Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Χριστουγεννιάτικα;;;

Τώρα, το ξέρω ότι οι σκέψεις αυτές δεν ανταποκρίνονται εντελώς στο χαρωπό πνεύμα των Χριστουγέννων αλλά τι να κάνω, μοιάζει να μην τις ορίζω. Και πάλι ίσως επαναπροσδιορίζοντάς τις, φωτισμένες από άλλη γωνιά, να ταιριάζουν επακριβώς με τον πυρήνα των στολισμένων γιορτών. Εκείνη την υπόσχεση που εννοούν, για την ειρήνη στην γη, για την ομόνοια και την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, για αλλαγή προς την κατανόηση των κοινωνιών. Για τον εξοπλισμό σε ψυχικά και πνευματικά αποθέματα και όχι σε καταναλωτικά και της βίαιης επιβολής οπλικών συστημάτων.
Αυτήν την εποχή των γιορτών στην τηλεόραση παίζεται στις διάφορες κατά καιρούς εκδοχές του το έργο του Καρόλου Ντίκενς (1812-1870) με πρωταγωνιστή τον απαίσιο, κακότροπο, δυνάστη, εγωιστή, τσιγκούνη στα αισθήματα και πράγματα και μύρια όσα, Εμπενίζερ Σκρουτζ. Στο παρά πέντε, χάρη στην επίσκεψη τριών πνευμάτων μια παραμονή Χριστουγέννων ο Σκρουτζ καταφέρνει να υπερβεί τον στριφνό εαυτό του και να μεταμορφωθεί σε συμπάσχοντα. Αυτό το θαυμαστό παρά πέντε κυριαρχεί στο στερέωμα των ταινιών, έργων κλπ μάχης Καλού-Κακού. Πάντα στο παρά τσακ το καταταλαίπωρο «Καλό» τελικά νικά και επαγγέλλεται μια νέα αρχή, έναν κόσμο αρμονικό και δίκαιο. Και όμως μέσα στα ίδια του τα σωθικά, στις δομές του αναπτύσσονται και πάλι ξανά οι σπόροι του Κακού που γιγαντώνονται και το απειλούν σε έναν κύκλο αέναης απειλής και φόβων. Αναπόδραστα, σαν να μην γίνεται αλλιώς, σαν να πρέπει να το αποδεχτούμε ως πραγματικότητα, σαν να είναι αρρώστια χωρίς γιατρειά.
Και όλα αυτά δεν είναι παρά μια εισαγωγή για το διάβασμα ανθρώπων υπό περιορισμό, δηλαδή στις φυλακές. Ας μην μπούμε στην συζήτηση του πώς και γιατί αλλά ας πάμε κατευθείαν στο διά ταύτα. Συγκεντρώνεται ένας αριθμός ανθρώπων σε έναν περιορισμένο χώρο για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ανάλογα. Η ζωή κοινοβιακού τύπου, με χώρο για το ιδιωτικό ανύπαρκτο και μόνο δημόσιο, όλα ορατά χωρίς επιλογή. Ο χρόνος ατέλειωτος να σέρνεται, χωρίς εναλλαγές, με αποτέλεσμα να φέρνει νευρικότητα, εκνευρισμό και βάλε.
Πολλοί άνθρωποι των φυλακών δεν έχουν ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, άλλοι δεν γνωρίζουν καν γραφή και ανάγνωση, ούτε ελληνικά ούτε σε καμία άλλη γλώσσα, από ομάδες του περιθωρίου, ξένοι, γυναίκες, μόλις ενήλικα παιδιά. Είναι και πολλοί που ξέρουν να διαβάζουν, έχουν διανύσει όλη την εκπαιδευτική διαδρομή, ακόμα και το πανεπιστημιακό στάδιο, οι συγκυρίες, η απληστία, οι χειρισμοί στο όριο της νομιμότητας που είχαν κακή κατάληξη. Πολιτικούς κρατούμενους ή συνείδησης, λέμε δεν έχουμε στις μέρες μας (κατάκτηση του χάρτη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων).
Υπάρχει πιο κατάλληλος χώρος από τις φυλακές για να ενθαρρυνθεί η ανάγνωση, πράξη τόσο ιδιωτική που επιτελείται και δημόσια; Υπάρχει δεοντολογικά πιο απαραίτητος χώρος να ενισχυθεί η ανάγνωση που καλλιεργεί τον μέσα κόσμο, προκαλεί σκέψεις, μπορεί να αναστρέψει ορμές παρατοποθετημένες; Υπάρχει άλλος χώρος που η ανάγνωση να μπορεί να γεμίσει τον ακίνητο χρόνο πιο αποτελεσματικά;
Χρειάζεται σύστημα, πρόγραμμα, επιμονή και πάνω από όλα πίστη. Οι προσπάθειες στις ελληνικές φυλακές δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Βασίζονται στο τυχαίο, αν βρεθούν οι σωστοί, πιο ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι. Οι προσπάθειες δεν έχουν συνέπεια και συνέχεια. Ούτε μέθοδο. Είναι δωρεές μιας καλής συγκυρίας. Αν έχουν τα κατάλληλα βιβλία δεν έχουν τον άνθρωπο να ενδιαφερθεί ή δεν υπάρχουν ράφια ή το αντίστροφο, κάποιο συστατικό λείπει και δεν εγγυάται η συνέχειά του. Ούτε και πάντα πετυχημένες είναι οι δωρεές είναι αν σε ενήλικες σταλεί το παραμύθι της Σταχτοπούτας, για παράδειγμα.
Έχουν συνταχθεί κατευθυντήριες οδηγίες για βιβλιοθήκες φυλακών, έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Αποτελούν παράρτημα ενός άξιου βιβλίου που κυκλοφόρησε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου το 1998 (!!! έκλεισε δεκαετία δηλαδή), με τίτλο «Κασσαβέτεια: το χρονικό μιας βιβλιοθήκης στη φυλακή ανηλίκων.

Και αν μου βγήκε όλο αυτό είναι γιατί έχω αυτό το αίσθημα του στο παρά πέντε και σε αυτόν τον τομέα, γιατί πάλι στο τελευταίο βαγόνι κρεμασμένοι θα πάμε, γιατί δεν μου αρέσει να βλέπω να κυριαρχεί η συνεχώς αυξανόμενη καταστολή και όχι η πρόληψη. Και αν νομίζετε ότι για όλα τα προβλήματα θεωρώ την ανάγνωση, το ενδιαφέρον, το ψάξιμο, την γνώση ως την απάντηση, δίκιο έχετε, δεν το αρνούμαι. Την καλή πλευρά των ανθρώπων ψάχνω.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλιοθήκες του φαντασιακού

Οι συλλογές διηγημάτων παίρνουν τον τίτλο τους από ένα από τα διηγήματα, συνήθως από το πρώτο, συνήθως από το σημαντικότερο για τον συγγραφέα. Η Βιβλιοθήκη του Ραβέλ είναι μια συλλογή διηγημάτων του Στέφανου Σταυρίδη, γνήσιου βιβλιανθρώπου μιας και έχει σπουδάσει Βιβλιοθηκονομία και Επιστήμη της Πληροφόρησης και εργάζεται στην Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου και γράφει λογοτεχνία η οποία έχει να κάνει και αναφέρεται σε θέματα γλώσσας, μνήμης, αποτύπωσής της, και κατ’ επέκταση βιβλιοθηκών.
Το διήγημα «Η Βιβλιοθήκη του Ραβέλ» δεν είναι το πρώτο διήγημα του βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, 2008, 238 σ.). Έχουν δημοσιευτεί προηγούμενα, από το 2000 έως το 2008, σε περιοδικά και ανθολογήσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Αφήγηση πρωτοπρόσωπη, είναι το πέμπτο στην σειρά των εννέα που δεν παρουσιάζονται χρονολογικά, σαν τάχα μου εμπειρία υπαρκτή μα που φέρνει από Ιούλιο Βερν και λεύγες κάτω από την θάλασσα κάτω από την θάλασσα, ταξίδι στην Γη του Πυρός, τεχνολογικά δημιουργήματα σε ακωδικοποίητα νησιά ταινιών του λέγε με Τζέιμς, Τζέιμς Μποντ. Ιντερνετική πρόσκληση-παγίδα όπου τσιμπάει με λίγους δισταγμούς, είναι αλήθεια, ο μανιώδης βιβλιοφάγος και οικοδεσπότης μας. Περιβάλλον, περιπέτεια σύγχρονη με όρους της νέας τεχνολογίας. Ακολουθεί το ταξίδι μυστηριωδώς κανονισμένο με προορισμό άγνωστο, οδηγίες πλεύσης που εμφανίζονται σε φακέλους και οπτικούς δίσκους, μουσικές, αεροπλάνο και η σχετική περιποίηση. Άφιξη στο νησί Ουνιβέρσα. Ξεναγός στην Βιβλιοθήκη όπου εργάζονται έξι βάρδιες την ημέρα οι επτά χιλιάδες εργαζόμενοι από όλο τον κόσμο και δεν έχει ανοίξει ακόμα ο Φραντς. Απαντά στις ερωτήσεις άλλοτε με σαφήνεια άλλοτε με ομίχλη. Στόχος της Βιβλιοθήκης του γαλλικής καταγωγής κυρίου Ραβέλ (ψευδώνυμο) να συγκεντρώσει «κάθε είδους πληροφορία που σχετίζεται έστω και αμυδρά με οποιαδήποτε δραστηριότητα του ανθρώπου.» (σ. 125), ακόμα και τα πιο ασήμαντα και φαινομενικά ασήμαντα πράγματα. Το Αρχείο των Αισθήσεων, η Βιβλιοθήκη των Ονείρων, η Βιβλιοθήκη των Αισθημάτων και Συναισθημάτων ανθρώπων περασμένων και ζωντανών στην διάθεση των χρηστών Εικοσιτέσσερις υπόγειοι όροφοι που πλαταίνουν όσο βαθαίνουν. Επιστροφή στην πραγματικότητα. Η πρόταση εργασίας στην θαυμαστή Βιβλιοθήκη του Ραβέλ απορρίπτεται.
Μεγάλη αγωνία αυτή του ανθρωποκεντρικού ανθρώπου να συγκεντρώσει σε ένα και μόνο μέρος την γνώση, εικόνες, σκέψεις, εκδοχές του συνειδητές και ασύνειδες. Να υπάρχουν, να μην χαθούν, να βρίσκονται γιατί όσο βρίσκονται εννοείται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν και οι άνθρωποι που τα έφτιαξαν αυτά (μοίρασμα, οικονομία δυνάμεων ή εγωιστικός φόβος;). Για τις επερχόμενες γενιές, για τους άγνωστους που έπονται. Τα ανθρώπινα από καταβολής κόσμου, χωρίς διακρίσεις και επιλογές, όλα να υπάρχουν, να δείχνουν και να αποδεικνύουν. Άρα μια έκφανση του υπαρξιακού.
Λίγα είναι τα κείμενα επιστημονικής προέκτασης και πρόβλεψης στην ελληνική λογοτεχνία. Το παρελθόν και το παρόν μοιάζει να είναι πολύ δυνατότερα από το μέλλον. Και το μέλλον συχνά αντιμετωπίζεται ως διατήρηση του παρελθόντος. Κριτήριο επιτυχίας είναι ακριβώς το πόσα κρατάμε από τα παλιά και όχι το πώς, ο τρόπος ερμηνείας των πραγμάτων. Το απρόβλεπτο τρομακτικό (είναι αλήθεια εκ φύσεως).

