Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η ανάρτηση αυτή έρχεται με όλες τις μπάντες από διάφορες πλευρές. Από πού να ξεκινήσω τώρα, από το βιβλίο, από την κάρτα πίνακα που εικονίζει μελέτη και γραφή, από την γυναικεία λυσσαλέα πίεση για ισότητα (που παραμένει ένα ζητούμενο), έχει απ’ όλα, είναι ένα μείγμα.
Στην συλλογή των καρτών πινάκων συγκαταλέγεται και ένας πίνακας του Louis David (1748-1825) με τίτλο «Πορτρέτο του Antoine Laurent Lavoisier και της γυναίκας του», ζωγραφισμένος το 1788, που βρίσκεται στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης και εκτέθηκε στο Λούβρο, σε έκθεση αφιερωμένη στον ζωγράφο David το 1989-1990. Πρόκειται για έναν μεγάλων διαστάσεων πίνακα (2,86 Χ 2,24 εκ.), ζωγραφισμένο κάθετα. Τον είχα παρατηρήσει χωρίς να έχω κάνει συνδυασμούς και συνδέσεις, χωρίς την ιστορική πληροφόρηση. Έβλεπα όσα έδειχνε. Καθισμένος σε τραπέζι στρωμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο και διάφορα εντυπωσιακά γυάλινα όργανα ένας νέος μαυροντυμένος άνδρας κρατάει φτερό, γράφει, και ακουμπάει με τον αγκώνα του στα χαρτιά του. Το όνομά του το ξέρουμε από τον τίτλο του πίνακα. Είναι ο χημικός Lavoisier (1743-1794), πατέρας της μοντέρνας Χημείας (γράφει το λεξικό Larousse). Τον ξέρουμε και από το σχολικό μάθημα της Χημείας για τους νόμους του για το οξυγόνο και το νερό. Ο Lavoisier έχει ελαφρά γυρισμένο το κεφάλι του και κοιτάει με ένταση, σεβασμό και συναίσθημα την όρθια νέα στα κατάλευκα γυναίκα, την γυναίκα του. Εκείνη κοιτάζει κατάματα εμάς με βλέμμα στοχαστικό, στο σύνορο της λύπης. Ο τίτλος του έργου δεν μας λέει το όνομά της. Είναι η γυναίκα του. Αυτό θα πρέπει να μας είναι αρκετό.
Ολόκληρη την ιστορία τους βρήκα στο βιβλίο της Πατρίτσια Φάρα, Ιδιοφυείς ανώνυμες γυναίκες που άλλαξαν την επιστήμη (εκδόσεις Μελάνι, Μάρτιος 2009, 212 σ.). Η μια ανώνυμη μετά την άλλη, οι τρόποι συμβολής τους ποικίλοι, ο αγώνας να πείσουν ότι το μυαλό τους είναι ικανό για θετική σκέψη, το πείσμα τους, η γενναιότητά τους, οι ανατροπές που έφεραν σε αντίξοα περιβάλλοντα.
Το όνομά της ήταν Μαρί Πάουλτσε (1758-1836) και στα δεκατρία της είχε την αποφασιστικότητα να απορρίψει την πρόταση γάμου ενός επίδοξου πενηντάρη γαμπρού. Συμφώνησε να παντρευτεί τον Lavoisier, δικηγόρο, επιχειρηματία με εμμονή στην χημεία και την γεωλογία, και χρησιμοποιούσε διπλό επώνυμο, Πάουλτσε Λαβουαζιέ, προσέθεσε το επώνυμο του συζύγου της στο πατρικό της. Έμαθε χημεία, αγγλικά και λατινικά, εργάστηκε και ταξίδεψε με τον άντρα της πάνω από είκοσι χρόνια. Παρακολουθούσε τα πειράματα, κατέγραφε τα αποτελέσματα και κρατούσε αρχείο. Η ίδια αγαπούσε την ζωγραφική και πήρε μαθήματα από τον David που φιλοτέχνησε τον πίνακα. Ξαναγυρνάω στον πίνακα και στην σκιά ακριβώς από πίσω της παρατηρώ με άλλο μάτι τον κλειστό χαρτοφύλακα που περιέχει τις ζωγραφιές της. Ζωγράφιζε και διαγράμματα για το βιβλίο χημείας και σχεδίαζε με τέτοια ακρίβεια τα νέα όργανα, βρήκε λύσεις και δημιούργησε πρότυπα, ώστε να είναι δυνατόν να αντιγραφούν από άλλους.
Ο Lavoisier και ο πατέρας της οδηγήθηκαν στην γκιλοτίνα και η ίδια έμεινε δυο μήνες φυλακή. Στην συνέχεια έβαλε ως στόχο να αποκαταστήσει το όνομα του Lavoisier και φρόντισε να δημοσιευτούν οι μελέτες που είχε γράψει στην φυλακή πριν εκτελεστεί. Το σπίτι της ήταν ανοικτό για τους επιστήμονες, συγγραφείς και καλλιτέχνες όπου μπορούσαν να συζητούν και να εκφράζονται ελεύθερα.
Πολλές και ενδιαφέρουσες οι ιστορίες των γυναικών που άλλαξαν την επιστήμη και περιλαμβάνονται στο βιβλίο, όμως με ένα αυθαίρετο δρασκέλισμα θα περάσω σε μιαν άλλη γυναίκα της ίδιας εποχής, Γαλλίδα και αυτή, την Ολύμπ ντε Γκουζ συγγραφέα της «Διακήρυξης των δικαιωμάτων της γυναίκας». Με την καυστική της πένα κατέκρινε την πορεία της Γαλλικής Επανάστασης, την τυραννία και ανελευθερία που υπερίσχυσε. Οι λέξεις της στάθηκαν πάνω από το αίμα. Η ιστορία της σταθμός για την θεμελίωση του γυναικείου πολιτικού λόγου. Συνελήφθη, φυλακίστηκε, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ανέβηκε τα σκαλιά της λαιμητόμου λίγο νωρίτερα από τον Lavoisier, στις 3 Νοεμβρίου 1793.(Maria Rosa Cutrufelli, Η γυναίκα που έζησε για ένα όνειρο, μετάφραση Ρούλα Ζαρωμένου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2007, 381 σ.).

