Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Μαύρη φιλολογία


Αναρωτιέμαι καμιά φορά για ποιο λόγο κάποια βιβλία καταδικάζονται να χαθούν από τα βλέμματα των ανθρώπων. Για ποιο λόγο μπαίνουν στα χαμηλά ράφια, στο καλάθι των προσφορών, στοιβάζονται στις αποθήκες των βιβλιοπωλείων και των εκδοτικών οίκων με αποτέλεσμα να χαθούν εντελώς με τη συνηθισμένη διαδικασία της πολτοποίησης. Επίσης πάντα μου δημιουργείται η απορία ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες, τα free press, τα περιοδικά για το βιβλίο, τις ιστοσελίδες για ποιο λόγο συναντώ πάντα τους ίδιους και τους ίδιους τίτλους ενώ ξέρω πολύ καλά ότι τα βιβλία τα οποία εκδίδονται είναι περισσότερα. Ποια είναι τα κριτήρια που ένας εκδοτικός οίκος επιλέγει ορισμένους του τίτλους για να διαφημίσει και να προωθήσει; Και φυσικά πάντα οι νέες εκδόσεις, τις παλιότερες ίσως να τις εντοπίσει το βλέμμα καποιου παρατηρητικού αναγνώστη στις διάφορες ξεχασμένες γωνιές των βιβλιοπωλείων.
Άραγε αυτό το κενό να μπορούν τα ιστολόγια να το καλύψουν;

Τη Μαύρη φιλολογία του Πάμπλο Δε Σάντις την ανακάλυψα στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Opera στο σημείο με τα φθηνά "ταλαιπωρημένα" αντίτυπα. Επειδή όμως το αντίτυπό μου ούτε ταλαιπωρημένο ούτε μεταχειρισμένο είναι και επειδή μαζί με αυτό υπήρχαν άλλα είκοσι στην ίδια κατάσταση αντίτυπα, το κατατάσσω στην κατηγορία των βιβλίων που δεν πουλήθηκαν. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, έχοντας πραγματικά ρουφήξει όλες τις προηγούμενες, ούτε διακοπη για υπογράμμιση, κρέμεται από πάνω μου ένα τεράστιο γιατί.
Όπως σε όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα, έτσι και σε αυτό, ο συγγραφέας, συμπατριώτης και θαυμαστής του Μπόρχες, έχει την ικανότητα να σε κρατά σε αγωνία με αποτέλεσμα να σε ικανοποιεί μόνο όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα που όλο το μυστήριο έχει πια αποκαλυφθεί, σαν κουβάρι που ξετυλίγεται. Όλο το μυστήριο βρίσκεται γύρω από τα εξαφανισμένα βιβλία του συγγραφέα Ομήρου Μπρόκα. Ο ήρωας και αφηγητής Εστέμπαν Μιρό πιάνει δουλειά στο Ινστιτούτο Εθνικής Λογοτεχνίας, σε ένα κτίριο που μοιάζει συνεχώς να καταρρέει. Εκεί γνωρίζει τους τρεις κριτικούς λογοτεχνίας που δουλεύουν πυρετωδώς για να λύσουν το μυστήριο των εξαφανισμένων βιβλίων και του συγγραφέα φάντασμα. Ο καθένας με τον τρόπο του προσπαθεί να πάρει με τον μέρος του τον ήρωά μας ώστε να τους βοηθήσει στις έρευνές τους. Ο Εστέμπαν Μιρό θα φτάσει μόνος του στη λύση του μυστήριου αφήνοντας τους άλλους σιγά σιγά να πεθαίνουν.
Το κεφάλαιο που μου έκανε περισσότερη εντύπωση αναφέρεται σε μια επίσκεψη σε ένα ψυχιατρείο, όπου οι ασθενείς πάσχουν από ασθένειες που σχετίζονται με τα βιβλία και τη γραφή. Γράφουν ή μάλλον καταγράφουν μανιωδώς ό,τι βλέπουν και ό,τι ακούν γύρω τους. Καταγράφουν όλες τις λέξεις για να μη χαθούν:
"Τα χαρτιά σκέπαζαν εντελώς έναν άντρα που ήταν πεσμένος στο πάτωμα και συνέχιζε να γράφει. Το φως που έμπαινε από το καγελόφρακτο παράθυρο έδινε στο δωμάτιο μια απόκοσμη λευκότητα. Οι τοίχοι ήταν γραμμένοι, οι πόρτες και το πουκάμισο του άντρα ήταν γραμμένα. Οι λέξεις δεν είχαν τη δική τους ύπαρξη΄ αποτελούσαν μόνο μια παροδική διακοπή του λευκού."

Προσθέτω έναν ακόμη τίτλο στον μακρύ κατάλογο Βιβλία για Βιβλία που μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Γιάννης Ρίτσος

Ανταποκρίνομαι κι εγώ με τη σειρά μου στην ιδέα της Αγγελικής Κώττη για να γεμίσει η μπλογκόσφαιρα την εβδομάδα αυτή με λέξεις του Γ. Ρίτσου, με αφορμή των 1οο χρόνων από τη γέννηση του. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αρνηθώ σε μια πρόταση που μυρίζει βιβλίο.
Στο άκουσμα του ονόματός του το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ένα απόσπασμα από Τη Σονάτα του Σεληνόφωτος:

Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.

Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’ ανοίξεις.

Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μη πέσεις. Δεν αντέχω.


Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του,

δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να ζει απ’ τους νεκρούς του

να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του

και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του

σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.


