Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ένα μυθιστόρημα για υπογραμμίσεις

Αφιερωμένο σε όσους συνέβαλαν έτσι ή αλλιώς

Μεγάλη νίκη αισθάνομαι ότι κατάφερα, μεγάλη ικανοποίηση του τύπου ότι ο επιμένων νικά τέλος πάντων. Εξηγούμαι. Διηγούμαι την ιστορία. Πάει αρκετός καιρός τώρα, κοντεύει σχεδόν χρόνος, που τακτικός επισκέπτης και «σχολιαστής» στις Βολτίτσες ανέφερε τον τίτλο και τα στοιχεία ενός βιβλιοβιβλίου. Τίτλος άγνωστος, βιβλίο αδιάβαστο. Χμ! Ας κρατήσω τον τίτλο του κρυφό για λίγο και ας μπω στην περιπέτεια απόκτησης και ανάγνωσής του.
Το βιβλιοβιβλίο γαλλικής προέλευσης έχει μεταφραστεί στα ελληνικά το 1999, 181 σελίδες, και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φυτράκη. Αυτή η πρώτη πληροφορία ήταν εύκολο να εντοπιστεί. Η εικόνα του εξωφύλλου δεν είναι διαθέσιμη από τον διαδικτυακό τόπο της Πρωτοπορίας, είναι διαθέσιμη από την ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ που σε αγκύλες πληροφορεί ότι [κυκλοφορεί].
Αρχίζει στην συνέχεια η αναζήτησή του. Ξεκινά από την κοντινή περίμετρο, το γειτονικό βιβλιοπωλείο. Και βέβαια, αναμενόμενο, δεν υπήρχε αλλά πρόθυμα θα το έψαχναν στο δίκτυο τροφοδοσίας τους. Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασαν δυο και τρεις. Τίποτα. Εξακολούθησε η αναζήτηση σε διάφορα πιθανά μέρη, μπας και εκεί κάποιο αντίτυπο είχε ξεμείνει, μικρές εστίας ελπίδας που δημιουργούνταν και δεν έσβηναν παρά την μικρή τους τροφοδοσία. Μετά από πέντε εβδομάδες ομολογία αποτυχίας. Το βιβλίο, σύμφωνα με έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες, είχε πολτοποιηθεί μέχρι τελευταίας σελίδας. Φτου! @#$% Να γιατί υπάρχει το παζάρι των βιβλίων στην πλατεία Κλαυθμώνος, για να μην πολτοποιούνται τα βιβλία όταν τιγκάρουν οι αποθήκες των εκδοτών, για να μπορούν να προωθηθούν και λίγο παραπέρα αλλιώς. Το επόμενο βήμα ήταν να το ψάξω παλαιοβιβλιοπωλικά σε στέκια γνωστά και σε μέρη άγνωστα. Ποδαρόδρομοι ατέλειωτοι. Και πάλι οι απαντήσεις αρνητικές, όχι δεν το έχουμε, μερικές φορές κάποια αχνή μνήμη ανακαλούσε χωρίς αποτέλεσμα μιας και δεν βρισκόταν. Φτού και πάλι φτου! @#$%^&* Τώρα άρχισε να φυτρώνει το αίσθημα της απογοήτευσης αλλά όχι ακόμα της παραίτησης. Βιβλιοθήκες, γνωστοί, όλοι κάτι έχουν ακουστά, ναι το ξέρουν, είναι παλιό όμως (του 1995, και θεωρείται παλιό και για αυτό δικαιολογημένα εκτός αγοράς), δεν είχε επιτυχία, κανείς δεν το έχει, στο πουθενά πάλι η κατάληξη. Γκαντεμιά! Και τότε παίρνει άλλη τροπή το γύρεμα, εκτός συνόρων, Γαλλία μεριά. Και εκεί το ξέρουν, ναι, και την συγγραφέα που είναι δημοσιογράφος αρκετά γνωστή, έχει γράψει και άλλα. Η αναζήτηση γίνεται στον κόσμο των παλιών και ανακυκλώσιμων βιβλίων και επιτέλους, μα τον Τουτατή, ω της ευχάριστης έκπληξης, χάρη στην επιμονή φίλου, το αποκτώ, και τώρα το κρατώ στα χέρια μου. Μικρό σε σχήμα, τσέπης, 156 σελίδες, μεγάλα στοιχεία, με πολλούς διαλόγους, απλή γ
λώσσα Η τιμή σε γαλλικά φράγκα, προευρώ κατάσταση. Το έχω και σχεδόν δεν το πιστεύω, έχει περάσει τόσος καιρός κιόλας!
Με λίγα λόγια η πρωτοπρόσωπη ιστορία έχει ως εξής: η συγγραφέας μόλις έχει χωρίσει και πέφτει σε αυτήν την διάθεση της αναδιοργάνωσης του εαυτού της, του χρόνου και αποφασίζει να μην ψάξει άλλον άντρα αλλά να ψάξει άλλους συγγραφείς. Της φαίνεται πιο ανώδυνο. Αν και παραδέχεται ότι δεν είναι σπουδαία αναγνώστρια (είναι βέβαια καλύτερη από όσο περιγράφει τον εαυτό της), προσπαθεί να διαβάσει. Γράφεται στην Βιβλιοθήκη της γειτονιάς της και δίνει πιστές και παραστατικές και με αίσθηση χιούμορ και κριτικής, εκδοχές για την εικόνα της Βιβλιοθήκης, τα ράφια, τους αναγνώστες και τις διαδικασίες δανεισμού. Η όλη υπόθεση αρχίζει όταν συναντά υπογραμμισμένα (εξού και ο τίτλος) αποσπάσματα τα οποία βγάζουν νόημα σχετικά με την ζωή της και είναι κάπως σαν να απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε εκείνην. Μπαίνει σε μια φαντασίωση ότι υπάρχει ένας κάποιος που παίζει το κρυφτούλι μαζί της, που καθοδηγεί τα διαβαστικά της βήματα από συγγραφέα σε συγγραφέα, με σκοπό να την οδηγήσει κοντά του. Ζει για να εντοπίσει τα υπογραμμίσεις του, για να απαντήσει αρχικά με δικές της υπογραμμίσεις και στην συνέχεια με γράμματα που δεν ξέρει πού ακριβώς να τα απευθύνει. Όλο το σκηνικό της δίνει μια ζωή, της φτιάχνει μια προσδοκία που άλλοτε την ενθουσιάζει και άλλοτε την απονευρώνει. Το τέλος καλό μιας και μέσα από διάφορα στάδια και περάσματα, επανασυνδέεται με την πραγματικότητα και βρίσκει έναν υποστηρικτικό σύντροφο με σάρκα και οστά.
Η ιστορία μου μοιάζει πολύ αυτοβιογραφική, δροσερή και παιχνιδιάρα μέσα στον παραλογισμό της και στην τελική δεν χρειάζεται να πω πόσο πολύ χαίρομαι που την διάβασα επιτέλους. Ένα ατόφιο βιβλιοβιβλίο ακόμα.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Βιβλία του πιγκουίνου ή αλλιώς Penguin Books, κ.ά.

