Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Barter Books, Alnwick Station, Northumberland

-->
Καμιά φορά μιλώντας με ανθρώπους βλέπεις εικόνες που ίσως πότε να μην τύχει να δεις. Μέσα από τα μάτια και τις εμπειρίες των άλλων, κλέβεις λίγη παραπάνω ζωή. Αυτή ίσως να είναι η σημαντικότερη ανθρώπινη επαφή ακόμα και όταν οι άνθρωποι αυτοί σου είναι άγνωστοι. Πρόκειται για την ιστορία ενός βιβλιοπωλείου που βρίσκεται στο Alnwick της Αγγλίας, του βιβλιοπωλείου Barter Books.


Τον Απρίλιο του 1991 η Mary Manley αποφάσισε να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο με βιβλία second hand. Μαζί με το σύζυγό της βρήκαν τον κατάλληλο χώρο για το βιβλιοπωλείο. Πρόκειται για έναν παλιό, εντυπωσιακά μεγάλο, σιδηροδρομικό σταθμό, που χτίστηκε το 1887 αντικαθιστώντας τον προηγούμενο, προς εντυπωσιασμό του Δούκα. Το 1968 η σιδηροδρομική γραμμή σταμάτησε να λειτουργεί και ο σταθμός έκλεισε. Το υπέροχο αυτό κτίριο παρέμεινε κλειστό μέχρι να ανοίξει για να υποδεχτεί διαφορετικούς ταξιδιώτες, τους αναγνώστες. Με σεβασμό στο χώρο, το κτίριο ανακαινίσθηκε έτσι ώστε να μην χάσει τίποτα από την προηγούμενη αίγλη του και να είναι ορατός στους επισκέπτες ο λόγος για τον οποίο είχε δημιουργηθεί.
Το βιβλιοπωλείο αποτελείται από επτά δωμάτια. Στην είσοδο υπάρχει το παράθυρο στο οποίο οι επιβάτες αγόραζαν παλαιότερα τα εισιτήρια. Πίσω από αυτό το παράθυρο ήταν η κυρίως είσοδος του σταθμού, τώρα είναι το Παιδικό Δωμάτιο, όπου οι γονείς μπορούν να αφήσουν τα παιδιά για να απολαύσουν το βιβλιοπωλείο χωρίς αυτά. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται η αίθουσα αναμονής που ανακαινίστηκε με σκοπό να παραμείνει ένας χώρος για το κοινό για να περιμένουν, πίνοντας καφέ, διαβάζοντας εφημερίδα, απολαμβάνοντας το τζάκι. Δίπλα από αυτόν το χώρο είναι ο μεγαλύτερος χώρος του βιβλιοπωλείου, ένα μέρος από την πλατφόρμα όπου οι αμαξοστοιχίες σταματούσαν. Στο τέλος του μεγάλου αυτού χώρου ήταν ο χώρος αναμονής για τις κυρίες των πρώτων θέσεων, τώρα ο χώρος αυτός είναι γεμάτος σπάνια βιβλία για την ιστορία και την τοπογραφία της περιοχής. Αυτά είναι μόνο λίγα από τα πολλά δωμάτια που περιέχει το βιβλιοπωλείο. Ο χάρτης που υπάρχει στην ιστοσελίδα επιβεβαιώνει το μέγεθος του άλλοτε σιδηροδρομικού σταθμού.
Οι εικόνες που ακολουθούν απλά βοηθούν τη φαντασία. Σίγουρα οι ιδιοκτήτες του βιβλιοπωλείου διαθέτουν μπόλικη φαντασία αλλά και πάθος.





Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Ένας μικρός εκδοτικός οίκος

Αρκούσε μια πρόταση από την προηγούμενη ανάρτηση (Εξάλλου δεν είναι όλα τα βιβλιοπωλεία ίδια...) για να αφήσω λίγο το αγνάντεμα του μπλε ορίζοντα και να βρεθώ μπροστά από μια οθόνη. Περισσότερο για να ξεφυλλίσω πάλι ένα βιβλίο, που διάβασα με χαρά και έκπληξη. Χωμένη μέσα στη ξένη βιβλιογραφία γύρω από θέματα εκδοτικής, μαθαίνοντας τι συμβαίνει στα βιβλιοπωλεία και στους εκδοτικούς οίκους κυρίως της Αγγλίας αλλά και άλλων χωρών, έπεσε στα χέρια μου ένα, το μοναδικό, ελληνικό βιβλίο. Πρόκειται για τα πρακτικά ενός διήμερου συνεδρίου (16-17/6/2000), που οργανώθηκε από το Σπουδαστήριο του Νέου Ελληνισμού στη μνήμη του Γιώργου Πάνου Σαββίδη με τίτλο «Νέα ελληνική λογοτεχνία: Εκδοτικά προβλήματα και απορίες: Θεωρία και πρακτική». Το θέμα του συνεδρίου προήλθε από το θεμελιώδες κείμενο «Εκδοτικές απορίες ενός νεοελληνιστή» που δημοσίευσε ο Γ.Π. Σαββίδης στο περιοδικό Ο Μαντατοφόρος το 1987.

Θα αναφερθώ σε μερικές από τις εξαιρετικές ανακοινώσεις του συνεδρίου, εκείνες ίσως που δεν εξετάζουν τα εκδοτικά προβλήματα από τη σκοπιά του φιλολογικού εκδότη αλλά από την πλευρά όσων εμπλέκονται στην εκδοτική διαδικασία, και κυρίως στην πρώτη ανακοίνωση του συνεδρίου, της Χρυσής Καρύδη. Ο ιστορικός εκδοτικός οίκος Ίκαρος δημιουργήθηκε το 1943 από τον Αλέκο Πατσιφά, τον Μάριο Πλωρίτη και από τον πατέρα της Νίκο Καρύδη, ο οποίος και τελικά ανέλαβε τον εκδοτικό οίκο. Η ανακοίνωσή της αναφέρεται στα προβλήματα που αντιμετώπισε όταν ανέλαβε τον εκδοτικό οίκο, μετά τον θάνατο του πατέρα της, το 1984. Επίσης και στις αλλαγές που έφεραν έχοντας ως βασικό στόχο τη διατήρηση της ποιότητας των εκδόσεων, όπως αυτή συνεχίζει να υπάρχει, αλλά και την εναρμόνισή της με τις τάσεις της εποχής. Οι αδελφές Καρύδη προχώρησαν σε σημαντικές αλλαγές, χωρίς να αλλάξουν όμως το ύφος των εκδόσεων, αλλά ούτε και το χώρο που στεγάζει ακόμη και σήμερα το βιβλιοπωλείο. Οι αλλαγές είχαν να κάνουν κυρίως με την τυπογραφική μορφή των βιβλίων (μονοτυπία και όχι φωτοσύνθεση), με τους επιμελητές των εκδόσεων (συνεργασία με επιμελητές που επιλέγονται ανάλογα με το είδος του βιβλίου), με τον αριθμό των υπαλλήλων αλλά και με του τρόπου διακίνησης. Ο Ίκαρος είναι ένας ισχυρός εκδοτικός οίκος, αν και δεν ανήκει στους οικονομικούς κολοσσούς ούτε στους μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Ο κατάλογος του περιλαμβάνει διαχρονικά και κλασικά ονόματα και έργα που με τις συνεχείς επανεκδόσεις τους δίνεται η δυνατότητα νέων εκδοτικών αναζητήσεων και η έκδοση βιβλίων λιγότερο εμπορικών.

