβδομάδα που μας πέρασε είχα την πραγματική χαρά να δω με τα μάτια μου μια στα αλήθεια θαυμαστή βιβλιοθήκη που με πήρε μαζί της σε άλλους χρόνους περασμένους, ταξίδι σε ένα χώρο ολοκαίνουργιο που απέπνεε τον αέρα μιας εποχής άλλης, ας πούμε αρχοντικό σπίτι στην Βενετιά, εμπορικό κέντρο της Μεσογείου. Περιβάλλον υποβλητικό, χαλιά, κουρτίνες σε χρώματα της πορφυρής απόχρωσης, έπιπλα βιβλιοθήκης που επέτρεπαν και δεν επέτρεπαν. Επέτρεπαν να δει κανείς με ελευθερία και άνεση, άμεσα, τις ράχες και ορισμένα, ενδεικτικά επιλεγμένα βιβλία, και δεν επέτρεπαν την ίδια ώρα, απέτρεπαν το τράβηγμά τους. Είχα την χαρά να ακούσω με τα αφτιά μου την ιστορία της βιβλιοθήκης αυτής και τα σχέδια για το άμεσο παρόν και τις προσδοκίες για το μέλλον της. Και δεν μπορώ παρά με ενθουσιασμό να μοιραστώ την ιστορία μαζί σας.
Πλακέτα σε σημείο εμφανές και ευανάγνωστη έγραφε ότι η συλλογή βιβλίων του Κωνσταντίνου Στάικου εφεξής θα είναι Βιβλιοθήκη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Η συλλογή του Κ. Στάικου που άρχισε να χτίζεται την δεκαετία του 1970, περιλάμβανε περισσότερους από 1.400 τίτλους, περίπου 2.000 τόμους ελληνικών βιβλίων του 15ου αιώνα έως την Ελληνική Επανάσταση (αν κατάλαβα καλά). Κατατάσσονται σε πέντε βασικές ενότητες: Αναγέννηση-Ουμανισμός, Νεοελληνική Γραμματεία, Λειτουργικά βιβλία, Θεολογικά συγγράμματα, και Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τυπωμένα σε μέρη της Δύσης, της Βαλκανικής και της Ανατολής. Τώρα ένας πλούτος συγκεντρωμένος σε δύο ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες Αμαλίας 56, σε ειδικές συνθήκες φυλαγμένα, σκηνικό παρουσιασμένο με μεράκι από τον ίδιο τον συλλέκτη, ιστορικό του βιβλίου Κ. Στάικο για το οποίο δεν θα κάνω παραπάνω λόγο εδώ για να μην υποπέσω στην υπερβολή.

Έντυπος κατάλογος της Βιβλιοθήκης θα κυκλοφορήσει πολύ σύντομα, μέσα στον επόμενο μήνα, στα ελληνικά και στα αγγλικά. Θα περιλαμβάνει την πλήρη περιγραφή του κάθε εντύπου, και τις ιδιαιτερότητες του κάθε αντιτύπου αλλά δεν θα περιορίζεται σε τούτα, θα αναφέρεται στους δημιουργούς, συγγραφείς, εκδότες, τυπογράφους και όπου σώζεται θα δίνεται και η απεικόνιση της μορφής τους. Μια συγκεντρωμένη τύπου βάση πληροφοριών. Ο κατάλογος θα κρεμαστεί στο διαδίκτυο, εκεί για όλους να τον συμβουλεύονται μιας και θα είναι παραπάνω από απλός κατάλογος. Οι νέες προσκτήσεις, από αγορές και δωρεές, θα συμπληρώνονται εκεί, και εκεί, γίνονται τεκμήρια στην ψηφιακή θέα που μαρτυρούν την πορεία του ελληνισμού, της σκέψης, της γλώσσας μας. Και ναι, απίστευτο αλλά πραγματικό θα είναι ανοικτή στο κοινό για επιτόπια μελέτη. Και σε φοιτητές; ήταν η ερώτηση. Ναι, και σε φοιτητές, ήταν η απάντηση. Μακάρι, λοιπόν, να έχουν την ευκαιρία να δουν και να πιάσουν με τα ίδια τους τα χέρια όμορφα φτιαγμένα, πολύτιμα, σπάνια, ιστορικά βιβλία, να νιώσουν την διαφορετική υφή των σελίδων στα δάκτυλά τους, να δουν το χρώμα του χαρτιού υφασμένο με μυστικά σημάδια, τις χειροποίητες καλλιγραφίες και χρυσοτυπίες, τα κύματα της υγρασίας και κάθε ταλαιπώριας που έχει υποστεί, την στέρεη καθαρότητα του μελανιού που από καιρό έχει χάσει την μυρωδιά του για να αντικατασταθεί από άλλες.
Ήταν ωραία και έφυγα γεμάτη, έτσι δεν μπαίνω σε ερωτήματα του τύπου μήπως η δωρεά θα έπρεπε να έχει άλλον αποδέκτη, θα έπρεπε να ενδυναμώσει υπάρχουσα συλλογή ώστε να αποφεύγεται η διάσπαση. Ο Κ. Στάικος μίλησε για την επιλογή του και την υποστήριξε γερά και θετικά, νιώθει ότι από αυτήν την θέση, με όλες τις παραπάνω συμπληρωματικές κινήσεις και προγραμματισμό θα λειτουργήσει σε πολλαπλές κατευθύνσεις, εντός και εκτός συνόρων, θα συμβάλει και θα είναι χρήσιμη.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Βιβλία στα καροτσάκια

Βιβλία μπορεί κανείς να προμηθευτεί σε διάφορα μέρη. Φυσικά στα βιβλιοπωλεία, στο κέντρο της πόλης, συνήθως μεγάλα, πολυώροφα, με παράδοση και ίσως και δικές τους εκδόσεις αλλά και τα συνοικιακά, μικρότερα σε μέγεθος και ποικιλία, μα πιο προσωπικά που μπορεί να συνδυάζουν και άλλες υπηρεσίες, φωτοτυπίες, σχολικά είδη, τετράδια, σάκες, κασετίνες, μολύβια, μαρκαδόρους και χαριτωμένα είδη δώρων, κορνίζες, ημερολόγια.
Το ψάξιμο εκδόσεων στα παλαιοβιβλιοπωλεία είναι μια άλλη ιστορία, για μερικούς κυνήγι που ικανοποιεί το ένστικτο του θηρευτή σε άγρα βιβλίων, για άλλους θλιμμένη αναζήτηση σε ξεπεσμένα τεκμήρια που ξεσπιτώθηκαν μαζί με το τέλος ανθρώπων μέσα στην δίνη ανακατατάξεων.
Τα βιβλιοπωλεία και τα παλαιοβιβλιοπωλεία αποτελούν σταθερά σημεία διακίνησης εντύπων, έχουν και αντίστοιχους τόπους στο διαδίκτυο (αυτό αποτελεί θέμα άλλης ανάρτησης). Οι τόποι πώλησης βιβλίων έχουν διευρυνθεί, τα βρίσκει κανείς και σε σούπερ μάρκετ, εκεί που πουλάνε μουσική, ηλεκτρονικά είδη… Υπάρχουν όμως, και λιγότερο σταθερά σημεία διάθεσής τους. Οι πλασιέ βιβλίων, υπάρχουν ακόμη, που περιφέρονται με τσάντες βαριές και ασήκωτες στις πολυκατοικίες, από δημόσια υπηρεσία σε δημόσια υπηρεσία και αν καταφέρουν να τα έχουν καλά με τους ανθρώπους στις εισόδους μιλάνε για την πραμάτεια τους, δείχνουν δείγματα, μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια, δέχονται δόσεις με γραμμάτια. Οι περιοδικές εκθέσεις βιβλίων, θεσμοθετημένες ή περιστασιακές σε πανηγύρια είναι άλλος τόπος τρόπος απόκτησης βιβλίων.
Όλα αυτά για να έρθω στα καροτσάκια με τα βιβλία, πάγκοι ξύλινοι πάνω σε ρόδες που σπρώχνονται με ή χωρίς χερούλια. Έχω δει και μεταλλικό γραφείο μεταμορφωμένο. Τα καροτσάκια φορτώνονται άτακτα με βιβλία, νέα μα και διαβασμένα. Στήνονται σε διάφορα σημεία και όχι πάντα τα ίδια. Εκεί που πωλούνται και άλλα αντικείμενα (Μοναστηράκι, Θησείο στην Αθήνα), κοντά αλλά όχι ακριβώς απέξω από μεγάλα βιβλιοπωλεία (Πανεπιστημίου, Ακαδημίας), στις εξόδους των σταθμών του μετρό όπου κοντοστέκεται ο κόσμος να βρει ψιλά για το εισιτήριό του, έχει ραντεβού και χρόνο για χάζεμα.
Ο ενδιαφερόμενος πρώτα σκύβει πάνω από τον πάγκο και ξεψαχνίζει με το βλέμμα, ο πλανόδιος πωλητής κοιτά αλλά κρατιέται, δεν απευθύνει τον λόγο, μετράει τον χρόνο και τον άνθρωπο. Οι πωλητές άνδρες, συνήθως μεσήλικες, βγάζουν έναν αέρα απαντοχής. Δεν ανήκουν στους ανθρώπους του πνεύματος, μένουν στον κόσμο του μόχθου και τα βιβλία αντικείμενα που τους τρέφουν με τον επιούσιο, τους τροφοδοτούν με αναγνώσεις ανάτασης.
Μόλις γίνει μια μικρή, έστω και αδιόρατη, κίνηση προς τα βιβλία, ο πωλητής ζωντανεύει, μιλάει, προτείνει ανάλογα με το θέμα που έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον ο περαστικός, πώς τον έχει «κόψει». Ρωτά τι θα ήθελε, μερικές φορές δέχεται και παραγγελία, ορίζεται συνάντηση.
Ο περαστικός είτε ζητά χρόνο είτε δείχνει αποφασιστικότητα, αναζητά να μάθει την τιμή, κοντοστέκεται, πιάνει το βιβλίο, το ανοίγει και το διατρέχει, κάνει παζάρι, αγοράζει. Άλλοτε απομακρύνεται δήθεν χαλαρά, ήρθε και εκείνος, εκείνη που αναμενόταν, γεια γεια, αγκαλιά και ξεμακραίνουν σε άλλη διάθεση.
Η επιφάνεια αναδύει τα χρώματα των εξωφύλλων, το ένα βιβλίο επικαλύπτει άλλο, κρύβοντας τον τίτλο και το συγγραφέα του από κάτω βιβλίου. Το περιεχόμενο ποικίλλει. Δημοφιλή ελληνικά και μεταφρασμένα κλασικά έργα των δύο περασμένων αιώνων, ονόματα χτυπητά, μυθιστορήματα σύγχρονα, παιδικά, συμβουλές για την υγεία, τις σχέσεις, την προσωπικότητα, την επαγγελματική επιτυχία, την οικογένεια, τα ζώδια, ονειροκρίτες, καζαμίες (την εποχή των Χριστουγέννων μέχρι τον Φεβρουάριο), ανατυπώσεις από παλιά σχολικά αλφαβητάρια (η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη, η Λόλα, παιδιά με ποδιές). Τελευταία παρατηρώ να έχουν προστεθεί λεξικά και διάλογοι, ελληνοαλβανικοι, βουλγάρικοι, ρώσικοι, και άλλοι, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία σε ποιους απευθύνονται.
Εκδόσεις φτηνές, χαρτί χαμηλών προδιαγραφών, εκτύπωση πρόχειρη, μέριμνα για την αισθητική μηδαμινή, όμως το πνευματικό κληροδότημα είναι εκεί, προσιτό. Φορές βέβαια, όλο και συχνότερα, περιλαμβάνονται και εκδόσεις εμπορικές αξιοπρεπούς ποιότητας.
Όταν τελειώσει η μέρα, στο σκοτάδι, το καροτσάκι τυλίγεται σαν τεράστιο πακέτο με πανιά μουσαμαδένια, δένεται με σπάγκους χοντρούς σφιχτά, και κρύβεται παράμερα, δεμένο με λουκέτα σε στύλους. Πολύ μικρή ασφάλεια σε περίπτωση κλοπής, συνολικής ή μερικής. Ρίσκο που το παίρνουν. Μεγαλύτερος εχθρός η βροχή.
Προβλέπεται να βρέξει αύριο, τους σκέφτομαι.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Βόλτα στη δίπλα χώρα