To 1946, διαβάζω, η Οδύσσεια κυκλοφορεί από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις Penguin στην σειρά classics. Άμεσα πουλιόνται τρία εκατομμύρια αντίτυπα. Στην δεκαετία του 1950 εκδίδονται φρέσκιες, σύγχρονες μεταφράσεις κλασικών κειμένων. Την δεκαετία του 1960 δημιουργείται η σειρά Penguin Modern Classics και αναδεικνύονται συγγραφείς του 20ού αιώνα από όλο τον κόσμο. Την δεκαετία του 1970 καταφθάνουν νέοι μεταφραστές και τα θέματα των εκδόσεων διευρύνονται περιλαμβάνοντας την φιλοσοφία, την θρησκεία, τις επιστήμες, την ιστορία και την πολιτική. Την επόμενη δεκαετία, του 1980, προστίθενται κλασικά έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας και στην συνέχεια, στα 1990 ξεκινά η σειρά Popular Classics (Λαϊκά Κλασικά), εισάγονται τα ακουστικά βιβλία (audiobooks) και το 1999 κατασκευάζεται ο διαδικτυακός τόπος. Τον 21ο αιώνα τα βιβλία των εκδόσεων ξεπερνούν τους 1.300 τίτλους και η κλασική σειρά ξαναντύνεται με νέα εξώφυλλα. Αυτά τα νέα εξώφυλλα της υποσειράς Μεγάλες Ιδέες ήθελα να δείξω. Νέα εξώφυλλα (ζακέτες, παλτά τα ονομάζουν) έχουν βγει να καλύψουν και την σειρά Μεγάλα Ταξίδια που είδα στο ίντερνετ στην οθόνη (από κει τα κατέβασα) αλλά όχι με τα μάτια-χέρια μου.
Διασχίζω βιαστικά το δισκοπωλείο Metropolis. Γνωρίζω ότι έχουν βάλει και βιβλία. Η μια βιτρίνα της Ομόνοιας, τεράααστια, δεν έχει παρά μόνο βιβλία. Αυτά τα δημοφιλή, μεγάλης κυκλοφορίας που τυπώνονται κατά χιλιάδες, χωρίς ρίσκο, όχι τα ψαγμένα. Αλλά, ωπ, νέα ράφια και μια πολύμορφη πολύχρωμη ταπετσαρία από μικρού σχήματος ψηφίδες. Κόβεται η φόρα του αυτομάτου, βιβλία στα αγγλικά, κανένα δεν είναι όμοιο με το άλλο, το καθένα έχει κάτι το δικό του, χρώμα, γραμματοσειρά, σύνθεση, κλασική, έκκεντρη, αισθητικής που περπατάει μέσα στους αιώνες από τον 17ο έως τον σημερινό, ανάγλυφα. Μεγάλος πειρασμός. Να τα πιάσω όλα, ένα πράγμα.
- Τώρα τα φέραμε, λέει ο πωλητής, καινούρια είναι.
- Μα έχουν τόσο τέλεια εξώφυλλα! Τόσο διάφορα μεταξύ τους!
- Ναι, άκουσα ότι έχουν βραβευτεί κιόλας.
Η σειρά αριθμεί 80 τίτλους με ξανασχεδιασμένη εμφάνιση. Δεν θα τα έχουν και όλα, έχουν πολλά όμως και φτου να πάρει ΠΑΛΙ χάνομαι. Γυρνάω πίσω στο οπισθόφυλλο και βλέπω την τιμή ευχάριστη έκπληξη, 4,90 €. Και βέβαια στήνομαι (ξανά δεν χρειάζονται εικασίες) στο ταμείο με δυο στο χέρι. Το ένα είναι του George Orwell με τίτλο Βιβλία κατά τσιγάρων (Books v. cigarettes). Περιέχει πολλά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά που συνδέονται με τον κόσμο του μεταπολεμικού βιβλίου και τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Ο τίτλος οφείλεται στο πρώτο που κοστολογεί την ανάγνωση ως ανθρώπινη δραστηριότητα, για να καταλήξει μετά από υπολογισμούς και μετρήσεις, συν και πλην, ότι στοιχίζει πολύ λιγότερο από το κάπνισμα. Και τα άλλα κείμενα για τον άχαρο ρόλο του επαγγελματία παρουσιαστή βιβλίων με μέσο όρο 100 τον χρόνο, οι αναμνήσεις του από την εποχή που εργαζόταν σε παλαιοβιβλιοπωλείο, ένα δυνατό κείμενο για την πνευματική ελευθερία (intellectual freedom), και πολλά άλλα της δεκαετίας του 1940 και ένα μεγάλο μεγαλύτερο του 952. Το άλλο είναι του Βάλτερ Μπένγιαμιν και μιλάει για το έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής. Κατά τύχη και τα δυο αυτά εξώφυλλα σε πράσινο, τα έχει φιλοτεχνήσει ο ίδιος άνθρωπος.
- Άντε, μονολογώ φεύγοντας, αγόρασα βιβλία από το Metropolis…
- Να πάτε να πάρετε και κανένα CD από τον Ελευθερουδάκη, χαμογελά το παιδί.