Ισχυρός κυρίως γιατί η εκδότρια του Ίκαρου αναφέρει:

«Ο Ίκαρος έχει τη δυνατότητα, την πολυτέλεια αν θέλετε, να υποστηρίζει βιβλία λιγότερο εμπορικό, πρώτον γιατί τα χαμηλά γενικά έξοδα το επιτρέπουν και δεύτερον και πιο σημαντικό, γιατί δεν είναι υποχρεωτικό ούτε απαραίτητο να βγάζουμε λεφτά από όλα τα βιβλία. (…) Όσο τα κριτήρια για να το αν είσαι μικρός ή μεγάλος εκδότης, αφορούν αποκλειστικά τον αριθμό των βιβλίων που εκδίδεις κάθε χρόνο ή τον ετήσιο τζίρο πωλήσεων, εμείς στον Ίκαρο ελπίζουμε να παραμείνουμε μικροί. Με σεβασμό την παράδοση, διατηρώντας το κύρος και τη φυσιογνωμία των εκδόσεών μας, θα υπερασπιστούμε την ιστορία μας, το δικαίωμα στα λάθη μας, αλλά και το καμάρι για τα επιτεύγματά μας».

Ο εκδοτικός οίκος ή το βιβλιοπωλείο διαφέρει ανάλογα με τον ιδιοκτήτη και όσα επιθυμεί να φέρει στον κόσμο του βιβλίου, αναφέρεται σωστά στην προηγούμενη ανάρτηση.

Ο εκδοτικός οίκος Εστία, που έχει την ευθύνη μιας μεγάλης λογοτεχνικής κληρονομιάς, είναι ένας ακόμα εκδοτικός οίκος με βασικό στόχο την εναρμόνιση της παράδοσης και των νέων τάσεων. Η Εύα Καραϊτίδη θίγει στην ανακοίνωσή της θέματα και προβλήματα πνευματικών δικαιωμάτων διότι στην Εστία ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων εισπράττουν ετησίως συγγραφικά δικαιώματα (της τάξεως των 200 εκατομμυρίων) και με ορισμένους από αυτός διατηρούνται σχέσεις γενεών. Χρησιμοποιούνται δύο παραδείγματα: η Πηνελόπη Δέλτα και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου.

Ο Σταύρος Πετσόπουλος του εκδοτικού οίκου Άγρα αναφέρεται στα προβλήματα που προέκυψαν εκδίδοντας τον Ανδρέα Εμπειρίκο και στις εμπειρίες που προέκυψαν. Προβλήματα πνευματικών δικαιωμάτων και παράνομων εκδόσεων που διευθετήθηκαν μέσω δικαστηρίων αλλά και προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν κατά την έκδοση των οχτώ τόμων του Μέγα Ανατολικού.


Στις σελίδες των πρακτικών βρήκα ελάχιστη αναφορά σε αριθμούς και στοιχεία. Περισσότερο αισθάνθηκα ότι διάβασα σκέψεις και εμπειρίες ανθρώπων, που ο χώρος του βιβλίου δεν είναι η εργασία τους, αλλά ο τρόπος ζωής τους.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009