Οι πρωτοχρονιές οριοθετούν τέλη και αρχές. Άλλοι βλέπουν κύκλους που συμπληρώνονται και ξαναξεκινούν άλλοι βλέπουν ευθείες όπου παρατάσσονται τα γεγονότα σε αλληλουχία ή όχι άλλοι δεν τα βλέπουν γεωμετρικά καθόλου.
Χμ, την επόμενη φορά θα βρω κανένα παιδικό να ανοίξει την κουβέντα γιατί παρασύρομαι. Είναι και οι μέρες τέτοιες βέβαια.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Συμπληρωματικά και συμπτωματικά

Η δύναμη της ανάγνωσης

Έβαλε το κρυούλι του επιτέλους! Λένε ότι ο καιρός αυτός ευνοεί το διάβασμα μα εγώ όταν κρυώνω τίποτα δεν κάνω, σαν να ανατριχιάζει, τσιτώνει και το μυαλό μου μέσα μαζί με τα δάκτυλα που ξυλιάζουν και δεν μπορούν να γυρίσουν καλά τις σελίδες, που το χαρτί κόβει διπλά τότε.
Έχασα λίγο τον παλμό μου (πρώτη φορά σε δύο χρόνια και κάτι) και μου έλειψε η επικοινωνία, η κατάθεση, η διατύπωση σκέψεων. Τρεξίματα από εδώ και από εκεί, μια κούραση παραλυτική, συγκρουόμενα θέματα, τίποτα να μην κλείνει, να ολοκληρώνεται για να πάμε παρακάτω. Αντίθετα, θέματα να ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, σαν εγκιβωτισμένες διηγήσεις μόνο που εδώ ήταν εγκιβωτισμένα χρόνια, τρέχοντα και νέα προβλήματα. Τα αφήνω τώρα αυτά και για τούτη την εβδομάδα στέκομαι σε ένα βιβλιοβιβλίο που κυκλοφόρησε σε ελληνική μετάφραση τον Νοέμβριο που μας πέρασε.
Το βιβλίο το πρωτοείδα σε ράφι βιβλιοθήκης φίλου στην γλώσσα του πρωτοτύπου, τα αγγλικά. Την ώρα που το ξεφύλλιζα, μικρού σχήματος με σκληρό εξώφυλλο, τυπογραφικό στήσιμο βατό και φιλόξενο, με έπιασε το μάτι του οικοδεσπότη που προσφέρθηκε να μου το δανείσει πάραυτα γιατί είναι «γουστόζικο και ευκολοδιάβαστο». Αυτόματα το έβαλα στην θέση του, αρνήθηκα ευγενικά και μου δημιουργήθηκε (μου δημιούργησα σωστότερα) ένα απωθημένο. Το ξανασυνάντησα σε βιβλιοπωλείο, το αναγνώρισα αμέσως, το ξανάπιασα διστακτικά, το φυλλομέτρησα, το θέμα μου φάνηκε εξαιρετικά εξεζητημένο, ίσως και προκλητικό, είδα την τιμή που μου φάνηκε αστρονομική, το άφησα στην στοίβα του και το απωθημένο έμεινε. Σε αποστολή αγοράς βιβλιοδώρου για άλλον άνθρωπο στην συνέχεια, πέφτω πάνω στην ελληνική μετάφραση, μισή τιμή και χωρίς δεύτερη σκέψη το συμπεριλαμβάνω, κομμένες οι διαδικασίες και διεργασίες.
Και ιδού τα πλήρη στοιχεία του βιβλίου: Άλαν Μπένετ, Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο, μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, Νοέμβριος 2009, 200 σ. (πρωτοκυκλοφόρησε το 2007, ο αγγλικός του τίτλος έχει The Uncommon Reader [Ασυνήθης Αναγνώστης] και ο συγγραφέας του είναι γνωστός για τα θεατρικά του έργα και σενάρια κινηματογράφου). Θέμα του και μην βιαστείτε να ξενερώσετε, είναι η βασίλισσα της Αγγλίας ως όψιμη αναγνώστρια. Στην ατέλειωτη βαρεμάρα της εθιμοτυπίας που την δέρνει γιατί «Δουλειά της είναι να δείχνει ένα κάποιο ενδιαφέρον, όχι να ενδιαφέρεται πραγματικά» (σ. 14), η βασίλισσα από συγκυριακή τύχη πέφτει πάνω σε μια κινητή βιβλιοθήκη και αρχίζει να δανείζεται βιβλία. Έτσι κάπως ξεκινά η περιπέτεια της ανάγνωσης για την βασίλισσα που διαχωρίζεται από την ενημέρωση (λακωνική, τεκμηριωμένη και συγκεκριμένη ενώ η ανάγνωση είναι ανοργάνωτη, αμεθόδευτη, πάντα δελεαστική και διευρυνόμενη, σ. 38-39) και το καθήκον. Έρχεται σε αντίθεση με τον περίγυρό της, της γεννιούνται επιθυμίες να διαβάζει συνέχεια μεταξύ των υποχρεώσεών της, να γνωρίσει συγγραφείς, να μιλήσει μαζί τους. Σκέφτεται με ανακούφιση ότι «τα βιβλία δεν νοιάζονται για το ποιος τα διάβασε, ούτε καν αν τα διάβασε κανείς ή όχι. Όλοι οι αναγνώστες είναι ίσοι, και η ίδια δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η λογοτεχνία…, είναι μια κοινοπολιτεία, τα γράμματα μια δημοκρατία… Όλοι οι αναγνώστες ήταν ίσοι.» (σ. 53). Η ανάγνωση την αλλάζει, όχι επιφανειακά μα πιο βαθιά. Οι σκέψεις της αλλάζουν τροχιά, τα ερωτήματά της κινούνται σε άλλες σφαίρες, ανοίγει δικούς της δρόμους, προχωρά σταθερά έως ότου φτάνει στο σημείο εκείνο που επιθυμεί να γράψει, να γίνει ένας αναγνώστης με δράση, να βάλει σε εφαρμογή εκείνα που έμαθε. Και για να μην μαρτυρήσω το τέλος (αν και ο ελληνικός τίτλος αυτό κάνει), σταματάω ακριβώς εδώ. Τελεία και παύλα.

Εύχομαι καλή εβδομάδα με πολλά διαβάσματα!
Φρίκη με έπιασε με τον κυριακάτικο Τύπο ολόγιομο με παρουσιάσεις όλων των ειδών βιβλίων. Ο αγώνας της ανάγνωσης συνεχίζεται ακάθεκτος, ας μην παραδώσουμε τα όπλα αμαχητί!

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Το βασίλειο μου για ένα βιβλίο

Αφιερωμένο εξαιρετικά


Σαν μικρό μικρό παιδί κρατώ το γλειφιτζούρι μου και χαμογελώ.

Είναι κόκκινο και αποτελείται από 200 σελίδες. Και το καλύτερο είναι ότι ακόμη και όταν το έχεις φάει αυτό συνεχίζει να είναι εκεί, ούτε το χρώμα του δεν έχει αλλοιωθεί. Θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερο δώρο για ένα παιδί;


Ένα βιβλίο που σαν να φτιάχτηκε για να κρεμαστεί εδώ. Από όπου κι αν το πιάσω είναι σαν να φωνάζει «βάλε με μαζί με τα άλλα». Ο τίτλος; Το βασίλειο μου για ένα βιβλίο. Τα αφτιά; … Η γοητεία του διαβάσματος, σκέφτηκε, βρισκόταν στην αδιαφορία που χαρακτήριζε τη λογοτεχνία, στην αλαζονεία που τη διέκρινε. Τα βιβλία δε νοιάζονταν για το ποιος τα διάβαζε… Το οπισθόφυλλο; Τι συμβαίνει όταν η βασίλισσα της Αγγλίας ανακαλύπτει τη γοητεία της ανάγνωσης…

Ή μήπως να πιάσω την υπόθεση; Το μόνο σίγουρο είναι ότι από όπου κι αν αρχίσω θα καταλήξω στο ότι κρατώ ένα βιβλίο για βιβλία ακόμη, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Νοέμβριος 2009) έτσι για να μας πει τα χρόνια πολλά.


Ας μεταφερθούμε στην Αγγλία, μέσα σε ένα παλάτι, να αισθανθούμε λίγο ότι κυβερνούμε και ότι είναι το πιο πληκτικό πράγμα που υπάρχει. Άνθρωποι παντού πρόθυμοι να ικανοποιήσουν την όποια επιθυμία, ρούχα, πλουμίδια και δεξιώσεις, άμαξες και χαιρετούρες, χαμόγελα και βαρετές συζητήσεις.

Και ξαφνικά μπαίνεις σε μια βιβλιοθήκη. Το κατάλληλο βιβλίο έρχεται τη σωστότερη στιγμή στα χέρια σου και ξεκινάς να κάνεις άλλο ένα πληκτικό πράγμα: να διαβάζεις. Μόνο που τελικά δεν είναι τόσο πληκτικό όσο νόμιζες, ίσα ίσα είναι το μόνο που κατάφερε μέχρι τώρα να σε κάνει να αισθανθείς, να σκεφτείς και να νιώσεις πως είσαι τελικά άνθρωπος.

Χα! Άνθρωπος, για δες!

Είσαι λίγο μεγάλος σε ηλικία, νιώθεις πανικό, δεν θα προλάβω να διαβάσω τίποτα είναι τόσα κι εγώ έχω ακόμη λίγο. Πέφτεις με τα μούτρα, τα ξεχνάς όλα, χαιρετάς τον κόσμο που στήνεται να σε καμαρώσει και έχεις τα μάτια στραμμένα σε μερικές λέξεις. Αρχίζεις να παρατηρείς όμως, να παρατηρείς τις αδιάφορες ως τώρα λεπτομέρειες της ζωής. Έχεις την τύχη, επειδή είσαι βασίλισσα, να κάνεις γραμματικό σου ένα βιβλιόφιλο, ο οποίος φροντίζει να σε καθοδηγεί σωστά και να σε προμηθεύει με εκείνα τα βιβλία που είναι στολισμένα με τις πιο όμορφες λέξεις. Οι σπουδαιότεροι συγγραφείς περνούν από τα μάτια σου, ζώντες και νεκροί. Οι λέξεις τους μένουν μέσα σου και σε συντροφεύουν. Ποια ρούχα, ποιες δεξιώσεις, το μόνο που θες είναι χρόνο για ανάγνωση και ανθρώπους να συζητάς για συγγραφείς και βιβλία.

Όχι, το μόνο που θες τελικά είναι να χαρίσεις το βασίλειό σου όλο, απλά για να κάτσεις σε μια καρέκλα και να γράψεις ένα βιβλίο που θα έχει κάτι από Προυστ και κάτι από ανάλαφρη λογοτεχνία.


Μα δεν είναι ένα όμορφο δώρο; Και το κυριότερο είναι ότι το βιβλίο ούτε κρασί ούτε γλειφιτζούρι είναι. Μπορεί να ανοιχτεί και να δοκιμαστεί πριν προσφερθεί. Και τότε είναι που αποκτά μεγαλύτερη αξία.