Ιστορίες ριγμένες εδώ που άνοιξαν δρόμους μέσα από την σκέψη, την επιστήμη, την πίστη που δεν τους τελείωσε….

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Όταν οι συγγραφείς γράφουν τις σκέψεις τους

-->
Ακόμα και αν έπαιρνα την απόφαση να σταματήσω να διαβάζω βιβλία που έχουν ως θέμα τους τη συγγραφή, την ανάγνωση, το βιβλίο, θα μου ήταν πολύ δύσκολο να βρω βιβλία που να μην αναφέρονται καθόλου σε αυτά τα θέματα. Είναι γιατί όλοι οι συγγραφείς είναι προπάντων αναγνώστες, είναι γιατί αγαπούν τη συγγραφή και τις λέξεις.
Επιλέγω τυφλά από τα ράφια της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Κέρκυρας έναν τίτλο από τα βιβλία του Μπουκόβσκι. Ένας αγαπητός συγγραφέας, κυρίως στο αντρικό αναγνωστικό κοινό, που δεν είχε τύχει ποτέ να διαβάσω κάτι δικό του. Από τον τίτλο: «Ο καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών» δεν καταλαβαίνω καθόλου τι επρόκειτο να διαβάσω. Η εξαιρετική εισαγωγή του μεταφραστή Γιάννη Λειβαδά με βάζει κατευθείαν στο θέμα΄ πρόκειται για ημερολογιακές σημειώσεις του συγγραφέα που γράφονται από το 1991 έως το 1993, μετά την παρότρυνση του εκδότη του Τζων Μάρτιν.
Σε ηλικία 71 χρονών, ο καταξιωμένος συγγραφέας καταγράφει τις σκέψεις του με αρκετό χιούμορ αλλά και ειλικρίνεια απέναντι στους φόβους του, χωρίς να διστάζει να παραδεχτεί τα πάθη του: τον ιππόδρομο, το αλκοόλ, τη συγγραφή. Σε όλες του τις καταγεγραμμένες σκέψεις δε διστάζει να εκμυστηρευτεί το βαθύτερό του φόβο, τον θάνατο, νιώθοντας ότι δεν του απομένουν πολλά ακόμη χρόνια ζωής, πολλές ακόμη σελίδες να γράψει. Προσπαθεί να γελάσει μαζί του, να τον αποδεκτή, άραγε να τα καταφέρνει; «Όσο πιο γέρος είναι ένας συγγραφέας τόσο πιο καλά πρέπει να γράφει, έχει δει πολλά, έχει αντέξει πολλά, έχει χάσει πολλά, βρίσκεται πιο κοντά στο θάνατο. Ο τελευταίος είναι το σπουδαιότερο προσόν.». Και πράγματι η ηλικία και η εμπειρία του δίνει τη δυνατότητα να χειρίζεται δεξιοτεχνικά τις λέξεις, των κάνουν πιο σοφό. Με γραφή άμεση, σχεδόν όπως στον προφορικό λόγο, ο Μπουκόβσκι αποφεύγει τη χρήση βαρύγδουπων λέξεων και λογοτεχνικών περιγραφών, με λέξεις απλές μα θερμές αφηγείται τις μέρες του, τις σκέψεις του. Τις σκέψεις του ως συγγραφέα, τις ώρες που περνά μπροστά από τον υπολογιστή, γραφομηχανή παλιότερα, για να μπορέσει να γράψει, τα βιβλία και οι λέξεις των συγγραφέων που τον έχουν σημαδέψει, για τους συγγραφείς και τους ποιητές της εποχής του, για τους αναγνώστες του. Διατρέχοντας τις σκέψεις του, τις σελίδες του, συναντώ παντού εκφράσεις που φανερώνουν πόσο αγαπά τη δουλειά του, τη συγγραφή: «Ορισμένοι άνθρωποι έχουν γράψει ότι η δική τους γραφή τους βοήθησε να συνεχίσουν. Έχει βοηθήσει και εμένα τον ίδιο.»,
«Και κάθε φορά που καταφέρνω να γράψω ένα καλό ποίημα, αυτό είναι ένα άλλο στήριγμα που με βοηθά να συνεχίσω.».
Η συγγραφή είναι η αγαπημένη του ασχολία όλα τα άλλα βοηθητικά για να του βγουν οι λέξεις ευκολότερα: «Γίνεσαι συγγραφέας κάνοντας αυτό που λέει το ένστικτό σου το οποίο συντηρεί εσένα και τις λέξεις, που σε προφυλάσσει από το θάνατο μέσα στη ζωή. Αυτό είναι διαφορετικό στον καθένα. Και μπορεί στον καθένα να αλλάξει. Για εμένα αυτό κάποτε σήμαινε να πίνω ασταμάτητα, να πίνω σε βαθμό που να τρελαίνομαι. Αυτό ακόνισε τις λέξεις μου, τις φανέρωσε. Και χρειαζόμουν τον κίνδυνο. Χρειαζόταν να βάζω τον εαυτό μου σε επικίνδυνες καταστάσεις. Με άντρες. Με γυναίκες. Με αυτοκίνητα. Με τζόγο. Με πείνα. Με τα πάντα. Συντηρούσα τη γραφή.».
Και κλείνω κάπου εδώ γιατί θα χρειαστεί να επαναλάβω όλο το βιβλίο αν θέλω να αναφέρω τα σημεία που απόλαυσα περισσότερο.
Ένα βιβλίο ακόμη για τη συγγραφή, που το περιεχόμενό του το μαρτυρούν μόνο οι σελίδες του.