Τα βιβλιοπωλεία σαν χώροι, γενικά

Κεφάλαιο Τρίτο: 0843΄: Βιβλιοπωλείο. Ακριβώς αυτός είναι ο τίτλος του τρίτου κεφαλαίου της πολύ φρέσκιας νουβέλας (Μάιος 2009) του Βασίλη Χ. Κωνσταντίνου με τίτλο Οι πρωινοί περίπατοι των Βασιλείων Βουλγαροκτόνων, με εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Λεφάκη (στο πνεύμα και ύφος του βιβλίου) από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας. Ο όγκος του, 116 σελίδες, επιτρέπει την μεταφορά του στην τσάντα και την ανάγνωση στο όρθιο αλλά αν και ευρηματικό και με διάθεση αστεϊσμού δεν είναι τόσο εύπεπτο. Χρειάζονται διαλείμματα μηρυκασμού. Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν ονόματα σε ορισμένες περιπτώσεις αλλά βασικά περιγράφονται με τις ιδιότητες και χαρακτηριστικά όπως τις προσλαμβάνει ο συγγραφέας, όπως και ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του άλλωστε. Να για παράδειγμα: ο «Παλιός Γνώριμος Διευθυντής της Τράπεζας», η «Συμπαθής και Πάντα Χαρούμενη Ιδιαιτέρα», η «Κοπέλα που Ερωτεύτηκα και Παντρεύτηκα», ο «Αδελφός Μου Που Δουλεύαμε Μαζί», η «Επιδερμικά Δραστήρια Βοηθός», η «Πηγή Ανεξάντλητων Πληροφοριών Βοηθός Πλύστρα Κυριακούλα», ο «Αγαπητός Σγουρομάλλης Φίλος» και άλλα ινδιάνικης λογικής σύνθεσης ονόματα, απομυθοποιημένα όμως. Ο ίδιος είναι ο Μεσήλικας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος και όταν πάει προς τα πίσω γίνεται ο Παις Βασίλειος Βουλγαροκτόνος με τους δράκους του, την Ιστορία του, τις επίμονες ενοχές, τους καταναγκασμούς, τις παγιδεύσεις και τους βασανιστικά ομόκεντρους κύκλους σκέψης.
Και δες τώρα που στην αγχωτική ημέρα που μας παίρνει μαζί του έχει θέση στην σελίδα 39 και ένα βιβλιοπωλείο. Μπαίνει στο φιλικό βιβλιοπωλείο για να ροκανίσει το χρονικό διάστημα των δεκαεπτά λεπτών. Εκεί με ένα τυχαίο βιβλίο από κάποιο ράφι χάνεται ξανά και έρχεται αντιμέτωπος με περασμένα.
Να που σε ένα βιβλιοπωλείο δεν μπαίνουμε μόνο για να αγοράσουμε. Μπαίνουμε και για λόγους άλλους, πιο αδιευκρίνιστους, άυλους. Να περάσουμε τον καιρό μας γιατί έχουμε ένα κενό, να χαζέψουμε γιατί κάτι στην βιτρίνα τράβηξε το ενδιαφέρον μας, να αναζητήσουμε θέματα που δεν είχαμε στο νου μας, να ενημερωθούμε για τις τροχιές των σκέψεων, να ταξιδέψουμε το βλέμμα μας σε εικόνες-εξώφυλλα, να ησυχάσουμε από την βαβούρα του κόσμου και τον εκνευρισμό που επικρατεί γιατί στα βιβλιοπωλεία υπάρχει μια ησυχία, μια ηρεμία γιατί οι άνθρωποι κοιτάνε ο καθένας μόνος του. Λειτουργεί σαν καταφύγιο, όαση. Είναι και στέκι. Μπορεί να συναντήσεις παλιούς γνωστούς, να διασταυρώσεις ένα βλέμμα πάνω από μια προθήκη, με ένα ανοιχτό βιβλίο στο χέρι, να ρωτήσεις, ακόμα και να σου απευθυνθούν πριν καν διατυπώσεις την ανάγκη για μια γνώμη. Στέκι συστηματικών συναντήσεων, τα Σάββατα συνήθως, και τυχαίων απαντημάτων.
Εξάλλου δεν είναι όλα τα βιβλιοπωλεία ίδια. Διαφέρουν ανάλογα με τον ιδιοκτήτη και όσα επιθυμεί να φέρει στον κόσμο του βιβλίου. Πολλοί βιβλιοπώλες είναι και εκδότες. Επιδρούν έτσι αποφασιστικά στα εκδοτικά και στην διακίνηση του έντυπου. Με τις επιλογές, την πολιτική και στρατηγική που ακολουθούν, με την επιμονή στα αρχικά πιστεύω τους ή την προσαρμοστικότητά τους. Σε όλες τις πορείες κάτι χάνεται κάτι κερδίζεται (αυτό που χάνεται ας αποτυπώνεται πριν σβήσει και ας είναι λιγότερο από το κέρδος).
Υπάρχουν τα παλιά που τους ακολουθεί η παράδοση που έχει οικοδομηθεί με τον καιρό. Που τους δίνει υπεροχή, όνομα μα και τα βαραίνει. Υπάρχουν και τα νεότερα που εισήγαγαν καινοτομίες και τους νέους όρους της αγοράς. Υπάρχουν τα μεγάλα, πολυώροφα στο κέντρο της πόλης και τα μικρότερα στις συνοικίες και στην ευρύτερη περιφέρεια που συνδυάζουν τα σχολικά, χαρτικά, είδη δώρων, φωτοτυπίες και άλλα. Υπάρχουν τα γενικά και τα ειδικευμένα, για παράδειγμα για τα παιδιά, τα νομικά, τα μεταφυσικά. Υπάρχουν σε πολλούς τύπους, μεγέθη και ύφους, καθένας μπορεί να διαλέξει ποιο του ταιριάζει για να χωθεί.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