Τώρα μην νομίσετε ότι καλύφθηκα με αυτό το θέμα γιατί ήρθε η έκθεση Dalibros στην Αθήνα, στον Ινστιτούτο Θερβάντες, στο νέο κτίριό του στην Αθήνα, Μητροπόλεως 23 στο Σύνταγμα. Η έκθεση παρουσιάζεται στο φωτεινό λευκό πρώτο υπόγειο, μαζεμένη και χορταστική. Αγαπημένη φωτογραφία διάλεξα εκείνην που ο Νταλί κάτω από το τραπέζι με την μεταξωτή του γυαλιστερή λαχουρορόμπα διαβάζει με γουρλωτά μάτια, απορροφημένος και τρομαγμένος ενώ δίπλα στο καβαλέτο ατέλειωτο το σχέδιο για τον Δον Κιχώτη. Έτσι και αγαπημένη εικονογράφηση αυτή του Ιππότη της Ελεεινής Μορφής. Τώρα το κτίριο μια άλλη καταπληκτική κατάσταση! Ο χώρος εισόδου μια ανοικτάδα μα όταν σήκωσα τα μάτια ψηλά είδα τον ουρανό να με σκεπάζει πάνω από τον γυάλινο στηριγμένο σε σιδηροερείσματα θόλο. Έχει και Βιβλιοθήκη (δεν την είδα, το φυλλάδιο πήρα και αντλώ τις πληροφορίες από εκεί). Μέλος μπορεί να γίνει όποιος το επιθυμεί με συνδρομή και να έχει πρόσβαση σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, όλα όσα άπτονται με τον ισπανόφωνο κόσμο πρωτότυπα και σε ελληνική μετάφραση, εφημερίδες και περιοδικά, κινηματογράφο, μουσική, τηλεοπτικές σειρές, οπτικοακουστικό υλικό, βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικό κατάλογο, δανεισμό και διαδανεισμό… http://atenas.cervantes.es

Και τώρα αν νομίζετε ότι με όλα τούτα καλύφθηκα, λάθος γιατί το «Κ»της Καθημερινής της 15ης Νοεμβρίου είχε το αφιέρωμα «Από τον Γουτεμβέργιο στο e-book: εκδότες, συγγραφείς και αναγνώστες υποδέχονται το ηλεκτρονικό βιβλίο», κάτι θα υπήρχε να ειπωθεί και για αυτό, είναι σίγουρο… αλλά να μην σας κουράζω τώρα…

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Πρόσβαση;

Μέρες τώρα στριφογυρνάει αυτή η ανάρτηση στο μυαλό μου. Όλο την αφήνω και περιμένω να γεμίσει. Ούτε και τώρα είναι έτοιμη και καλή δεν θα τη χαρακτηρίσω.
Βολτάροντας στον παγκόσμιο ιστό πέφτω πάνω σε διάφορα, πληροφορίες και εργαλεία που προσπαθώ να συγκεντρώσω, αλλά μάταιο. Είναι υπεράνθρωπη δουλειά να προσπαθείς να βάλεις τάξη στο χάος.
Το 1941 ο αγαπημένος μου Jorge Luis Borges στο έργο του Βιβλιοθήκη της Βαβέλ φαντάσθηκε, οραματίστηκε μια παγκόσμια βιβλιοθήκη που θα συγκεντρώνει όλα τα βιβλία, οποιασδήποτε γλώσσας και γραφής ακόμη και εκείνα τα βιβλία που επρόκειτο να γραφούν. Στην αχανή αυτή βιβλιοθήκη ο βιβλιοθηκονόμος ξοδεύει όλη του τη ζωή για να μπορέσει να εντοπίσει το βιβλίο, την πληροφορία εκείνη, που θα τον οδηγήσει στην αλήθεια. Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ δικαίως θεωρείται από κάποιους σαν προεικόνιση του διαδικτύου, την εικονική αυτή βιβλιοθήκη που αναπτύσσεται στον κυβερνοχώρο. Πράγματι πόσο δύσκολο είναι σήμερα να βρει κάποιος την πληροφορία που θέλει και ας έχει εύκολη πρόσβαση. Είναι ο όγκος που τη κάνει δύσκολη. Η αξιολόγησή της ακόμη δυσκολότερη.
Όποιος ψάχνει όμως βρίσκει, δε νομίζετε;

Χρηστικότατα εργαλεία υπάρχουν κάπου εδώ και μας περιμένουν. Κάποιες από τις ιστοσελίδες που εντοπίζω έχουν σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα (social networks) που ήρθαν μαζί με το WEB 2.0 και μας έφεραν τα blogs αλλά και το facebook. Όσα θέλω να αναφέρω έχουν σχέση με το τελευταίο. Εξαιτίας της φήμης του, έχουν δημιουργηθεί παρόμοιες σελίδες με στόχο όμως να φέρουν κοντά ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, όπως μεταξύ των άλλων το βιβλίο και την ανάγνωση. Πολλοί λοιπόν τέτοιοι χώροι φιλοξενούν συζητήσεις και ανθρώπους που δηλώνουν βιβλιοφάγοι.
Το Libray Thing σου δίνει τη δυνατότητα να φτιάξεις έναν on-line κατάλογο της προσωπικής σου βιβλιοθήκης, τραβόντας βιβλία και εγγραφές από διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου, αλλά και από βιβλιοπωλεία ή ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία (από Ελλάδα συμμετέχουν το Παν/μιο Πατρών και το Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου), να γράψεις σχόλια και κριτικές, να συνομιλήσεις με άλλους αναγνώστες κτλ. κτλ. Τρεις ακόμη σελίδες στο ίδιο ύφος: aNobii, selfari, Goodreads και φαντάζομαι και άλλες πολλές όμορφες τέτοιες σελίδες θα υπάρχουν κατάλληλες για όσους σαν και εμάς αγαπάνε τα βιβλιαράκια τους.