Θα πάμε μια βόλτα μέχρι τη Βενετία, πόλη που δεν έχω επισκεφτεί αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα στο πρόγραμμα. Θα περιπλανηθούμε στα καντούνια και στα δρομάκια, θα περπατήσουμε δίπλα από τα κανάλια και θα σταματήσουμε μπροστά από μια βιτρίνα με βιβλία. Συνηθισμένο. Κι όμως αυτή η βιτρίνα έχει κάνει το ασυνήθιστο, ένα αντικείμενο που σίγουρα δεν έχει θέση ανάμεσα στα βιβλία. Τόση εντύπωση μου κάνει αυτό το αντικείμενο, το από αλλού φερμένο που θέλω να μάθω την ιστορία του βιβλιοπωλείου Toletta της Βενετίας.

Τη δεκαετία του ’30, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, ο άνεργος Angelo Pelizzato στήνει ένα πάγκο και ξεκινάει να πουλά τα προσωπικά του βιβλία, ώσπου αποφασίζει να ανοίξει ένα μικρό βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα βιβλία στη γειτονιά Sacca della Toletta της Βενετίας. Εξαιτίας των σχολείων που υπάρχουν στην περιοχή το σχολικό βιβλίο κερδίζει πωλήσεις και το βιβλιοπωλείο ξεκινά καλά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Angelo (κάνοντας το καθήκον του ως κομμουνιστής) κρύβει ανάμεσα στα ράφια όπλα των ανταρτών και λαθραίες εφημερίδες. Μετά τον πόλεμο η πελατεία επανέρχεται γρήγορα και οι πωλήσεις συνεχώς αυξάνονται. Κόσμος έμπαινε για να πουλήσει, κόσμος για να αγοράσει με αποτέλεσμα να σχηματίζεται έξω από το βιβλιοπωλείο ουρές. Άλλαζαν συνεχώς χέρι τα βιβλία και με τα ίδια σχολικά βιβλία έμαθαν πολλοί να διαβάζουν. Τη δεκαετία του ’50 στην επιχείρηση βρίσκονται και οι γιοί του Angelo με αποτέλεσμα το κατάστημα να επεκτείνεται και να προστίθενται νέες θεματικές κατηγορίες στα ράφια με περισσότερη ποικιλία τίτλων. Μετά την απόσυρση του πατέρα οι γιοί συνεχίζουν το επάγγελμα δουλεύοντας με εκδοτικούς οίκους. Ζητούν συγκεκριμένο αριθμό αντιτύπων από τίτλους των καταλόγων των εκδοτικών οίκων, τους οποίους πουλούν με εκπτώσεις 40 και 50%. Πρόκειται για τους λιγότερο εμπορικούς τίτλους που δεν μπαίνουν σε λίστες ευπωλήτων. Φιλοσοφία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα ούτως ώστε το βιβλιοπωλείο να συγκεντρώνει και να διαθέτει ποιοτικούς τίτλους, οι οποίοι σε άλλα βιβλιοπωλεία είναι εξαντλημένοι. Την τελευταία δεκαετία του 20ού αι. το βιβλιοπωλείο επεκτείνεται και σε δύο γειτονικά κτίρια, προσεγγίζοντας νέο αναγνωστικό κοινό και πάει λέγοντας.

Καλά όλα αυτά, αλλά το περίεργο αντικείμενο σχετίζεται με μια πιο πρόσφατη ιστορία.
Είναι που το βιβλιοπωλείο συνεχίζει να αγοράζει βιβλία από ιδιώτες. Συλλογές ολόκληρες αγοράστηκαν περιλαμβάνοντας αναρίθμητα βιβλία. Ανάμεσά τους πραγματικοί θησαυροί, εκδοτικές σειρές ολόκληρες. Χιλιάδες βιβλία που δεν αγοράζονται ένα ένα. Ιδού και η πρωτοτυπία: τα βιβλία αυτά πωλούνται (όπως και αγοράστηκαν) με το κιλό! Γι’ αυτό και χρειάζεται η ζυγαριά που μοστράρει στη βιτρίνα. Για να ζυγίζεις, κάθε 100 γραμμάρια κοστίζουν 1 €. Ποια η μεγαλύτερη χαρά του βιβλιόφιλου;

Βέβαια, αφού δεν έχω πάει ακόμη στη Βενετία, τη βιτρίνα αυτή ποτέ δεν την είδα. Έχουμε όμως το πλεονέκτημα να έχουμε ανταποκριτές σε διάφορα μέρη να μας αφηγούνται ιστορίες και να μας στέλνουν φωτογραφίες. Πολλά ευχαριστώ για την όμορφη αυτή σκέψη!
Η ιστοσελίδα του βιβλιοπωλείου (για όσους ξέρουν ιταλικά)