Το περιοδικό με τίτλο ΗΥΦΕΝ


Για βιβλία και ειδικότερα για βιβλιοβιβλία έχουμε πει για βιβλιοπεριοδικά, πάλι, όχι. Να μην πούμε γενικά και αόριστα σήμερα για την κατηγορία αυτή (το αφήνω για άλλη φορά καθώς η περιοδικότητα είναι καλό θέμα) μα να επικεντρωθούμε σε ένα, το ΗΥΦΕΝ που φέρει τον επεξηγηματικό υπότιτλο: βήμα για την τυπογραφία. Ωπ! εδώ είμαστε! Δίπλα από το ΗΥΦΕΝ μια οριζόντια γραμμή, μια παύλα. Από κάτω, στα ελληνικά και στα αγγλικά, γράφει «Η υφέν, μια τοξοειδής καμπύλη, έμπαινε κάτω από δύο συλλαβές για να τις ενώσει ούτως ώστε να διαβαστούν υφέν δηλαδή διά μιας σα μια λέξη. Το ενωτικό, το σημείο στίξης που σήμερα χρησιμοποιούμε όταν κόβεται μια λέξη στο τέλος μιας αράδας κειμένου, είναι στην πραγματικότητα υφέν.» «Εν» δηλαδή ένα, δυο φωνήεντα που συνεκφωνούνται σαν ένα, έτσι νιώθω ότι το πιάνω, το καταλαβαίνω. Το έχω δει κιόλας, το θυμάμαι, σε επίσημα κείμενα του 19ου αιώνα, την καμπυλωτή γραμμούλα κάτω από λέξεις όπως «ελιά» για να αποδοθεί το «λια» ενιαία, μιας και δεν υπάρχει αντίστοιχο γράμμα που να αποδίδει τον ήχο που ξέρουμε πώς προφέρεται. Παύλες, η μικρή κοφτή που ενώνει δυο λέξεις πχ. κράτη-μέλη, ή δυο ονόματα, επίθετα γυναικών ας πούμε, ή όπως στην περίπτωση αυτή μια λέξη που αναγκάστηκαν οι συλλαβές της να κοπούν, να απομακρυνθούν, να κατέβουν αράδα και η μεγάλη μακριά παύλα που χωρίζει και λειτουργεί σαν παρένθεση.
Το περιοδικό ΗΥΦΕΝ εκδίδεται και τυπώνεται στην Θεσσαλονίκη. Είναι ετήσιο και φιλοξενεί άρθρα για την «τυπογραφία και τη γραφική επικοινωνία καθώς και άρθρα από άλλους ακαδημαϊκούς χώρους εφόσον αυτά αφορούν σε ζητήματα σχετικά με την τυπογραφία και τη γραφική επικοινωνία.» Περιεχόμενο σαφώς προσδιορισμένο και εντελώς συγκεκριμένο. Η τυπογραφία είναι μια τεχνολογία-κατάκτηση του ανθρώπου που δεν χάνεται στα βάθη των αιώνων. Η εφεύρεση ολοκληρώνεται στον ευρωπαϊκό χώρο τον 15ο αιώνα, αναπτύσσεται ραγδαία, διαδίδεται, φέρνει την επανάσταση της πληροφορίας, της γνώσης, των ιδεών και στις μέρες μας έρχεται νέο κύμα, τσουνάμι