Μαζί με το βιβλίο τοποθετούνται στο ράφι και οι αναμνήσεις, οι κουβέντες που έγιναν με αφορμή αυτές τις σελίδες.


Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Οι βιβλιοκατάλογοι ως βιβλία

Ακολουθεί μια ακόμα ανάρτηση χωρίς εικονογράφηση. Και αυτό όχι γιατί δεν υπάρχει σχετική αλλά γιατί δεν είναι δυνατόν να επιλέξω κάτι, γιατί το αντιπροσωπευτικό έχει διάφορες εκδοχές, ποικιλία ατελείωτη. Επιπλέον η προηγούμενη ανάρτηση έχει χορταστικές φωτογραφίες που ελπίζω να καλύψουν και τούτη.
Εδώ και καιρό περιμένοντας να ξυπνήσει η ετοιμότητα του θέματος που κουλουριάζεται στο μυαλό μου, έχω σωριάσει καταλόγους, κοντεύει η στοίβα να φτάσει το ύψος του γραφείου. Παλαιότερα είχα και συλλογή που αφού σταμάτησα, διέλυσα. Τέλος πάντων, ήρθε καιρός! Τους απλώνω, τους φυλλομετρώ, συγκεντρώνω τις σκόρπιες εντυπώσεις, να τις κάνω σκέψεις, να της βάλω σε προτάσεις.
Οι κατάλογοι βιβλίων είναι ιστορία που αφορά την προβολή και διακίνηση των βιβλίων. Έχει μακρύ και ενδιαφέρον παρελθόν. Ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα, κατάλογοι των βιβλίων που κυκλοφορούσαν βρίσκονταν ενσωματωμένοι στο τέλος (και μερικές φορές στην αρχή) βιβλίων. Πρακτική που εξακολουθεί να ισχύει και να λειτουργεί υπέρ της επόμενης ανάγνωσης. Ο Τύπος δημοσίευε λίστες τίτλων, παρουσιάσεις και κριτικές, συνήθως στις τελευταίες σελίδες. Πρακτική, επίσης, ζωντανή έως σήμερα, ιδιαίτερα στον κυριακάτικο Τύπο.
Οι εκδοτικοί οίκοι κυκλοφόρησαν νωρίς συνολικές καταστάσεις με τα βιβλία τους. Κοντά στον συγγραφέα και τον τίτλο, βρίσκεται η τιμή και η ένδειξη: «εξαντλημένο» και «υπό έκδοση». Ο χρόνος έκδοσης λείπει. Ένα τέχνασμα που χαρίζει στο βιβλίο αέναη επικαιρότητα, εκείνη την απροσδιοριστία που το κάνει διαθέσιμο και φρέσκο ανά πάσα στιγμή. Τα βιβλία μπορεί να παρουσιάζονται με αλφαβητικοί τάξη ανά συγγραφέα, ή να είναι δομημένα θεματικά και μέσα στο θέμα τους αλφαβητικά σύμφωνα με το όνομα των συγγραφέων.
Σήμερα οι κατάλογοι βιβλίων είναι φροντισμένοι, τυπωμένοι σε καλό χαρτί, έχουν στοιχεία πρωτοτυπίας στην παρουσίαση και είναι αναμενόμενο να περιλαμβάνουν την εικόνα, με χρώμα βέβαια, του εξωφύλλου. Ένα βιβλίο, εκτός από την εικόνα του, συνοδεύεται από το κείμενο του οπισθόφυλλου ή λόγια του συγγραφέα ή ένα θετικό σχόλιο, μια ευμενή κριτική. Μπορεί να συμπληρώνεται από μια φωτογραφία του συγγραφέα και ένα σύντομο βιογραφικό του. Είναι δυνατόν να δίνονται και άλλες πληροφορίες: το σχήμα, ο αριθμός σελίδων, ο αριθμός εκδόσεων και ανατυπώσεων, το τιράζ… Το σχήμα των καταλόγων ποικίλλει. Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι ανανεώνουν τους καταλόγους του δυο φορές τον χρόνο. Επιπλέον, δεν τους αρκεί ένας, ξεχωρίζουν και φτιάχνουν έναν ιδιαίτερο για παιδιά και εφήβους.
