Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Χριστουγεννιάτικα;;;

Τώρα, το ξέρω ότι οι σκέψεις αυτές δεν ανταποκρίνονται εντελώς στο χαρωπό πνεύμα των Χριστουγέννων αλλά τι να κάνω, μοιάζει να μην τις ορίζω. Και πάλι ίσως επαναπροσδιορίζοντάς τις, φωτισμένες από άλλη γωνιά, να ταιριάζουν επακριβώς με τον πυρήνα των στολισμένων γιορτών. Εκείνη την υπόσχεση που εννοούν, για την ειρήνη στην γη, για την ομόνοια και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, για αλλαγή προς την κατανόηση των κοινωνιών. Για τον εξοπλισμό σε ψυχικά και πνευματικά αποθέματα και όχι σε καταναλωτικά και της βίαιης επιβολής οπλικών συστημάτων.
Αυτήν την εποχή των γιορτών στην τηλεόραση παίζεται στις διάφορες κατά καιρούς εκδοχές του το έργο του Καρόλου Ντίκενς (1812-1870) με πρωταγωνιστή τον απαίσιο, κακότροπο, δυνάστη, εγωιστή, τσιγκούνη στα αισθήματα και πράγματα και μύρια όσα, Εμπενίζερ Σκρουτζ. Στο παρά πέντε, χάρη στην επίσκεψη τριών πνευμάτων μια παραμονή Χριστουγέννων ο Σκρουτζ καταφέρνει να υπερβεί τον στριφνό εαυτό του και να μεταμορφωθεί σε συμπάσχοντα. Αυτό το θαυμαστό παρά πέντε κυριαρχεί στο στερέωμα των ταινιών, έργων κλπ μάχης Καλού-Κακού. Πάντα στο παρά τσακ το καταταλαίπωρο «Καλό» τελικά νικά και επαγγέλλεται μια νέα αρχή, έναν κόσμο αρμονικό και δίκαιο. Και όμως μέσα στα ίδια του τα σωθικά, στις δομές του αναπτύσσονται και πάλι ξανά οι σπόροι του Κακού που γιγαντώνονται και το απειλούν σε έναν κύκλο αέναης απειλής και φόβων. Αναπόδραστα, σαν να μην γίνεται αλλιώς, σαν να πρέπει να το αποδεχτούμε ως πραγματικότητα, σαν να είναι αρρώστια χωρίς γιατρειά.
Και όλα αυτά δεν είναι παρά μια εισαγωγή για το διάβασμα ανθρώπων υπό περιορισμό, δηλαδή στις φυλακές. Ας μην μπούμε στην συζήτηση του πώς και γιατί αλλά ας πάμε κατευθείαν στο διά ταύτα. Συγκεντρώνεται ένας αριθμός ανθρώπων σε έναν περιορισμένο χώρο για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ανάλογα. Η ζωή κοινοβιακού τύπου, με χώρο για το ιδιωτικό ανύπαρκτο και μόνο δημόσιο, όλα ορατά χωρίς επιλογή. Ο χρόνος ατέλειωτος να σέρνεται, χωρίς εναλλαγές, με αποτέλεσμα να φέρνει νευρικότητα, εκνευρισμό και βάλε.
Πολλοί άνθρωποι των φυλακών δεν έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, άλλοι δεν γνωρίζουν καν γραφή και ανάγνωση, ούτε ελληνικά ούτε σε καμία άλλη γλώσσα, από ομάδες του περιθωρίου, ξένοι, γυναίκες, μόλις ενήλικα παιδιά. Είναι και πολλοί που ξέρουν να διαβάζουν, έχουν διανύσει όλη την εκπαιδευτική διαδρομή, ακόμα και το πανεπιστημιακό στάδιο, οι συγκυρίες, η απληστία, οι χειρισμοί στο όριο της νομιμότητας που είχαν κακή κατάληξη. Πολιτικούς κρατούμενους ή συνείδησης, λέμε δεν έχουμε στις μέρες μας (κατάκτηση του χάρτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων).
Υπάρχει πιο κατάλληλος χώρος από τις φυλακές για να ενθαρρυνθεί η ανάγνωση, πράξη τόσο ιδιωτική που επιτελείται και δημόσια; Υπάρχει δεοντολογικά πιο απαραίτητος χώρος να ενισχυθεί η ανάγνωση που καλλιεργεί τον μέσα κόσμο, προκαλεί σκέψεις, μπορεί να αναστρέψει ορμές παρατοποθετημένες; Υπάρχει άλλος χώρος που η ανάγνωση να μπορεί να γεμίσει τον ακίνητο χρόνο πιο αποτελεσματικά;
Χρειάζεται σύστημα, πρόγραμμα, επιμονή και πάνω από όλα πίστη. Οι προσπάθειες στις ελληνικές φυλακές δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Βασίζονται στο τυχαίο, αν βρεθούν οι σωστοί, πιο ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι. Οι προσπάθειες δεν έχουν συνέπεια και συνέχεια. Ούτε μέθοδο. Είναι δωρεές μιας καλής συγκυρίας. Αν έχουν τα κατάλληλα βιβλία δεν έχουν τον άνθρωπο να ενδιαφερθεί ή δεν υπάρχουν ράφια ή το αντίστροφο, κάποιο συστατικό λείπει και δεν εγγυάται η συνέχειά του. Ούτε και πάντα πετυχημένες είναι οι δωρεές είναι αν σε ενήλικες σταλεί το παραμύθι της Σταχτοπούτας, για παράδειγμα.
Έχουν συνταχθεί κατευθυντήριες οδηγίες για βιβλιοθήκες φυλακών, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Αποτελούν παράρτημα ενός άξιου βιβλίου που κυκλοφόρησε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 1998 (!!! έκλεισε δεκαετία δηλαδή), με τίτλο «Κασσαβέτεια: το χρονικό μιας βιβλιοθήκης στη φυλακή ανηλίκων.