μάλλον, αλλαγών χάρη στις δυνατότητες των ηλεκτρονικών πραγμάτων. Στο σύνορο της νέας κατάστασης η ελληνική τυπογραφία αγνοεί ακόμα πολλά ζητήματα που την αφορούν, η μελέτη της έχει υστερήσει, η ιστορία της έχει προσελκύσει μικρό αριθμό ερευνητών και δεν έχει μπει στην κοινωνική βάση ως συλλογικό συνειδητό κτήμα. Κάθε αξιοπρεπής συμβολή προς αυτήν την κατεύθυνση είναι πολύτιμη.
Κρατάω στα χέρια μου τον έβδομο τόμο του περιοδικού, τόμο επετειακό γιατί το 2008 συμπλήρωσε τα δέκα χρόνια κυκλοφορίας του, το πρώτο τεύχος βγήκε το 1998. Σε τακτά χρονικά διαστήματα συνηθίζεται να λοξοκοιτάμε πάνω και πίσω από τον ώμο μας για να δούμε τι κάναμε μέχρι τώρα, πώς το κάναμε, πώς θα συνεχίσουμε, πού επιθυμούμε να κατευθυνθούμε. Δέκα χρόνια είναι ώρα για απολογισμό, αυτοκριτική, κλπ. Στα θετικά ότι μεταφράστηκαν και έγιναν βατά γραπτά ξένων, ότι η οπτική επικοινωνία ήταν παρούσα όπως και οι τεχνικοί που χωρίς αυτούς δεν γίνεται (σχεδιαστές γραμματοσειρών, στοιχειοθέτες, τυπογράφοι, του χαρτιού, εικαστικοί…), ότι βρήκαν εκφραστικό μέσο και μεταπτυχιακοί φοιτητές ανάμεσα σε καταξιωμένους, ότι αναδύθηκαν άρθρα που μελέτησαν ελληνικούς τυπογραφικούς τόπους σε διαφορετικούς χρόνους και άρθρα θεωρητικά όπως για την εικονογράφηση και την αναγνωσιμότητα. Τα «νέα-εκδόσεις-σχόλια» κλείνουν τον τόμο και το ομολογώ ότι ήθελα να έχω ξεφυλλίσει αν όχι να κατέχω (κάτι σαν αρρώστια είναι αυτό) όλα τα βιβλία που ήταν εκεί, ελληνικά και ξένα. Ένα έχω και μάλιστα διαβασμένο (ουφ! πια).
Το στήσιμο με άποψη και χαρακτήρα. Δίστηλο, σε ορισμένα κείμενα αριστερά τα ελληνικά, δεξιά η αγγλόφωνη μετάφραση όχημα επικοινωνίας και ανοίγματος, τα περιθώρια γενναιόδωρα, το δεξί παίρνει και τις σημειώσεις όπου υπάρχουν, σχήματα, πίνακες και γραφήματα, μαυρόασπρες φωτογραφίες και τυπογραφικά παιχνίδια και ποικιλία.
Κλείνοντας να πω ότι μου φαίνεται πως τα δίκτυα ενημέρωσης (που να φτάσω να πω διαλόγου και συνέργιας) ακόμα και στην εποχή του διαδικτύου δεν είναι τόσο δυνατά όσο θα μπορούσαν. Αυτά…