Το ποίημα αυτό είναι νομίζω ό,τι πιο δυνατό έχει γράψει, είναι μια κραυγή γεμάτη λέξεις, ένα δάκρυ ζωγραφισμένο στο χαρτί. Εκπλήσσομαι γιατί το θυμάμαι ακόμη σχεδόν όλο απ' έξω, έγινε μία δική μου κραυγή που μένει να μου θυμίζει εκείνη την περίοδο των πανελληνίων εξετάσεων και όλων των συναισθημάτων που εκείνες φέρνουν.
Επιλέγω όμως εδώ να αναδημοσιεύσω μερικές λέξεις που ζωγράφισε ο ίδιος και τους έδωσε τον τίτλο "Επιλογικό". Αξίζει λοιπόν να τον θυμόμαστε όχι μόνο γιατί χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησε αλλά και γιατί κατάφερε να ζωγραφίσει έτσι όμορφα τις λέξεις του, να τον θυμόμαστε όχι κάθε εκατό χρόνια από τη γέννησή του αλλά κάθε που τούτο το σπίτι, τούτος ο τόπος δε μας σηκώνει πια, δηλαδή κάθε μέρα, όπως όλους τους ποιητές, όπως όλες τις λέξεις των συγγραφέων που κάποτε διαβάσαμε.
Ας είναι λοιπόν η μπλογκόσφαιρα να γεμίσει Ρίτσο αυτήν την εβδομάδα, ας είναι η ζωή μας να γεμίζει πολιτισμό κάθε εβδομάδα.
Ας είναι κάθε χρόνος να είναι αφιερωμένος σε κάποιον Έλληνα συγγραφέα, μια πρωτοβουλία του ΕΚΕΒΙ, και οι λέξεις τους να ταξιδεύουν κάθε χρόνο στον καθένα μας μέσω διαφόρων εκδηλώσεων.
Εξάλλου ποτέ τίποτα δε θα είναι αρκετό για τον πολιτισμό αν όλοι εμείς δεν ενδιαφερθούμε γι' αυτόν.
Εκδηλώσεις για το "Έτος Ρίτσου" από το ΕΚΕΒΙ εδώ.
Αποσπάσματα από το έργο του εδώ και εδώ και εδώ αλλά και εδώ

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Βιβλίου αξία...

Ακούω συχνά να λένε ότι οι τιμές στα βιβλία είναι πολύ υψηλές.
Δεν έχω λόγο να διαφωνήσω γιατί πάντα όταν κοιτώ στους πάγκους των βιβλιοπωλείων και, ανάμεσα στις νέες εκδόσεις, βρίσκω κάτι που να με τραβά, γυρνώντας να δω την τιμή σχεδόν απογοητεύομαι. Είναι όντως ακριβά ειδικά κάποιες εκδόσεις ή σε εκείνα τα βιβλιοπωλεία που δεν έχουν έκπτωση και κυρίως στην επαρχία. Στην επαρχία που δεν υπάρχει ανταγωνισμός και τα βιβλιοπωλεία είναι δύο, τρία βρίσκω τις τιμές πολύ διαφορετικές από ό,τι στα βιβλιοπωλεία της Αθήνας.
Πάντα αναρωτιέμαι τι συμβαίνει με την ενιαία τιμή και ποιος αυτήν την τιμή ελέγχει. Και γιατί άραγε τα βιβλία στο εξωτερικό να έχουν τόσο χαμηλές τιμές;
Γυρνώντας όμως από βιβλιοπωλείο σε βιβλιοπωλείο στο μεγάλο μας χωριό πάντα ανακαλύπτω κάποιους μαγικούς χώρους που πουλάν βιβλία σχεδόν χαρίζοντας. Δε θα μιλήσω για τα παλαιοβιβλιοπωλεία, αν και μου αρέσει να τα αναφέρω γιατί εκεί έμαθα να αγαπώ τα βιβλία και να τα αγοράζω είτε με τα χρήματα από το χαρτζιλίκι μου είτε ανταλλάσσοντας με τα παλιότερά μου.
Θα πάρω μαζί μου μια μικρή βόλτα όσους από εσάς θεωρούν τα βιβλία ακριβά και γι' αυτό το λόγο αποφεύγουν να τα αγοράσουν.Πρώτη στάση ο πολυχώρος του Μεταιχμίου στην Ιπποκράτους, πιο μακριά από τους υπόλοιπους εκδοτικούς οίκους αλλά πιο κοντά σε εμένα, ένας ήσυχος χώρος που πάντα με περιμένει ζεστός καφές στο μεγάλο τραπέζι που συχνά συναντώ ανθρώπους να συζητούν χαμηλόφωνα, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία παλαιότερων βιβλίων των εκδόσεων με έκπτωση 60%.
Κατηφορίζοντας την πλατεία Εξαρχείων στη Θεμιστοκλέους υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο, το όνομά του δεν το συγκράτησα, φιλοξενεί νέες εκδόσεις αλλά και βιβλία από δεύτερο χέρι. Βρήκα αρκετά βιβλία απο ένα έως τέσσερα ευρώ. Θαρρώ ότι τα βιβλία βρίσκονται σε τόσο χαμηλή τιμή γιατί ο βιβλιοπώλης δε συμφωνεί και τόσο με το περιεχόμενό τους.
Στην οδό Κωλέττη βρίσκονται οι εκδόσεις Opera. Στη βιτρίνα βρίσκεται ένα μεγάλο χαρτί που αναφέρει ότι μέσα βρίσκονται βιβλία των εκδόσεων ελαφρώς ταλαιπωρημένα με έκπτωση έως και 60%. Εκεί βρήκα μισοτιμής, σε άριστη κατάσταση, το βιβλίο για το οποίο ήθελα να γράψω αλλά το αφήνω για άλλη ανάρτηση.
Στο βιβλιοπωλείο της Εστίας υπήρχαν πάντα θυμάμαι στο υπόγειο βιβλία σε καλές τιμές.
Το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο στη Χ. Τρικούπη, ο Ναυτίλος, που πάντα θαυμάζω την καλοεπιλεγμένη του βιτρίνα, έχει πάντα στο πεζοδρόμιο απ' έξω ξύλινα ράφια με φθηνά βιβλία, όποτε περνάω από εκεί έχοντας χρόνο να σκαλίσω τα ράφια σίγουρα θα βρω κάτι να πάρω.
Στον Ελευθερουδάκη στην Πανεπιστημίου στο ισόγειο υπάρχει μια βιβλιοθήκη, η οποία έχει κάτι από εμένα, με προσφορές, βιβλία ταλαιπωρημένα, βιβλία που δεν κινήθηκαν. Και ο κάθε όροφος σχεδόν έχει ένα σημείο με προσφορές.
Στον Ιανό στη Σταδίου σε ένα πάγκο στο βάθος έχει πάντα βιβλία σε προσφορά, κάθε φορά βλέπω κι άλλα.
Στην Πολιτεία στην Ασκληπιού, αν και εκεί οι τιμές είναι ούτως ή άλλως καλές, υπάρχουν αρκετοί πάγκοι με βιβλία σε προσφορά.
Στο βιβλιοπωλείο του ΜΙΕΤ έμαθα φέτος ότι κάθε χρόνο το Φεβρουάριου βγάζουν παλιότερες εκδόσεις σε 50%, αλλά μόνο γι' αυτόν το μήνα.
Και όσο σκέφτομαι τόσο θυμάμαι και χώρους που το βιβλίο αποκτά άλλη τιμή, πιο προσιτή. Συνήθιζα παλιά να πηγαίνω στο βιβλιοπωλείο που ονομάζεται Βιβλία για όλους, στον πρώτο όροφο σε μια πολυκατοικία, Αιόλου 104, εκεί πάντα τα βιβλία είχαν άλλες τιμές.
Ναι, τα βιβλία είναι ακριβά, ειδικά οι νέες εκδόσεις, αλλά δεν υπάρχουν μόνο οι νέες εκδόσεις εκείνες που συναντώ σε εφημερίδες, περιοδικά, βιτρίνες, πάγκους αλλά και οι παλιότερες (αν οι εκδόσεις του 2006 μπορεί να θεωρηθούν παλαιότερες) που καταχωνιάζονται σε χαμηλά ράφια και ως δια μαγείας η τιμή τους πέφτει όχι όμως και η αξία τους.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Το φως βγαίνει…