Στις εκθέσεις βιβλίων, τα πρώτα χρόνια, οι κατάλογοι μοιράζονταν αφειδώς. Βέβαια, ήταν πολύ πιο απλοί. Μπορούσε να είναι και ένα δακτυλόγραφημένο χαρτί ή και περισσότερα συρραμμένα. Όσο πιο περιποιημένοι είναι οι κατάλογοι βιβλίων τόσο πιο δύσκολα δίνονται. Πρέπει να τους ζητήσει κανείς και σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι θα του δοθούν. Είναι αληθινά βιβλία με τα όλα τα σωστά συστατικά, ορισμένοι εντελώς και άλλοι ίσως λιγότερο, το μεράκι των εκδοτών αντανακλάται, η τυποποίηση και αυτή παρούσα.
Οι κατάλογοι βιβλίων αν και συχνά ξεπερνούν τις 100 αριθμημένες σελίδες, έχουν με άλλα λόγια όγκο, είναι «στημένοι» σαν βιβλία κατά κεφάλαια και με περιεχόμενα, και αν και αποκλειστικό τους αντικείμενο είναι τα βιβλία και περιέχουν τόσες πληροφορίες γύρω από εκδόσεις, συγγραφείς, εκδότες και εκδοτικές επιχειρήσεις, την φιλοσοφία τους και τα τυπογραφικά τους πρότυπα, δεν λογίζονται για κανονικά βιβλία (σχήμα οξύμωρο). Βρίσκονται σε ένα σκιερό εκδοτικό περιθώριο. Δεν έχουν ISBN ή κάποιον άλλο διεθνή μοναδικό αριθμό που να τους αποτυπώνει και να τους καταγράφει με ακρίβεια. Σε περίπτωση που δεν είναι αριθμημένοι είναι δυσχερές να αποκατασταθεί η σειρά τους. Μια απώλεια.
Μια σύντομη αναφορά στους ηλεκτρονικούς καταλόγους εκδόσεων. Εκδοτικοί οίκοι και βιβλιοπωλεία είναι προσβάσιμα από το διαδίκτυο, δέχονται παραγγελίες και πωλούν βιβλία μα και άλλα είδη που διηγούνται ιστορίες μέσα από αυτό. Οι ηλεκτρονικοί κατάλογοι χαρακτηρίζονται από κινητικότητα. Ποτέ δεν οριστικοποιούνται, έχουν χώρο απύθμενο, πρακτικά υπερέχουν, η εικονική αισθητική τους που αφήνει απέξω την αφή και την όσφρηση μειονεκτεί.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι λυπάμαι για την συλλογή καταλόγων που δεν υφίσταται πια και δεν βρίσκω νόημα να ξαναπιάσω από την αρχή. Εμένα τι με έπιασε τότε;

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Selexyz Dominicanen, Maastricht

Διαβάζοντας το περιοδικό 2board του αεροδρομίου συνάντησα ένα αφιέρωμα για το ομορφότερο βιβλιοπωλείο στον κόσμο. Είναι από εκείνες τις αναγνώσεις που σε κάνουν να σκέφτεσαι την εκδοχή να αλλάξεις τελευταία στιγμή προορισμό. Τα περιοδικά των αεροδρομίων και των αεροπλάνων είναι πάντα δέλεαρ, γεμάτα εικόνες από νέα μέρη που μπαίνουν στη λίστα με εκείνα που θα ήθελα να επισκεφτώ.

Αναζητώντας πληροφορίες για το βιβλιοπωλείο αυτό, συνάντησα έκπληκτή πολλές αναφορές από αναγνώστες που επισκέφτηκαν ή θα ήθελαν να επισκεφτούν το Μάαστριχτ της Ολλανδίας για να δουν από κοντά το ξεχωριστό αυτό βιβλιοπωλείο, από όλα τα μήκη και πλάτης της γης. Αναφορές βρήκα ακόμη και σε ελληνικά blogs.