Παράλληλα διαβάζω και ξαναδιαβάζω για τα ηλεκτρονικά βιβλία, απόψεις συγγραφέων, εκδοτών, βιβλιοθηκονόμων, αναγνωστών. Ακούω να μιλάνε για τον θάνατο των εντύπων βιβλίων που από τους αριθμούς δεν επιβεβαιώνεται.
Το ένα συμπληρώνει το άλλο, όλα μαζί για την ανάγνωση, νομίζω.
Ψάχνω ηλεκτρονικά βιβλία και μόλις έχω την πρώτη μου ηλεκτρονική βιβλιοθήκη! Η google διαθέτει χιλιάδες βιβλία ψηφοποιημένα ελεύθερα, πάρτε να διαβάσατε, να μη ξεμένετε ποτέ, είναι εκεί και σας περιμένουν: δέλεαρ!
Μέχρι στιγμής έχω βρει γύρω στα δέκα βιβλία, βιβλία απαραίτητα που έψαχνα. Και δεν είναι μόνο η εταιρεία αυτή που διαθέτει τόσους τίτλους δωρεάν, είναι πολλές ιστοσελίδες ακόμα αλλά και ελληνικές.

Να αφήσω ένα προσωπικό σχόλιο: είμαι δεμένη με τα βιβλία μου και τα ράφια μου και με τον υπολογιστή μου όμως είμαι δεμένη. Πάντα όμως φοβάμαι μήπως ο υπολογιστής μου ξαφνικά μ' αφήσει, απλά σβήσει και δεν ξανανοίξει και ό,τι έχω μέσα του θα χαθεί.
Τα βιβλία μου ξέρω ότι θα με περιμένουν όσα χρόνια και αν περάσουν.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Βιβλιομαζέματα διάφορα

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει καθιερώσει τον θεσμό Megaron Plus, όπου προσκαλούνται ομιλητές, από το εξωτερικό και από την Ελλάδα, από οποιαδήποτε περιοχή επιστημονική πολιτισμική, ή πολιτική να μιλήσουν για το έργο, την πορεία τους και τις σημερινές τους σκέψεις. Σύνθημά του, εκείνη η επιλεγμένη σύντομη φρασούλα που μπαίνει για να εκφράσει τις επιδιώξεις του θεσμού «Πολιτισμός: είδος πρώτης ανάγκης». Με άλλα λόγια οι άνθρωποι χωρίς πολιτισμό δεν το μπορούν, δεν γίνεται να ζήσουν, είναι ζωτική ανάγκη η έκφραση του μέσα κόσμου. Είναι δε ατομικό μα και συλλογικό κοινωνικό αγαθό ο πολιτισμός, που μοιράζεται, που αποτελεί αντικείμενο υποκείμενο σε «δημόσια διαβούλευση» (ακόμα και αν οι περικοπές και οι οικονομίες αρχίζουν και τελειώνουν στον πολιτισμό και την παιδεία). Οι εκδηλώσεις γίνονται Τετάρτες απόγευμα προς βραδάκι, η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας που διανέμονται χωρίς πολλές πολλές διατυπώσεις μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη της εκδήλωσης.
Η Librarian που όλα τα παρακολουθεί, φροντίζει να με ειδοποιεί και να με παρακινεί. Μια και δυο, λοιπόν, κινάω και πάω την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου μιας και το θέμα έχει τις «Βιβλιοθήκες στον 21ο αιώνα». Δυο ξένοι καλεσμένοι, τέσσερις Έλληνες και στρογγυλό τραπέζι είναι το μενού. Φτάνω νωρίτερα για να διεκδικήσω το δελτίο εισόδου, όπως κάνουν άλλωστε και πολλοί άλλοι ενδιαφερόμενοι. Νωρίτερα σημαίνει περίμενε στους χώρους του Μεγάρου αφού δεν προλαβαίνει κανείς να φύγει και να ξαναέρθει. Χρόνος καφέ και συναναστροφής, προθέρμανσης και συναντήσεων. Συναντώ και εγώ την Γιάννα και χαιρόμαστε να ξαναβρεθούμε τα λέμε γενικά, για τα επαγγελματικά και τα προσωπικά και αντί για καφέ, διαλέγουμε βόλτα στο υπόγειο κατάστημα του Μεγάρου, την Λέσχη του δίσκου. Περιδιαβάζουμε μόνες μας τον καλοβαλμένο χώρο και όπως είναι φυσικό, δεν έχει μόνο δίσκους,CDς δηλαδή, και DVDς έχει και βιβλία, πολλά, και όχι μόνο μουσικού ενδιαφέροντος, βιογραφικά συνθετών, ιστορίες διαφορετικών ειδών μουσικής. Τώρα εδώ δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς πως και ΠΑΛΙ υπέκυψα στον πειρασμό. Ελεγχόμενα ψευτοπαρηγορώ τον εαυτό μου, είναι μικρά, τόσο δα μικρούτσικα, μια χαψιά θα τα κάνω, δεν θα προλάβουν καν να στοιβαχτούν, και τα έψαχνα, δεν θα μπορούσα να τα αρνηθώ, δεν είναι και τόσο ακριβά πια.
Στο μεταξύ έχει περάσει η ώρα, οι πόρτες έχουν ανοίξει, ο κόσμος προωθείται προς τα μέσα. Μπαίνουμε και εμείς, πρόσωπα γνωστά, νεύει ο ένας στον άλλο από μακριά, χειραψίες και φιλιά από κοντά, καθόμαστε, έρχονται και κάθονται γνωστοί δίπλα μας και ολόγυρα, δημιουργείται κλίμα ευχάριστο, προσμονής. Κάποια στιγμή κάθονται και οι ομιλητές στο μακρουλό τραπέζι και αρχίζει η εκδήλωση. Δεν θα μπω σε λεπτομερή παρουσίαση και ανάλυση της ομιλιών μια γενική τοποθέτηση μόνο.
Ξεκινούν οι ξένοι καλεσμένοι που υποστηρίζουν τις ομιλίες τους με power points που προβάλλονται στην τεράστια οθόνη που πιάνει όλο το βάθος της σκηνής. Δίνουν μια ζωντάνια, μιλάνε για τις άπειρες νέες δυνατότητες, για τα κέντρα μάθησης και υπηρεσιών, για τα μέσα, τα έντυπα, τα οπτικοακουστικά τεκμήρια, προγράμματα, βάσεις δεδομένων, δράσεις για παιδιά και ενήλικες, για διευρύνσεις, για την ανάδειξη του ηλεκτρονικού υλικού. Γίνεται κουβέντα για τον φόβο των καινούριων πραγμάτων, η απάντηση είναι ότι υπάρχει μια εξάρτηση στα γνωστά μέσα (formats) μα τώρα υπάρχουν πολλά μέσα και αυτό είναι προς όφελος.
Τελειώνουν οι καλεσμένοι ακολουθούν οι Έλληνες. Παρουσιάσεις χωρίς στηρικτικά μέσα, καθισμένοι στις θέσεις τους, σχεδόν να μην ξέρεις ποιος μιλάει, τόσο ακίνητοι στις καρέκλες τους (είναι θέμα εκπαίδευσης αυτό δεν το αρνούμαι). Μα είναι και το περιεχόμενο. Σχεδόν στο σύνολό του διακατέχεται από τα «οι κίνδυνοι του διαδικτύου, πρέπει να βάλουμε αυστηρούς κανόνες, να απαγορεύσουμε, να σηκώσουμε τοίχους ασφάλειας, να μην επιτρέπεται εκείνο και το άλλο, να ελέγξουμε, οι απειλές…». Το εντελώς αντίθετο σε νοοτροπία. Τα θετικά απουσιάζουν, οι φόβοι μεγεθυμένοι τρομάζουν. Και το κοινό των μπροστινών καθισμάτων συμφωνεί «ναι, ναι, το κακό υπάρχει και εδώ, καραδοκεί και εκεί, πρέπει να το χτυπήσουμε, να δράσουμε, να κοιτάμε πάνω και πίσω από τον ώμο μας συνέχεια». Το κοινό των πίσω καθισμάτων κοιτάζεται με απορία, προς τι αυτή η φοβική και ανασφαλής αντίδραση. Τι γίνεται εδώ; Γιατί κυριαρχεί η αρνητική σκέψη; Γιατί δεν παίρνουμε τα συν της υπόθεσης, να είμαστε οι περισσότεροι, να κυριαρχήσουμε στο άλλο κομμάτι;