Το φως έχει μια κυριολεκτική πηγή, τον ήλιο. Φως κατασκευάζει ο άνθρωπος τεχνητά, από τις φωτιές, τα κεριά, τα γκάζια, τις μπαταρίες, τις γεννήτριες έως τον ηλεκτρισμό και παραπέρα. Το φως φωτίζει και συμβολικά, άνθρωποι λαμπεροί, τα λόγια τους φωτισμένα να δείχνουν πού πατάμε, πού να πατήσουμε στο επόμενο βήμα. Τα βιβλία με τις τυπωμένες λέξεις τους φωτίζουν τον κόσμο μέσα μας που στροβιλίζεται και όλο κάπου κουτουλάει. Φωτίζουν τις ξενιτιές του έξω κόσμου που είμαστε φυτεμένοι.
Το 2007 κυκλοφόρησαν στα ελληνικά οι Επικίνδυνες οι γυναίκες που διαβάζουν: γυναίκες αναγνώστριες στη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Πιασμένο το ίδιο το βιβλίο στις αραχνιές των λέξεων τακτοποιούσε σε κεφάλαια την ιστορία της γυναικείας ανάγνωσης, χρονολογικά. Το τέλος του 19ου αιώνα βρίσκει τις γυναίκες να είναι παθιασμένες, απορροφημένες βαθιά αναγνώστριες. Να αναζητούν τον εαυτό τους μέσα από κείμενα, να πλάθουν την προσωπικότητά τους αντλώντας γνωρίσματα από πρωταγωνίστριες, να επιλέγουν και να απορρίπτουν στοιχεία αταίριαχτά τους. Ο πίνακας του Γάλλου ζωγράφου Auguste Renoir (1841-1919) «Η αναγνώστρια» του 1874 δεν περιλαμβάνεται σε αυτό το βιβλίο λεύκωμα. Ο μαιτρ του ιμπρεσιονισμού που αγαπούσε να εικονίζει την ανθρώπινη φιγούρα και τις χαρές της καθημερινής ζωής, την αισθησιακή του ματιά επικέντρωνε σε γυναικείες μορφές και γυμνά. Στον αντίποδα του Munch, παρασάγγας αντιδιαμετρικός φύσει και θέσει. Ακόμα και αν σήμερα ορισμένοι θεωρούν τον Renoir κάπως ανάλαφρο και ασόβαρο, ο πίνακας είναι από εκείνους που ανήκουν στην συλλογή των καρτ ποστάλ, τακτοποιημένη στην ζελατίνα της, στο ντοσιέ. Κοιταγμένη από κοντά ξανά και ξανά. Ως καρτ ποστάλ κυκλοφόρησε το 1990, το γράφει πίσω, μαζί με άλλες πληροφορίες: το όνομα του ζωγράφου, τον τίτλο του έργου στα γαλλικά και μεταφρασμένο στα αγγλικά, γερμανικά και ιταλικά, την περιγραφή του πίνακα (λάδι σε καμβά, 46,5Χ38,5 εκ., μικρού μεγέθους) το μουσείο στο οποίο βρίσκεται, βρισκόταν τουλάχιστον τότε (Musee d’ Orsay) και τις εκδόσεις που τύπωσαν την κάρτα.

Όπως δηλώνει σαφώς ο τίτλος του έργου, μια νέα γυναίκα διαβάζει. Κυριαρχεί στον χώρο του πίνακα, περίγυρος δεν υπάρχει άλλος, ο τοίχος σκοτεινός. Σκούρα το σακάκι της και το εξώφυλλο του βιβλίου την ορίζουν. Έως εκεί, όλα τα υπόλοιπα φέγγουν. Η λειτουργία του σκοτεινού και φωτεινού αντιπαραθετική. Η αναγνώστρια είναι σαν αιχμαλωτισμένη από την αόρατη δύναμη σαν λάμψη που εκπέμπει το μεσιασμένο βιβλίο. Έχει μπει στο πετσί της ιστορίας, την τραβά η αγωνία της πλοκής και της κατάληξης του τέλους. Θα το διαβάσει μονορούφι μέχρι να τελειώσει. Δεν μπορεί να είναι μοντέλο που ποζάρει. Διαβάζει και δεν την νοιάζει που την ζωγραφίζουν, που κάποιος έχει μπει σε προσωπικό χώρο.
Πίσω στην πλάτη της, φως βγαίνει από το παράθυρο, είναι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που της επιτρέπει να διαβάσει άκοπα. Φωτίζεται από πίσω και από μπροστά. Το ανοικτό βιβλίο στα χέρια της αναδύει δέσμες φωτός που αντανακλούν στο πρόσωπό της. Σαν μια ανεξάρτητη πηγή φωτός, ένα κερί για παράδειγμα, που υπερτονίζει την ξανθάδα της. Περικυκλωμένη, πολιορκημένη από φως. Η εικόνα της σχεδόν να ξεθωριάζει. Τα χαρακτηριστικά της χάνονται, αναλύονται μόνο τα βασικά δυο μαύρες γραμμές για τα χαμηλωμένα προσηλωμένα μάτια, δυο πιο αχνές για τα φρύδια, η μύτη αιωρείται, τα ζυγωματικά αχνοροδίζουν, το στόμα κοκκινίζει, το πηγούνι χάνεται στο πουκάμισο. Το χρώμα σχεδόν καταργεί τα περιγράμματα και τα σχήματα. Εισχωρεί το ένα στο άλλο, δημιουργώντας ρευστά όρια. Φωτεινό και άπιαστο, ευχάριστο βυθισμένο χάσιμο με την πρώτη ματιά, όμως, υπάρχουν περισσότερα. Το χρώμα του φωτός άυλο και υπαρκτό διαπερνά σαν εντύπωση. Δίνει την αίσθηση της κίνησης στην συγκεντρωμένη ακινησία της αναγνώστριας. Την βάζει σε μια τροχιά εσωτερικής ενέργειας. Η διάθεση του ζωγράφου θετική απέναντι στην νέα, το βιβλίο (μυθιστόρημα σίγουρα), την αναγνωστική δραστηριότητα.