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Γλώσσες

Και αν τα πολυαγαπημένα ράφια των βιβλιοβιβλίων στέκονται χαϊδεμένα και περήφανα στην βιβλιοθήκη του διαδρόμου υπάρχουν και άλλα ράφια που φέρουν άλλο αγαπημένο θέμα, και σίγουρα έχω αρχίσει να τα μαζεύω και πιο παλιά από τα βιβλιοβιβλία. Είναι εκείνα για τις γλώσσες, τα αλφάβητά τους, την ιστορία τους.
Κίνητρο για την συγκέντρωσή τους που ας το δηλώσω ότι πολύ απέχει από το να είναι εξαντλητική, ήταν διάφορες σκέψεις αιωρούμενες, ακόμα. Πώς γίνεται το ελληνικό αλφάβητο, το αρχαιότερο στην ευρωπαϊκή ήπειρο να δυσκολεύεται να επιβιώσει, πόσο κινδυνεύει να ξεχαστεί μαζί με την γλώσσα που αποτυπώνει. Πώς γίνεται και χάνονται οι γλώσσες τελικά; Γιατί το γνωρίζουμε ότι στο διάβα της η ανθρωπότητα έχει ξεχάσει (ό, τι χάνεται ξεχνιέται, λησμονιέται, φεύγει από την μνήμη) γλωσσικά συστήματα και ίσως αφήνουν ίχνη που μετά από καιρούς προκαλούν ερωτηματικά, συχνά αναπάντητα. Για παράδειγμα οι ετρουσκικές επιγραφές, που σαν τις βλέπεις φέρνουν πολλά κοινά με τα ελληνικά αλλά ελληνικά δεν είναι. Χάθηκαν οι Ετρούσκοι και ο πολιτισμός τους που είχε δάνεια ελληνικά, απορροφήθηκαν από τους Ρωμαίους. Χάθηκαν οι ήχοι της γλώσσας τους, δεν εξελίχθηκαν, δεν περπάτησαν μέσα στον χρόνο, έσβησαν σταδιακά από την αχρησία στην οποία περιέπεσαν. Παραδείγματα στην γειτονιά μας πολλά: η Γραμμική Α’ που μπορεί να έχει αποκωδικοποιηθεί αλλά δεν έχει φωνή, η Γραμμική Β΄ που εντάξει αποδείχτηκε γλώσσα πρωτοελληνική και διαβάστηκε, ο δίσκος της Φαιστού, επιγραφές στην Λήμνο, τα ιερογλυφικά στην Αίγυπτο. Ο όρος νεκρή γλώσσα αναφέρεται σε γλώσσες που γνωρίζουμε αλλά δεν χρησιμοποιείται από κανέναν, τα λατινικά ας πούμε. Όμως στον αντίποδα, υπάρχουν γλώσσες που μιλιούνται αλλά δεν έχουν γραπτή έκφανση σε πολλά μέρη του κόσμου, οι γλώσσες του Αμαζονίου, αφρικανικών φυλών, των ανθρώπων των πόλων, των νομά (και των Ελλήνων τσιγγάνων), παντού γενικά. Οι προφορικές γλώσσες είναι πιο εύθραυστες, διαλύονται, χάνονται μαζί με τους ανθρώπους που τις κουβαλάνε, χωρίς σημάδια χαραγμένα πουθενά.
Η γλώσσα είναι ζήτημα καίριο για κάθε λαό, κοινωνική ομάδα και μια ανάρτηση έχει εμφανείς περιορισμούς παρουσίασης. Σκόρπιες ιδέες ακροθίγονται, λίγο προσωπικές, λίγο γενικές. Η γλώσσα βάζει το πλαίσιο σκέψης, διατύπωσης του περιβάλλοντος, του εξωτερικού φυσικού κόσμου αλλά και εκείνου που κατασκευάζει ο άνθρωπος, για να μην αναφερθούμε στα του μέσα κόσμου καθενός ανθρώπου. Η γλώσσα δομεί τα άτομα, τα βάζει στην συλλογικότητα, καθρεφτίζει τρόπους, κοσμοθεωρίες, νοοτροπίες, φόβους, προσδοκίες.
Η Γραμματική αποτελεί την βασικότερη δήλωση ύπαρξης μιας γλώσσας και κατ’ επέκταση μιας ομάδας αριθμητικά και κοινωνικά σημαντικής, ώστε να διαθέτει επίσημη γλώσσα. Ακολουθούν στην κατάταξη σπουδαιότητας τα λεξικά και οι εγκυκλοπαίδειες που δίνουν νόημα και ιστορία σε έννοιες, λέξεις, πράγματα.
Με αυτά κατά νου με
είχε συναρπάσει το βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη Οι ξένες λέξεις για την γλώσσα σάνγκο μιας χώρας της Κεντρικής Αφρικής που κατασκευάζεται λέξη λέξη, έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανθρώπων της στην καθημερινότητά τους, τις παραδόσεις τους και τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο ταξίδι στην γέννηση και το βάθος των λέξεων και οι λέξεις έχουν μαγεία, είναι μαγικές, φτιάχνουν εικόνες και αισθήματα. Και για να πω τον πόνο μου εδώ, πάνω στον ενθουσιασμό μου το χάρισα επανειλημμένα και το δάνεισα μια και μόνη φορά γιατί από τότε έχασα το δικό μου αντίτυπο με τις υπογραμμίσεις μου και ξέχασα σε ποιον το εμπιστεύτηκα. Μακάρι να τουλάχιστον να το ευχαριστήθηκε πολύ!
Οι γλώσσες τοποθετούνται στον κόσμο, συναγωνίζονται η μια την άλλη για την ομορφάδα και την χρήση τους, και έχουν τις δημόσιες σχέσεις τους που τις διαφημίζει και τις υπερασπίζεται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Η ελληνική γλώσσα, γλώσσα μητέρα και μήτρα, δεν έχει ούτε τώρα ούτε και στο παρελθόν καθόλου καλό γραφείο δημοσίων σχέσεων γιατί λειτουργεί αποσυντονισμένα, περιστασιακά, σπασμωδικά, αμυντικά, χωρίς συγκρότηση και ένα σωρό άλλα, «πατριωτικά»- σοβινιστικά βλάπτοντας παρά ωφελώντας καθώς οι μέθοδοί είναι μονόπλευρες, υπεροπτικές και επιθετικές απέναντι σε άλλες γλώσσες. Άρα λείπει η αυτοπεποίθηση, το σχέδιο, η επιμονή, ή ωριμότητα, η έμπνευση, το μεράκι γιατί με αυτά τα όπλα θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα και ας είμαστε λίγοι, συγκριτικά, οι ομιλούντες ελληνικά.
Εμείς που γράφουμε, διαβάζουμε, μιλάμε τα ελληνικά είμαστε οι φύλακες της γλώσσας μας, δικαιούμαστε όλοι να έχουμε άποψη για αυτή μιας και είμαστε σε αμφίπλευρη σχέση μαζί της, μας ορίζει, καθορίζει και την ορίζουμε, πλάθουμε. Θα μπορούσαμε να την τοποθετήσουμε στο νέο παγκόσμιο σκηνικό με νέους όρους, σε νέες εφαρμογές, όπως είναι οι τεχνολογίες, το διαδίκτυο και πέρα…

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Περί ανάγνωσης


Γράφω με αφορμή την αναφορά στην προηγούμενη ανάρτηση για το πως ξεκινά κανείς το "αγγλικό διάβασμα".
Θα μιλήσω για τη δική μου εμπειρία και ξέρω ότι πολλοί θα γελάσουν, όσοι με γνωρίζουν καλύτερα.
Είναι εξαιτίας της άρνησης που τρέφω για να διαβάσω οτιδήποτε δεν έχει ελληνικούς χαρακτήρες. Άρνηση που έτρεφα από πάντα ακόμη και στο να μάθω κάποια γλώσσα (συνειρμοί να με πηγαίνουν με το ζόρι στο φροντιστήριο των αγγλικών και εγώ να το σκάω με την όποια αφορμή).
Θαυμάζω
όσους έχουν την ικανότητα να γνωρίζουν και να μιλούν πολλές γλώσσες. Όσο για τη δουλειά του μεταφραστή-διερμηνέα τη θεωρώ απλά σωτήρια γιατί χωρίς αυτή φανταστείτε πόσα κείμενα θα μας ήταν άγνωστα.
Αγαπώ τη ξένη λογοτεχνία αλλά πάντα μιλάω για τη μεταφρασμένη στα ελληνικά. Θεωρώ ακόμη απλά δύσκολο να διαβάσω λογοτεχνικά κείμενα από το πρωτότυπο. Η μόνη μου προσπάθεια ήταν στη δίγλωσση ποίηση. Εκεί απογοητεύτηκα βλέποντας ότι η ποίηση υστερεί κατά πολύ όταν μεταφράζεται, δυστυχώς.
Ωστόσο, με χαρά ανακάλυψα ότι τα πράγματα διαφέρουν στα επιστημονικά κείμενα. Διαφέρουν και απλοποιούνται. Δεν έχεις να κάνεις με μεταφορές και παρομοιώσεις αλλά με επιστημονικό λόγο. Μαθαίνεις το λεξιλόγιο κι έχεις τις έννοιες και τις σκέψεις του συγγραφέα ξεκάθαρες μπροστά σου. Και όταν το επιστημονικό κείμενο σχετίζεται με την επιστήμη σου τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρα. Έχεις ό,τι μάθαινες σε άλλη γλώσσα εμπλουτισμένα με περισσότερες νέες ιδέες. Χαμογελάω ακόμη με αυτήν μου την ανακάλυψη (εύρηκα-εύρηκα!).

Αναφέρομαι λοιπόν σε μια άλλη κατηγορία ανάγνωσης, εκείνη που δεν έχει σχέση με ψυχαγωγία αλλά με μελέτη. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους καταφέρνουν όμως να συνδυάσουν αυτά τα δύο είδη ανάγνωσης.
Η ανάγνωση για μελέτη διαφέρει. Απαιτεί παραπάνω συγκέντρωση, μεθοδολογία και σίγουρα
χρειάζεται να κρατάς μολύβι για να σημειώνεις. Με αφορμή ενός μικρού βιβλίου που μόλις διάβασα με τίτλο "Reading for study" του αγγλικού εκδοτικού οίκου Blackwell αναφέρω τη βασική διαφορά στο συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης. Οι συγγραφείς του βιβλίου δίνουν μια μεθοδολογία στην ανάγνωση με σκοπό τη μάθηση που την ονομάζουν "SQ3R". Πρόκειται στην ουσία για πέντε λέξεις που περιγράφουν την επιστημονική ανάγνωση: Survey-Question-Read-Recall-Review.
Η πρώτη λέξη αναφέρεται στη γρήγορη ανάγνωση ενός βιβλίου, ενός κεφαλαίου ή ενός άρθρου για να αποκτηθεί μια πρώτη άποψη για το κείμενο. Η δεύτερη προτρέπει τον αναγνώστη να σκεφτεί πριν διαβάσει το κείμενο κάποιες ερωτήσεις με σκοπό να ψάξει και να δώσει τις απαντήσεις μέσα από το κείμενο. Η τρίτη περιγράφει την προσεχτική ανάγνωση του κειμένου. Η τέταρτη έχει να κάνει με τον εντοπισμό και τη σημείωση των κύριων ιδεών που αναφέρονται στο κείμενο. Η πέμπτη, τέλος, έχει να κάνει με την επανεξέταση του κειμένου ώστε να διαπιστώσει ο αναγνώστης αν πράγματι έχει καταλάβει τις κύριες ιδέες του κειμένου και αν έχουν απαντηθεί τα ζητούμενα.
Κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης για την απόκτηση γνώσεων ο αναγνώστης πρέπει να περιγράψει με δικά του λόγια τις πληροφορίες που μόλις έλαβε από το κείμενο γράφοντας κάποια περίληψη ή συζητώντας για ό,τι διάβασε:

"Οι καθηγητές γνωρίζουν καλά ότι δεν μπορούν να πετύχουν στη διδασκαλία αν δε χαλιναγωγήσουν πρώτα τις πληροφορίες και αν δεν τις έχουν δώσει με δικά τους λόγια. Η ετοιμασία και η παρουσίαση ενός επιστημονικού άρθρου έχει άμεση σχέση με τη διδασκαλία. H ενεργή συμμετοχή ενός αναγνώστη είναι ένας βοηθητικός παράγοντας για να μειωθεί η απόσταση μεταξύ συγγραφέα-αναγνώστη".

Ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που δείχνει να μην έχει τέλος και το γράφουμε όλοι εμείς οι αναγνώστες.

Ψάχνοντας πληροφορίες για το βιβλίο που ανέφερα εντόπισα ένα ακόμη παρόμοιο κείμενο που με χαρά προσφέρω σε όσους θα ήθελαν να διαβάσουν κάτι σχετικό... στα αγγλικά...

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Επίπεδα, πίστες και διάβασμα

Έλεγα αυτή η ανάρτηση να ήταν για την Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο που έκλεισε την προηγούμενη εβδομάδα και την επισκέφτηκα την τελευταία τελευταία ώρα, Κυριακή βράδυ. Έλεγα να πω για την ατμόσφαιρα που πλανιόταν, την διάθεση των ανθρώπων μπρος και πίσω από τους πάγκους των βιβλίων, τις τυχαίες κουβέντες στα πήγαινε έλα, τον κατάλογο της Έκθεσης που είχε εξαντληθεί εδώ και δυο ημέρες και έτσι δεν απόκτησα και βέβαια, για τα βιβλία που δεν μπόρεσα να τους αντισταθώ και γύρισα σπίτι φορτωμένη (λίγο προς μέτρια φορτωμένη με έξι τίτλους πέντε συγγραφέων). Το ένα είναι και βιβλιοβιβλίο, συνεντεύξεις δέκα (ξένων) συγγραφέων, με τίτλο Η τέχνη της γραφής, με επιμέλεια του Φίλιπ Γκούρεβιτς και εισαγωγή του Ορχάν Παμούκ (δεύτερη έκδοση, εκδόσεις Τόπος) που προστίθεται στην συλλογή-σειρά. Είχα βγάλει και φωτογραφίες για την περίσταση, έτσι για μια γενική εικόνα αίσθηση του κλίματος. Είχα σκεφτεί α κάνω και παράλληλες σκέψεις για τα καρότσια με βιβλία στον δρόμο και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Το αφήνω για άλλη φορά, όμως. Οι εκθέσεις έχουν περιοδικότητα και θα βρεθεί ευκαιρία.
Αντί όλων αυτών είπα να φέρω στην κεντρική σκηνή το θέμα της «ελαφριάς» ανάγνωσης που ξεκίνησε από τα σχόλια, με κωδικό «Άρλεκιν» και το πολύ πετυχημένο (βρήκα) αρλεκίνοι για όσους διαβάζουν τα βιβλία τσέπης αισθηματικού περιεχομένου που ουσιαστικά ανήκουν στην πολύ μεγάλη κατηγορία που στον σαξονικό πολιτισμό ονομάζεται χαϊδευτικά «αγόρι συναντά κορίτσι» (boy meets girl). Η κουβέντα δημιούργησε εντάσεις που έφτασαν μέχρι και αποχωρήσεις άρα υπάρχουν θεωρίες και απόψεις δυνατές για το θέμα. Τα σκέφτομαι, λοιπόν, ξανά και ξανά και μπαίνω στα παπούτσια της γνώμης ότι κάθετα αποκλείονται οι αρλεκίνοι αναγνώστες. Ναι, δεν είναι υψηλή λογοτεχνία στην μορφή και το ύφος, ούτε διατείνεται πως είναι. Ναι, δεν έχουν μεγάλη πρωτοτυπία, αντίθετα ξεχειλίζουν από κοινωνικά, ρατσιστικά και σεξιστιτικά και κάθε συνομοταξίας στερεότυπα και αναπαράγονται αρκετά σταθερά. Είναι να αναρωτιέται κανείς για τον σπόρο της απήχησής και της εμπορικής επιτυχίας του είδους (όοοχι δεν βρίσκεται η απάντηση του φαινομένου εδώ γιατί είναι πολύπλοκη και δεν ξεπετιέται έτσι και, πάντως δεν είναι ότι οι γυναίκες είναι χαζές, αγράμματες ή κάτι παρόμοιο).
Τα ξέρω καλά, μέσα έξω, τα βιβλία αυτά, το ομολογώ, και την έχω αναλύσει την υπόθεση. Ας ομολογήσω και πώς τα ξέρω, έτσι για να μην αναρωτιέστε και κάνετε σενάρια. Η ιστορία έχει ως εξής: τα έβλεπα στα περίπτερα, εκδόσεις Bell και Χάρλενικ (ηχητικά πολύ κοντά στο Άρλεκιν), τυλιγμένα σφιχτά στο νάιλον κουκούλι τους.. Δεν έγινε έτσι. Μια φίλη μου τα διάβαζε, σε πρώιμη εφηβική ηλικία με απίστευτη μανία, στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά! ειδικά εκείνα της Barbara Cartland, μιας κυρίας με άσπρα μαλλιά, με μια γενική εντύπωση του ροζ στα μάγουλα, το στόμα, τα ρούχα. Τα αισθηματικά της Βαρβάρας, μεταφορά του ονόματός συνθηματικά, είχαν ένα ιστορικοκοινωνικό πλαίσο. Για παράδειγμα ένας Άγγλος κατάσκοπος στην ισπανική αυλή και μια μικρή ορφανή την εποχή του Ερρίκου Η΄, μια γκουβερνάντα σε έναν δύσκολο χήρο με αμίλητο και κλεισμένο στον εαυτό του παιδί στην αγγλική ύπαιθρο του 19ου, παρεξηγήσεις, αρχική αντιπαλότητα, θανάσιμοι κίνδυνοι, κακόβουλοι μεσάζοντες, κληρονομικά συμφέροντα, απρόσμενες αποκαλύψεις, ανατροπές μαζί την «πήρε στα στιβαρά του μπράτσα», «το βαθύ φιλί του της έκοψε την ανάσα» περιλαμβάνονταν απαραίτητα όσο και το αίσιο τέλος. Κάτι σαν εντελώς λάιτ Ντίκενς (τραβηγμένο ίσως και μην αρπάζεστε) αλλά εμένα με έβαλε στο αγγλικό διάβασμα, όπως στο γαλλικό διάβασμα μπήκα από την πόρτα των αστυνομικών. Με άλλα λόγια, όλα τα διάβαζα όσο μου άρεσαν και μετά άλλα και άλλα και άλλα και έτσι δεν μπορώ να τα απαρνηθώ, έχω περάσει από τις σελίδες τους και πήρα πράγματα και έχω προσωπική γνώμη. Πρωταθλήτρια στο σαβουροδιάβασμα, είναι μακριά και απίστευτή η λίστα μου, παλιά έως και πρόσφατα ντρεπόμουν να το πω αλλά τώρα το απελευθερώνω.
Δεν πειράζει αν πολλοί δεν ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν άλλα σκαλιά ανάγνωσης, κολλάνε στην πίστα, μένουν στο επίπεδο τσέπης/αισθηματικά, το διάβασμα θέλει τέχνη ειδική και βρίσκονται στο κατώφλι, τους φτάνει. Έχω περάσει από εκεί άρα μπορούμε να μιλήσουμε, να γελάσουμε, κέρδος, κάθε άνθρωπος κέρδος από όπου και να έρχεται, μια μοναδική ιστορία που αν δεν ακούσεις, δεν… Επιλέγω την στάση των μη αποκλεισμών, την προτιμώ, άσε που κρύβει εκπλήξεις.
Η συζήτηση δεν τελειώνει εδώ αλλά εγώ κλείνω για τώρα…

Καλή επιτυχία στην αυριανή παρουσίαση της Librarian, καλή εβδομάδα σε όλους.

Υ.Γ. Έχω αμελήσει την εικονογράφηση τελευταία, sorry.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Φωτιές, καταστροφές και βιβλία