Πρόκειται για ένα από τα πολλά βιβλιοπωλεία της ολλανδικής αλυσίδας Selexyz, με τη μόνη διαφορά ότι είναι μάλλον το πρώτο βιβλιοπωλείο στον κόσμο το οποίο στεγάζεται μέσα σε μια παλιά εκκλησία. Οι Ολλανδοί αρχιτέκτονες Merkx και Gigord μετέτρεψαν το πολύπαθο κτίριο μιας δομινικανής εκκλησίας του 13ου αιώνα σε έναν ναό της γνώσης. Η ανακαίνιση διήρκεσε αρκετούς μήνες και το Νοέμβριο του 2007 άνοιξε τις πόρτες του στο αναγνωστικό κοινό προσφέροντας ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Δικαίως οι αρχιτέκτονες κατάφεραν να αποσπάσουν το βραβείο Lensvelt de Architect Interior Prize για την επέμβασή τους στον ναό.

Στο κτίριο, χωρίς να έχει χαθεί τίποτα από την προηγούμενη αισθητική του, προστέθηκαν μαύρα ατσάλινα ράφια με βιβλία, που εκτείνονται σε τρεις ορόφους μέχρι τους πέτρινους θόλους. Τα ευπώλητα βιβλία βρίσκονται στα κάτω ράφια, ενώ τα ακαδημαϊκά, φιλοσοφικά και θεολογικά είναι τοποθετημένα στον τελευταίο όροφο του βιβλιοπωλείου, όπου οι επισκέπτες μπορούν να απολαύσουν μια εξαιρετική πανοραμική θέα όλου του κτιρίου.

Μέσα στο βιβλιοπωλείο λειτουργεί ένα μοντέρνο καφέ, στη μέση του οποίου υπάρχει ένα τραπέζι σε σχήμα σταυρού, όπου μπορείς να καθίσεις και να απολαύσεις ένα ζεστό τσάι ή ένα βιβλίο σε ένα χώρο εναρμονισμένο με την αρχική χρήση του κτιρίου.

Κι επειδή είμαστε στην  Ολλανδία, στο κτίριο βεβαίως έχει προβλεφθεί ειδικός χώρος για να παρκάρεις το ποδήλατό σου.


Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε ποτέ στη χώρα μας να μετατραπεί μια παλιά εκκλησία σε έναν τέτοιο χώρο…