Ενδεικτικά για το φως που φέρνουν τα βιβλία στην ζωή μας, για τα ερωτήματα, τις αποκρίσεις, τον χρόνο που ανταλλάσσουμε μαζί τους.

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Βροντερές σιωπές, άφωνες κραυγές

Μέσα σε όλα δεν έχουμε μιλήσει για τις συλλογές που συγκεντρώνει ο καθένας μας, εκείνα τα αγαπημένα αντικείμενα που για εμάς έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν έχω πει για την συλλογή καρτ ποστάλ που απεικονίζουν έργα τέχνης –αγιογραφίες, σχέδια, λάδια, φωτογραφίες- που περιέχουν βιβλία και χαρτιά σε οποιαδήποτε στάση και γωνιά. Την συγκεντρώνω πολλά χρόνια τώρα. Πηγή κυρίως τα μουσεία. Θα επανέλθω στην συλλογή αυτή συνολικότερα, μα τώρα την χρησιμοποιώ εισαγωγικά για να κάνω αναφορά στους πίνακες του Νορβηγού συμβολιστή ζωγράφου και χαράκτη Edvard Munch (12 Δεκεμβρίου 1863-23 Ιανουαρίου 1944). Ο Munch είναι γνωστός για την «Κραυγή» του, τον πιο αναγνωρίσιμο πίνακά του που ζωγράφισε το 1893. Το αποστεωμένο πρόσωπο με τα γουρλωμένα μάτια, το στόμα που ελευθερώνει την απόγνωση του σύγχρονου ανθρώπου για τα πανάρχαια άλυτα ζητήματα της ύπαρξης.
Στήνω μπροστά μου τρεις πίνακες που έχουν τυπωθεί σε καρτ ποστάλ, επιστολικά δελτάρια στην ελληνική απόδοση που δεν έχει επικρατήσει και μάλλον δικαιολογημένα, και τους κοιτάω. Όλοι εσωτερικά, οικιακά τοπία. Κοινός τους παρονομαστής ότι σε όλους βρίσκονται βιβλία, για αυτό ανήκουν στην συλλογή. Το βλέμμα μου τρυπώνει ξανά και ξανά αδιάκριτο, ψαχουλεύει να αποκωδικοποιήσει την εικόνα, τα χρώματα, τις γραμμές, τα αισθήματα που κατοικούν στα πρόσωπα, αυτά που είναι και αυτά που δεν είναι εκεί, το πώς είναι. Ο Munch είχε γράψει άλλωστε ότι στους πίνακες θα πρέπει να υπάρχουν «… ζωντανοί άνθρωποι, που αναπνέουν και αισθάνονται, υποφέρουν και αγαπούν.» Τους πιάνω χρονολογικά, με την σειρά που τους ζωγράφισε.
Κοντινός χρονικά στην «Κραυγή», ο «Θάνατος στο δωμάτιο της αρρώστιας» (εντελώς ελεύθερη μετάφραση του «Death in the Sickroom»). Πίνακα που ζωγράφισε σε πολλές παραλλαγές και αφορά τον θάνατο της αδελφής του Σοφίας. Η φυματίωση και η τρέλα ήταν γνώριμοί του. Τα μέλη της οικογένειας στέκονται διάσπαρτα στο δωμάτιο, ασύνδετα μεταξύ τους κάτω από το βάρος της λύπης και του πόνου που δεν τους ενώνει. Δεν αναζητούν την παρηγοριά αναμεταξύ τους. Μόνοι τους τον φέρουν αν και σωματικά συνυπάρχουν. Τα πρόσωπα κενά, σκυφτά (είναι της οικογένειάς του και συνάμα όλων των οικογενειών) και μοναχά η μεγάλη αδελφή έχει χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά που δεν απέχουν και πολύ από την φιγούρα της «Κραυγής». Στο βάθος του λιτού δωματίου, στο κέντρο του πίνακα, κλειστοί τόμοι χοντρών βιβλίων. Δεν χρειάζεται να κάνω εικασίες. Το ένα είναι η Βίβλος, ταιριάζει με την εικόνα του εσταυρωμένου καρφωμένου στον πράσινο τοίχο.
Χρονολογημένο περί τα 1913 το «Μοντέλο που ξεκουράζεται». Καθισμένη πάνω σε ένα στρωμένο κρεβάτι, στα λευκά, η κοπέλα κοιτάζει απλανώς, απόμακρη, ξεκομμένη κάπου προς τα κάτω. Το στόμα, σημάδι κόκκινο κλειστό. Η κραυγή, όμως, ηχεί και εδώ. Νέα, όμορφη, υγιής, με μόρφωση και πάλι… Ο πίνακας είναι σκηνικά πιο γεμάτος, εκτός από το κρεβάτι, στο βάθος έπιπλα. Και βιβλιοθήκη, στο ράφι διακρίνονται οι ράχες των βιβλίων, τακτικά βαλμένα, αποτελούν μέρος του περιβάλλοντος χώρου. Διαβασμένα και αγαπημένα καταφύγια.
«Αυτός που τριγυρίζει τα βράδια» («The night wanderer»), 1925. Ο άντρας σαν να σκύβει προς τα εμπρός για να μπει στον πίνακα ενώ αυτός είναι το θέμα. Εξερευνά στο σκοτάδι την νύχτα. Μια γύμνια στα άντυτα και διαφανή παράθυρα και μια κρυστάλλινη παγωνιά. Φως πέφτει στα μαλλιά και την πλάτη του δίνοντας μια κιτρινωπή λάμψη στο σκοτάδι που γλιστρά από έξω και κουκουλώνει την ατμόσφαιρα. Στην ράχη του σιωπηλού πιάνου ακατάστατες οι παρτιτούρες. Η αταξία δηλώνει και την χρήση τους, όμως, τώρα οι νότες έχουν σβήσει και στην βαθειά νύχτα, επικρατεί ησυχία. Οι ήχοι, μουσικής, καθημερινότητας, ομιλίες, θόρυβοι χάθηκαν. Αυτά τα ίχνη ζωής αναζητά ο νυχτοπεριπατητής, ένας ζωντανός στην νέκρα.
Στους πίνακες η λειτουργία των βιβλίων είναι διαφορετική, παρηγοριά και ανακούφιση, ανάγνωση και ευχαρίστηση, παρτιτούρες και μουσική. Ο Munch περιλαμβάνει την ποικιλία του έντυπου πολιτισμού στην εικονογραφική απόδοση των αδιέξοδων δραματικών στοχασμών του.
Ουφ! ελπίζω να μην σας ψυχοπλάκωσα και πολύ αλλά ταιριάζει με το πνεύμα των ημερών… και το μοιράστηκα.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Οργανισμός Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών

Για μια φορά ακόμα, και πάλι, ξεφεύγω από τις προγραμματισμένες στο μυαλό μου αναρτήσεις. Αφήνω το πεδίο των εικόνων και σκέψεων για να καβαλήσω το κύμα της ενημέρωσης. Με άλλα λόγια προκρίνω την πληροφόρηση πάνω σε ένα θέμα βιβλιοθηκών. Αφορά μια ιδιαίτερη προσπάθεια δημιουργίας και λειτουργίας βιβλιοθηκών, δημιουργίας αναγνωστών, πολιτών ενεργών με άποψη, με ακούσματα, ευαισθησίες (όχι ότι όλα περνάνε μέσα από τα βιβλία αλλά όπως και να το κάνουμε είναι οχήματα που ταξιδεύουν τις ιδέες και την κουλτούρα).
Ένα μικρό ιστορικό για τον Οργανισμό Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών λέει ότι ξεκίνησαν το 1979 από την Ελευσίνα, το 1983-1984 σε συνεργασία με Αγροτικούς Συνεταιρισμούς ιδρύθηκαν 22 Παιδικές και Εφηβικές Βιβλιοθήκες σε όλη την Ελλάδα και το 1993 με νόμο συστάθηκε ο Οργανισμός που λειτουργεί με διάφορα (γνωστά θέματα δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία εδώ) μέχρι και σήμερα. Ο Οργανισμός προκειμένου να στηρίξει τις δραστηριότητές του πιο αποτελεσματικά ίδρυσε και σύλλογο αυτόν των Φίλων των Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών, πρακτική αρκετά διαδεδομένη εδώ και αρκετό καιρό.
Οι Παιδικές Εφηβικές Βιβλιοθήκες είναι 28 από τις οποίες λειτουργούν οι 25. Μπορεί να σας κουράσω αλλά θα τις απαριθμήσω αλφαβητικά: Αγρίνιο Αιτωλοακαρνανίας, Αλεξάνδρεια Ημαθίας, Άμφισσα Φωκίδας, Βελβεντό Κοζάνης, Βλαχιώτη Λακωνίας, Γρεβενά (υπό μετακόμιση), Ελευσίνα, Ερυθρές Αττικής, Καλλικράτεια Χαλκιδικής, Κόνιτσα Ιωαννίνων, Λαύριο, Λιβάδι Κυθήρων, Ματαράγκα Καρδίτσας, Μέτσοβο, Μύκη Ξάνθης, Νάξος, Νέα Ερυθραία Αττικής, Ξυλαγανή Ροδόπης, Πεντάπολη Σερρών, Πέραμα Ρεθύμνης, Πύργος Ηρακλείου, Βαθύ Σάμου, Στυλίδα Φθιώτιδας, Ερμούπολη Σύρου, Τρίκαλα, Φέρες Έβρου και προγραμματίζεται να λειτουργήσει και στον Σοχό Θεσσαλονίκης προσεχώς.
Τις παραπάνω βιβλιοθήκες επισκέπτονται καθημερινά 50-60 παιδιά και δανείζονται περίπου 55 βιβλία την ημέρα. Οι βιβλιοθήκες δεν δανείζουν απλά. Βασική τους δραστηριότητα είναι τα προγράμματα που παραλλάζουν από χρόνο σε χρόνο και κινητοποιούν το ενδιαφέρον το παιδιών γύρω από διάφορα θέματα με αποτέλεσμα να αναζητούν περισσότερο διάβασμα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Την χρονιά που πέρασε τα προγράμματα ήταν: Ο γύρος του κόσμου με τον Ιούλιο Βερν (ξεπερασμένο; μπα, το αντίθετο, εξακολουθεί να είναι δημοφιλής και διαβαστερός), Κοχύλια (όνειρα της θάλασσας), Φθινόπωρο (με έμφαση στην 28η Οκτωβρίου και τις αναμνήσεις του ποιητή Ν. Καββαδία και των ζωγράφων Γ. Μόραλη και Γ. Τσαρούχη για τον πόλεμο), Χριστούγεννα (μέσα από το βιβλίο του μικρού Νικόλα, τα ζώα του χειμώνα, ιστορίες καλικατζάρων), Βαβυλωνία με αφορμή την έκθεση του Λούβρου, Βενετία-Καρναβάλι, η 25η Μαρτίου (κείμενα και γκραβούρες ξένων περιηγητών). Την περασμένη χρονιά τα εκπαιδευτικά προγράμματα ήταν: Ατζέκοι, Αρχαία Αίγυπτος, Τροπικά δάση, Βυζάντιο. Εντυπωσιακά όλα αυτά αλλά υπάρχουν περισσότερα. Υπάρχει ο μπλε σάκος και το καρότσι της κυρίας Άννας. Ο μπλε σάκος κυκλοφορεί στα μειονοτικά σχολεία της Ξάνθης, μια ιδιότυπη δανειστική κινητή βιβλιοθήκη που λειτουργεί για επτά χρόνια. Υπάρχει το καρότσι της κυρίας Άννας που επισκέπτεται τα νοσοκομεία παιδιών Αγία Σοφία από το 1993 και Αγλαΐα Κυριακού από τον Απρίλιο του 2008. Το καρότσι φορτωμένο βιβλία περνά από τους θαλάμους των παιδιών που νοσηλεύονται και φυσικά δανείζει βιβλία. Και δεν τελειώσαμε με αυτά. Λειτουργεί ερευνητική βιβλιοθήκη 38.000 ελληνικών και ξενόγλωσσων τίτλων. Πρόκειται για μια συλλογή που περιλαμβάνει εκπαιδευτικό υλικό, αναγνωστικά, περιοδικά και απευθύνεται σε όλες τις ομάδες που σκύβουν πάνω από το παιδί και τον έφηβο. Έχει εκδώσει εκπαιδευτικά προγράμματα σε συνεργασία με διάφορους φορείς, και τα έχει παρουσιάσει σε συνέδρια. Είχε στήσει βιβλιοθήκη που καταστράφηκε σε φυλακή ανηλίκων και άλλα στο ίδιο πνεύμα.
Στο ζουμί τώρα. Υπάρχουν και πολλά θέματα που όλο και επιδεινώνονται. Μπορούμε και τι μπορούμε να κάνουμε; Οι βιβλιοθήκες έχουν να εμπλουτιστούν από το 2003. Ατομικά μπορούμε να στείλουμε βιβλία των αντίστοιχων ηλικιών. Εκδότες και συγγραφείς θα μπορούσαν να στείλουν 28 αντίτυπα του ίδιου τίτλου ώστε να αποσταλεί σε όλες τις βιβλιοθήκες. Όσα περισσότερα τόσο καλύτερα. Όσο πιο συναφή είναι τα θέματα των βιβλίων μεταξύ τους ακόμα καλύτερα γιατί δημιουργείται η πιθανότητα να αποτελέσουν μαγιά για εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Τα στοιχεία επικοινωνίας είναι:
Οργανισμός Παιδικών Εφηβικών Βιβλιοθηκών
Πεσμαζόγλου 8,
105 59 Αθήνα, 4ος όροφος
τηλ.:210 2320 196
φαξ: 210 3246 010