Και αν μου βγήκε όλο αυτό είναι γιατί έχω αυτό το αίσθημα του στο παρά πέντε και σε αυτόν τον τομέα, γιατί πάλι στο τελευταίο βαγόνι κρεμασμένοι θα πάμε, γιατί δεν μου αρέσει να βλέπω να κυριαρχεί η συνεχώς αυξανόμενη καταστολή και όχι η πρόληψη. Και αν νομίζετε ότι για όλα τα προβλήματα θεωρώ την ανάγνωση, το ενδιαφέρον, το ψάξιμο, την γνώση ως την απάντηση, δίκιο έχετε, δεν το αρνούμαι. Την καλή πλευρά των ανθρώπων ψάχνω.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλιοθήκες του φαντασιακού

Οι συλλογές διηγημάτων παίρνουν τον τίτλο τους από ένα από τα διηγήματα, συνήθως από το πρώτο, συνήθως από το σημαντικότερο για τον συγγραφέα. Η Βιβλιοθήκη του Ραβέλ είναι μια συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη, γνήσιου βιβλιανθρώπου μιας και έχει σπουδάσει Βιβλιοθηκονομία και Επιστήμη της Πληροφόρησης και εργάζεται στην Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου και γράφει λογοτεχνία η οποία έχει να κάνει και αναφέρεται σε θέματα γλώσσας, μνήμης, αποτύπωσής της, και κατ’ επέκταση βιβλιοθηκών.
Το διήγημα «Η Βιβλιοθήκη του Ραβέλ» δεν είναι το πρώτο διήγημα του βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, 2008, 238 σ.). Έχουν δημοσιευτεί προηγούμενα, από το 2000 έως το 2008, σε περιοδικά και ανθολογήσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Αφήγηση πρωτοπρόσωπη, είναι το πέμπτο στην σειρά των εννέα που δεν παρουσιάζονται χρονολογικά, σαν τάχα μου εμπειρία υπαρκτή μα που φέρνει από Ιούλιο Βερν και λεύγες κάτω από την θάλασσα κάτω από την θάλασσα, ταξίδι στην Γη του Πυρός, τεχνολογικά δημιουργήματα σε ακωδικοποίητα νησιά ταινιών του λέγε με Τζέιμς, Τζέιμς Μποντ. Ιντερνετική πρόσκληση-παγίδα όπου τσιμπάει με λίγους δισταγμούς, είναι αλήθεια, ο μανιώδης βιβλιοφάγος και οικοδεσπότης μας. Περιβάλλον, περιπέτεια σύγχρονη με όρους της νέας τεχνολογίας. Ακολουθεί το ταξίδι μυστηριωδώς κανονισμένο με προορισμό άγνωστο, οδηγίες πλεύσης που εμφανίζονται σε φακέλους και οπτικούς δίσκους, μουσικές, αεροπλάνο και η σχετική περιποίηση. Άφιξη στο νησί Ουνιβέρσα. Ξεναγός στην Βιβλιοθήκη όπου εργάζονται έξι βάρδιες την ημέρα οι επτά χιλιάδες εργαζόμενοι από όλο τον κόσμο και δεν έχει ανοίξει ακόμα ο Φραντς. Απαντά στις ερωτήσεις άλλοτε με σαφήνεια άλλοτε με ομίχλη. Στόχος της Βιβλιοθήκης του γαλλικής καταγωγής κυρίου Ραβέλ (ψευδώνυμο) να συγκεντρώσει «κάθε είδους πληροφορία που σχετίζεται έστω και αμυδρά με οποιαδήποτε δραστηριότητα του ανθρώπου.» (σ. 125), ακόμα και τα πιο ασήμαντα και φαινομενικά ασήμαντα πράγματα. Το Αρχείο των Αισθήσεων, η Βιβλιοθήκη των Ονείρων, η Βιβλιοθήκη των Αισθημάτων και Συναισθημάτων ανθρώπων περασμένων και ζωντανών στην διάθεση των χρηστών Εικοσιτέσσερις υπόγειοι όροφοι που πλαταίνουν όσο βαθαίνουν. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Η πρόταση εργασίας στην θαυμαστή Βιβλιοθήκη του Ραβέλ απορρίπτεται.
Μεγάλη αγωνία αυτή του ανθρωποκεντρικού ανθρώπου να συγκεντρώσει σε ένα και μόνο μέρος την γνώση, εικόνες, σκέψεις, εκδοχές του συνειδητές και ασύνειδες. Να υπάρχουν, να μην χαθούν, να βρίσκονται γιατί όσο βρίσκονται εννοείται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και οι άνθρωποι που τα έφτιαξαν αυτά (μοίρασμα, οικονομία δυνάμεων ή εγωιστικός φόβος;). Για τις επερχόμενες γενιές, για τους άγνωστους που έπονται. Τα ανθρώπινα από καταβολής κόσμου, χωρίς διακρίσεις και επιλογές, όλα να υπάρχουν, να δείχνουν και να αποδεικνύουν. Άρα μια έκφανση του υπαρξιακού.
Λίγα είναι τα κείμενα επιστημονικής προέκτασης και πρόβλεψης στην ελληνική λογοτεχνία. Το παρελθόν και το παρόν μοιάζει να είναι πολύ δυνατότερα από το μέλλον. Και το μέλλον συχνά αντιμετωπίζεται ως διατήρηση του παρελθόντος. Κριτήριο επιτυχίας είναι ακριβώς το πόσα κρατάμε από τα παλιά και όχι το πώς, ο τρόπος ερμηνείας των πραγμάτων. Το απρόβλεπτο τρομακτικό (είναι αλήθεια εκ φύσεως).