Πολλά πολλά χαμόγελα γιατί πρόκειται για ένα δώρο που με πιάνει αδιάβαστη!

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Βιβλίου ταξίδια

Ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης περιπλανώμενη από τίτλο σε τίτλο αναζητώντας βιβλία εξειδικευμένα κάνω μια στάση στο σημείο εκείνο που τα ράφια φιλοξενούν λογοτεχνικά βιβλία. Πάντα θα βρεθεί λίγος χρόνος για να διαβαστεί, σκέφτηκα, και άρχισα να ψάχνω ποιο θα επιλέξω. Jean-Paul Sartre, Τι είναι η λογοτεχνία;
Καιρό ήθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο του συγγραφέα που με είχαν συνεπάρει οι Λέξεις του, βιβλίο εδώ και χρόνια διαβασμένο που θα έμπαινα στον πειρασμό να διαβάσω ξανά για να αφήσω λίγες από τις σκέψεις που μου δημιούργησε εδώ.

Παίρνω το βιβλίο στα χέρια μου και το περιεργάζομαι. Στο οπισθόφυλλο βλέπω κολλημένη την χαρακτηριστική ετικέτα του Ελευθερουδάκη με την τιμή. Ξαφνικά μεταφέρομαι αλλού, μέσα σε ένα βιβλιοπωλείο να ανοίγω κούτες και να κολλάω τις τιμές στα βιβλία, να βάζω το βιβλίο στο ράφι στο μέρος με τα Δοκίμια, να βγάζω το βιβλίο μετά από μέρες, να το βάζω μέσα σε ένα καλάθι διαγράφοντας τον τίτλο από τη λίστα για τα βιβλία που προορίζονται για βιβλιοθήκες. Να το βιβλίο στα ράφια της βιβλιοθήκης και είναι μόνο ένα μέρος από τα ταξίδια του που δείχνουν να μην έχουν τέλος. Γελάω με τη σκέψη μου.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη: Ι. Τι σημαίνει γράφω; ΙΙ. Για ποιο λόγο γράφουμε; ΙΙΙ. Για ποιον γράφουμε; IV. Η κατάσταση του συγγραφέα το 1947.
Αν το βιβλίο ήταν δικό μου το κεφάλαιο που θα είχε τις περισσότερες υπογραμμίσεις θα ήταν το δεύτερο.
Καθένας έχεις τους δικούς του λόγους λέει ο συγγραφέας στην αρχή του κεφαλαίου. Για τον ένα η τέχνη είναι τρόπος να δραπετεύει, για τον άλλον ένας τρόπος για να κατακτά. Ταξιδεύοντας σε όλες τις μορφές της τέχνης καταλήγει στην πιο σύνθετη, εκείνη της γραφής και της ανάγνωσης για να εντοπίσει τους λόγους που οδηγούν τον άνθρωπο να γράψει, να δημιουργήσει.

"Η ελευθερία μου γίνεται ιδιοτροπία. Όσο περισσότερο δημιουργώ νέους συσχετισμούς, τόσο περισσότερο απομακρύνομαι από την περιπλανητική αντικειμενικότητα που με καλούσε. Ονειρεύομαι αφορμώμενος από ορισμένα μοτίβα που σχεδιάζονται ακαθόριστα από τα πράγματα, η φυσική πραγματικότητα δεν είναι πια παρά αφορμή για ονειροπολήσεις. Ή πάλι επειδή λυπάμαι βαθύτατα για το ότι αυτή η στιγμιαία αντιληπτή, τακτοποιημένη εικόνα δεν μου την προσέφερε κανένας και κατά συνέπεια δεν είναι αληθινή, μου συμβαίνει να ακινητοποιήσω το όνειρό μου, να το μεταφέρω στον καμβά ή σ' ένα γραπτό κείμενο. Με αυτόν τον τρόπο παρεμβάλλομαι ανάμεσα στη χωρίς σκοπό σκοπιμότητα που εμφανίζεται στις εικόνες της φύσης και στο βλέμμα των άλλων ανθρώπων. Τους τη μεταδίδω. Χάρις σε αυτή τη μετάδοση γίνεται ανθρώπινη. Εδώ η τέχνη αποτελεί την τελετουργία του δώρου."

"Γράφω σημαίνει κατα συνέπεια αποκαλύπτω στους άλλους τον κόσμο και ταυτόχρονα στον προτείνω ως καθήκον στη γενναιοδωρία του αναγνώστη."

"To λογοτεχνικό αντικείμενο είναι μια αλλόκοτη σβούρα που υπάρχει μόνο όσο βρίσκεται σε κίνηση. Για να αναδειχθεί απαιτείται μια συγκεκριμένη δράση που ονομάζεται ανάγνωση και διαρκεί μόνο όσο διαρκεί ανάγνωση."

Όλες οι σελίδες γεμάτες σκέψεις ενός ανθρώπου που μεγάλωσε διαβάζοντας. Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω τη δυσκολία της μετάφρασης του βιβλίου και να ευχαριστήσω τη μεταφράστρια που μας έδωσε αυτό το βιβλίο στα ελληνικά.
Δυστυχώς αφήνω το βιβλίο μισοτελειωμένο και το τελευταίο (και πιο μεγάλο) κεφάλαιο αδιάβαστο. Το αφήνω να συνεχίσει το ταξίδι του.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα επιστρέψω ξανά.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ένα μυθιστόρημα για υπογραμμίσεις

Αφιερωμένο σε όσους συνέβαλαν έτσι ή αλλιώς

Μεγάλη νίκη αισθάνομαι ότι κατάφερα, μεγάλη ικανοποίηση του τύπου ότι ο επιμένων νικά τέλος πάντων. Εξηγούμαι. Διηγούμαι την ιστορία. Πάει αρκετός καιρός τώρα, κοντεύει σχεδόν χρόνος, που τακτικός επισκέπτης και «σχολιαστής» στις Βολτίτσες ανέφερε τον τίτλο και τα στοιχεία ενός βιβλιοβιβλίου. Τίτλος άγνωστος, βιβλίο αδιάβαστο. Χμ! Ας κρατήσω τον τίτλο του κρυφό για λίγο και ας μπω στην περιπέτεια απόκτησης και ανάγνωσής του.
Το βιβλιοβιβλίο γαλλικής προέλευσης έχει μεταφραστεί στα ελληνικά το 1999, 181 σελίδες, και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φυτράκη. Αυτή η πρώτη πληροφορία ήταν εύκολο να εντοπιστεί. Η εικόνα του εξωφύλλου δεν είναι διαθέσιμη από τον διαδικτυακό τόπο της Πρωτοπορίας, είναι διαθέσιμη από την ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ που σε αγκύλες πληροφορεί ότι [κυκλοφορεί].
Αρχίζει στην συνέχεια η αναζήτησή του. Ξεκινά από την κοντινή περίμετρο, το γειτονικό βιβλιοπωλείο. Και βέβαια, αναμενόμενο, δεν υπήρχε αλλά πρόθυμα θα το έψαχναν στο δίκτυο τροφοδοσίας τους. Πέρασε μια εβδομάδα, πέρασαν δυο και τρεις. Τίποτα. Εξακολούθησε η αναζήτηση σε διάφορα πιθανά μέρη, μπας και εκεί κάποιο αντίτυπο είχε ξεμείνει, μικρές εστίας ελπίδας που δημιουργούνταν και δεν έσβηναν παρά την μικρή τους τροφοδοσία. Μετά από πέντε εβδομάδες ομολογία αποτυχίας. Το βιβλίο, σύμφωνα με έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες, είχε πολτοποιηθεί μέχρι τελευταίας σελίδας. Φτου! @#$% Να γιατί υπάρχει το παζάρι των βιβλίων στην πλατεία Κλαυθμώνος, για να μην πολτοποιούνται τα βιβλία όταν τιγκάρουν οι αποθήκες των εκδοτών, για να μπορούν να προωθηθούν και λίγο παραπέρα αλλιώς. Το επόμενο βήμα ήταν να το ψάξω παλαιοβιβλιοπωλικά σε στέκια γνωστά και σε μέρη άγνωστα. Ποδαρόδρομοι ατέλειωτοι. Και πάλι οι απαντήσεις αρνητικές, όχι δεν το έχουμε, μερικές φορές κάποια αχνή μνήμη ανακαλούσε χωρίς αποτέλεσμα μιας και δεν βρισκόταν. Φτού και πάλι φτου! @#$%^&* Τώρα άρχισε να φυτρώνει το αίσθημα της απογοήτευσης αλλά όχι ακόμα της παραίτησης. Βιβλιοθήκες, γνωστοί, όλοι κάτι έχουν ακουστά, ναι το ξέρουν, είναι παλιό όμως (του 1995, και θεωρείται παλιό και για αυτό δικαιολογημένα εκτός αγοράς), δεν είχε επιτυχία, κανείς δεν το έχει, στο πουθενά πάλι η κατάληξη. Γκαντεμιά! Και τότε παίρνει άλλη τροπή το γύρεμα, εκτός συνόρων, Γαλλία μεριά. Και εκεί το ξέρουν, ναι, και την συγγραφέα που είναι δημοσιογράφος αρκετά γνωστή, έχει γράψει και άλλα. Η αναζήτηση γίνεται στον κόσμο των παλιών και ανακυκλώσιμων βιβλίων και επιτέλους, μα τον Τουτατή, ω της ευχάριστης έκπληξης, χάρη στην επιμονή φίλου, το αποκτώ, και τώρα το κρατώ στα χέρια μου. Μικρό σε σχήμα, τσέπης, 156 σελίδες, μεγάλα στοιχεία, με πολλούς διαλόγους, απλή γ
λώσσα Η τιμή σε γαλλικά φράγκα, προευρώ κατάσταση. Το έχω και σχεδόν δεν το πιστεύω, έχει περάσει τόσος καιρός κιόλας!
Με λίγα λόγια η πρωτοπρόσωπη ιστορία έχει ως εξής: η συγγραφέας μόλις έχει χωρίσει και πέφτει σε αυτήν την διάθεση της αναδιοργάνωσης του εαυτού της, του χρόνου και αποφασίζει να μην ψάξει άλλον άντρα αλλά να ψάξει άλλους συγγραφείς. Της φαίνεται πιο ανώδυνο. Αν και παραδέχεται ότι δεν είναι σπουδαία αναγνώστρια (είναι βέβαια καλύτερη από όσο περιγράφει τον εαυτό της), προσπαθεί να διαβάσει. Γράφεται στην Βιβλιοθήκη της γειτονιάς της και δίνει πιστές και παραστατικές και με αίσθηση χιούμορ και κριτικής, εκδοχές για την εικόνα της Βιβλιοθήκης, τα ράφια, τους αναγνώστες και τις διαδικασίες δανεισμού. Η όλη υπόθεση αρχίζει όταν συναντά υπογραμμισμένα (εξού και ο τίτλος) αποσπάσματα τα οποία βγάζουν νόημα σχετικά με την ζωή της και είναι κάπως σαν να απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο σε εκείνην. Μπαίνει σε μια φαντασίωση ότι υπάρχει ένας κάποιος που παίζει το κρυφτούλι μαζί της, που καθοδηγεί τα διαβαστικά της βήματα από συγγραφέα σε συγγραφέα, με σκοπό να την οδηγήσει κοντά του. Ζει για να εντοπίσει τα υπογραμμίσεις του, για να απαντήσει αρχικά με δικές της υπογραμμίσεις και στην συνέχεια με γράμματα που δεν ξέρει πού ακριβώς να τα απευθύνει. Όλο το σκηνικό της δίνει μια ζωή, της φτιάχνει μια προσδοκία που άλλοτε την ενθουσιάζει και άλλοτε την απονευρώνει. Το τέλος καλό μιας και μέσα από διάφορα στάδια και περάσματα, επανασυνδέεται με την πραγματικότητα και βρίσκει έναν υποστηρικτικό σύντροφο με σάρκα και οστά.
Η ιστορία μου μοιάζει πολύ αυτοβιογραφική, δροσερή και παιχνιδιάρα μέσα στον παραλογισμό της και στην τελική δεν χρειάζεται να πω πόσο πολύ χαίρομαι που την διάβασα επιτέλους. Ένα ατόφιο βιβλιοβιβλίο ακόμα.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Βιβλία του πιγκουίνου ή αλλιώς Penguin Books, κ.ά.