Και τελικά, φτάνοντας στο τέλος της ανάρτησης αισθάνομαι ότι κάτι βγήκε.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ ντα Σίλβα


«Πριν ανακαλύψεις ξανά τον κόσμο, ν’ ανακαλύψεις ξανά τη χώρα σου. Πριν ανακαλύψεις ξανά τη χώρα σου, ν’ ανακαλύψεις ξανά την πόλη σου. Πριν ανακαλύψεις ξανά την πόλη σου, ν’ ανακαλύψεις ξανά το σπίτι σου. Και πριν ακόμη ανακαλύψεις το σπίτι σου, άφησέ το και πάρε δρόμο». Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ ντα Σίλβα του Γερμανού συγγραφέα Thomas Vogel.

O Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα είναι ένας σοφός γέρος παραμυθάς, ο οποίος ταξιδεύει πολύ, μαθαίνει τις ιστορίες των άλλων γίνεται σοφότερος μέσα από αυτές, τις κάνει δικές του και τις αφηγείται στον κόσμο γύρω, με έναν τρόπο τόσο μαγικό όσο και αληθινό, καθηλώνοντας τους ακροατές του όπως μόνο ένας καλός παραμυθάς μπορεί. Μέσα στο ακροατήριό του βρίσκεται και ο πιο αγαπημένος και πιστός εγγονός του, ο οποίος ρουφά τις λέξεις του και μεγαλώνει μαθαίνοντας όλου του κόσμου τις ιστορίες και διδάσκεται το μυστικό της αφήγησης. Το τελευταίο όμως παραμύθι του ο παππούς δεν καταφέρνει να το τελειώσει και ο θάνατος αφήνει την ιστορία του δίχως τέλος. Το τέλος του τελευταίο παραμυθιού του πρέπει να το βρει μόνος του ο Μανουέλ Τόρρες ντα Σίλβα.

Αποφασίζει να εγκαταλείψει την πόλη του, αφού ό,τι πιο σπουδαίο είχε σώπασε, και πηγαίνει να σπουδάσει μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα, γιατί τα μαθηματικά είναι η άλλη όψη του καθρέφτη, εκεί μου ο μύθος συναντά τη ζωή. Παίρνει μαζί του τις λέξεις των παραμυθιών, λίγη από τη σοφία του παππού του και την τελευταία ανολοκλήρωτη ιστορία. Με αυτά τα εφόδια θα αντιμετωπίσει τα λόγια των καθηγητών του και κυρίως του καθηγητή Ριμπέιρο, που του διδάσκει τη δύναμη των αριθμών.

Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ίσως η δυνατότερη σχέση των ανθρώπων αυτή του καθηγητή με τον μαθητή.

Είναι αυτός που πρώτος τον ενθαρρύνει να διηγηθεί κάποια από τις ιστορίες που κρύβει στη μνήμη του: «Άφησέ τες να βγουν άφησέ τες να ζωντανέψουν. Αφουγκράσου και περίμενε να ηχήσει η φωνή του παππού σου. Κι όταν φτάσει στα αφτιά σου ξεκίνα να γράφεις και να αφηγείσαι». Μα «οι εικόνες τον κυνηγούσαν, έτρεχαν ασύνδετες μέσα στο κεφάλι του, αλλά δεν έφτιαχναν ιστορία».

Ακολουθώντας τις συμβουλές του δασκάλου του ο Μανουέλ αναμείχθηκε με τους ανθρώπους άκουσε τις δικές τους ιστορίες και μέσα από το δικό του δρόμο έφτασε στις ιστορίες του παππού του. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, που ήταν γεμάτη με βιβλία και χειρόγραφα, ταξινομούσε όλες τις ιστορίες σε ένα ευρετήριο και μετά κατάφερνε να τις αφηγηθεί.

Ένα μικρό παραμύθι γεμάτο άλλα παραμύθια που με μαθηματική ακρίβεια συνδέονται όλες μαζί για να οδηγήσουν στο τέλος της τελευταίας ιστορίας. Η μαγεία των αριθμών και η σαγήνη της διήγησης είναι το κλειδί για να ανακαλύψει κανείς τον εαυτό του και να ζήσει τη δική του ιστορία.