Η Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο σήμερα κλείνει και δεν την επισκέφθηκα ακόμα. Θα πρέπει να κάνω ένα πέρασμα, να σας πω κιόλας, έστω και ένα κάτι, βλέποντας και κάνοντας. Ψάχνω όλη την εβδομάδα ένα θέμα για την ανάρτηση, ψαχουλεύω τα ράφια, το μυαλό μου και δεν καταλήγω κάπου. Έχω δυο θέματα, πολύ αγαπημένα, αλλά τα έχω κρατημένα για μπακάπ ένα πράγμα. Τα φυλάω σαν την τελευταία μπουκιά που κρύβει όλη την δύναμη.
Δεν την πρόλαβα από το ξεκίνημά της αλλά χτες στην τηλεόραση είχε μια βιβλιοταινία. Αν και με απανωτά τεράστια διαλείμματα διαφημίσεων, την παρακολούθησα. Πρωταγωνιστής, με στρογγυλά γυαλιά και ένα κρεμαστό σάκο στον ώμο, ο Τζόνι Ντεπ που κυνηγούσε ένα απόκρυφο βιβλίο, γραμμένο λέει από τον Εωσφόρο, η εικονογράφησή τριών γνήσιων αντιτύπων του 16ου αιώνα περιείχε το μυστικό της πρόσβασης στις εννέα πύλες, στην τεράστια δύναμη του κακού. Δράση στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, την Αμερική, την Ισπανία και την Γαλλία, παραφυλάγματα, τρεχαλητά, κυνηγητό, παλέματα, με και χωρίς όπλα, μεταμφιέσεις και φανατικοί συλλέκτες σπάνιων βιβλίων, σκηνικά με φόντο βιβλιοθήκες που τελικά τυλίγονται στις φλόγες μαζί με νεκρούς τους σοφούς ιδιοκτήτες τους που κατέχουν πολύτιμα μυστικά. Δεν μένει τίποτα όρθιο, όλα στην πυρά. Τέτοια δύναμη αποδίδεται σε βιβλία! Υπάρχουν βέβαια αρκετές βιβλιοταινίες, μου έρχονται διάφορες στο μυαλό, μερικές που έχω και άλλες που θα εκκρεμούν, θα ήθελα να δω κάποτε.
Φωτιά, μεγάλος και ολοκληρωτικός εχθρός του χαρτιού. Δεν μένει τίποτα, μόνο στάχτες που σκορπάνε, σκόνη που εξανεμίζεται, ένα τίποτα που δεν ανασυστήνεται, ένα σώμα που δεν ανασταίνεται.
Εικόνες καμένων βιβλίων και βιβλιοθηκών. Βιβλία στην πυρά, είναι ο τίτλος του βιβλίου του ιστορικού Lucien X. Polastron που ζει στο Παρίσι, ειδικεύεται στις αραβικές και κινεζικές σπουδές, έχει γράψει για την καλλιγραφία και μια σημαντική συμβολή πάνω στο χαρτί. Η θυελλώδης ιστορία των μεγαλύτερων βιβλιοθηκών του κόσμου είναι ο υπότιτλος. Βιβλίο χορταστικό, των 300 σελίδων με σημειώσεις, βιβλιογραφία και ευρετήριο που περιδιαβάζει καταστροφές, από την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, σε αφανισμούς κινεζικών βιβλιοθηκών, ρωμαϊκές και κατακτητικέ πυρές, θρησκευτικού φανατισμού εμπρησμούς. Το 1789 Γάλλοι επαναστάτες αφάνισαν βιβλιοθήκες, το 1814 οι Άγγλοι έβαλαν φωτιά την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και άλλα πολλά έως τον 21ο αιώνα. Το 1933 οι Ναζί έκαψαν βιβλία στο Βερολίνο και αλλού. Σήμερα υπάρχει ένα υπόγειο μνημείο εκεί που στήθηκε η βιβλιοπυρά. Βιβλία που καταστράφηκαν από βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τα 12 εκατομμύρια βιβλία λεία των Σοβιετικών το 1945 τα ίχνη των οποίων διασκορπίστηκαν, οι συνέπειες της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα, οι καταστροφές των Ταλιμπάν και ειδικότερα το κάψιμο της Βιβλιοθήκης Pul-i-Khumri στο Αφγανιστάν το 1998, και το 2003 οι εξολοθρεύσεις βιβλίων σε Ιρακινές βιβλιοθήκες από τους Αμερικανούς. Η λίστα είναι μακριά, πιάνει από την αρχαιότητα έως και το σήμερα. Πληροφορίες πολλές, λεπτομέρειες άφθονες, ό,τι δίνουν οι πηγές παρατίθεται. Ακολουθούν και σκέψεις προβληματισμού για το τότε αλλά και για σήμερα και τις συνέπειες των νέων τεχνολογιών.
Τα βιβλία ευάλωτα, εύκολα θύματα. Μερικά βιβλία σώθηκαν, ολόκληρα ή και μισά, μέσα από περίεργες διαδρομές, αλλόκοτες συμπτώσεις, μεταφράσεις. Άλλα χάθηκαν για πάντα. Γνωρίζουμε μόνο μέσα από μνείες, έμμεσες αναφορές ότι υπήρξαν κάποτε. Ένα μυστήριο τα καλύπτει και γεμίζει φιλόδοξη ελπίδα εκείνους που επιθυμούν να ανακαλύψουν ένα χαμένο βιβλίο και να εκπλήξουν τον κόσμο. Οι πλαστογράφοι μπαίνουν σε πειρασμό να το κατασκευάσουν και να το παρουσιάσουν ως πρωτότυπο για να πλουτίσουν. Για αυτά τα «γνωστά άγνωστα» βιβλία έχει γράψει ο Suart Kelly, Το βιβλίο των χαμένων βιβλίων: η ιστορία των σπουδαίων βιβλίων που δεν θα διαβάσουμε ποτέ, (μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Πατάκη, 2005, 636 σελίδες), έχει λίγο δραματικό τόνο ο τίτλος.
Σκέφτομαι ότι, δεν γίνεται, θα υπάρχουν και πάμπολλα βιβλία, άξια, σε όλες τις γλώσσες που κυκλοφορούν στα πλάτη και μήκη της Γης που έμειναν σε σκοτεινά συρτάρια και ποτέ δεν μπήκαν στα καλούπια του Γουτεμβέργιου. Θα υπάρχουν και άλλα βιβλία που μεταδίδονταν από το μονοπάτι του προφορικού λόγου, και κάπου σκόνταψαν και έχασαν τον δρόμο της συνέχειας. Άσε εκείνα που έμειναν κλειδωμένα μέσα σε κεφάλια και ποτέ δεν βρήκαν το σχήμα του λόγου.
Οι πορείες στο πέρασμα των καιρών έχει και απώλειες, πολλές…

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Κάπνισμα τέλος! Αρχή διαβάσματος;

Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού δεν αποτελούν είδηση. Χρόνια τώρα τις γνωρίζουμε, η ταινία σε κάθε πακέτο τσιγάρων με την τρομακτική επισήμανση «Το κάπνισμα σκοτώνει» τα συνοδεύει καιρό τώρα, οι διαφημίσεις τσιγάρων πρώτα έγραφαν το ίδιο, μετά έγιναν έμμεσες, μετά απαγορεύτηκαν εντελώς. Στις ταινίες του κινηματογράφου, στα τηλεοπτικά σήριαλ κανείς δεν καπνίζει ούτε για δείγμα, ίσως μόνον οι κακοί και χαμένοι τύποι σε χώρους που εξυφαίνεται το έγκλημα, που σκοτεινά βασανίζονται από προσωπικούς εφιάλτες. Τα τσιγάρα ακριβαίνουν. Εκδόθηκε πανευρωπαϊκή οδηγία για απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους, ορίστηκαν τα πρόστιμα και ο τρόπος ελέγχου. Ελεύθερο κάπνισμα, τέλος!
Παλιότερα το άναμα ενός τσιγάρου, ο καπνός που σχημάτιζε κύκλους ή συννεφάκια, το νευρικό σβήσιμο σε τασάκια, οι στοίβες με γόπες σηματοδοτούσαν ένα σωρό άλλα, επίκληση στην έμπνευση ενός δημιουργού, την έντονη σκέψη και προβληματισμό, την λύση ενός μυστηρίου, το ερωτικό κάλεσμα, την ελευθερία και πληρότητα, την εφηβική αταξία και βιάση για ενηλικίωση, την ευχαρίστηση –ειδικά με την συνοδεία καφέ- και πάντως την γυναικεία χειραφέτηση. Μετά ανακαλύφθηκαν οι ολέθριες βλάβες που μπορεί να προκαλέσει και άρχισε αντίστροφη εκστρατεία εκρίζωσης της διαδεδομένης κουλτούρας του.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του George Orwell, Βιβλία εναντίον τσιγάρου (Books v.cigarettes) από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με μεταφραστή τον Γιώργο-΄Ικαρο Μπαμπασάκη (που έκοψε το κάπνισμα κατά την διάρκεια αυτής της μετάφρασης). Το βιβλίο αποτελείται από άρθρα του Orwell που έχουν να κάνουν με βιβλιοεμπειρίες (θα εκπλαγεί κανείς να δει ότι δεν είναι και πολύ θετικές και το κριτικό πνεύμα του κυριαρχεί), και τον τίτλο του οφείλει στο πρώτο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Tribune (Βήμα) στις 8 Φεβρουαρίου 1946.
Το άρθρο πραγματεύεται το θέμα της ανάγνωσης. Το επιχείρημά του ο συγγραφέας αναπτύσσει προκειμένου να καταρρίψει τον ισχυρισμό ότι η αγορά και η ανάγνωση βιβλίων αποτελούν ένα ακριβό χόμπι που δύσκολα μπορεί να σηκώσει ένας μέσος μισθός ενώ αντίθετα τα τσιγάρα είναι προσιτά. Και ξεκινά υπολογισμούς που έχουν να κάνουν με το κόστος των βιβλίων και των τσιγάρων. Τα συγκρίνει, σε λίρες (πένες, σελίνια) Αγγλίας του καιρού εκείνου που καμιά σχέση δεν έχουν με την σημερινή ισοτιμία άρα δεν νιώθουμε και πολλά παρά από τους πίνακες και τα νούμερα, μόνο πόσο σχολαστικός και «διαβασμένος» είναι και στα δυο, τσιγάρα και βιβλία Για παράδειγμα, μας λέει ότι πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κυκλοφορούσαν στην Μεγάλη Βρετανία 15.000 βιβλία ενώ σήμερα κυκλοφορούν πάνω από 60.000.
Από όλα κρατάω ότι: το μεγαλύτερο ποσό πάει σε εφημερίδες και περιοδικά (αυτό μάλλον θα ισχύει και σήμερα), ότι ο ίδιος που είναι διαβαστερός και είναι και η δουλειά του ξοδεύει περισσότερα για καπνό από ό,τι για βιβλία. Κρίνει ότι το διάβασμα είναι μια από τις φτηνότερες ψυχαγωγίες, όπου η πιο φτηνή είναι η ακρόαση του ραδιοφώνου. Καταλήγει στο κάθετο συμπέρασμα πως αν η διακίνηση και κατανάλωση βιβλίων βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, συμβαίνει γιατί το διάβασμα δεν είναι τόσο συναρπαστικό όπως οι αγώνες σκύλων (!), ο κινηματογράφος, τα παμπ, και όχι γιατί τα βιβλία αγοραστά ή δανεικά (από βιβλιοθήκες με συνδρομή) είναι ακριβά. Με άλλα λόγια δεν είναι οικονομικό ζήτημα.
Στο μεταξύ η Μεγάλη Βρετανία έχει κάνει μεγάλη (αλλά μεγάλη) πρόοδο στην φιλαναγνωσία και στην υπόθεση των βιβλιοθηκών. Η υπόθεση του διαβάσματος έχει κατακτηθεί, αν και οι οικονομικές κρίσεις σε αυτά ακριβώς τα προγράμματα και τους χώρους επιτίθενται με περικοπές, παντού.