To 1946, διαβάζω, η Οδύσσεια κυκλοφορεί από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις Penguin στην σειρά classics. Άμεσα πουλιόνται τρία εκατομμύρια αντίτυπα. Στην δεκαετία του 1950 εκδίδονται φρέσκιες, σύγχρονες μεταφράσεις κλασικών κειμένων. Την δεκαετία του 1960 δημιουργείται η σειρά Penguin Modern Classics και αναδεικνύονται συγγραφείς του 20ού αιώνα από όλο τον κόσμο. Την δεκαετία του 1970 καταφθάνουν νέοι μεταφραστές και τα θέματα των εκδόσεων διευρύνονται περιλαμβάνοντας την φιλοσοφία, την θρησκεία, τις επιστήμες, την ιστορία και την πολιτική. Την επόμενη δεκαετία, του 1980, προστίθενται κλασικά έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας και στην συνέχεια, στα 1990 ξεκινά η σειρά Popular Classics (Λαϊκά Κλασικά), εισάγονται τα ακουστικά βιβλία (audiobooks) και το 1999 κατασκευάζεται ο διαδικτυακός τόπος. Τον 21ο αιώνα τα βιβλία των εκδόσεων ξεπερνούν τους 1.300 τίτλους και η κλασική σειρά ξαναντύνεται με νέα εξώφυλλα. Αυτά τα νέα εξώφυλλα της υποσειράς Μεγάλες Ιδέες ήθελα να δείξω. Νέα εξώφυλλα (ζακέτες, παλτά τα ονομάζουν) έχουν βγει να καλύψουν και την σειρά Μεγάλα Ταξίδια που είδα στο ίντερνετ στην οθόνη (από κει τα κατέβασα) αλλά όχι με τα μάτια-χέρια μου.
Διασχίζω βιαστικά το δισκοπωλείο Metropolis. Γνωρίζω ότι έχουν βάλει και βιβλία. Η μια βιτρίνα της Ομόνοιας, τεράααστια, δεν έχει παρά μόνο βιβλία. Αυτά τα δημοφιλή, μεγάλης κυκλοφορίας που τυπώνονται κατά χιλιάδες, χωρίς ρίσκο, όχι τα ψαγμένα. Αλλά, ωπ, νέα ράφια και μια πολύμορφη πολύχρωμη ταπετσαρία από μικρού σχήματος ψηφίδες. Κόβεται η φόρα του αυτομάτου, βιβλία στα αγγλικά, κανένα δεν είναι όμοιο με το άλλο, το καθένα έχει κάτι το δικό του, χρώμα, γραμματοσειρά, σύνθεση, κλασική, έκκεντρη, αισθητικής που περπατάει μέσα στους αιώνες από τον 17ο έως τον σημερινό, ανάγλυφα. Μεγάλος πειρασμός. Να τα πιάσω όλα, ένα πράγμα.
- Τώρα τα φέραμε, λέει ο πωλητής, καινούρια είναι.
- Μα έχουν τόσο τέλεια εξώφυλλα! Τόσο διάφορα μεταξύ τους!
- Ναι, άκουσα ότι έχουν βραβευτεί κιόλας.
Η σειρά αριθμεί 80 τίτλους με ξανασχεδιασμένη εμφάνιση. Δεν θα τα έχουν και όλα, έχουν πολλά όμως και φτου να πάρει ΠΑΛΙ χάνομαι. Γυρνάω πίσω στο οπισθόφυλλο και βλέπω την τιμή ευχάριστη έκπληξη, 4,90 €. Και βέβαια στήνομαι (ξανά δεν χρειάζονται εικασίες) στο ταμείο με δυο στο χέρι. Το ένα είναι του George Orwell με τίτλο Βιβλία κατά τσιγάρων (Books v. cigarettes). Περιέχει πολλά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά που συνδέονται με τον κόσμο του μεταπολεμικού βιβλίου και τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Ο τίτλος οφείλεται στο πρώτο που κοστολογεί την ανάγνωση ως ανθρώπινη δραστηριότητα, για να καταλήξει μετά από υπολογισμούς και μετρήσεις, συν και πλην, ότι στοιχίζει πολύ λιγότερο από το κάπνισμα. Και τα άλλα κείμενα για τον άχαρο ρόλο του επαγγελματία παρουσιαστή βιβλίων με μέσο όρο 100 τον χρόνο, οι αναμνήσεις του από την εποχή που εργαζόταν σε παλαιοβιβλιοπωλείο, ένα δυνατό κείμενο για την πνευματική ελευθερία (intellectual freedom), και πολλά άλλα της δεκαετίας του 1940 και ένα μεγάλο μεγαλύτερο του 952. Το άλλο είναι του Βάλτερ Μπένγιαμιν και μιλάει για το έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής. Κατά τύχη και τα δυο αυτά εξώφυλλα σε πράσινο, τα έχει φιλοτεχνήσει ο ίδιος άνθρωπος.
- Άντε, μονολογώ φεύγοντας, αγόρασα βιβλία από το Metropolis…
- Να πάτε να πάρετε και κανένα CD από τον Ελευθερουδάκη, χαμογελά το παιδί.

Τώρα μην νομίσετε ότι καλύφθηκα με αυτό το θέμα γιατί ήρθε η έκθεση Dalibros στην Αθήνα, στον Ινστιτούτο Θερβάντες, στο νέο κτίριό του στην Αθήνα, Μητροπόλεως 23 στο Σύνταγμα. Η έκθεση παρουσιάζεται στο φωτεινό λευκό πρώτο υπόγειο, μαζεμένη και χορταστική. Αγαπημένη φωτογραφία διάλεξα εκείνην που ο Νταλί κάτω από το τραπέζι με την μεταξωτή του γυαλιστερή λαχουρορόμπα διαβάζει με γουρλωτά μάτια, απορροφημένος και τρομαγμένος ενώ δίπλα στο καβαλέτο ατέλειωτο το σχέδιο για τον Δον Κιχώτη. Έτσι και αγαπημένη εικονογράφηση αυτή του Ιππότη της Ελεεινής Μορφής. Τώρα το κτίριο μια άλλη καταπληκτική κατάσταση! Ο χώρος εισόδου μια ανοικτάδα μα όταν σήκωσα τα μάτια ψηλά είδα τον ουρανό να με σκεπάζει πάνω από τον γυάλινο στηριγμένο σε σιδηροερείσματα θόλο. Έχει και Βιβλιοθήκη (δεν την είδα, το φυλλάδιο πήρα και αντλώ τις πληροφορίες από εκεί). Μέλος μπορεί να γίνει όποιος το επιθυμεί με συνδρομή και να έχει πρόσβαση σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, όλα όσα άπτονται με τον ισπανόφωνο κόσμο πρωτότυπα και σε ελληνική μετάφραση, εφημερίδες και περιοδικά, κινηματογράφο, μουσική, τηλεοπτικές σειρές, οπτικοακουστικό υλικό, βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικό κατάλογο, δανεισμό και διαδανεισμό… http://atenas.cervantes.es

Και τώρα αν νομίζετε ότι με όλα τούτα καλύφθηκα, λάθος γιατί το «Κ»της Καθημερινής της 15ης Νοεμβρίου είχε το αφιέρωμα «Από τον Γουτεμβέργιο στο e-book: εκδότες, συγγραφείς και αναγνώστες υποδέχονται το ηλεκτρονικό βιβλίο», κάτι θα υπήρχε να ειπωθεί και για αυτό, είναι σίγουρο… αλλά να μην σας κουράζω τώρα…

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Πρόσβαση;

Μέρες τώρα στριφογυρνάει αυτή η ανάρτηση στο μυαλό μου. Όλο την αφήνω και περιμένω να γεμίσει. Ούτε και τώρα είναι έτοιμη και καλή δεν θα τη χαρακτηρίσω.
Βολτάροντας στον παγκόσμιο ιστό πέφτω πάνω σε διάφορα, πληροφορίες και εργαλεία που προσπαθώ να συγκεντρώσω, αλλά μάταιο. Είναι υπεράνθρωπη δουλειά να προσπαθείς να βάλεις τάξη στο χάος.
Το 1941 ο αγαπημένος μου Jorge Luis Borges στο έργο του Βιβλιοθήκη της Βαβέλ φαντάσθηκε, οραματίστηκε μια παγκόσμια βιβλιοθήκη που θα συγκεντρώνει όλα τα βιβλία, οποιασδήποτε γλώσσας και γραφής ακόμη και εκείνα τα βιβλία που επρόκειτο να γραφούν. Στην αχανή αυτή βιβλιοθήκη ο βιβλιοθηκονόμος ξοδεύει όλη του τη ζωή για να μπορέσει να εντοπίσει το βιβλίο, την πληροφορία εκείνη, που θα τον οδηγήσει στην αλήθεια. Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ δικαίως θεωρείται από κάποιους σαν προεικόνιση του διαδικτύου, την εικονική αυτή βιβλιοθήκη που αναπτύσσεται στον κυβερνοχώρο. Πράγματι πόσο δύσκολο είναι σήμερα να βρει κάποιος την πληροφορία που θέλει και ας έχει εύκολη πρόσβαση. Είναι ο όγκος που τη κάνει δύσκολη. Η αξιολόγησή της ακόμη δυσκολότερη.
Όποιος ψάχνει όμως βρίσκει, δε νομίζετε;

Χρηστικότατα εργαλεία υπάρχουν κάπου εδώ και μας περιμένουν. Κάποιες από τις ιστοσελίδες που εντοπίζω έχουν σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα (social networks) που ήρθαν μαζί με το WEB 2.0 και μας έφεραν τα blogs αλλά και το facebook. Όσα θέλω να αναφέρω έχουν σχέση με το τελευταίο. Εξαιτίας της φήμης του, έχουν δημιουργηθεί παρόμοιες σελίδες με στόχο όμως να φέρουν κοντά ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, όπως μεταξύ των άλλων το βιβλίο και την ανάγνωση. Πολλοί λοιπόν τέτοιοι χώροι φιλοξενούν συζητήσεις και ανθρώπους που δηλώνουν βιβλιοφάγοι.
Το Libray Thing σου δίνει τη δυνατότητα να φτιάξεις έναν on-line κατάλογο της προσωπικής σου βιβλιοθήκης, τραβόντας βιβλία και εγγραφές από διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου, αλλά και από βιβλιοπωλεία ή ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία (από Ελλάδα συμμετέχουν το Παν/μιο Πατρών και το Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου), να γράψεις σχόλια και κριτικές, να συνομιλήσεις με άλλους αναγνώστες κτλ. κτλ. Τρεις ακόμη σελίδες στο ίδιο ύφος: aNobii, selfari, Goodreads και φαντάζομαι και άλλες πολλές όμορφες τέτοιες σελίδες θα υπάρχουν κατάλληλες για όσους σαν και εμάς αγαπάνε τα βιβλιαράκια τους.