Οι πρωτοχρονιές οριοθετούν τέλη και αρχές. Άλλοι βλέπουν κύκλους που συμπληρώνονται και ξαναξεκινούν άλλοι βλέπουν ευθείες όπου παρατάσσονται τα γεγονότα σε αλληλουχία ή όχι άλλοι δεν τα βλέπουν γεωμετρικά καθόλου.
Χμ, την επόμενη φορά θα βρω κανένα παιδικό να ανοίξει την κουβέντα γιατί παρασύρομαι. Είναι και οι μέρες τέτοιες βέβαια.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Συμπληρωματικά και συμπτωματικά

Η δύναμη της ανάγνωσης

Έβαλε το κρυούλι του επιτέλους! Λένε ότι ο καιρός αυτός ευνοεί το διάβασμα μα εγώ όταν κρυώνω τίποτα δεν κάνω, σαν να ανατριχιάζει, τσιτώνει και το μυαλό μου μέσα μαζί με τα δάκτυλα που ξυλιάζουν και δεν μπορούν να γυρίσουν καλά τις σελίδες, που το χαρτί κόβει διπλά τότε.
Έχασα λίγο τον παλμό μου (πρώτη φορά σε δύο χρόνια και κάτι) και μου έλειψε η επικοινωνία, η κατάθεση, η διατύπωση σκέψεων. Τρεξίματα από εδώ και από εκεί, μια κούραση παραλυτική, συγκρουόμενα θέματα, τίποτα να μην κλείνει, να ολοκληρώνεται για να πάμε παρακάτω. Αντίθετα, θέματα να ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, σαν εγκιβωτισμένες διηγήσεις μόνο που εδώ ήταν εγκιβωτισμένα χρόνια, τρέχοντα και νέα προβλήματα. Τα αφήνω τώρα αυτά και για τούτη την εβδομάδα στέκομαι σε ένα βιβλιοβιβλίο που κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση τον Νοέμβριο που μας πέρασε.
Το βιβλίο το πρωτοείδα σε ράφι βιβλιοθήκης φίλου στην γλώσσα του πρωτοτύπου, τα αγγλικά. Την ώρα που το ξεφύλλιζα, μικρού σχήματος με σκληρό εξώφυλλο, τυπογραφικό στήσιμο βατό και φιλόξενο, με έπιασε το μάτι του οικοδεσπότη που προσφέρθηκε να μου το δανείσει πάραυτα γιατί είναι «γουστόζικο και ευκολοδιάβαστο». Αυτόματα το έβαλα στην θέση του, αρνήθηκα ευγενικά και μου δημιουργήθηκε (μου δημιούργησα σωστότερα) ένα απωθημένο. Το ξανασυνάντησα σε βιβλιοπωλείο, το αναγνώρισα αμέσως, το ξανάπιασα διστακτικά, το φυλλομέτρησα, το θέμα μου φάνηκε εξαιρετικά εξεζητημένο, ίσως και προκλητικό, είδα την τιμή που μου φάνηκε αστρονομική, το άφησα στην στοίβα του και το απωθημένο έμεινε. Σε αποστολή αγοράς βιβλιοδώρου για άλλον άνθρωπο στην συνέχεια, πέφτω πάνω στην ελληνική μετάφραση, μισή τιμή και χωρίς δεύτερη σκέψη το συμπεριλαμβάνω, κομμένες οι διαδικασίες και διεργασίες.