Ανοίγω την σακούλα με τα βιβλιαράκια, το βράδυ αργά.
Για τον Ψυχάρη από τον Λουκά Καστανάκη, εκδόσεις Ερμής, ένα ολόφρεσκο –τώρα το βλέπω, τυπωμένο τον Οκτώβριο 2009– του Ιταλού εκδότη Valentino Bompiani (1898-1992), Τα αόρατα γηρατειά, εκδόσεις Άγρα και του ποιητή Αργύρη Χιόνη, Περί αγγέλων και δαιμόνων, του 2007 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τρώω τα γηρατειά επιτόπου. Από τις υπογραμμίσεις μοιράζομαι τα λόγια του Ρουσώ «Η θεμελιώδης αρχή κάθε μόρφωσης και αναμόρφωσης δεν είναι να κερδίζουμε χρόνο, αλλά να τον σπαταλάμε» γιατί βρίσκω πως ταιριάζει με την παρουσίαση. Το Ψυχάρη τον ξεφυλλίζω, τον τσιμπολογώ κάθετα και τον βάζω στην θέση του. Προετοιμάζω για ανάγνωση τον Χιόνη, κόβω τα φύλλα προσεχτικά, να μην στραπατσαριστούν οι σελίδες, να μην χάσει το σχήμα το βιβλίο και εισέρχομαι. Το πρώτο κείμενο, σημαδιακό για το όλο έχει τίτλο «Θαλουρανήλ και Νεφοσκοτία». Σάββατο πρωί πριν σηκωθώ από το κρεβάτι διαβάζω το δεύτερο κείμενο «Κυριάκος Παναγιωτόπουλος». Κάθομαι και κλαίω ευχαριστώντας τους βασανισμένους που έφαγαν τα σωθικά τους, ροκάνισαν την μια και μοναδική ζωή τους για να βρουν απαντήσεις (που ίσως να μην υπάρχουν κιόλας ή να παραλλάζουν ανάλογα).