Κυριακή, 5 Ιουλίου 2009

Walter Benjamin=Βάλτερ Μπένγιαμιν

Λένε, και μάλλον ισχύει, ότι είναι καλύτερα να διαβάζεις τα κείμενα στην γλώσσα που γράφτηκαν, όμως, πόσες γλώσσες είναι δυνατόν να ξέρει κανείς και ακόμα σε τι επίπεδο και βάθος μπορεί να τις ξέρει για να μπει στο πετσί της. Χωρίς μεταφράσεις, μεταφορές προφορικού ή γραπτού λόγου από μια γλώσσα σε άλλη είμαστε κλεισμένοι μονοδιάστατοι, αποκλεισμένοι από τους τρόπους ανθρώπινης έκφρασης. Μόνοι και εγωιστές. Όμως οι μεταφράσεις καθυστερούν να ταξιδέψουν γιατί συντρέχουν πολλοί λόγοι. Οι συγγραφείς αναγνωρίζονται με ρυθμούς άγνωστους, δεν βρίσκουν αμέσως τον εκδότη και τον μεταφραστή που συγγενεύει με αυτούς στις άλλες γλώσσες (εδώ βοηθάνε οι διεθνείς εκθέσεις βιβλίου, ο Τύπος, τα ΜΜΕ), η μεταφραστική εργασία είναι αργή και κοπιώδης, καθόλου αυτόματη και αυτονόητη. Οι μεταφράσεις ωφελούν όλες τις γλώσσες, δανείζουν τρόπους, εκφράσεις, εικόνες, εμπειρίες. Μεγαλώνουν τα πεδία, φέρνουν τα κοντινά κοντύτερα και τα μακρινά μπαίνουν σε κάδρα. Ζυμώνουν την γλώσσα, μας το λέει και ο Αλεξάκης στις ξένες λέξεις του.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940) γεννήθηκε στο Βερολίνο, σπούδασε φιλοσοφία στο Φράιμπουργκ, το Βερολίνο, το Μόναχο και την Βέρνη. Ταξίδεψε στην Ευρώπη και γνώρισε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του (Αντόρνο, Μπρεχτ, Άρεντ, Χορκχάιμερ, Καίστλερ, Μπατάιγ, κ.ά.). Το 1933 εγκατέλειψε την ναζιστική Γερμανία για το Παρίσι, στάλθηκε σε γαλλικό στρατόπεδο για τρεις μήνες, με την είσοδο των Ναζί στο Παρίσι αποφάσισε να καταφύγει στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταπονημένος από καρδιακή πάθηση και τις δυσκολίες διαφυγής, περπάτησε τα Πυρηναία, αποκαρδιωμένος και κυνηγημένος πήρε χάπια και πέθανε στο Πορτ Μπου. Φυσιογνωμία που αναδύεται όλο και πιο έντονα, εμπνέει, επηρεάζει, αποτελεί σημείο αναφοράς. «Ηθική πυξίδα», τον ονομάζει ο Timothy W. Ryback, που μελέτησε την προσωπική βιβλιοθήκη του Hitler για να δει τα διαβάσματα που έφτιαξαν το διανοητικό οικοδόμημα του Hitler. Έχει γράψει ο Στέφανος Ροζάνης και έχει μεταφραστεί βιβλίο του Michael Lowy στα ελληνικά για τον Μπένγιαμιν.
Οι εκδόσεις Άγρα γνωρίζουν τον Μπένγιαμιν, τον μεταφράζουν και μας τον μαθαίνουν, τον συστήνουν με τον καλύτερο τρόπο στο ελληνικό κοινό. Δύο αυτοτελή βιβλία του Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το Χίλια Εννιακόσια και ο Μονόδρομος και κείμενά του σε συλλογικούς τόμους ποικίλης θεματολογίας (Περί Βιβλιοθηκών, Κούκλες και Παιχνίδια, Ανατομία του αστυνομικού μυθιστορήματος, Μορφές του Μεσσιανικού) κυκλοφορούν μέχρι τώρα. Μέσα από την γραφή του Μονόδρομου (1928) η οποία ακολουθεί το άμεσο, βραχύ αλλά διεισδυτικό βαθύ βλέμμα που κοιτάζει μια εικόνα, μια διαφήμιση, ένα απόσπασμα βρίσκονται και στοχασμοί για την λογοτεχνική έκφραση, για το γράψιμο και το διάβασμα, για τις δυνάμεις που εξασκεί το κείμενο σαν το