Και ιδού τα πλήρη στοιχεία του βιβλίου: Άλαν Μπένετ, Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο, μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, Νοέμβριος 2009, 200 σ. (πρωτοκυκλοφόρησε το 2007, ο αγγλικός του τίτλος έχει The Uncommon Reader [Ασυνήθης Αναγνώστης] και ο συγγραφέας του είναι γνωστός για τα θεατρικά του έργα και σενάρια κινηματογράφου). Θέμα του και μην βιαστείτε να ξενερώσετε, είναι η βασίλισσα της Αγγλίας ως όψιμη αναγνώστρια. Στην ατέλειωτη βαρεμάρα της εθιμοτυπίας που την δέρνει γιατί «Δουλειά της είναι να δείχνει ένα κάποιο ενδιαφέρον, όχι να ενδιαφέρεται πραγματικά» (σ. 14), η βασίλισσα από συγκυριακή τύχη πέφτει πάνω σε μια κινητή βιβλιοθήκη και αρχίζει να δανείζεται βιβλία. Έτσι κάπως ξεκινά η περιπέτεια της ανάγνωσης για την βασίλισσα που διαχωρίζεται από την ενημέρωση (λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη ενώ η ανάγνωση είναι ανοργάνωτη, αμεθόδευτη, πάντα δελεαστική και διευρυνόμενη, σ. 38-39) και το καθήκον. Έρχεται σε αντίθεση με τον περίγυρό της, της γεννιούνται επιθυμίες να διαβάζει συνέχεια μεταξύ των υποχρεώσεών της, να γνωρίσει συγγραφείς, να μιλήσει μαζί τους. Σκέφτεται με ανακούφιση ότι «τα βιβλία δεν νοιάζονται για το ποιος τα διάβασε, ούτε καν αν τα διάβασε κανείς ή όχι. Όλοι οι αναγνώστες είναι ίσοι, και η ίδια δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η λογοτεχνία…, είναι μια κοινοπολιτεία, τα γράμματα μια δημοκρατία… Όλοι οι αναγνώστες ήταν ίσοι.» (σ. 53). Η ανάγνωση την αλλάζει, όχι επιφανειακά μα πιο βαθιά. Οι σκέψεις της αλλάζουν τροχιά, τα ερωτήματά της κινούνται σε άλλες σφαίρες, ανοίγει δικούς της δρόμους, προχωρά σταθερά έως ότου φτάνει στο σημείο εκείνο που επιθυμεί να γράψει, να γίνει ένας αναγνώστης με δράση, να βάλει σε εφαρμογή εκείνα που έμαθε. Και για να μην μαρτυρήσω το τέλος (αν και ο ελληνικός τίτλος αυτό κάνει), σταματάω ακριβώς εδώ. Τελεία και παύλα.