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Βιβλιοπεριοδικό

Μια ανάρτηση που δεν αναρτήθηκε στην ώρα της, ξέμεινε για λίγο, μα να έστω και ετεροχρονισμένα θέλει και επιμένει να βρει την θέση της.
Κυριακή του 27ου Μαραθώνειου στο κέντρο της Αθήνας που κλείνει για τα τετράτροχα οχήματα. Ο υπό
κωφος θόρυβος των βημάτων αντικαθιστά για λίγες ώρες τον συνηθισμένο θόρυβο της κίνησης και σε συνδυασμό με την βροχή και στηn συνέχεια τον βαρύ ουρανό να κρέμεται χαμηλά, η ατμόσφαιρα που τυλίγει την πόλη έχει κάτι απόκοσμο. Άνθρωποι τρέχουν στον ρυθμό του ο καθένας, σε ανάμνηση του μαραθωνοδρόμου που έφερνε το μήνυμα της νίκης σε όλη την διαδρομή ώσπου έπεσε ξέπνοος.
Οι εφημερίδες στην ύλη τους περιλαμβάνουν ειδικές σελίδες ή και ένθετα περί βιβλίων και του κόσμου των συγγραφέων, με αριθμούς, συνεντεύξεις και τα λοιπά. Το Διαβάζω είναι θεσμός πια στον χώρο των περιοδικών, υπάρχουν και άλλα περιοδικά για το βιβλίο (Ιχνευτής, Index, ο δωρεάν Βιβιοπόντικας) και έχουν γίνει κατά καιρούς προσπάθειες να δημιουργηθούν και νέα. Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία υπάγεται και το The Athens Review of Books(με μεγάλα γράμματα σε χρώμα ανοικτό καφέ μου κάνει), Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου (με μικρότερα, λευκά να πατάνε σε καφέ μπάντα). Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τώρα τον Νοέμβριο του 2009 (έτος 1ο, τεύχος 1, τιμή 5 €). Η μορφή του και η ποιότητα του χαρτιού του εφημεριδιακή, το εξώφυλλο δεν είναι σε πιο σκληρό χαρτί, πιασμένο με «καρφίτσα», σύνολο σελίδων 64. Μηνιαίο, τετράστηλο, με φωτογραφίες έγχρωμες και ασπρόμαυρες. Η σελίδα των περιεχομένων (σ. 3) εκτός από τα περιεχόμενα περιέχει και σύντομα βιογραφικά των συνεργατών (καθηγητές, συγγραφείς, δημοσιογράφοι του χώρου). Το μανιφέστο του περιοδικού (στην σ. 4) παρουσιάζεται με τον τίτλο «Ποιοι είμαστε και τι θέλουμε». Από τα σημαντικά κείμενα των πρώτων τευχών όλων των περιοδικών εντύπων και συνήθως από τις συλλογές λείπει ο πρώτος αριθμός, για αυτό και είναι σημαντικό να σώζεται. Ο αυτοπροσδιορισμός προσδιορίζει «ανεξάρτητη επιθεώρηση ποικίλης ύλης». Την κριτική για την υπάρχουσα κατάσταση (βόλεμα, κατά των εθνικών ψυχώσεων, ολοκληρωτικών καταστάσεων) ακολουθούν τα υπέρ που χαρακτηρίζουν την έκδοση. Υπέρ της αξιόπιστης καταγραφής, του ορθού λόγου και της γνώσης, του διαλόγου, «ανήκουμε στην Δύση». Υπερασπίζεται την πολιτισμική πανσπερμία και προτρέπει προς την περιπέτεια. Κρατάμε λοιπόν τις δηλώσεις-δεσμεύσεις.
Τα άρθρα δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε βιβλία, παρουσιάζουν μια ποικιλία και κινούνται στον χώρο του πολιτικού και πνευματικού. Το πρώτο πρώτο άρθρο πολιτικό, «Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει» και αναφέρεται στους Άγγελο Ελεφάντη, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο. Το δεύτερο για τον Αμερικανό μυθιστοριογράφο Philip Roth. Εκτενές άρθρο για τον Σερβοβόσνιο Ράντοβαν Κάρατζιτζ, για τον Δαρβίνο με την ευκαιρία των 150 χρόνων από την πρωτοδημοσίευση της Καταγωγής των Ειδών και την Ακαδημία Αθηνών, για την εκκρεμή βιβλιογραφία του Εμφυλίου, εκτενείς παρουσιάσεις ελληνικών, μεταφρασμένων και ξενόγλωσσων βιβλίων ποικίλης θεματολογίας κυρίως σύγχρονης που περιλαμβάνει και λογοτεχνία, για τις αναγνωστικές συνήθειες των Ελλήνων και τις συγγραφικές νοοτροπίες, για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Ψυχή Βαθιά.
Φέρνει στο στήσιμο, την δομή και την φιλοσοφία του New York Literary Supplement που κυκλοφορεί με την κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας. Κέντρο βάρος του μοιάζει να είναι περισσότερο τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται τα βιβλία και όχι τα βιβλία ως μέσο μετάδοσης και κυκλοφορίας ερευνών, γνώσεων και ιδεών (όχημα που βρίσκεται σε στάδιο κομβικών μεταμορφώσεων). Κάθε τι που έχει ασχολείται με την ανάγνωση βέβαια είναι ευπρόσδεκτο στο αραιοκατοικημένο τοπίο του βιβλιακού μας πολιτισμού.
Βρέχει, καιρός για διάβασμα. Για αυτό άλλωστε δεν λένε ότι οι δυτικοί κάτοικοι της Ευρώπης διαβάζουν εντατικότερα;

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Οι φωτογραφίες από τις Σέρρες