Ξεπηδά μια υπόθεση. Αν η απαγόρευση του καπνίσματος οδηγήσει στην μείωσή του, τότε αυτόματα θα εξοικονομηθεί ένα ποσό που μπορεί να κατευθυνθεί προς άλλη ψυχαγωγική δραστηριότητα. Καθώς γνωρίζουμε ότι πολλά μπορούμε να κερδίσουμε από την ανάγνωση, θα μπορούσε να είναι τα βιβλία. Ναιιι; ΝΑΙ.

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Ταξινόμηση, οι τρόποι της

Ταξινόμηση (τάξη και νόμος}, χμ λέξεις βαριές, μαζί κιόλας βαραίνουν ακόμα περισσότερο. Επίμονες εμμονές του ανθρώπου για να καταλάβει τον κόσμο που τον περιβάλλει, να τοποθετήσει τα ίδια του τα πράγματα, αυτά που φτιάχνει, εκείνα που αποκτά. Τώρα, όμως, να πούμε για την τακτοποίηση που κάνουμε στα βιβλία μας στα σπίτια μας και όχι για τα συστήματα κατηγοριοποίησης και ταξινόμησης στις βιβλιοθήκες.
Πολλές και διάφορες είναι οι ιδέες και οι προτάσεις για την κατ’οίκον τακτοποίηση των βιβλίων. Είναι ανάλογα με το πώς βολεύεται o καθένας, τι έχει στο μυαλό του, πώς έχει μάθει να ψάχνει και να βρίσκει, πώς διευθετεί και διαχειρίζεται τον προσωπικό του χώρο. Στο σημείο αυτό θα μπω σε διάλογο χωρίς απάντηση με τον συγγραφέα Ζωρζ Περέκ γιατί είναι φευγάτος από τον κόσμο τούτο από το 1982. Λέει, λοιπόν με μεγάλη δόση κεφιού, στο ολιγοσέλιδο κείμενό του με τίτλο «Μικρές σημειώσεις για την τέχνη και τον τρόπο να τακτοποιούμε τα βιβλία μας» (που έχουν κυκλοφορήσει οι εκδόσεις Άγρα σε διάφορες περιστάσεις το 1988, το 1993, 2005) ότι υπάρχει ταξινόμηση:
• Αλφαβητική. Καλή, αντικειμενική και αλάνθαστη αλλά θα πρέπει κανείς να θυμάται σωστά όλα τα ονόματα των συγγραφέων, αλφαβητικά και κατά είδος είναι πιο βολικό
• Κατά ηπείρους ή χώρες. Γεωγραφική δηλαδή, μα μπορεί να μην είσαι τόσο καλός στην κοσμογνωσία ή να μην έχεις και τόσα βιβλία που δημιουργούν κατηγορίες με υπόσταση
• Κατά χρώματα. Κατάλληλη για τύπους οπτικούς μόνο, με ωραίο αισθητικό αποτέλεσμα
• Κατά ημερομηνία απόκτησης. Για εκείνους που θυμούνται με ακρίβεια τις κινήσεις τους ημερολογιακά και τι έφαγαν χτες και προχτές το μεσημέρι
• Κατά ημερομηνία έκδοσης. Χρήσιμο για την βιβλιογραφία και την ετήσια βιβλιοπαραγωγή αλλά απαιτεί αριθμομνημοσύνη και ακρίβεια τυπική
• Κατά μεγέθη. Μέθοδος πρακτική που υποδεικνύει το μέγεθος, κυρίως το ύψος του βιβλίου ως λύση τακτοποίησης και που δεν θα πρέπει να περιφρονηθεί γιατί παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα στο πάντα πιεστικό ζήτημα του χώρου
• Κατά είδη. Τρόπος δημοφιλής και αποτελεσματικός που βάζει ερωτήματα και αφήνει μερικά βιβλία ξεκρέμαστα και αμφισβητούμενα με αποτέλεσμα να σέρνονται δεξιά αριστερά
• Κατά μεγάλες λογοτεχνικές περιόδους. Θα πρέπει να λύσει κανείς το ζήτημα των περιόδων που μετακινούνται και αναδιαρθρώνονται, μια άλλη δουλειά εντελώς
• Κατά γλώσσες. Πρωτοτύπου φαντάζομαι εννοεί
• Κατά αναγνωστικές προτεραιότητες. Αυτή θα έλεγα ότι αποτελεί υποκατηγορία γιατί πρόκειται για εκείνες τις περίφημες στοίβες που περιμένουν στα προσκεφάλια ή κάπου κοντά στα γραφεία και αυξάνονται με δυσάρεστους ρυθμούς
• Κατά βιβλιοδεσίες και
• Κατά εκδοτικές σειρές που δίνουν, όπως στην περίπτωση των χρωμάτων, θαυμάσιο αισθητικό αποτέλεσμα, και προσφέρουν σχετική ευκολία στον εντοπισμό αν είσαι γνώστης των εκδοτικών οίκων. Τέλος.

Μην περιμένετε να σας πω για την δική μου τακτοποίηση (ίσως άλλη φορά), θα σας πω για την τακτοποίηση που αποφάσισε και εκτέλεσε ο αδελφός μου την χρονιά που μας πέρασε. Είναι αλήθεια ότι είμαστε μια διαβαστερή οικογένεια όπου ο καθένας διαβάζει άλλα πράγματα που συναντώνται σε κάποιες παρυφές και επικοινωνούμε με κουβέντες που έχουν ενδιαφέρον ή έτσι μας φαίνεται. Ο αδελφός μου αποφάσισε να βάλει στα ράφια τα βιβλία κατά σειρά ανάγνωσης, με άλλα να λόγια να τα βάλει χρονολογικά ανάλογα με το πότε τα διάβασε και τα εμπέδωσε γιατί είναι επίμονος και όταν δεν καταλαβαίνει όπως και όσο επιθυμεί επανέρχεται ξανά και ξανά έως ότου μπει μέσα στην ουσία. Κατέβασε όλα τα βιβλία στο πάτωμα. Εκεί τα μελετούσε και ανέτρεχε σε μια διαδρομή βοηθούμενος από την μνήμη του και από σημειώσεις. Τα βιβλία έμειναν παρατεταγμένα κάτω για περίπου ένα χρόνο, εμποδίζοντας το ομαλό περπάτημα στο δωμάτιο και το ξεσκόνισμα. Σιγά σιγά ξανανέβηκαν σε νέα θέση στα ράφια. Αυτή η θέση αποτύπωνε την σειρά που το περιεχόμενο είχε φτάσει στο δικό του προορισμό.
Ίσως να σκέφτεστε τώρα, τι τρέλες είναι αυτές, είναι δεν το αρνούμαι αν και όταν και όσο περισσότερο το σκέφτομαι υπάρχει λογική. Τα διαβάσματά μας μάς χτίζουν και έχει σημασία τι μπαίνει πρώτο και τι δεύτερο και πάει λέγοντας. Έχει σημασία για το τι μας έκανε να καταλάβουμε αρχικά και πώς επέδρασε στις επιλογές, στα επόμενα βήματα ανάγνωσης. Από τα λόγια ποιου συγγραφέα μάθαμε ομορφιές, νιώσαμε αισθήματα, γεννήθηκαν σκέψεις και ερωτήματα, κάναμε συγκρίσεις, φτάσαμε σε συμπεράσματα, κανόνες και εξαιρέσεις, πού οπισθοχωρήσαμε, αλλάξαμε, μετασχηματιστήκαμε, με τι αναγνωστικές εμπειρίες προχωρήσαμε.
Άλλοτε στην σελίδα του ψευδότιτλου και άλλοτε στην σελίδα τίτλου, πάντα σημειώνω το μικρό μου όνομα, συχνά μα όχι και πάντα σημειώνω πώς έφτασε το βιβλίο στα χέρια μου αν είναι δώρο για παράδειγμα και πότε. Από τώρα σημειώνω πότε το διάβασα και πού.
Καλό Φθινίοπωρο!