Εύχομαι καλή εβδομάδα με πολλά διαβάσματα!
Φρίκη με έπιασε με τον κυριακάτικο Τύπο ολόγιομο με παρουσιάσεις όλων των ειδών βιβλίων. Ο αγώνας της ανάγνωσης συνεχίζεται ακάθεκτος, ας μην παραδώσουμε τα όπλα αμαχητί!

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Το βασίλειο μου για ένα βιβλίο

Αφιερωμένο εξαιρετικά


Σαν μικρό μικρό παιδί κρατώ το γλειφιτζούρι μου και χαμογελώ.

Είναι κόκκινο και αποτελείται από 200 σελίδες. Και το καλύτερο είναι ότι ακόμη και όταν το έχεις φάει αυτό συνεχίζει να είναι εκεί, ούτε το χρώμα του δεν έχει αλλοιωθεί. Θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο δώρο για ένα παιδί;


Ένα βιβλίο που σαν να φτιάχτηκε για να κρεμαστεί εδώ. Από όπου κι αν το πιάσω είναι σαν να φωνάζει «βάλε με μαζί με τα άλλα». Ο τίτλος; Το βασίλειο μου για ένα βιβλίο. Τα αφτιά; … Η γοητεία του διαβάσματος, σκέφτηκε, βρισκόταν στην αδιαφορία που χαρακτήριζε τη λογοτεχνία, στην αλαζονεία που τη διέκρινε. Τα βιβλία δε νοιάζονταν για το ποιος τα διάβαζε… Το οπισθόφυλλο; Τι συμβαίνει όταν η βασίλισσα της Αγγλίας ανακαλύπτει τη γοητεία της ανάγνωσης…

Ή μήπως να πιάσω την υπόθεση; Το μόνο σίγουρο είναι ότι από όπου κι αν αρχίσω θα καταλήξω στο ότι κρατώ ένα βιβλίο για βιβλία ακόμη, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Νοέμβριος 2009) έτσι για να μας πει τα χρόνια πολλά.


Ας μεταφερθούμε στην Αγγλία, μέσα σε ένα παλάτι, να αισθανθούμε λίγο ότι κυβερνούμε και ότι είναι το πιο πληκτικό πράγμα που υπάρχει. Άνθρωποι παντού πρόθυμοι να ικανοποιήσουν την όποια επιθυμία, ρούχα, πλουμίδια και δεξιώσεις, άμαξες και χαιρετούρες, χαμόγελα και βαρετές συζητήσεις.