Παράλληλα διαβάζω και ξαναδιαβάζω για τα ηλεκτρονικά βιβλία, απόψεις συγγραφέων, εκδοτών, βιβλιοθηκονόμων, αναγνωστών. Ακούω να μιλάνε για τον θάνατο των εντύπων βιβλίων που από τους αριθμούς δεν επιβεβαιώνεται.
Το ένα συμπληρώνει το άλλο, όλα μαζί για την ανάγνωση, νομίζω.
Ψάχνω ηλεκτρονικά βιβλία και μόλις έχω την πρώτη μου ηλεκτρονική βιβλιοθήκη! Η google διαθέτει χιλιάδες βιβλία ψηφοποιημένα ελεύθερα, πάρτε να διαβάσατε, να μη ξεμένετε ποτέ, είναι εκεί και σας περιμένουν: δέλεαρ!
Μέχρι στιγμής έχω βρει γύρω στα δέκα βιβλία, βιβλία απαραίτητα που έψαχνα. Και δεν είναι μόνο η εταιρεία αυτή που διαθέτει τόσους τίτλους δωρεάν, είναι πολλές ιστοσελίδες ακόμα αλλά και ελληνικές.

Να αφήσω ένα προσωπικό σχόλιο: είμαι δεμένη με τα βιβλία μου και τα ράφια μου και με τον υπολογιστή μου όμως είμαι δεμένη. Πάντα όμως φοβάμαι μήπως ο υπολογιστής μου ξαφνικά μ' αφήσει, απλά σβήσει και δεν ξανανοίξει και ό,τι έχω μέσα του θα χαθεί.
Τα βιβλία μου ξέρω ότι θα με περιμένουν όσα χρόνια και αν περάσουν.

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Βιβλιομαζέματα διάφορα

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει καθιερώσει τον θεσμό Megaron Plus, όπου προσκαλούνται ομιλητές, από το εξωτερικό και από την Ελλάδα, από οποιαδήποτε περιοχή επιστημονική πολιτισμική, ή πολιτική να μιλήσουν για το έργο, την πορεία τους και τις σημερινές τους σκέψεις. Σύνθημά του, εκείνη η επιλεγμένη σύντομη φρασούλα που μπαίνει για να εκφράσει τις επιδιώξεις του θεσμού «Πολιτισμός: είδος πρώτης ανάγκης». Με άλλα λόγια οι άνθρωποι χωρίς πολιτισμό δεν το μπορούν, δεν γίνεται να ζήσουν, είναι ζωτική ανάγκη η έκφραση του μέσα κόσμου. Είναι δε ατομικό μα και συλλογικό κοινωνικό αγαθό ο πολιτισμός, που μοιράζεται, που αποτελεί αντικείμενο υποκείμενο σε «δημόσια διαβούλευση» (ακόμα και αν οι περικοπές και οι οικονομίες αρχίζουν και τελειώνουν στον πολιτισμό και την παιδεία). Οι εκδηλώσεις γίνονται Τετάρτες απόγευμα προς βραδάκι, η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας που διανέμονται χωρίς πολλές πολλές διατυπώσεις μιάμιση ώρα πριν από την έναρξη της εκδήλωσης.
Η Librarian που όλα τα παρακολουθεί, φροντίζει να με ειδοποιεί και να με παρακινεί. Μια και δυο, λοιπόν, κινάω και πάω την Τετάρτη 11 Νοεμβρίου μιας και το θέμα έχει τις «Βιβλιοθήκες στον 21ο αιώνα». Δυο ξένοι καλεσμένοι, τέσσερις Έλληνες και στρογγυλό τραπέζι είναι το μενού. Φτάνω νωρίτερα για να διεκδικήσω το δελτίο εισόδου, όπως κάνουν άλλωστε και πολλοί άλλοι ενδιαφερόμενοι. Νωρίτερα σημαίνει περίμενε στους χώρους του Μεγάρου αφού δεν προλαβαίνει κανείς να φύγει και να ξαναέρθει. Χρόνος καφέ και συναναστροφής, προθέρμανσης και συναντήσεων. Συναντώ και εγώ την Γιάννα και χαιρόμαστε να ξαναβρεθούμε τα λέμε γενικά, για τα επαγγελματικά και τα προσωπικά και αντί για καφέ, διαλέγουμε βόλτα στο υπόγειο κατάστημα του Μεγάρου, την Λέσχη του δίσκου. Περιδιαβάζουμε μόνες μας τον καλοβαλμένο χώρο και όπως είναι φυσικό, δεν έχει μόνο δίσκους,CDς δηλαδή, και DVDς έχει και βιβλία, πολλά, και όχι μόνο μουσικού ενδιαφέροντος, βιογραφικά συνθετών, ιστορίες διαφορετικών ειδών μουσικής. Τώρα εδώ δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς πως και ΠΑΛΙ υπέκυψα στον πειρασμό. Ελεγχόμενα ψευτοπαρηγορώ τον εαυτό μου, είναι μικρά, τόσο δα μικρούτσικα, μια χαψιά θα τα κάνω, δεν θα προλάβουν καν να στοιβαχτούν, και τα έψαχνα, δεν θα μπορούσα να τα αρνηθώ, δεν είναι και τόσο ακριβά πια.
Στο μεταξύ έχει περάσει η ώρα, οι πόρτες έχουν ανοίξει, ο κόσμος προωθείται προς τα μέσα. Μπαίνουμε και εμείς, πρόσωπα γνωστά, νεύει ο ένας στον άλλο από μακριά, χειραψίες και φιλιά από κοντά, καθόμαστε, έρχονται και κάθονται γνωστοί δίπλα μας και ολόγυρα, δημιουργείται κλίμα ευχάριστο, προσμονής. Κάποια στιγμή κάθονται και οι ομιλητές στο μακρουλό τραπέζι και αρχίζει η εκδήλωση. Δεν θα μπω σε λεπτομερή παρουσίαση και ανάλυση της ομιλιών μια γενική τοποθέτηση μόνο.
Ξεκινούν οι ξένοι καλεσμένοι που υποστηρίζουν τις ομιλίες τους με power points που προβάλλονται στην τεράστια οθόνη που πιάνει όλο το βάθος της σκηνής. Δίνουν μια ζωντάνια, μιλάνε για τις άπειρες νέες δυνατότητες, για τα κέντρα μάθησης και υπηρεσιών, για τα μέσα, τα έντυπα, τα οπτικοακουστικά τεκμήρια, προγράμματα, βάσεις δεδομένων, δράσεις για παιδιά και ενήλικες, για διευρύνσεις, για την ανάδειξη του ηλεκτρονικού υλικού. Γίνεται κουβέντα για τον φόβο των καινούριων πραγμάτων, η απάντηση είναι ότι υπάρχει μια εξάρτηση στα γνωστά μέσα (formats) μα τώρα υπάρχουν πολλά μέσα και αυτό είναι προς όφελος.
Τελειώνουν οι καλεσμένοι ακολουθούν οι Έλληνες. Παρουσιάσεις χωρίς στηρικτικά μέσα, καθισμένοι στις θέσεις τους, σχεδόν να μην ξέρεις ποιος μιλάει, τόσο ακίνητοι στις καρέκλες τους (είναι θέμα εκπαίδευσης αυτό δεν το αρνούμαι). Μα είναι και το περιεχόμενο. Σχεδόν στο σύνολό του διακατέχεται από τα «οι κίνδυνοι του διαδικτύου, πρέπει να βάλουμε αυστηρούς κανόνες, να απαγορεύσουμε, να σηκώσουμε τοίχους ασφάλειας, να μην επιτρέπεται εκείνο και το άλλο, να ελέγξουμε, οι απειλές…». Το εντελώς αντίθετο σε νοοτροπία. Τα θετικά απουσιάζουν, οι φόβοι μεγεθυμένοι τρομάζουν. Και το κοινό των μπροστινών καθισμάτων συμφωνεί «ναι, ναι, το κακό υπάρχει και εδώ, καραδοκεί και εκεί, πρέπει να το χτυπήσουμε, να δράσουμε, να κοιτάμε πάνω και πίσω από τον ώμο μας συνέχεια». Το κοινό των πίσω καθισμάτων κοιτάζεται με απορία, προς τι αυτή η φοβική και ανασφαλής αντίδραση. Τι γίνεται εδώ; Γιατί κυριαρχεί η αρνητική σκέψη; Γιατί δεν παίρνουμε τα συν της υπόθεσης, να είμαστε οι περισσότεροι, να κυριαρχήσουμε στο άλλο κομμάτι;

Ανοίγω την σακούλα με τα βιβλιαράκια, το βράδυ αργά.
Για τον Ψυχάρη από τον Λουκά Καστανάκη, εκδόσεις Ερμής, ένα ολόφρεσκο –τώρα το βλέπω, τυπωμένο τον Οκτώβριο 2009– του Ιταλού εκδότη Valentino Bompiani (1898-1992), Τα αόρατα γηρατειά, εκδόσεις Άγρα και του ποιητή Αργύρη Χιόνη, Περί αγγέλων και δαιμόνων, του 2007 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Τρώω τα γηρατειά επιτόπου. Από τις υπογραμμίσεις μοιράζομαι τα λόγια του Ρουσώ «Η θεμελιώδης αρχή κάθε μόρφωσης και αναμόρφωσης δεν είναι να κερδίζουμε χρόνο, αλλά να τον σπαταλάμε» γιατί βρίσκω πως ταιριάζει με την παρουσίαση. Το Ψυχάρη τον ξεφυλλίζω, τον τσιμπολογώ κάθετα και τον βάζω στην θέση του. Προετοιμάζω για ανάγνωση τον Χιόνη, κόβω τα φύλλα προσεχτικά, να μην στραπατσαριστούν οι σελίδες, να μην χάσει το σχήμα το βιβλίο και εισέρχομαι. Το πρώτο κείμενο, σημαδιακό για το όλο έχει τίτλο «Θαλουρανήλ και Νεφοσκοτία». Σάββατο πρωί πριν σηκωθώ από το κρεβάτι διαβάζω το δεύτερο κείμενο «Κυριάκος Παναγιωτόπουλος». Κάθομαι και κλαίω ευχαριστώντας τους βασανισμένους που έφαγαν τα σωθικά τους, ροκάνισαν την μια και μοναδική ζωή τους για να βρουν απαντήσεις (που ίσως να μην υπάρχουν κιόλας ή να παραλλάζουν ανάλογα).