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Για ένα μικρό μικρό βιβλίο

Βρέθηκα σε ένα νεοκλασικό κτίριο στη Ζωδόχου Πηγής, ακριβώς κάτω από το Λόφο του Στρέφη. Περιοχή που αδιάκοπα βολτάρω γύρω γύρω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά και κάθε φορά η βόλτα διαφέρει.
Όλο κάτι αλλάζει. Η ώρα, η μέρα, οι άνθρωποι, εγώ.
Από τα παράθυρα δεν κρέμονταν βαριές σκουρόχρωμες κουρτίνες, ούτε γλάστρες αλλά και ούτε άνθρωποι, κρέμονταν βιβλία. Εξώφυλλα νέων εκδόσεων, κάθε φορά και νέα χρώματα. Δεν προλαβαίνεις να συνηθίσεις τα προηγούμενα και τσουπ σου ζωγραφίζουν άλλα. Να υπάρχει ποικιλία για να μη βαρεθείς. Καταστροφή η τόση μεγάλη ποικιλία.
Η μαύρη μεταλλική πόρτα κλειστή. Χτυπάω το κουδούνι και μου ανοίγουν, σαν να ήρθα σε φίλο.
Βόλτα στα ράφια των εκδόσεων Άγρα, ακριβώς κάτω από το Λόφο του Στρέφη, στο άσπρο ανακαινισμένο κτίριο με
τη μαύρη πόρτα. Οι σελιδοδείκτες στον τοίχο μπροστά σου με το που μπαίνεις αποτελούν πρόκληση. Κάθε φορά περισσότεροι, κάποιος λείπει από τη συλλογή, κάποιος χρησιμοποιήθηκε και τσαλακώθηκε, κάποιος ξεχάστηκε σε άλλο σπίτι. Περιπλανήθηκα ανάμεσα σε ράχες βιβλίων αλλά και σε πλάτες ανθρώπων που έψαχναν, μικρός χώρος, ιδανικός για να κουτσομπολέψεις.
Ε ναι αυτό έκανα.
Έπεφτε το βλέμμα όλο σε βιβλία που ήθελα από καιρό και ακόμα δεν έχω πάρει, κάποιο να πάρω να διαβάσω.Και καθώς χάζευα άκουσα:
Αααα αυτό είναι!
Γυρνάω και βλέπω έναν απορημένο υπάλληλο που παρά τις επίμονες προσπάθειες να βρει το βιβλίο που του ζήτησαν δεν τα είχε καταφέρει και μια χαρούμενη κοπέλα να κρατάει στα χέρια της ένα μικρό βιβλιαράκι.
"Το έχω διαβάσει και μου άρεσε πολύ, θα πάρω κι άλλα αντίτυπα να τα δωρίσω σε φίλους".
Πλησιάζω. Το εξώφυλλο δε μου λέει τίποτα και διαβάζω "Θα σε κάνω βιβλίο". Μάλιστα!

Έτος έκδοσης: 1996. Συγγραφέας: Κατερίνα Σκαλιώρα.
Στην πρώτη σελίδα:
Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα.
Γιώργος Σεφέρης.

Το αγοράζω και αφήνω όλα τα υπόλοιπα να περιμένουν.
Αυτό δεν το είχα ξαναδεί ποτέ. Κανείς δεν είχε μιλήσει γι' αυτό και έχουν περάσει δώδεκα χρόνια. Μόνο εκείνη η κοπέλα που ήθελε να πάρει τρία να τα δωρίσει σε φίλους. Ούτε εφημερίδες, ούτε free press και στο ίντερνετ τώρα που ψάχνω, τίποτα. Αδικία.
Θα σε κάνω βιβλίο ή τα μοναχικά μυρμήγκια ο πλήρης τίτλος. Η πρώτη προσπάθεια της συγγραφέως να γράψει βιβλίο για ενήλικους. Της αρέσουν τα παραμύθια και με αυτά ασχολείται. Ευτυχώς και σε αυτό το βιβλίο διαβάζω σκόρπια παραμύθια για δύο μυρμήγκια που κυκλοφορούν στο μπάνιο εκεί δίπλα από τη μπανιέρα, για εφτά σαμιαμίθια που πανικοβάλουν τους φίλους.
Σκόρπιες λέξεις-σκέψεις, τριών ανθρώπων που ίσως να είναι και ένας. Δύσκολες που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, θα συμφωνήσω. Και η μοναξιά δύσκολη. Όταν συνηθίζεις είναι καλά. Όταν χάνεται, χάνεσαι.
Μικρό, λιτό, δεν σε βάζει σε πολλές σκέψεις (κακό αυτό) αλλά γλυκό, όμορφο και ευαίσθητο, ξεχειλίζει από συναίσθημα και μοιάζει αληθινό. Σίγουρα θα το δώριζα και εγώ σε φίλους.
Γιατί κανείς δεν έχει μιλήσει ποτέ, απορώ.
Και στα βιβλιοπωλεία άμα πας είμαι σίγουρη πως θα σου πουν: δεν το έχουμε αλλά μπορούμε να το παραγγείλουμε. Είναι μικρό και δεν χωράει.
Ε που να χωρέσει όλη η βιβλιοπαραγωγή στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Αλήθεια πιστεύουν ότι θα χωρέσει στα ράφια των σπιτιών;
Φεύγοντας από τις εκδόσεις Άγρα ζήτησα έναν κατάλογο.
Γέλασα που ο κατάλογος είναι πιο μεγάλος από το βιβλίο που αγόρασα, γέλασε και ο πωλητής που μου ανέφερε ότι ο επόμενος θα είναι διπλάσιος.

Υ. Γ. Τα συνθήματα στους τοίχους των Εξαρχείων δεν μας επιτρέπουν να ξεχάσουμε:

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Γεια σε όλους εκεί έξω, στον μεγάλο κόσμο!
Νομίζω ότι έχω πάθει πια μια τέτοια, πώς να το θέσω τώρα, διαστροφή που ο άξονας της γης έχει καταργηθεί και όλα περιστρέφονται γύρω από βιβλία και αν δεν το κάνουν στα φανερά, το κάνουν πάντως και δεν το καταλαβαίνουν. Όλα τα βιβλία μήπως είναι βιβλιοβιβλία μιας και αναφέρονται σε προηγούμενα, απαντάνε σε παλιότερα…
Και βιβλιοειδήσεις πολλές με την Βιβλιοθήκη της Βέροιας να αναγνωρίζεται διεθνώς, τις αλλαγές που επιτελούνται στην γραφή και ανάγνωση καθώς οι τεχνολογίες, όχι και τόσο νέες πια και καθιερωμένες, είναι εδώ για να μείνουν για το καλύτερο και το χειρότερο, αλλά περισσότερα ενημερωτικά άλλη στιγμή.
Αγαπημένες οι εκδόσεις Άγρα, ακουμπάνε ξανά και ξανά τις χορδές στις Βολτίτσες, κάνοντάς τις να βγάζουν ήχους γεννημένους από τις καλοτυπωμένες σελίδες τους. Αυτήν την φορά πρόκειται για τον 666ο τίτλο της σειράς που κυκλοφόρησε με καθυστέρηση τρεισήμισι
χρόνων. Ο σημαδιακός αριθμός είχε κρατηθεί για να ταιριάξει με το περιεχόμενο της έκδοσης. Αν δεν έβγαινε το βιβλιαράκι των 75 σελίδων θα αποτελούσε μέγα μυστήριο του μέλλοντος και χίλιες μύριες εκδοχές θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξιχνίασης άρθρων, δοκιμίων και γιατί όχι και διατριβής ακόμα. Ο χαμένος αριθμός θα αποκτούσε βαρύνουσα σημασία. Γιατί ειδικά ο πολυσυζητημένος αριθμός 666 που έχουν γραφεί τόσα από παλιά και έχουν γίνει τόσες ταινίες τρόμου και φρίκης; Φοιτητές των βιβλιακών σπουδών και ερευνητές θα έπλαθαν εκδοχές και θα αφηγούνταν τα ευρήματά τους με λογική και πειθώ συνάμα. Στο επίκεντρο θα έμπαινε ο εκδότης, η εκδοτική του στρατηγική, και οι δεισιδαιμονίες του, τι δείγματα προκαταλήψεων έδειχνε στην καθημερινότητά του, ο αριθμός 13 σε συνδυασμό με τις Τρίτες τον τάραζαν, όταν έβλεπε μαύρες γάτες τι έκανε, περνούσε κάτω από σκάλες, έφτυνε τον κόρφο του κλπ, κλπ. Όμως, όμως τώρα τέτοια μελέτη δεν θα χρειαστεί, ο Δημήτρης Ι. Κυρτάτας που είχε αναλάβει να γράψει, έγραψε, 666, ο αριθμός του Βιβλίου, Εγώ το Άλφα και το Ωμέγα, ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος και εξηγεί την ιστορία, το σκεπτικό του 666, άρα κενό που να χρήζει εξηγήσεων
δεν υπάρχει, εκτός εάν στο ράφι οι εκδόσεις δεν τοποθετηθούν σύμφωνα με τον αριθμό έκδοσης αλλά με την ημερομηνία έκδοσης, οπότε θα απέχει τουλάχιστον δέκα ράφια, αν υπολογίσει κανείς ότι κάθε ράφι κρατάει κατά μέσο όρο περίπου 30 βιβλία, 40 αν έχουν λίγες σελίδες και δεν πιάνουν τον στάνταρ χώρο, από την θέση που κανονικά θα έπρεπε να κατέχει και απομακρυσμένο όπως θα ήταν μπορεί και να χανόταν.
Αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που φόρτωσε στον αριθμό 666 τις γνωστές τρομερές και προειδοποιητικές ιδιότητες. Άρα, άρα ένα βιβλιοβιβλίο που μιλάει για ένα άλλο βιβλίο που με την σειρά του μιλάει για άλλα βιβλία, τα ευαγγέλια, χειρόγραφα που διατηρούν με απτή υπόσταση τον λόγο μέσα στον χρόνο. «Η εμμονή στη διαδικασία της γραφής είναι εντυπωσιακή και αντιβαίνει στα βιβλικά προηγούμενα… είναι εντολή θεϊκή…» (σ. 40-41), λέει ο καθηγητής της ύστερης αρχαιότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ο συγγραφέας. Και το δεύτερο παράθεμα από το 666ο βιβλίο που διαλέγω είναι μια προφητική εικόνα καταστροφής. Προβλέπει ο προφήτης Ησαΐας «Ο ουρανός θα τυλιχτεί σαν βιβλίο και όλα τ’ άστρα θα πέσουν όπως τα φύλλα από το αμπέλι και όπως πέφτουν τα φύλλα από τη συκιά». Εικόνα που δανείζεται και παραλλάσσει ο Ιωάννης «ο ουρανός αποκόπηκε, όπως τυλίγεται ένα βιβλίο, κι όλα τα όρη και τα νησιά μετακινήθηκαν από τον τόπο τους» (σ. 52-53), τότε που έγραφαν πάνω σε κυλίνδρους. Προσωπικά «βλέπω» καλύτερα την παρομοίωση του Ησαΐα. Από το ουράνιο φύλλο του χαρτιού θα πέσουν τα αστέρια σαν φυτικά, γήινα φύλλα. Ο Ιωάννης περιγράφει το τύλιγμα του βιβλίου σαν διαδικασία βίαιη που φέρνει σκοτάδι.