Γυρνώντας τη τελευταία σελίδα μία σκέψη κρέμεται από πάνω μου: άραγε σήμερα υπάρχουν αυτοί οι σοφοί παραμυθάδες;

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Περί υπογραμμίσεων

Οι υπογραμμίσεις στα βιβλία είναι θέμα άρρηκτα δεμένο με την ανάγνωση ή καλύτερα με τα είδη των αναγνώσεων. Αν υπογραμμίζουμε όταν διαβάζουμε ή όχι, με μολύβι, στυλό ή stabilo, με ποιον τρόπο, με πόση ένταση, αν οι υπογραμμίσεις συνοδεύονται από σημειώσεις στα περιθώρια, συνδέεται με τα γιατί και πώς των στιγμών των διαβασμάτων μας. Άσε που είναι και εντελώς παλιά υπόθεση που συνέβαινε και στα χειρόγραφα ακόμα και στα μάρμαρα και στις πέτρες (πρόσφατα κυκλοφόρησε μετάφραση βιβλίου για την γένεση των υποσημειώσεων που πριν συγκεντρωθούν σε ένα μέρος –κάτω από την σελίδα ή πίσω όλες μαζί- συσσωρεύονταν από τους αναγνώστες-σχολιαστές οπουδήποτε κοντά στο παράθεμα). Ας το ακροθίξω.
Οι υπογραμμίσεις, μαζί με τους τρόπους που ανοίγουμε το βιβλίο, πόσο ανοίγουμε την ράχη και πιέζουμε τα δεσίματά του, το αφήνουμε στο τραπεζάκι ή στο πάτωμα μισανοιγμένο μισοδιαβασμένο, τσαλακώνουμε τις άκρες των σελίδων, τα φυλάμε στα ράφια μας όρθια, ξαπλωτά, στριμωχτά στην πίσω σειρά έχουν να κάνουν με τον τρόπο που πλησιάζουμε το βιβλίο ως αντικείμενο, πώς του συμπεριφερόμαστε, πού ρίχνουμε αξία στο περιεχόμενο που επιθυμούμε να ρουφήξουμε ή σε αυτή καθαυτή την βιβλιακή του οντότητα.
Οι μαθητές και οι σπουδαστές διαβάζουν κυρίως για τις ανάγκες διαγωνισμάτων και εξετάσεων. Τα κίνητρά τους βεβιασμένα, η συμπεριφορά απέναντι στο έντυπο καθρέφτης, stabilo, διπλοϋπογραμμίσεις ξανά και ξανά, σαν για να ξεπηδήσουν οι γραμμές και από εκεί να πάνε στην κόλλα. Οι αναγνώστες λογοτεχνίας μαγεύονται από τον χορό των λέξεων, θα ήθελαν να παρίστανται μέσα στο κείμενο, υπογραμμίζουν σεβαστικά, με θαυμασμό. Οι αναγνώστες επιμελητές κειμένων δεν διαβάζουν απλά, συνεργάζονται στενά και σχολαστικά με το γραπτό, δεν υπογραμμίζουν στενά αλλά στοχευμένα στα νοήματα, το συντακτικό, την γραμματική και την ορθογραφία, τις τυπογραφικές συμβάσεις, κατασημαδεύουν το κείμενο με σύμβολα, τόσο που γίνεται διάστικτα αγνώριστο. Οι συγγραφείς αναγνώστες συνομιλούν με τα κείμενα, αναζητούν τις συγγένειες, αναλογίζονται τις αποστάσεις, ξεψαχνίζουν την έμπνευση, ψάχνουν να ξεκινήσουν, να συνεχίσουν έναν ειρμό.

Υπογραμμίσεις βρίσκω σε όλα τα διαβάσματά μου, λογοτεχνικά, επιστημονικά ακόμα και εφημερίδες. Από παλιά, από το σχολείο και τα σπουδαστικά χρόνια. Είναι γιατί επιθυμώ να μην ξεχάσω τι πήρα, τι άφησα να με διασχίσει, τι ίσως κάποτε δανειστώ και παραθέσω, πατήσω και πάω κάπου αλλού. Ίχνη ποικίλων προθέσεων. Από τη μια μεριά λειτουργεί, όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, από την άλλη πάλι δεσμεύουν και περιορίζουν, με την έννοια ότι το υπόλοιπο κείμενο χάνεται. Ακόμα και αν είναι εκεί την επόμενη φορά και είσαι πιο έτοιμος να το προσεγγίσεις, να δεις και άλλα πράγματα, όταν το ξαναδιαβάζεις τα υπογραμμισμένα σε τραβάνε. Φέρνουν πίσω τα πρώτα, τα γνωστά, αυτά που έχουμε ήδη επεξεργαστεί, γυροφέρει στο νου μας όταν δεν το ελέγχαμε άμεσα, ανάλογα με την διάθεση των αισθημάτων, των εμπειριών και την μνήμης μας. Όσα έχουμε προσθέσει και τακτοποιήσει μέσα μας. Οι υπογραμμίσεις εμποδίζουν, κλείνουν τον δρόμο για νέες συγκομιδές, αναγνώσεις. Παρόλα αυτά θα συνεχίσω να υπογραμμίζω.
Υπογραμμίζω πάντα με μολύβι, όταν τυχαίνει να μην έχω μαζί μου και θέλω να μην χάσω το σημείο, βάζω μια διακριτική κουκίδα στο πλάι και επανέρχομαι. Είναι φορές που τα θέλω όλα, τότε τραβάω μια κάθετη γραμμή στο πλάι, ίσως διακεκομμένη ίσως ευθεία. Όταν είναι μια λέξη που τραβάει δυνατά την προσοχή μου, η υπογράμμιση είναι σταθερή και καθαρή. Όταν είναι ένας συλλογισμός η γραμμή είναι πιο αλαφριά και μεγάλη, όταν είναι δυο απομακρυσμένες λέξεις που συνδέονται ορατά ή υπαινικτικά τις κυκλώνω και τις ενώνω με μια γραμμή.
Ένα δανεικό βιβλίο με υπογραμμίσεις μας βάζει στα αχνάρια της προηγούμενης ανάγνωσης, του κατόχου του, δείγμα εμπιστοσύνης και ανοιχτοσύνης. Μας κάνει και λίγο κουτσομπόληδες! Ο μηχανισμός της ανάγνωσης σαν σπίρτο ανάβει κάτι και στην συνέχεια δημιουργεί καύση, εσωτερική όταν την κρατάμε για εμάς και μας φτιάχνει την μέρα και τα όνειρα, ανοιχτή όταν την μοιραζόμαστε με οποιονδήποτε τρόπο.

Δεν ήταν το επόμενο θέμα που είχα σκεφτεί να αναρτήσω αλλά αυτό παραμέρισε τα άλλα και άλλαξε την προτεραιότητα. Αποδείχτηκε πιο δυνατό από παρουσιάσεις βιβλιοβιβλίων και άλλα διάφορα που στοιβάζονται, και κέρδισε, τα άλλα μηρυκάζονται στα εφτά στομάχια του νου…

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Pink Panther: Psychedelic Pink

Έπεσε στα χέρια μου ένα cd με όλα τα επεισόδια του Pink Panther. 124 συνολικά βιντεάκια που διαρκούν έξι λεπτά το καθένα μου υπενθύμισαν ότι τα σημερινά κινούμενα σχέδια έχουν χάσει κάτι από εκείνη την εποχή.
Θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα από τα βιντεάκια το οποίο είναι γεμάτο συμβολισμούς, διαφορετικούς για τον καθένα, και με έβαλε σε σκέψεις.
Θέλω να ακούσω/ διαβάσω τις δικές σας σκέψεις.
Ελπίζω να το απολαύσετε όσο εγώ.
Καλή, ξεκούραστη και χαμογελαστή Κυριακή.


Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Με αφορμή την Virginia Woolf


Πίσω στην Virginia Woolf, στο Γράμμα σε έναν νέο ποιητή, αυτήν την φορά με άλλη αφορμή ή καλύτερα με διάφορες άλλες αφορμές, τώρα που το διάβασα, το υπογράμμισα, το αναλογίστηκα. Για τους τρόπους που υπογραμμίζουμε τα βιβλία ίσως περισσότερα μια άλλη φορά γιατί βλέπω ότι έρχεται και επανέρχεται σαν ζήτημα που συνδέεται με την κυριότητα του βιβλίου αλλά και με τις πράξεις που τα κάνουμε δικά μας στην πράξη, πάνω στο διάβασμα.
Η μια είναι η σύνδεση, άσχετη αρχικά και φαινομενικά, μεταξύ φωτογραφίας και γραφής. Και συγκεκριμένα ενός είδους γραφής, της επιστολογραφίας. Εξαρχής, με το άνοιγμα αναρωτιέται η Woolf αν «η τέχνη της επιστολογραφίας είναι μία τέχνη νεκρή;» και αυτό αν συμβαίνει να΄ναι γιατί «Εμπιστευόμαστε τις ημιτελείς σκέψεις μας με ασύντακτες φράσεις σε ένα επιστολικό δελτάριο.» Οι καρτ ποστάλ, τα επιστολικά δελτάρια είναι ειδικά σχεδιασμένες να στέλνονται ταχυδρομικά, με το σημερινό συμβατικό ταχυδρομείο. Από την μια τους όψη εικονίζουν φωτογραφίες τόπων, αστικών και μη τοπίων, ανθρώπων, στιγμιότυπων, αντικειμένων. Μαυρόασπρες, επιχρωματισμένες, έγχρωμες, τρισδιάστατες, πλαστικοποιημένες, δίφυλλες, μουσικές, αναδιπλούμενες ακολουθούν κατακτήσεις τεχνικές και της τεχνολογίας. Μια πλατιά εφαρμογή ιδιαίτερα δημοφιλής και διαδεδομένη της φωτογραφίας.
Η άλλη όψη χωρισμένη κάθετα στα δυο, στα δεξιά έχει προβλέψει χώρο για την διεύθυνση του παραλήπτη, συχνά με τέσσερις γραμμές που υποδεικνύουν και διευκολύνουν συνάμα. Και αριστερά ο χώρος για τις μισές σκέψεις, χαιρετίσματα, συμπιεσμένα νέα, εκδηλώσεις συναισθημάτων, αποδείξεις ταξιδιού και εντυπώσεων. Λόγια ανοικτά, απροστάτευτα, να μπορούν να διαβαστούν από τον καθένα έως ότου φτάσουν στον προορισμό τους. Καθόλου ιδιωτικά, αντίθετα προκλητικά δημόσια, όπως και η φωτογραφία άλλωστε. Οριζόντια ή σπανιότερα και κάθετα εκεί που χωρίζουν τα μέρη μια περιγραφή της φωτογραφίας, ίσως το όνομα του φωτογράφου, μια χρονολογία. Γραμματόσημο, σφραγίδες που βλέπει ο δέκτης και όχι ο πομπός. Η φωτογραφία με τα λόγια υπέσκαψαν τα θεμέλια της επιστολογραφίας, άλλαξαν τον τρόπο επικοινωνίας. Έφεραν κάτι νέο, την εικόνα, και πήραν κάτι, τα πολλά γραμμένα.

Η δεύτερη σύνδεση έχει να κάνει με το λογοτεχνικό είδος που επιλέγει η Virginia Woolf για να διατυπώσει τις σκέψεις της, το επιστολικό. Υπάρχει ήδη μια παράδοση στο είδος μεταβίβασης προσωπικών απόψεων πάνω στο ζήτημα της έμπνευσης και της συγγραφής με την μορφή επιστολής (ενδεικτικά αναφέρονται οι Αντόν Τσέχοφ, Η τέχνη της γραφής. Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα, ανθολόγηση [από επιστολές του] Πιέρο Μπρουνέλλο, μετ. Βασίλης Ντινόπουλος, Πατάκη, Αθήνα 2007, και Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, Ίκαρος) και έπονται χρονολογικά άλλες εκδόσεις (Μάριο Βάργκας Λιόσα, Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα, μετ. Μαργαρίτα Μπονάτσου, Καστανιώτη, 2001). Γραμμένο σαν γράμμα σε ύφος προσωπικό, με χαλαρό ειρμό, σε απλούστερη γλώσσα, μικρό σε μέγεθος, με μια αμεσότητα που χαρακτηρίζει τα γράμματα. Έτσι οι συμβουλές, τα νομίζω, οι υποδείξεις, ακόμα και οι διδακτικές νουθεσίες πέφτουν πιο μαλακά, δεν πληγώνουν.
Η παράδοση επιστολικής παρουσίασης γενικότερα έχει την ιστορία της, έχει λειτουργήσει εκπαιδευτικά, όπως στην περίπτωση των εγχειριδίων εμπορικής αλληλογραφίας, έχει αναδείξει τις άγνωστες προσωπικές πλευρές και σχέσεις ανθρώπων, επώνυμων μα και ανώνυμων, έχει εξελιχθεί σε λογοτεχνικό είδος καθώς ήταν η ανταλλαγή επιστολών υπήρξε η βάση για το μυθιστόρημα. Φέρνει ακόμα και σήμερα την σφραγίδα του αυθορμητισμού και εξακολουθούν να γράφονται γράμματα από παιδιά προς τον Θεό, τον Άγιο Βασίλη, τους γονείς και τους δασκάλους, τους μεγάλους του πλανήτη.
Όσον αφορά τα ελληνικά επιστολάρια, όλων των χρήσεων, λίγο έχουν μελετηθεί ιστορικά και φιλολογικά και σαν αποτέλεσμα λίγα είναι γνωστά για την κυκλοφορία τους, τον τρόπο προσέγγισής τους από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Γράμματα, ραβασάκια, τηλεγραφήματα, μηνύματα ηλεκτρονικά, αναρτήσεις, σχόλια....