Κοιτώ τις φωτογραφίες από το τελευταίο μου ταξιδάκι στα βόρεια μέρη μας για να θυμηθώ τις στιγμές εκείνες που ήθελα να μεταφέρω εδώ. Πάει καιρός που σταμάτησα να έχω τις φωτογραφίες μου σε άλμπουμ και σε χαρτί. Είναι όλες σε αυτόν εδώ τον υπολογιστή, μένω πάντα με το άγχος μην πάθει τίποτα ξαφνικά και όλα εξαφανιστούν. Δεν φοβάμαι για τις φωτογραφίες, για τις αναμνήσεις είναι που ανησυχώ.
Πίσω στις Σέρρες λοιπόν, δρόμοι που περπατατώ πρώτη φορά και βάζω σημάδια για να θυμηθώ από που πέρασα, μην και χαθώ γιατί το συνηθίζω να χάνομαι και να νιώθω ότι είμαι σε λαβύρινθο. Μαγαζιά, πινακίδες, σταυροδρόμια, ονόματα δρόμων, σημεία που καταγράφηκαν τόσο δυνατά και με τέτοια αγωνία που θα μείνουν για χρόνια εκεί.
Το κέντρο ένας μεγάλος πεζόδρομος και γύρω γύρω πολύβουες καφετέριες, κάναμε προσπάθεια να βρούμε ένα ήσυχο μέρος να πιούμε έναν ελληνικό και να διαβάσουμε τα βιβλία μας. Μια μικρή καφετέρια που λέγεται Ραδιόφωνο, θυμάμαι ακόμη το σερβιτόρο της που μας έκανε παρέα διαβάζοντας κι αυτός καθισμένος στο δίπλα τραπέζι. Και μετά από τον καφέ πάλι βόλτα, να δούμε ό,τι μας ξέφυγε, να δούμε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή.
Και να πάλι στο πεζόδρομο με τη τόση φασαρία, μόνο που τώρα η ώρα πέρασε, άνοιξαν και τα μαγαζιά και η φασαρία έγινε πιο έντονη.
Ανάμεσα στους ήχους των μεγάλων ασφυκτικά γεμάτων καφετεριών βλέπω ένα βιβλιοπωλείο. 'Ενα βιβλιοπωλείο με άρωμα διαφορετικό και είναι αυτό που θα κρατήσω στη μνήμη μου ως λάφυρο από την πόλη αυτή. Έξω μια ξύλινη ταμπέλα που γράφει με κεφαλαία γράμματα Σχολαρχείον, στο τζάμι της βιτρίνας διάφορα χαρτιά κολλημένα, παρατηρώ εκείνο που έγραφε μεγάλη συλλογή βιβλίων και βιβλία σε προσφορά στον πρώτο όροφο, κάτι τέτοιο έγραφε. Μπαίνουμε μέσα, ένας μικρός χώρος το ισόγειο γεμάτος τσάντες, μολύβια και τετράδια, τα σχολικά που δε μ' αρέσει να βλέπω σε ένα βιβλιοπωλεία. Ψάχνω τη σκάλα να ανέβω στη μεγάλη συλλογή βιβλίων, ξύλινη σκάλα που τρύζει. Ο ημιώροφος γεμάτος με ράφια και βιβλία αλλά ήταν μόνο σχολικά βοηθήματα και η σκάλα συνεχιζει. Ο πρώτος όροφος ένας όμορφος όροφος μόνο με ράφια, ξύλινα, γεμάτος όσο μπορεί να γεμίσει με βιβλία, ένα τραπεζάκι με ένα μπρίκι και τα υπόλοιπα για να φτιάξεις καφέ, δύο τρεις καρέκλες και έτοιμος ο παράδεισος! Από ποιο ράφι να ξεκινήσω να κοιτώ για να βρω το βιβλίο που θα κουβαλήσω από την πόλη αυτή; Ξεκινάω από τις προσφορές που ούτως ή άλλως θα τις τιμήσω, πολλοί τίτλοι πέντε ευρώ ο ένας, ε μόνο έναν να πάρεις δε γίνεται. Ψάχνω από εδώ ψάχνω από εκεί αλλά δε βρίσκω αυτό το ξεχωριστό που ψάχνω. Επιτέλους ακούγονται βήματα στη σκάλα και ανεβαίνει ο ιδιοκτήτης να μας εξυπηρετήσει και να φτιάξει και έναν καφέ, όλοι οι όροφοι δικοί του αλλά όταν είναι πάνω κάτω δεν είναι κανείς. Γύρω στα είκοσι βιβλία μου βγάζει και άντε τώρα εγώ να διαλέξω, το κλασικό το πρόβλημα δηλ. Θα είναι για άλλη μια φορά ποίηση. Οι τοπικές εκδόσεις έχουν κυρίως αυτό εξάλλου.
Και νάτο τώρα το βιβλιαράκι μου εδώ μαζί μου καθώς το ξεφυλλίζω ξανά για να βρω μερικούς στίχους να σας χαρίσω. Σκόρπια ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή που συγκέντρωσε η οικογένεια του και εξέδωσε δύο χρόνια μετά το θάνατό του δίνοντας τον τίτλο Οι φωτογραφίες και στο τέλος το τελευταίο ποίημα που έγραψε λίγους μήνες πριν το θάνατο του.

Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου,
δεν μπορώ
να θυμηθώ ποιός είναι, ούτο το όνομά του
ούτε και τον τόπο που βγήκε η φωτογραφία.
Επάνω της καμία γραπτή ένδειξη δεν υπάρχει
μόνο από τα ρούχα κάπως το χρόνο υποθέτω.
Απορώ λοιπόν γιατί τόσα χρόνια διστάζω να τη σχίσω
κι έτσι από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο
να ελευθερωθώ και
να τον ελευθερώσω.
***
Ωστόσο η φθορά παγιδεύει τη φωτογραφία.
Ο τάφος του είν' αυτή ή
μήπως ο δικός μου στίχος;
***
Το ξέρω πως δεν είσαι κλεισμένη
εδώ μέσα στο χαρτί.
Μα εγώ μόνο σ'αυτό πια σε βρίσκω.
***
Τραγούδησα γι' αυτούς που έπεσαν
για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Τραγούδησα γι' αυτούς που τυραννίστηκαν
για την ελπίδα του ανθρώπου.
Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα
να πάρω ένα δρόμο απάτητο
να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι
να πάψουν να με κυνηγούν σκιές
να βρω καινούρια γέφυρα
στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι
και το πετάει μαδημένο
στις άδειες στέρνες των αιώνων.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Το ύφος της σιωπής