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Αποκόμματα


Πίσω πάλι σε ένα θέμα που έχει να κάνει με τους τρόπους ανάγνωσης, θέμα πολύ κοντινό κατά κάποιο τρόπο με τις υπογραμμίσεις μας . Μόνο που τα αποκόμματα είναι οι δημοσιευμένες, δημοσιοποιημένες, ανοικτές υπογραμμίσεις άλλων.
Συμβαίνει συχνά όταν πέφτουμε πάνω σε δημοσιεύματα στον τύπο που μιλάνε για βιβλία είτε είναι απλή διαφήμιση, αναφορά, παρουσίαση, κριτική του βιβλίου είτε συνέντευξη του συγγραφέα ή του εκδότη, σχετική ή όχι, πριν ανακυκλώσουμε την εφημερίδα ή το εβδομαδιαίο έντυπο, να κόβουμε (άντε να σκίζουμε προσεχτικά), να αποκόβουμε αυτό το κομμάτι από το σώμα του εντύπου. Το αποκομμένο, το διπλώνουμε ώστε να μην περισσεύει από τις διαστάσεις του συγκεκριμένου βιβλίου και έτσι, το χώνουμε ανάμεσα στις σελίδες του. Όσο λιγότερο το διπλώνουμε τόσο το καλύτερο (το τσάκισμα φθείρει). Αν, πάλι, το απόκομμα προέρχεται από την μέση της εφημερίδας όπου δεν φαίνεται ο τίτλος της και η ημερομηνία, μπορεί να το σημειώσουμε.
Δεν το κάνουμε για ό,τι διαβάζουμε και έχουμε το αντίστοιχό του στα ράφια μας. Το κάνουμε για εκείνα τα βιβλία που μας είναι ιδιαίτερα και θέλουμε να κρατήσουμε αυτά που ένιωσαν και διατύπωσαν άλλοι για αυτό. Το κάνουμε και γιατί αυτά που είπαν και έγραψαν είναι πολύ κοντά στα δικά μας. Ή μας έδωσαν εναύσματα νέων σκέψεων, συμπλήρωσαν ή μπορεί να μας την έδωσε και να διαφωνήσαμε κάθετα. Οι ομοιότητες τραβάνε την προσοχή μας όσο και οι αντιθέσεις. Και οι δύο περιστάσεις αποθησαυρίσματος λειτουργούν δημιουργικά, από άλλο, αντιδιαμετρικό σημείο εκκίνησης η καθεμιά και με άλλο μηχανισμό.
Με τον καιρό το χαρτί κιτρινίζει (είναι γνωστή η χαμηλή ποιότητα του χαρτιού των εφημερίδων, τονίζοντας το εφήμερο της κυκλοφορίας τους), τα τσακίσματα γίνονται βαθιά και μη αναστρέψιμα. Στο σημείο εκείνο οι αράδες κρέμονται δυσανάγνωστες στις γωνίες.. Στο μεταξύ έχουμε ξεχάσει τα αποκόμματα που έχουμε βάλει. Είναι μια έκπληξη όταν τα ανασύρουμε. Τα ξανασυναντάμε όταν ξαναμπαίνουμε στο βιβλίο για διάφορους λόγους, να το ξεφυλλίσουμε, να το ξαναδιαβάσουμε, να το δείξουμε, να το χρησιμοποιήσουμε, να το δανείσουμε, κλπ., κλπ. Αν δεν ξαναπιάσουμε το βιβλίο, απομένουν ξεχασμένα. Ένα με το σώμα του αντιτύπου και συγχρόνως ξέχωρο. Τα ξανασυναντάμε όταν και αν σε μια μετακίνηση γλιστρήσουν και ξεφύγουν από τον περιορισμό τους.
Εκεί τα βρήκα και εγώ, πεσμένα στο πάτωμα στην πρόσφατη εσωτερική ανακατάταξη των ραφιών μου. Και έπρεπε να τα συνταιριάξω. Ένα παιχνίδι μνήμης, ανάμνησης και τρυφερότητας απέναντι σε περασμένα διαβάσματα. Μου πήρε χρόνο χωρίς να με νοιάξει. Δεν έχω την συνήθεια των αποκομμάτων, ένα ανακλαστικό είναι περισσότερο, γιατί δεν το κάνω συστηματικά. Αυτό μάλλον συμβαίνει γιατί δεν είμαι πιστή σε ένα φύλλο εφημερίδας. Περιφέρομαι εκτός προγράμματος. Τυχαία και περιστασιακά, ξεκούδουνα. Αποκόμματα βρίσκω και σε βιβλιοθήκες άλλων ανθρώπων, γνωστών και όχι και τόσο γνωστών. Τότε αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στο όριο της αδιακρισίας. Παραπάνω από όταν βλέπω τις υπογραμμίσεις και τα προηγούμενα περιθωριακά σχόλια του αναγνώστη. Ότι μπαίνω σε μια συνολικότερη εικόνα των πνευματικών αναζητήσεων, πιο βαθιά.
Όμως η συνήθεια των αποκομμάτων, πριν από την εποχή της φωτοτυπίας και των νέων τεχνολογιών, ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Οι άνθρωποι των γραμμάτων πριν πετάξουν την εφημερίδα, έκοβαν όλες τις ειδήσεις που τους ενδιέφεραν, από πολιτικές έως κοινωνικές. Είναι πολλά τα προσωπικά αρχεία που αποτελούνται αποκλειστικά από αποκόμματα εφημερίδων τακτοποιημένα σε φακέλους κατά θέμα. Κι αποτελεί επάγγελμα ειδικό αυτού που κατά παραγγελία εντοπίζει καθημερινά θέματα στον τύπο.
Τα αποκόμματα μεγαλώνουν τα χωράφια της ανάγνωσής, προσθέτουν φακούς πολλαπλής όρασης., συνδέουν τους κρίκους ενδιαφέροντος γύρω από μια έκδοση, εντάσσουν.
Μια ανάρτηση περιγραφική (ελπίζω όχι και κουραστική) που και πάλι υστερεί σε εικονογράφησή, θα επανορθώσω στην επόμενη, λέω γιατί πάλι εκτός προγράμματος είμαι.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Οι αφύσικες ιστορίες του Αργύρη Χιόνη