Λέμε, το λοιπόν, να αλλάξουμε την εικόνα του blog, τα χρώματα, την διάταξη, τέτοια, έτσι να πάρει μορφή πιο φρέσκια. Οι συσκευασίες παίζουν τον ρόλο τους και αυτές! Αν και ζορίζομαι λίγο γιατί η παλιά θα χαθεί και ξεχαστεί και όπως και να το κάνουμε και την γούσταρα και συναισθηματικά τόσο καιρό έχω κουμπώσει μαζί της.

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Οι άγραφες πλάκες

Η ζέστη της Αθήνας απερίγραπτη, το κάτι άλλο, σε βαθμούς Κελσίου και σε ποιότητα. Βαριά και υγρή αναδύεται από την άσφαλτο, τα τσιμέντα, τα γυάλινα κτήρια. Ένας φούρνος καυτού αέρος που στον ήλιο προστίθεται και η αίσθηση της ψησταριάς. Το ξέρω ότι βρισκόμαστε στην καρδιά των καλοκαιρινών διακοπών και μάλλον απομακρυσμένοι από το ιντερνετικά μέσα επικοινωνίας, όμως δεν γίνεται να μην ξαμολήσω τις λέξεις μου εκεί έξω.
Οι διακοπές ενδείκνυνται για ξάααπλα και κατά φυσική συνέπεια, διάβασμα κάθε είδους και περιεχομένου, από εφημερίδες και περιοδικά, μυθιστορίες και αφηγήματα έως σοβαρά διαβάσματα με υπογραμμίσεις, σημειώσεις και αποστηθίσεις. Η ξάπλα το τραβάει το διάβασμα. Το βλέπουμε στους ζωγραφικούς πίνακες όπου εικονίζονται αναγνώστες, η στάση είναι οριζόντια, συνήθως ανάσκελα μα και μπρούμυτα. Χαλαρή, αφημένη, ταξιδιάρικα αλλοπαρμένη. Σαν να εισχωρεί καλύτερα, σε όλο το μήκος του σώματος η αίσθηση της ανάγνωσης. Σαν απλώνεται, να ρουφιέται, να κυκλοφορεί η ήχηση των γραμμένων-τυπωμένων σε όλο το σώμα. Η στάση του διαβάσματος λέει πολλά και κάθε ανάγνωση έχει την στάση και την ατμόσφαιρά της. Η μελέτη ζητάει θέση πιο πειθαρχημένη, καθιστή με πλάτη όρθια, σε γωνία. Οι εφημερίδες θέλουν χώρο και χέρια τεντωμένα. Τα περιοδικά δυνατό δείκτη για να γυρνάνε χωρίς να κολλάνε οι σελίδες. Η αναζήτηση, το ψάξιμο συγκεκριμένης πληροφορίας σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες γίνεται και στα όρθια, κοιτώντας από πάνω προς τα κάτω, μεγαλύτερη εποπτεία. Ανάλογα.
Αν και υπάρχει ήδη λίστα ανάγνωσης, μια βολτίτσα στα βιβλιοπωλεία δεν βλάπτει. Βλάπτει δηλαδή γιατί αναπόφευκτα μεγαλώνει την κατάσταση των αναγνωσμάτων. Εεεε δεν θα βρεις καναδυό, πάντως, τίτλους που ξέφυγαν, εεε δεν θα αντισταθείς και πολύ. Έτσι και εγώ παραχώνω, χωρίς καν να καλοκοιτάξω, δυο (πέντε στην περίπτωσή μου, προσπάθησα να σας κρύψω τους τρεις αλλά ποιον πάω να κοροϊδέψω τώρα;) που έχουν βιβλιοτίτλους. Λάφυρα. Το άγραφο χαρτί του Σάκη Τότλη από την Έδεσσα (αφήγημα, εκδόσεις ποταμός, Αθήνα 2010, 107 σ.) έχει να κάνει με χαρτί. Στο οπισθόφυλλο μας λέει «… τα πρώτα εντυπώματα στο άγραφο χαρτί της παιδικής μνήμης γίνονται οι πιο εσαεί πυκνογραμμένες αποσκευές.» Δεν είναι ένα βιβλίο για βιβλία αν και αναφέρεται περιστασιακά σε δημοφιλή οικογενειακά περιοδικά αναγνώσματα (σ. 29, 40-41, 75), στον Θησαυρό, το Ντόμινο, το Ρομάντσο, τον Καζαμία, το πρώτο τετράδιο στο νηπιαγωγείο, τα βιβλία της α΄ δημοτικού. Αναφέρεται σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας που της αποδίδει αυτονόητα το χτίσιμο της προσωπικότητάς του. Εικόνες ανοικτού φυσικού περιβάλλοντος και αχνοπατητά πρόσωπα της οικογένειας και της γειτονιάς. Εικόνες που γράφτηκαν και δεν ξεγράφονται, ανακαλούνται κατά παραγγελία ανά πάσα στιγμή. Δεν χάνονται, κατέχουν την πιο σημαντική θέση. «Αν έσβηναν ποτέ από τη μνήμη μου, η ψυχή μου θα άδειαζε μεμιάς από όλα. Θα σωριαζόμουν στη στιγμή σαν άδειο σακί.» (σ. 106), καταλήγει. Σε αυτές τις αναμνήσεις αποδίδει τον εαυτό του, αυτές αποτυπώθηκαν στο παιδικό του άγραφο παρελθόν, σε αυτές προστρέχει για συμπεράσματα και μαθήματα ζωής, από αυτές αντλεί δύναμη, αυτές είναι η αλήθεια του.
Καταφανής οπαδός της σκέψης που μας παραδίδεται από τους Ρωμαίους όπως διατυπώνεται στην λατινική φράση «tabula rasa» που πάει να πει άγραφη πλάκα. Οι άνθρωποι (πλάκες ή χαρτιά) είναι, γίνονται ό,τι πρωτοσκαλιστεί, πρωτογραφτεί απάνω τους. Καθένας υλικό ακατέργαστο, εκτεθειμένο στην εικόνα και την εμπειρία, μια πρόκληση γα το μέλλον. Η άλλη σχολή στον αντίποδα της άγραφης πλάκας υποστηρίζει ότι όλα είναι προδιαγεγραμμένα εξαρχής από την υλική κατασκευή μας, μέσα από τα χρωματοσώματά μας, ότι εκεί είναι γραμμένες ακόμα και οι αρρώστιες που θα πάθουμε στο πέρασμα του χρόνου. Η χημεία του σώματός μας γεννά κάθε αντίδραση, χαμόγελα και δάκρυα.
Όπως τα φυσικά χαρακτηριστικά, το πακέτο της εξωτερικής συσκευασίας μας, είναι δοσμένο από τις κληρονομιές μας έτσι το ίδιο αντίστοιχα συμβαίνει και με το μέσα πακέτο. Μεγάλη και άλυτη κουβέντα που στην ουσία της βάζει το ερώτημα αν έχουμε επιλογές ή αν κυριαρχεί ο γενετικός προγραμματισμός. Και για να δώσω την δική μου απάντηση με την οποία κάπως τακτοποιώ το ερώτημα, τοποθετούμαι κάπου στην υφαλοκρηπίδα των δυο σχολών. Ναι, η φυσική μας κατασκευή είναι δοσμένη, και ναι, οι παιδικές εμπειρίες είναι καθοριστικές σε μεγάλο βαθμό μα αυτά είναι δεδομένα που έχουμε την δυνατότητα όταν ωριμάσουμε, να διαχειριστούμε, εμείς τα ενορχηστρώνουμε, τα κάνουμε κάτι αφού τα αξιολογήσουμε, αφού βάλουμε τον κανόνα των αξιών μας.. Το τι μας δόθηκε δεν το ορίσαμε, το τι κάνουμε με την προίκα μας μπορούμε να το ορίσουμε, επιλογές υπάρχουν (πλήθος και συνέχεια) όπως και δικαιολογίες.

Τέλος πάντων κατάφερα να το βαρύνω και πάλι το θέμα. Και η κατάστασή μου είναι χειρότερη γιατί διαβάζοντας τις Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα του Ζακ Μπονέ γεννήθηκε η επιθυμιά ανάγνωσης άλλων έξι βιβλίων, μεταφρασμένων στα ελληνικά και τριών αμετάφραστων, μα τι καταδίκη είναι αυτή τέλος πάντων, το νήμα δεν έχει τελειωμό, και δεν χρειάζεται να το ξηλώνεις τις νύχτες σαν την Πηνελόπη γιατί έτσι και αλλιώς οι αναγνώσεις δεν έχουν ούτε τέλος ούτε τελειωμό για όποιον στα μάγια τους έχει πιαστεί…

32.000 φεύγα επισκέπτες στις Βολτίτσες, ουάου, μα τι άλλο να πούμε από ένα μεγάλο ευχαριστούμε!