Είναι από εκείνες τις Κυριακές που έχεις πολλά να κάνεις, πολλά εναλλακτικά πράγματα που όλα θα τα ήθελες πραγματικά. Έχεις να επιλέξεις ανάμεσά τους και διστάζεις, δεν σηκώνεσαι καν, ταλαντεύεσαι μεταξύ του ενός και του άλλου, καθυστερείς να πάρεις εμπρός, πηγαινοέρχεσαι φαινομενικά άσκοπα. Έχει και ολοκληρωτική συννεφιά, έχει και κρύο που δεν υποδέχεται το σώμα σου πρόθυμα. Μια αχτίδα ήλιου τρυπώνει ανάμεσα στην γκριζάδα και το χλωμό της φως αναδεικνύει την σκοτεινιά περισσότερο. Δεν διαρκεί και πολύ.
Σε αυτήν την ατμόσφαιρα και το κλίμα του χειμώνα, σχεδόν μόνο του αυτοπροτείνεται το βιβλίο του Hugo von Hofmannstahl, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος, ο γερμανικό τίτλος σκέτα Μια επιστολή, (εισαγωγές Claudio Magris, Enrique Vila-Matas, μετάφραση-επίμετρο Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, 76 σ.). Στο εξώφυλλο ακίνητος μας θωρεί ο Βιεννέζος Hofmannstahl (1874-1929), διεισδυτικά βαθύ το βλέμμα του και ο λογισμός του.
Μορφή του κειμένου η επιστολική, με αποστολέα και δέκτη κατασκευασμένους. Ο χρόνος προσδιορίζεται στις 22 Αυγούστου 1603. Δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, κυλάει σαν εξωτερικευμένη μύχια σκέψη. Μορφή δοκιμασμένη και δημοφιλής, που με το ένα πόδι πατάει στην φαντασία και τον μύθο και με το άλλο στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία, κάνοντάς την αληθινή, εξομολόγηση μέσα σε πέπλα τυλιγμένη. Διδακτική, συμβουλευτική; καθόλου.
Αποτραβηγμένος, αποθαρρυμένος, φοβισμένος ότι η ρητορική των λέξεων, μία προς μία και όχι συναρμοσμένες, δεν επιτρέπουν την κατανόηση της ουσίας των πραγμάτων. Τα ενθουσιώδη νιάτα που εμπιστεύονται την γνώση, την υπέρβαση που φτιάχνει ποίηση και αλήθεια, τα έχει εγκαταλείψει. Η πίστη στην ενότητα και σύμπνοια των κόσμων δεν υφίσταται πια. Έχει χάσει «την ικανότητα να σκέφτομαι… Κάτι βαθιά μέσα μου με εμπόδιζε να διατυπώσω κρίσεις… όχι εξαιτίας επιφυλάξεων… αλλά επειδή οι αφηρημένες λέξεις… διαλύονταν στο στόμα μου…» (σ. 32-33). Αμφιβολία, όλα γίνονται ψεύτικα, διάτρητα, οι συνήθειες δεν βοηθούν, έρχεται ένας αποκλεισμός, η αίσθηση μοναξιάς. Τα πιο ασήμαντα και τετριμμένα έχουν οντότητα και ιδιαίτερη σημασία και εφόσον όλα μα όλα (σκέψεις περασμένες και τωρινές, ξεχασμένες και ονειρικές και τα αντικείμενα) έχουν οντότητα, βαραίνουν, μπερδεύουν. Μαγεία είναι να «σκεφτόμαστε με την καρδιά» που όταν τελειώσει η επήρειά της δεν περιγράφεται με λέξεις της λογικής, με ακρίβεια. Αισθάνεται πως ζει μια ζωή κενή και καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην αυστηρή και πειθαρχημένη εκπαίδευσή του. Όλα φαίνονται γελοία και ασήμαντα, έτσι δεν θα γράψει τίποτα πια, κανένα βιβλίο, θα κλειστεί στην σιωπή του.
Ο Claudio Magris παρουσιάζει τον Hofmannstahl ως συγγραφέα γεννημένο με «κλίση για ρήξη και διάλυση που προσπάθησε ακούραστα να μετατρέψει τη νεωτερικότητα σε παράδοση… το άγνωστο στο καθησυχαστικό αυλάκι μιας οικείας κληρονομιάς» (σ. 10). Το εγώ καταπίνεται στην δίνη των πραγμάτων, η γλώσσα δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει και να υποτάξει, η υποκειμενική ευαισθησία δεν είναι το ζητούμενο της λογοτεχνίας. Η σύγκρουση που ζει ο Hofmannstahl δεν τακτοποιείται για αυτό και επιλέγει να καταφύγει στην σιωπή.
Το ίδιο βλέπει και ο Enrique Vila-Matas την αδυναμία και μη πίστη του Hofmannstahl στις λέξεις, την χρεοκοπία των συμβόλων που δεν συμβολίζουν πια τίποτα, την γλώσσα των βουβών πραγμάτων, το ύφος της τέχνης της σιωπής που κεντρίζει.
Το επίμετρο της Έφης Γιαννακοπούλου εξηγεί άλλα ζητήματα, μιλάει για το ύφος και τον χρόνο γραφής και για την διαδρομή της μετάφρασης, προσθήκη σε πρώτο πρόσωπο για την ελληνική απόδοση.
Η έκδοση περιλαμβάνει βοηθητικά εργαλεία κατανόησης του κειμένου, εκτός από τις δυο σύγχρονες εισαγωγές και το επίμετρο, έχει και ένα ανθολόγιο κριτικών που δείχνουν την υποδοχή του έως το 1950 και την εργοβιογραφία του. Μια έκδοση θα μπορούσε να πει κανείς κριτική, κέρδος για όσους δεν διαβάζουν απευθείας από γερμανόφωνα κείμενα. Όπως άλλωστε είναι όλα τα γερμανόφωνα στην σειρά Ξένη Λογοτεχνία αυτών των πάντα φροντισμένων εκδόσεων.

Μπαλώματα αχνού ουρανού και φωτεινών αχτίδων που και που.
Σημάδια-λέξεις του καιρού, με κουφαίνουν.