Και ξαφνικά μπαίνεις σε μια βιβλιοθήκη. Το κατάλληλο βιβλίο έρχεται τη σωστότερη στιγμή στα χέρια σου και ξεκινάς να κάνεις άλλο ένα πληκτικό πράγμα: να διαβάζεις. Μόνο που τελικά δεν είναι τόσο πληκτικό όσο νόμιζες, ίσα ίσα είναι το μόνο που κατάφερε μέχρι τώρα να σε κάνει να αισθανθείς, να σκεφτείς και να νιώσεις πως είσαι τελικά άνθρωπος.

Χα! Άνθρωπος, για δες!

Είσαι λίγο μεγάλος σε ηλικία, νιώθεις πανικό, δεν θα προλάβω να διαβάσω τίποτα είναι τόσα κι εγώ έχω ακόμη λίγο. Πέφτεις με τα μούτρα, τα ξεχνάς όλα, χαιρετάς τον κόσμο που στήνεται να σε καμαρώσει και έχεις τα μάτια στραμμένα σε μερικές λέξεις. Αρχίζεις να παρατηρείς όμως, να παρατηρείς τις αδιάφορες ως τώρα λεπτομέρειες της ζωής. Έχεις την τύχη, επειδή είσαι βασίλισσα, να κάνεις γραμματικό σου ένα βιβλιόφιλο, ο οποίος φροντίζει να σε καθοδηγεί σωστά και να σε προμηθεύει με εκείνα τα βιβλία που είναι στολισμένα με τις πιο όμορφες λέξεις. Οι σπουδαιότεροι συγγραφείς περνούν από τα μάτια σου, ζώντες και νεκροί. Οι λέξεις τους μένουν μέσα σου και σε συντροφεύουν. Ποια ρούχα, ποιες δεξιώσεις, το μόνο που θες είναι χρόνο για ανάγνωση και ανθρώπους να συζητάς για συγγραφείς και βιβλία.

Όχι, το μόνο που θες τελικά είναι να χαρίσεις το βασίλειό σου όλο, απλά για να κάτσεις σε μια καρέκλα και να γράψεις ένα βιβλίο που θα έχει κάτι από Προυστ και κάτι από ανάλαφρη λογοτεχνία.


Μα δεν είναι ένα όμορφο δώρο; Και το κυριότερο είναι ότι το βιβλίο ούτε κρασί ούτε γλειφιτζούρι είναι. Μπορεί να ανοιχτεί και να δοκιμαστεί πριν προσφερθεί. Και τότε είναι που αποκτά μεγαλύτερη αξία.

Πολλά πολλά χαμόγελα γιατί πρόκειται για ένα δώρο που με πιάνει αδιάβαστη!

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλίου ταξίδια

Ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης περιπλανώμενη από τίτλο σε τίτλο αναζητώντας βιβλία εξειδικευμένα κάνω μια στάση στο σημείο εκείνο που τα ράφια φιλοξενούν λογοτεχνικά βιβλία. Πάντα θα βρεθεί λίγος χρόνος για να διαβαστεί, σκέφτηκα, και άρχισα να ψάχνω ποιο θα επιλέξω. Jean-Paul Sartre, Τι είναι η λογοτεχνία;
Καιρό ήθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο του συγγραφέα που με είχαν συνεπάρει οι Λέξεις του, βιβλίο εδώ και χρόνια διαβασμένο που θα έμπαινα στον πειρασμό να διαβάσω ξανά για να αφήσω λίγες από τις σκέψεις που μου δημιούργησε εδώ.