διαβάζουμε και σαν το αντιγράφουμε, το περπατάμε με το χέρι που ακολουθεί τον νου. «Η γραφή, που είχε βρει άσυλο μέσα στο τυπωμένο βιβλίο, όπου ζούσε την αυτόνομη ύπαρξή της, σύρεται ανελέητα στο δρόμο με τις διαφημίσεις και υποτάσσεται στις βάναυσες ετερονομίες του οικονομικού χάους… Ήδη η εφημερίδα διαβάζεται πιο πολύ κάθετα παρά οριζόντια, ο κινηματογράφος και η διαφήμιση σπρώχνουν τη γραφή εντελώς στη δικτατορική κάθετο.» (σ. 64). Τώρα εδώ πρόχειρα σταχυολογώ πλαγιότιτλους, κρατώ υπογραμμισμένες λέξεις-κλειδιά. «Αρχές των ασήκωτων τόμων ή η τέχνη της δημιουργίας χοντρών βιβλίων», «Η τεχνική του συγγραφέα σε δεκατρείς θέσεις», «Χαρτί και είδη γραφής», «Παιδί που διαβάζει». Και αποξένωση που φέρνει η γραφομηχανή από το χέρι του γραφέα, η κριτική δεν είναι παρά θέμα σωστής απόστασης,, παλιές επιστολές, καρτ ποστάλ και γραμματόσημα, σήματα συναγερμού στο εσωτερικό του συγγραφέα, τσιτάτα και πολλάαααα
Ο Ιταλός συγγραφέας δημοσιογράφος Bruno Arpaia με τον σημαίνοντα τίτλο Ο Άγγελος της Ιστορίας (μετάφραση Χρύσα Κακατσάκη, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήναι 2008, 380 σ.) ξαναέπλασε την ιστορία του Μπένγιαμιν. Ο «Angelus Novus» έργο του Κλεε αγορασμένος από τον Μπένγιαμιν τον συντρόφευε στα στριμώγματά του, του μιλούσε και αναφερόταν σε αυτόν. Ο πίνακας δείχνει ένα άγγελο με τα χέρια-φτερά απλωτά ανοικτά, μάτια τεράστια με χαμηλωμένο κοίταγμα. Άγγελος λοιπόν από τον αγαπημένο πίνακα. Το τελευταίο έργο του Μπένγιαμιν είχε τίτλο Θέσεις πάνω στην έννοια της Ιστορίας, γραμμένο το 1940. Ιστορία από τους τελευταίους στοχασμούς. Άγγελο της Ιστορίας τον ονόμαζε και ο Μπένγιαμιν, πιασμένο στο παρελθόν που σπρώχνεται προς το μέλλον.
Ένα μυθιστόρημα πραγματικά ευρωπαϊκό: γραμμένο από έναν Ναπολιτάνο, με πρωταγωνιστές τον ιστορικά υπαρκτό Εβραίο φιλόσοφο της Γερμανίας που καταφεύγει και ζει για ένα διάστημα στην Γαλλία, και ενός επινοημένου ήρωα πληθωρικού μαχητή των Δημοκρατικών του Ισπανικού Εμφύλιου. Με δράση και παλμό, με εικόνες του Μπένγιαμιν να εργάζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι. Να αντιγράφει, να συλλέγει, να γράφει πυρετωδώς, να υπερασπίζεται και να αγωνιά για τα γραπτά του.
Με τον Arpaia να υιοθετεί την θέση του Μαντσίνι πως «ο συγγραφέας πρέπει να αξιοποιεί την ιστορία χωρίς να την ανταγωνίζεται». Η ιστορία με τα γεγονότα της είναι εκεί μα στην πραγματικότητα είναι άπειρες ιστορίες που μπορούν να ειπωθούν κάθε μέρα με άλλον τρόπο, από κάθε άνθρωπο από άλλη πλευρά, ανάλογα. Μπορεί ακόμα να ξεπεράσει το όριο και να μπει στον χρονοδιάστημα του μύθου, του φαντασιακού, του ατομικού, του οικογενειακού, του συλλογικού.
Μια αφήγηση που δεν ήθελα να τελειώσει και το έπαιζα συνέχεια καθυστέρηση. Σαν Πηνελόπη πριν μπω στις αδιάβαστες σελίδες, ξαναπερνούσα το στημόνι στις διαβασμένες, να βεβαιωθώ ότι ήμουν εκεί, ότι τα είχα όλα πιάσει, ότι δεν είχα βιαστεί να υφάνω την επόμενη ανάγνωση.