Σε μια (περαστική) κρίση εγωισμού ήθελα να κρατήσω τα όσα μου έφερε το Οριζόντιο ύψος και οι άλλες αφύσικες ιστορίες του Αργύρη Χιόνη μόνο για μένα. Να, όπως περιγράφει και εκείνος τους νησιώτες γονείς του «εσωτερικούς μετανάστες», που από το νησί τους μετανάστευσαν στα Σεπόλια, έτσι και εγώ σε μια κίνηση εσώτερης μετανάστευσης, ήθελα να φυλάξω στα ενδότερα, για να μην πω έγκατα, τα γεννήματα του βιβλίου του. Για τις σκέψεις όλα καλά, για τα αισθήματα δεν ξέρω πώς θα προκύψουν. Η αγριάδα κάπως παραμένει και απλώνεται, κερδίζει έδαφος, βλέπει μακρύτερα αλλά κάνει και το ριζωμένο χώμα να μην παίρνει συμμετρικές ανάσες.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ειπωθούν οι ιστορίες που αν τις πιστεύουμε, αν τις πιστέψουμε τις κάνουμε πραγματικότητα, βρίσκουμε μια πραγματικότητα μέσα τους που μας ανακουφίζει, απαντά σε θέματά μας. Οι ιστορίες θέλουν να μιλήσουν, να μοιραστούν. Οι μύθοι του Αισώπου, σύντομες αφηγήσεις γεμάτες αλληγορίες που προκύπτουν από τα λόγια και τις πράξεις ζώων κυρίως, καταλήγουν σε ένα επιμύθιο, ένα συμπυκνωμένο ηθικό δίδαγμα, ένα γενικό συμπέρασμα. Υπάρχουν μύθοι που περιέχουν στην διήγησή τους το αντικρουόμενο και μύθοι αντιθετικοί αναμεταξύ τους που φτάνουν σε αντίθετα μηνύματα. Μια ερμηνεία της λέξης μύθος την αντιδιαστέλλει από την πραγματικότητα. Ο Χριστός μιλούσε με παραβολές, σύντομες και αυτές αφηγήσεις με αλληγορίες και έμμεσα, υπονοούμενα μηνύματα, διδακτικού χαρακτήρα. Και σήμερα ζούνε στον πολιτισμό μας, φωλιάζουν στην κουλτούρα μας τα συμπυκνωμένα διδάγματα των μύθων και των παραβολών, ακόμα και αν δεν θυμόμαστε ακριβώς το αφήγημα ή και τον αφηγητή του. Άλλοι χρησιμοποιούν συγκεκριμένες βιωματικές αναφορές, άλλοι τα λόγια και τις εμπειρίες ‘μεγάλων’, διάσημων ανδρών και γυναικών, άλλοι ανέκδοτα, σύντομες αφηγήσεις που αναφέρονται σε πραγματικά ή φανταστικά συμβάντα με κατακλείδα ένα αστείο, ένα παράξενο ευτράπελο.
Οι αφύσικες ιστορίες συμβαδίζουν με την παράδοση της σύντομης αφήγησης, αρκετές αρχίζουν με το διαχρονικό και άρχονο παραμυθοξεκίνημα «μια φορά και έναν καιρό» και «ήταν κάποτε», άλλες μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο, δυο αντλούνται από την μυθολογία. Κλείνουν με ένα ή δύο επιμύθια που δεν στερούνται πνεύματος. Το ύφος λιτό μέσα στον ευρύχωρο χρόνο της φαντασιακής πραγματικότητας, στέρεο στον φυσικό κόσμο του ονειρικού.
Να γράφεις στα χώματα (Κάτι σαν Εισαγωγή) με γράπωσε με τα άγκιστρα της εξομολόγησης του συγγραφέα. Οι δέκα ιστορίες ήταν μοιραίο να γίνουν γλυκιά αναγνωστική βορά. Πρωταγωνιστές φυτά (το κυπαρίσσι και η αγριάδα, το μπονσάι, τα δέντρα, η παραρούνα), μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει, ένας ανδριάντας τυλιγμένος με έναν πλατύφυλλο κισσό, πρόσωπα του μύθου και μια ανατρεπτική μηχανή («Η ζωοποιός κρεατομηχανή»). Οι εικόνες ταιριαχτά κεντήματα. Να μην τελείωναν έλεγα αλλά τελείωσαν αφού με τρύπησαν με την ιδιοσυστασία τους.
Καθώς τα διάβαζα, ναι έως την τελευταία έντυπη αράδα που εμφανίζεται στο βιβλίο στα αυτιά του εξώφυλλου, το οπισθόφυλλο, τον κολοφώνα με τα γραμμάρια του χαρτιού και τις ευχαριστίες για τους ανθρώπους του, τις αφιερώσεις-προσωπικές και μυστικές οφειλές, δεν μου πέρασε από το νου ότι κάπου κάποτε έχω ξαναβρεθεί σε παρόμοιο αν και διαφορετικό τοπίο. Όχι αυτόματα ή εύκολα, χωρίς μεγάλη ετοιμότητα, χωρίς κάποιο εμφανή λόγο, έτσι, εστίασα στην λατινική γραμματεία. Οι Ρωμαίοι πιο δεμένοι με την γη, καλλιεργημένη, κατακτημένη, με πλατύ οδικό δίκτυο να μεταφέρει, έγραψαν με απλότητα και αμεσότητα, παρατηρώντας αυτήν και τους ανθρώπους της. Την ιστορία, τους μύθους, τους πολιτικούς τους λόγους, την φιλοσοφία διακρίνει η καθαρότητα, μια δικαιοσύνη. Το αισθάνθηκα αυτό εδώ. Ο λυρισμός υπάρχει και συγκινεί με την αθωότητά του, την χαμένη ίσως.

Τέλος, ένα λόγο για τις εκδόσεις Κίχλη για την παρουσία και για όσα ετοιμάζονται. Υπόσχονται πολλά και έχουν δημιουργήσει μια προσδοκία στην οποία προσβλέπουμε.

Επιμύθια πολλά για απουσίες, εμπειρίες και ευκαιρίες.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Οριζόντιο ύψος