Παίρνω το βιβλίο στα χέρια μου και το περιεργάζομαι. Στο οπισθόφυλλο βλέπω κολλημένη την χαρακτηριστική ετικέτα του Ελευθερουδάκη με την τιμή. Ξαφνικά μεταφέρομαι αλλού, μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο να ανοίγω κούτες και να κολλάω τις τιμές στα βιβλία, να βάζω το βιβλίο στο ράφι στο μέρος με τα Δοκίμια, να βγάζω το βιβλίο μετά από μέρες, να το βάζω μέσα σε ένα καλάθι διαγράφοντας τον τίτλο από τη λίστα για τα βιβλία που προορίζονται για βιβλιοθήκες. Να το βιβλίο στα ράφια της βιβλιοθήκης και είναι μόνο ένα μέρος από τα ταξίδια του που δείχνουν να μην έχουν τέλος. Γελάω με τη σκέψη μου.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: Ι. Τι σημαίνει γράφω; ΙΙ. Για ποιο λόγο γράφουμε; ΙΙΙ. Για ποιον γράφουμε; IV. Η κατάσταση του συγγραφέα το 1947.
Αν το βιβλίο ήταν δικό μου το κεφάλαιο που θα είχε τις περισσότερες υπογραμμίσεις θα ήταν το δεύτερο.
Καθένας έχεις τους δικούς του λόγους λέει ο συγγραφέας στην αρχή του κεφαλαίου. Για τον ένα η τέχνη είναι τρόπος να δραπετεύει, για τον άλλον ένας τρόπος για να κατακτά. Ταξιδεύοντας σε όλες τις μορφές της τέχνης καταλήγει στην πιο σύνθετη, εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης για να εντοπίσει τους λόγους που οδηγούν τον άνθρωπο να γράψει, να δημιουργήσει.

"Η ελευθερία μου γίνεται ιδιοτροπία. Όσο περισσότερο δημιουργώ νέους συσχετισμούς, τόσο περισσότερο απομακρύνομαι από την περιπλανητική αντικειμενικότητα που με καλούσε. Ονειρεύομαι αφορμώμενος από ορισμένα μοτίβα που σχεδιάζονται ακαθόριστα από τα πράγματα, η φυσική πραγματικότητα δεν είναι πια παρά αφορμή για ονειροπολήσεις. Ή πάλι επειδή λυπάμαι βαθύτατα για το ότι αυτή η στιγμιαία αντιληπτή, τακτοποιημένη εικόνα δεν μου την προσέφερε κανένας και κατά συνέπεια δεν είναι αληθινή, μου συμβαίνει να ακινητοποιήσω το όνειρό μου, να το μεταφέρω στον καμβά ή σ' ένα γραπτό κείμενο. Με αυτόν τον τρόπο παρεμβάλλομαι ανάμεσα στη χωρίς σκοπό σκοπιμότητα που εμφανίζεται στις εικόνες της φύσης και στο βλέμμα των άλλων ανθρώπων. Τους τη μεταδίδω. Χάρις σε αυτή τη μετάδοση γίνεται ανθρώπινη. Εδώ η τέχνη αποτελεί την τελετουργία του δώρου."

"Γράφω σημαίνει κατα συνέπεια αποκαλύπτω στους άλλους τον κόσμο και ταυτόχρονα στον προτείνω ως καθήκον στη γενναιοδωρία του αναγνώστη."

"To λογοτεχνικό αντικείμενο είναι μια αλλόκοτη σβούρα που υπάρχει μόνο όσο βρίσκεται σε κίνηση. Για να αναδειχθεί απαιτείται μια συγκεκριμένη δράση που ονομάζεται ανάγνωση και διαρκεί μόνο όσο διαρκεί ανάγνωση."

Όλες οι σελίδες γεμάτες σκέψεις ενός ανθρώπου που μεγάλωσε διαβάζοντας. Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω τη δυσκολία της μετάφρασης του βιβλίου και να ευχαριστήσω τη μεταφράστρια που μας έδωσε αυτό το βιβλίο στα ελληνικά.
Δυστυχώς αφήνω το βιβλίο μισοτελειωμένο και το τελευταίο (και πιο μεγάλο) κεφάλαιο αδιάβαστο. Το αφήνω να συνεχίσει το ταξίδι του.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα επιστρέψω ξανά.