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Βιβλιοπεριοδικό

Μια ανάρτηση που δεν αναρτήθηκε στην ώρα της, ξέμεινε για λίγο, μα να έστω και ετεροχρονισμένα θέλει και επιμένει να βρει την θέση της.
Κυριακή του 27ου Μαραθώνειου στο κέντρο της Αθήνας που κλείνει για τα τετράτροχα οχήματα. Ο υπό
κωφος θόρυβος των βημάτων αντικαθιστά για λίγες ώρες τον συνηθισμένο θόρυβο της κίνησης και σε συνδυασμό με την βροχή και στηn συνέχεια τον βαρύ ουρανό να κρέμεται χαμηλά, η ατμόσφαιρα που τυλίγει την πόλη έχει κάτι απόκοσμο. Άνθρωποι τρέχουν στον ρυθμό του ο καθένας, σε ανάμνηση του μαραθωνοδρόμου που έφερνε το μήνυμα της νίκης σε όλη την διαδρομή ώσπου έπεσε ξέπνοος.
Οι εφημερίδες στην ύλη τους περιλαμβάνουν ειδικές σελίδες ή και ένθετα περί βιβλίων και του κόσμου των συγγραφέων, με αριθμούς, συνεντεύξεις και τα λοιπά. Το Διαβάζω είναι θεσμός πια στον χώρο των περιοδικών, υπάρχουν και άλλα περιοδικά για το βιβλίο (Ιχνευτής, Index, ο δωρεάν Βιβιοπόντικας) και έχουν γίνει κατά καιρούς προσπάθειες να δημιουργηθούν και νέα. Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία υπάγεται και το The Athens Review of Books(με μεγάλα γράμματα σε χρώμα ανοικτό καφέ μου κάνει), Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου (με μικρότερα, λευκά να πατάνε σε καφέ μπάντα). Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε τώρα τον Νοέμβριο του 2009 (έτος 1ο, τεύχος 1, τιμή 5 €). Η μορφή του και η ποιότητα του χαρτιού του εφημεριδιακή, το εξώφυλλο δεν είναι σε πιο σκληρό χαρτί, πιασμένο με «καρφίτσα», σύνολο σελίδων 64. Μηνιαίο, τετράστηλο, με φωτογραφίες έγχρωμες και ασπρόμαυρες. Η σελίδα των περιεχομένων (σ. 3) εκτός από τα περιεχόμενα περιέχει και σύντομα βιογραφικά των συνεργατών (καθηγητές, συγγραφείς, δημοσιογράφοι του χώρου). Το μανιφέστο του περιοδικού (στην σ. 4) παρουσιάζεται με τον τίτλο «Ποιοι είμαστε και τι θέλουμε». Από τα σημαντικά κείμενα των πρώτων τευχών όλων των περιοδικών εντύπων και συνήθως από τις συλλογές λείπει ο πρώτος αριθμός, για αυτό και είναι σημαντικό να σώζεται. Ο αυτοπροσδιορισμός προσδιορίζει «ανεξάρτητη επιθεώρηση ποικίλης ύλης». Την κριτική για την υπάρχουσα κατάσταση (βόλεμα, κατά των εθνικών ψυχώσεων, ολοκληρωτικών καταστάσεων) ακολουθούν τα υπέρ που χαρακτηρίζουν την έκδοση. Υπέρ της αξιόπιστης καταγραφής, του ορθού λόγου και της γνώσης, του διαλόγου, «ανήκουμε στην Δύση». Υπερασπίζεται την πολιτισμική πανσπερμία και προτρέπει προς την περιπέτεια. Κρατάμε λοιπόν τις δηλώσεις-δεσμεύσεις.
Τα άρθρα δεν αναφέρονται αποκλειστικά σε βιβλία, παρουσιάζουν μια ποικιλία και κινούνται στον χώρο του πολιτικού και πνευματικού. Το πρώτο πρώτο άρθρο πολιτικό, «Αριστεροί χωρίς Αριστερά. Ο κύκλος που κλείνει» και αναφέρεται στους Άγγελο Ελεφάντη, Μιχάλη Παπαγιαννάκη και Σπήλιο Παπασπηλιόπουλο. Το δεύτερο για τον Αμερικανό μυθιστοριογράφο Philip Roth. Εκτενές άρθρο για τον Σερβοβόσνιο Ράντοβαν Κάρατζιτζ, για τον Δαρβίνο με την ευκαιρία των 150 χρόνων από την πρωτοδημοσίευση της Καταγωγής των Ειδών και την Ακαδημία Αθηνών, για την εκκρεμή βιβλιογραφία του Εμφυλίου, εκτενείς παρουσιάσεις ελληνικών, μεταφρασμένων και ξενόγλωσσων βιβλίων ποικίλης θεματολογίας κυρίως σύγχρονης που περιλαμβάνει και λογοτεχνία, για τις αναγνωστικές συνήθειες των Ελλήνων και τις συγγραφικές νοοτροπίες, για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Ψυχή Βαθιά.
Φέρνει στο στήσιμο, την δομή και την φιλοσοφία του New York Literary Supplement που κυκλοφορεί με την κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας. Κέντρο βάρος του μοιάζει να είναι περισσότερο τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται τα βιβλία και όχι τα βιβλία ως μέσο μετάδοσης και κυκλοφορίας ερευνών, γνώσεων και ιδεών (όχημα που βρίσκεται σε στάδιο κομβικών μεταμορφώσεων). Κάθε τι που έχει ασχολείται με την ανάγνωση βέβαια είναι ευπρόσδεκτο στο αραιοκατοικημένο τοπίο του βιβλιακού μας πολιτισμού.
Βρέχει, καιρός για διάβασμα. Για αυτό άλλωστε δεν λένε ότι οι δυτικοί κάτοικοι της Ευρώπης διαβάζουν εντατικότερα;

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Οι φωτογραφίες από τις Σέρρες

Κοιτώ τις φωτογραφίες από το τελευταίο μου ταξιδάκι στα βόρεια μέρη μας για να θυμηθώ τις στιγμές εκείνες που ήθελα να μεταφέρω εδώ. Πάει καιρός που σταμάτησα να έχω τις φωτογραφίες μου σε άλμπουμ και σε χαρτί. Είναι όλες σε αυτόν εδώ τον υπολογιστή, μένω πάντα με το άγχος μην πάθει τίποτα ξαφνικά και όλα εξαφανιστούν. Δεν φοβάμαι για τις φωτογραφίες, για τις αναμνήσεις είναι που ανησυχώ.
Πίσω στις Σέρρες λοιπόν, δρόμοι που περπατατώ πρώτη φορά και βάζω σημάδια για να θυμηθώ από που πέρασα, μην και χαθώ γιατί το συνηθίζω να χάνομαι και να νιώθω ότι είμαι σε λαβύρινθο. Μαγαζιά, πινακίδες, σταυροδρόμια, ονόματα δρόμων, σημεία που καταγράφηκαν τόσο δυνατά και με τέτοια αγωνία που θα μείνουν για χρόνια εκεί.
Το κέντρο ένας μεγάλος πεζόδρομος και γύρω γύρω πολύβουες καφετέριες, κάναμε προσπάθεια να βρούμε ένα ήσυχο μέρος να πιούμε έναν ελληνικό και να διαβάσουμε τα βιβλία μας. Μια μικρή καφετέρια που λέγεται Ραδιόφωνο, θυμάμαι ακόμη το σερβιτόρο της που μας έκανε παρέα διαβάζοντας κι αυτός καθισμένος στο δίπλα τραπέζι. Και μετά από τον καφέ πάλι βόλτα, να δούμε ό,τι μας ξέφυγε, να δούμε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή.
Και να πάλι στο πεζόδρομο με τη τόση φασαρία, μόνο που τώρα η ώρα πέρασε, άνοιξαν και τα μαγαζιά και η φασαρία έγινε πιο έντονη.
Ανάμεσα στους ήχους των μεγάλων ασφυκτικά γεμάτων καφετεριών βλέπω ένα βιβλιοπωλείο. 'Ενα βιβλιοπωλείο με άρωμα διαφορετικό και είναι αυτό που θα κρατήσω στη μνήμη μου ως λάφυρο από την πόλη αυτή. Έξω μια ξύλινη ταμπέλα που γράφει με κεφαλαία γράμματα Σχολαρχείον, στο τζάμι της βιτρίνας διάφορα χαρτιά κολλημένα, παρατηρώ εκείνο που έγραφε μεγάλη συλλογή βιβλίων και βιβλία σε προσφορά στον πρώτο όροφο, κάτι τέτοιο έγραφε. Μπαίνουμε μέσα, ένας μικρός χώρος το ισόγειο γεμάτος τσάντες, μολύβια και τετράδια, τα σχολικά που δε μ' αρέσει να βλέπω σε ένα βιβλιοπωλεία. Ψάχνω τη σκάλα να ανέβω στη μεγάλη συλλογή βιβλίων, ξύλινη σκάλα που τρύζει. Ο ημιώροφος γεμάτος με ράφια και βιβλία αλλά ήταν μόνο σχολικά βοηθήματα και η σκάλα συνεχιζει. Ο πρώτος όροφος ένας όμορφος όροφος μόνο με ράφια, ξύλινα, γεμάτος όσο μπορεί να γεμίσει με βιβλία, ένα τραπεζάκι με ένα μπρίκι και τα υπόλοιπα για να φτιάξεις καφέ, δύο τρεις καρέκλες και έτοιμος ο παράδεισος! Από ποιο ράφι να ξεκινήσω να κοιτώ για να βρω το βιβλίο που θα κουβαλήσω από την πόλη αυτή; Ξεκινάω από τις προσφορές που ούτως ή άλλως θα τις τιμήσω, πολλοί τίτλοι πέντε ευρώ ο ένας, ε μόνο έναν να πάρεις δε γίνεται. Ψάχνω από εδώ ψάχνω από εκεί αλλά δε βρίσκω αυτό το ξεχωριστό που ψάχνω. Επιτέλους ακούγονται βήματα στη σκάλα και ανεβαίνει ο ιδιοκτήτης να μας εξυπηρετήσει και να φτιάξει και έναν καφέ, όλοι οι όροφοι δικοί του αλλά όταν είναι πάνω κάτω δεν είναι κανείς. Γύρω στα είκοσι βιβλία μου βγάζει και άντε τώρα εγώ να διαλέξω, το κλασικό το πρόβλημα δηλ. Θα είναι για άλλη μια φορά ποίηση. Οι τοπικές εκδόσεις έχουν κυρίως αυτό εξάλλου.
Και νάτο τώρα το βιβλιαράκι μου εδώ μαζί μου καθώς το ξεφυλλίζω ξανά για να βρω μερικούς στίχους να σας χαρίσω. Σκόρπια ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή που συγκέντρωσε η οικογένεια του και εξέδωσε δύο χρόνια μετά το θάνατό του δίνοντας τον τίτλο Οι φωτογραφίες και στο τέλος το τελευταίο ποίημα που έγραψε λίγους μήνες πριν το θάνατο του.

Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου,
δεν μπορώ
να θυμηθώ ποιός είναι, ούτο το όνομά του
ούτε και τον τόπο που βγήκε η φωτογραφία.
Επάνω της καμία γραπτή ένδειξη δεν υπάρχει
μόνο από τα ρούχα κάπως το χρόνο υποθέτω.
Απορώ λοιπόν γιατί τόσα χρόνια διστάζω να τη σχίσω
κι έτσι από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο
να ελευθερωθώ και
να τον ελευθερώσω.
***
Ωστόσο η φθορά παγιδεύει τη φωτογραφία.
Ο τάφος του είν' αυτή ή
μήπως ο δικός μου στίχος;
***
Το ξέρω πως δεν είσαι κλεισμένη
εδώ μέσα στο χαρτί.
Μα εγώ μόνο σ'αυτό πια σε βρίσκω.
***
Τραγούδησα γι' αυτούς που έπεσαν
για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Τραγούδησα γι' αυτούς που τυραννίστηκαν
για την ελπίδα του ανθρώπου.
Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα
να πάρω ένα δρόμο απάτητο
να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι
να πάψουν να με κυνηγούν σκιές
να βρω καινούρια γέφυρα
στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι
και το πετάει μαδημένο
στις άδειες στέρνες των αιώνων.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Το ύφος της σιωπής

Είναι από εκείνες τις Κυριακές που έχεις πολλά να κάνεις, πολλά εναλλακτικά πράγματα που όλα θα τα ήθελες πραγματικά. Έχεις να επιλέξεις ανάμεσά τους και διστάζεις, δεν σηκώνεσαι καν, ταλαντεύεσαι μεταξύ του ενός και του άλλου, καθυστερείς να πάρεις εμπρός, πηγαινοέρχεσαι φαινομενικά άσκοπα. Έχει και ολοκληρωτική συννεφιά, έχει και κρύο που δεν υποδέχεται το σώμα σου πρόθυμα. Μια αχτίδα ήλιου τρυπώνει ανάμεσα στην γκριζάδα και το χλωμό της φως αναδεικνύει την σκοτεινιά περισσότερο. Δεν διαρκεί και πολύ.
Σε αυτήν την ατμόσφαιρα και το κλίμα του χειμώνα, σχεδόν μόνο του αυτοπροτείνεται το βιβλίο του Hugo von Hofmannstahl, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος, ο γερμανικό τίτλος σκέτα Μια επιστολή, (εισαγωγές Claudio Magris, Enrique Vila-Matas, μετάφραση-επίμετρο Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, 76 σ.). Στο εξώφυλλο ακίνητος μας θωρεί ο Βιεννέζος Hofmannstahl (1874-1929), διεισδυτικά βαθύ το βλέμμα του και ο λογισμός του.
Μορφή του κειμένου η επιστολική, με αποστολέα και δέκτη κατασκευασμένους. Ο χρόνος προσδιορίζεται στις 22 Αυγούστου 1603. Δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, κυλάει σαν εξωτερικευμένη μύχια σκέψη. Μορφή δοκιμασμένη και δημοφιλής, που με το ένα πόδι πατάει στην φαντασία και τον μύθο και με το άλλο στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία, κάνοντάς την αληθινή, εξομολόγηση μέσα σε πέπλα τυλιγμένη. Διδακτική, συμβουλευτική; καθόλου.
Αποτραβηγμένος, αποθαρρυμένος, φοβισμένος ότι η ρητορική των λέξεων, μία προς μία και όχι συναρμοσμένες, δεν επιτρέπουν την κατανόηση της ουσίας των πραγμάτων. Τα ενθουσιώδη νιάτα που εμπιστεύονται την γνώση, την υπέρβαση που φτιάχνει ποίηση και αλήθεια, τα έχει εγκαταλείψει. Η πίστη στην ενότητα και σύμπνοια των κόσμων δεν υφίσταται πια. Έχει χάσει «την ικανότητα να σκέφτομαι… Κάτι βαθιά μέσα μου με εμπόδιζε να διατυπώσω κρίσεις… όχι εξαιτίας επιφυλάξεων… αλλά επειδή οι αφηρημένες λέξεις… διαλύονταν στο στόμα μου…» (σ. 32-33). Αμφιβολία, όλα γίνονται ψεύτικα, διάτρητα, οι συνήθειες δεν βοηθούν, έρχεται ένας αποκλεισμός, η αίσθηση μοναξιάς. Τα πιο ασήμαντα και τετριμμένα έχουν οντότητα και ιδιαίτερη σημασία και εφόσον όλα μα όλα (σκέψεις περασμένες και τωρινές, ξεχασμένες και ονειρικές και τα αντικείμενα) έχουν οντότητα, βαραίνουν, μπερδεύουν. Μαγεία είναι να «σκεφτόμαστε με την καρδιά» που όταν τελειώσει η επήρειά της δεν περιγράφεται με λέξεις της λογικής, με ακρίβεια. Αισθάνεται πως ζει μια ζωή κενή και καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην αυστηρή και πειθαρχημένη εκπαίδευσή του. Όλα φαίνονται γελοία και ασήμαντα, έτσι δεν θα γράψει τίποτα πια, κανένα βιβλίο, θα κλειστεί στην σιωπή του.
Ο Claudio Magris παρουσιάζει τον Hofmannstahl ως συγγραφέα γεννημένο με «κλίση για ρήξη και διάλυση που προσπάθησε ακούραστα να μετατρέψει τη νεωτερικότητα σε παράδοση… το άγνωστο στο καθησυχαστικό αυλάκι μιας οικείας κληρονομιάς» (σ. 10). Το εγώ καταπίνεται στην δίνη των πραγμάτων, η γλώσσα δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει και να υποτάξει, η υποκειμενική ευαισθησία δεν είναι το ζητούμενο της λογοτεχνίας. Η σύγκρουση που ζει ο Hofmannstahl δεν τακτοποιείται για αυτό και επιλέγει να καταφύγει στην σιωπή.
Το ίδιο βλέπει και ο Enrique Vila-Matas την αδυναμία και μη πίστη του Hofmannstahl στις λέξεις, την χρεοκοπία των συμβόλων που δεν συμβολίζουν πια τίποτα, την γλώσσα των βουβών πραγμάτων, το ύφος της τέχνης της σιωπής που κεντρίζει.
Το επίμετρο της Έφης Γιαννακοπούλου εξηγεί άλλα ζητήματα, μιλάει για το ύφος και τον χρόνο γραφής και για την διαδρομή της μετάφρασης, προσθήκη σε πρώτο πρόσωπο για την ελληνική απόδοση.
Η έκδοση περιλαμβάνει βοηθητικά εργαλεία κατανόησης του κειμένου, εκτός από τις δυο σύγχρονες εισαγωγές και το επίμετρο, έχει και ένα ανθολόγιο κριτικών που δείχνουν την υποδοχή του έως το 1950 και την εργοβιογραφία του. Μια έκδοση θα μπορούσε να πει κανείς κριτική, κέρδος για όσους δεν διαβάζουν απευθείας από γερμανόφωνα κείμενα. Όπως άλλωστε είναι όλα τα γερμανόφωνα στην σειρά Ξένη Λογοτεχνία αυτών των πάντα φροντισμένων εκδόσεων.

Μπαλώματα αχνού ουρανού και φωτεινών αχτίδων που και που.
Σημάδια-λέξεις του καιρού, με κουφαίνουν.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Πίσω στα παιδικά βιβλιοβιβλία

Περνάω από το βιβλιοχαρτοπωλείο της γειτονιάς, δεν κοντοστέκομαι καν, δεν θέλω να μπω σε κανέναν πειρασμό, έχω πολλά διαβάσματα, στοίβες σε διάφορα σημεία και άλλες τόσες δουλειές διαβαστογραφερές. Προσπαθώ, πάντως προσπάθησα μα η άκρη του ματιού μου πιάνει ένα μεγάλο, φωτεινό, χαρούμενο, παιδικό βέβαια, βιβλίο με ένα ζούδι να διαβάζει ευχάριστα απορροφημένο στην μπανιέρα του και ολόγυρα ράφια με βιβλία και χάμω άλλα σε ντάνες και ένα πλατιά ανοιγμένο. Εεε πάει πολύ, αυτόματη στροφή, κάρφωμα, είσοδος, απτική επαφή, άνοιγμα, εικονογράφηση που κόβει την ανάσα και οι δυο πρώτες αράδες: «Ο Ατσίδας είναι πάντα μ’ένα βιβλίο στο χέρι./Όπου σταθεί και όπου βρεθεί διαβάζει.»
Είναι δυνατόν να μην το πάρω εδώ και τώρα, άμεσα, χωρίς άλλη σκέψη, αναβολή, χρονοτριβή. Όχι, δεν είναι! Παίρνω επ’ ευκαιρία και τρία άλλα.
Με την σακούλα και την λεία και μικρές ενοχές αλλά και ανυπόμονη χαρά βιάζομαι να επιστρέψω, να πιάσω, να φυλλομετρήσω χαλαρά, να πάρω τις πρώτες εντυπώσεις, να σχεδιάσω τον χρόνο που θα τους βυθιστώ.
Η ταυτότητα του βιβλίου: τίτλος Ο Ατσίδας και ο κλέφτης, συγγραφέας ο Ζαν-Μπατπίστ Μπαρονιάν, εικονογράφος ο Λ. Λοράνς, μεταφραστής ο Βαγγέλης Τασιόπουλος, εκδόσεις οι Σύγχρονοι Ορίζοντες. Πρωταγωνιστής ο Ατσίδας, η κυρία Αίγα, υπεύθυνη της δημόσιας βιβλιοθήκης, η παρέα από τα διαβαστερά ζώα και ο Μαυροκόρακας. Η υπόθεση απλή: ένα βιβλίο λείπει από ψηλό ράφι, επικρατεί αναστάτωση από την απώλεια, βασικός ύποπτος εξαιτίας του ύψους της η καμηλοπάρδαλη, όμως τα ίχνη οδηγούν κάτω από την σκεπή και τον βυθισμένο στην ανάγνωση Μαυροκόρακα «Μου γυάλισε το εξώφυλλο» λέει σαν γνήσιος μαυροκόρακας «κι ήθελα να το διαβάσω. Δεν είμαι κλέφτης. Θα το βάλω πάλι στη θέση του.», διαβεβαιώνει ο ένοχος. Κατάληξη και ποινή του η ανάγνωση να διαβάσει δυνατά σε όλους την ιστορία του βιβλίου. Βιβλιομανία από μικρή ηλικία, φροντίδα για τα βιβλία και η ανάγνωση μια δραστηριότητα ανοικτή, που μοιράζεται.

Μυστήριο για βιβλία που εξαφανίζονταν από την βιβλιοθήκη λύνει και ο Ζαχαρίας σε μια από τις περιπέτειές του, Το μυστήριο της Βιβλιοθήκης, συγγραφέας-εικονογράφος ο Δημήτρης Κερασίδης, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία. Βιβλιοβιβλίο που περίμενε στο ράφι την κατάλληλη στιγμή να ωριμάσει, να έρθει να ταιριάξει και έχει να κάνει με χαμένα βιβλία. Σε αυτήν την περίπτωση ο ποντικοΖαχαρίας θα πρέπει να κερδίσει σε ένα διαγωνισμό γνώσεων την πάνσοφη ομάδα των αρουραίων προκειμένου να απαλλάξει τους εγκυκλοπαιδικά ηττημένους ποντικούς από το να τους πληρώνουν τυρί. Ο ποντικός μπάρμπα-Λάμπρος μαθαίνει τρώγοντας σελίδες μα αρρωσταίνει, ο Ζαχαρίας μαθαίνει διαβάζοντας τρεις μήνες και τελικά κερδίζει στον διαγωνισμό. Τα βιβλία δεν εξαφανίζονται πια και ας αναρωτιούνται πώς έγινε αυτό ο βιβλιοθηκάριος κύριος Ραφοθέτης και ο αστυνόμος Ψάχνος.