Καμιά φορά πέφτουν στα χέρια σου βιβλία που σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος που υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν τόσο όμορφα λόγια, άλλοι που τα διαβάζουν, άλλοι που σου μιλούν γι' αυτά και άλλοι που στα δωρίζουν. Ό,τι με κάνει να νιώθω ευτυχισμένη είναι σημαντικό για εμένα, όπως αυτό το βιβλίο. Ο Αργύρης Χιόνης, ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας με αρκετούς τίτλους στο βιογραφικό του, μπήκε στη λίστα με τους αγαπημένους μου Έλληνες συγγραφείς εξαιτίας του τελευταίου του βιβλίου Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες. Ένα βιβλίο που πρωτοείδα στη Ξάνθη και σε πολλές αθηναϊκές βιτρίνες βιβλιοπωλείων αλλά κατέληξε να φτάσει στα χέρια μου μέσω ταχυδρομείου στην Κέρκυρα.
Το πρώτο χαρακτηριστικό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν τα σχέδια της Εύης Τσακνιά στο εξώφυλλο του βιβλίου, συνηθίζω να αγοράζω βιβλία ανεξαρτήτως περιεχομένου μόνο και μόνο γιατί μου αρέσουν αισθητικά. Σχεδόν σπάνια όμως το περιεχόμενο με απογοητεύει. Οι νεοσύστατες εκδόσεις Κίχλη ξεκίνησαν την εκδοτική τους δραστηριότητα μέσα στο 2008 και αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο που εξέδωσαν. Και τα υπόλοιπα βιβλία τους φαίνονται αισθητικά άρτια αλλά και προσεγμένες εκδόσεις. Ελπίζω αυτή η εκδοτική δραστηριότητα να συνεχιστεί για να μας χαρίσουν και άλλα τέτοια βιβλία.
Το βιβλίο περιέχει δέκα ιστορίες δεξιοτεχνικά δοσμένες, τόσο απλές όμως που θα μπορούσαν να διαβαστούν και από μικρότερες ηλικίες και όλες αφήνουν μια γλυκιά γεύση, ταξιδεύοντας τη φαντασία μεταξύ παραμυθιού και πραγματικότητας, και δίνουν ένα πλατύ χαμόγελο ευτυχίας. Τι πιο όμορφο, τι πιο δυνατό από τις απλές λέξεις που φτιάχνουν μια σοφή ιστορία.
Ο συγγραφέας από τις πρώτες σελίδες του σε οδηγεί στο μαγικό κόσμο της γραφής του χωρίς να σου δώσει καμία δυνατότητα επιλογής. Κάτι σαν εισαγωγή, κάτι σαν εξομολόγηση το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο "Να γράφεις στα χώματα" έχει δύο ιστορίες να μας πει΄η πρώτη για τη γιαγιά παραμυθού, κατάληξη της οποίας είναι οι λέξεις: "Αν έχω κάποιο χάρισμα να χτίζω, με εντελώς παράταιρα υλικά, απίστευτες ιστορίες και να τις αφηγούμαι με πειστικό τρόπο, αυτό το οφείλω στη γιαγιά Ειρήνη". Αν πράγματι υπήρξε η γιαγιά Ειρήνη, της οφείλουμε και εμείς. Η δεύτερη είναι ένας διάλογος μεταξύ του συγγραφέα και της "χοϊκής, εξέχουσας κυρίας της πεζογραφίας μας" Ζυράννας Ζατέλη. Με τους χαρακτηρισμούς του Α. Χιόνη θα συμφωνήσω απόλυτα. Ένας διάλογος, που επειδή μου δώθηκε η ευκαιρία να υπάρξω μέρος του (ως αναγνώστρια), τον απόλαυσα ειλικρινά.
Έγραψε λοιπόν η εξέχουσα κυρία της πεζογραφίας μας στο συγγραφέα του βιβλίο μια ευχή, μια ευχή μάλλον πετυχημένη και ζηλευτή γιατί οδήγησε σε νέα μονοπάτια τον Α. Χιόνη, μια ευχή που έλεγε "Να είσαι πάντα καλά και να γράφεις στα χώματα" και σε υποσημείωση ζητούσε να μην παρερμηνευτεί.
Βρήκε λοιπόν τον τρόπο να απαντήσει και να μας χαρίσει τις όμορφες του λέξεις για μία αρχή, για κάτι σαν εισαγωγή στις επόμενες σελίδες του:

"Πώς φαντάστηκε, αλήθεια, ότι θα μπορούσα να την παρερμηνεύσω, αφού πάντα έγραφα, γράφω και θα γράφω παραμυθίες στα χώματα γι' αυτούς που είναι πλέον κάτω από αυτά και για όσους βαδίζουν ακόμη, πάνω τους, ενώνοντας έτσι το θάνατο με τη ζωή, το υποθετικό τέλος με την υποθετική διάρκεια, αυτά τα φαινομενικά, δύο άκρα αντίθετα που είναι, στην ουσία, το ίδιο ακριβώς πράγμα, δηλαδή ένα όνειρο."

Ζηλευτή πράγματη ευχή, που αν και θα ήθελα να δώσω κι εγώ μια ευχή στο συγγραφέα ούτε καν το επιδιώκω. Μόνο θα απαντήσω στις τελευταίες λέξεις του, που με αρκετή δόση χιούμορ ευχαριστεί εμάς, τους αναγνώστες, και κυρίως αυτούς που το διάβασαν έως το τέλος.
Ναι δυστυχώς το διάβασα ολόκληρο και δυστυχώς έφτασα στην τελευταία σελίδα που όσο και αν έψαξα δε βρήκα άλλη, ήταν όντως η τελευταία.
Θα μένω όμως για να περιμένω τις επόμενες.

Αφήνω τις ιστορίες του όλες για την Elli, να γράψει για αυτές, αν το επιθυμεί, αφού εξάλλου της τις χρωστάω.