Δυο παιδικά αστυνομικά με φόντο δράσης βιβλιοθήκες, οι χώροι με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τις γωνιές, την επιβεβλημένη ησυχία, την υποβλητική ατμόσφαιρα και αντικείμενα αναζήτησης πολύτιμα βιβλία που κλείνουν γνώσεις προσφέρεται. Ήρωες από τον κόσμο των ζώων. Τρία βασικά χαρακτηριστικά: παιδικά, μυστήριο και βιβλιοθήκες με βιβλία που εξαφανίζονται.
Καλή εβδομάδα που μόλις εμφανίστηκε!.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Κομμάτια ιστορίας

Για την ιστορία του βιβλίου και της τυπογραφίας έχουμε ακούσει, για την ιστορία του ελληνικού βιβλίου επίσης, ακόμη και για την ιστορία της ανάγνωσης. Για τη σύγχρονη εκδοτική ιστορία της Ελλάδας όμως τίποτε. Η ιστορία δηλαδή των εκδοτικών οίκων, των επιχειρήσεων εκείνων που σχεδιάζουν ένα εκδοτικό πρόγραμμα, οργανώνουν εκδοτικές σειρές επιλέγοντας τίτλους και συγγραφείς και ξεκινούν εν ολίγοις να παράγουν, να διακινούν και να προωθούν το ελληνικό βιβλίο κάτω από συνθήκες δύσκολες. Εξαιτίας αυτών των δύσκολων συνθηκών όλες οι προσπάθειες που γίνονταν, γίνονταν με μεράκι, όρεξη και από λίγους τολμηρούς που είχαν το θάρρος να ξεκινήσουν να καλύψουν ένα κενό. Η ιστορία αυτή ξεκινά πολύ αργότερα σε σχέση με άλλες χώρες αλλά σε αυτήν την αρχή οφείλουμε την ανάπτυξη της εκδοτικής παραγωγής που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Όταν μιλούν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης εμείς μόνο να σωπαίνουμε μπορούμε για να μαθαίνουμε ποια ήταν η αρχή όλων. Και σε αυτό το βιβλίο πράγματι μιλούν.
Πρόκειται για ένα ανθολόγιο κειμένων που συγκεντρώθηκαν μέσα από το χρόνο από εφημερίδες και περιοδικά (όπως το περιοδικό Φωνή του βιβλίου που ξεκίνησε το 1931 και ήταν το πρώτο περιοδικό που αφορούσε αποκλειστικά στο βιβλίο) με απώτερο σκοπό να μας δώσουν ένα κομμάτι ιστορίας για τον ελληνικό εκδοτικό χώρο. Ο ιστορικός Βάσιας Τσοκόπουλος και οι Αγγελική Πασσιά και Γιάννης Χρυσοβέργης συγκέντρωσαν για λογαριασμό του ΕΚΕΒΙ τα κείμενα αυτά που γράφτηκαν κυρίως τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Βιβλιακές συζητήσεις, προβληματισμοί και ανησυχίες ανθρώπων που ενδιαφέρονταν για το βιβλίο, όπως οι Δροσίνης, Νιρβάνας, Ξενόπουλος, Ουράνης, Παράσχος και οι εκδόσεις Φέξη, Κολλάρου, Ελευθερουδάκη, Σιδέρη.

Το ανθολόγιο ξεκινά με ένα απόσπασμα του Δροσίνη που γράφτηκε το 1885 στο οποίο αναφέρει τη λαχτάρα του για να εντοπίσει εκδότη που θα εκδώσει τα ποιήματά του. Ακολουθούν κείμενα που προτείνουν λύσεις στο πρόβλημα των λίγων αναγνωστών όπως το να εκδίδονται βιβλία τσέπης που προτείνει ο Παύλος Νιρβάνας, την ίδρυση δημόσιων βιβλιοθηκών, τη δημιουργία καλλιτεχνικών εκδόσεων όπως αναφέρει ο Μάρκος Τσιριμώκος, την έκδοση ποιοτικότερων ελληνικών βιβλίων, η «Εβδομάς του Ελληνικού Βιβλίου» τη δημιουργία δηλ. εκθέσεων βιβλίου όπου οι αναγνώστες θα μπορούν να παίρνουν σε καλύτερη τιμή βιβλία που προτείνει ο εκδότης Σαλίβερος. Κείμενο του Νάσου Δετζώρτζη που αναφέρει την επιτυχία που είχε η πρώτη «Εβδομάς του Ελληνικού Βιβλίου» που πραγματοποιήθηκε στις 16-27 Απριλίου 1932 με πρωτοβουλία της Ελένης Ψημένου. Κείμενα που γράφτηκαν κατά την οικονομική κρίση για την κρίση του βιβλίου από ανθρώπους όπως τον Παν. Καλλογερόπουλο διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Βουλής και τον ακαδημαϊκό Γρ. Καμπούρογλου. Κείμενα που αποτυπώνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ εφημερίδων και βιβλίων.
Κείμενα, κείμενα, κείμενα κομμάτια μιας ιστορίας που λίγοι γνωρίζουμε και πόσα ακόμη κείμενα μένουν τυπωμένα και χαμένα σε παλιές κιτρινισμένες σελίδες περιμένοντας να ενωθούν για να αποφέρουν γνώση…

Πώς να ξεκινήσουμε να μιλάμε για το σήμερα χωρίς να ξέρουμε το πριν, την αρχή;

Δύσκολο να εντοπιστεί το βιβλίο και ας εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα. Καλό μεγάλο μας έκανε όποιος σκέφτηκε να το ψηφιοποιήσει και να το ανεβάσει στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ γιατί τέτοιες έρευνες που μόνο προβληματισμό και γνώση μπορούν να φέρουν, πρέπει να υπάρχουν για να τις ξέρουν όλοι.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Πού πάει ο αγράμματος συγγραφέας....

Όλη την εβδομάδα που πέρασε αμφιταλαντεύομαι πάλι τι να γράψω, για ετούτο το θέμα ή για εκείνο το βιβλίο. Δεν μπορώ να καταλήξω σε έναν ειρμό, πάω και έρχομαι σε διχοστασία. Τίποτα δεν ωριμάζει εντελώς, όλα κρέμονται μισογινομένα, να αργοπορούν. Πέφτω και κοιμάμαι τα βράδια, σηκώνομαι το πρωί και η αυτόματη διεργασία δεν προκρίνει κανένα θέμα. Και όμως επιθυμώ να τα εκφράσω όλα, στην σειρά τους δεν μπορώ να τα βάλω. Στο ράφι με τα βιβλιοβιβλία, λοιπόν, αποφασίζω να καταπιαστώ με τον αγράμματο συγγραφέα που πάει διακοπές (Γιώργος Σωτηρέλλος, Ο αγράμματος συγγραφέας πάει διακοπές, Scooter Books, Αθήνα 2008, 125 σ.), βιβλίο που κοπίασα να το βρω, δεν το είχε ο ένας, δεν το είχε ο άλλος, θα ρωτούσαν, να ξαναπεράσω, γιατί πολύ μου άρεσε και καλή συντροφιά μου κράτησε. Βέβαια ο αγράμματος συγγραφέας δεν είναι ο καμηλιέρης που ονειρευότανε να πάει στην πόλη, να γράψει. Ίσως να ήταν και αυτός μα όχι μόνον αυτός. Υπάρχουν και άλλοι...


65 μικρά κείμενα, ριχτές ματιές σε σκέψεις, αυθόρμητες αντιδράσεις, απορίες, επιστολές προς κάποιον που δεν γνωρίζουμε ή φανταζόμαστε αλλά θα θέλαμε να του πούμε κάτι, ή που τον ξέρουμε αλλά βγαίνει πιο εύκολα έτσι, βλέμματα που περιφέρονται και κοντοστέκονται, προτάσεις-σχεδόν τσιτάτα που κολλάνε και λέγονται σε όλες ακόμα και άσχετες περιστάσεις, που τελικά παίρνουν ιδιαίτερη σημασία, περίπατοι που καταργούν τον χρόνο και φτιάχνουν μια ενιαία εντύπωση, ωδίες και παρωδίες, ειρωνείες και ειρωνικότητες. Από όλα κρατώ τα βιβλιοκειμενόπουλα που είναι και αρκετά.

" Προσχέδιο συγγραφής μυθιστορήματος" το πρώτο πρώτο. Αρχίζω το διάβασμα, τέλειο, θα πάρω και άλλο. Πρόσωπα ένας βιβλιοθηκάριος και ένας φαροφύλακας. Ο βιβλιοθηκάριος στην οργανωμένη βιβλιοθήκη του χωριού, καρφωμένος στην απόλυτη ερημιά, στο πουθενά, χωρίς αναγνώστες, χρήστες τους λέμε τώρα, γράφει ένα εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα που δεν τελειώνει αν και έχει φτάσει αισίως στην σελίδα είκοσι πέντε χιλιάδες. Είναι ογδόντα ετών και το μυθιστόρημά του λειτουργεί κάπως σαν το υφαντό της Πηνελόπης. Εκείνη όταν το τελειώσει θα πρεέπι να διαλέξει ποιον μνηστήρα να παντρευτεί (για αυτό και τις νύχτες το ξηλώνει κρυφά), ο βιβλιοθηκάριος "διαισθανόταν ότι στο τέλος της συγγραφής τον περίμενε ο θάνατος" και έτσι δεν το τελειώνει, είναι ο λόγος του να ζει μιας και είναι λησμονημένος από τους ανθρώπους.
¨Έκανα λάθος για την Ιαπωνία" επιστολή προς τον Βικέντιο που έγραψε νέο βιβλίο, κρίσεις, σχόλια για τα είδη γραφής και την μίξη τους, την παρατήρηση των ανθρώπων από μακριά (κουτσομπολιό το λένε μερικοί αλλά δεν είναι), τα σενάρια που φτιάχνονται και αναιρούνται και ξαναφτιάχνονται για τις ζωές και τις σχέσεις και ένα σενάριο για την τεράστια επιτυχία του βιβίου στην Ιαπωνία, χώρα των χαϊκού (μου θύμισε το γαλλικό βιβλίο Είμαι ένα Ιάπωνας συγγραφέας γραμμένο από Τζαμαϊκανό, παλιότερη ανάρτηση εδώ).
"Το ποίημα" με τις απείθαρχες λέξεις που δραπετεύουν προς πάσα κατεύθυνση, λύση προσφέρει ένα αγαπημένο χαϊκού. "Το βιβλίο της Ιστορίας" με αφορμή το γνωστό σχολικό εγχειρίδιο με σχόλιο ετεροχρονισμένο. Το "Επίμετρο" έρχεται σε συνέχεια του "Στο τρόλέϊ" για να αναρωτηθεί πάνω στο θέμα της διαχρονικότητας της λογοτεχνίας. 'Το γράμμα" μιλάει για έναν συγγραφέα που ενώ έχει αποσυρθεί ώστε να γράψει το βαθύ του μυθιστόρημα ήθελε με αγωνία να λάβει μια επιστολή που θα του αποδείκνυε ότι κάποιος τον θυμήθηκε. "Τα βιβλιοδέντρα" που καλλιεργούν ανεξαιρέτως όλοι από μόδα με τόση μανία που η υπερπαραγωγή οδηγεί τους βιβλιοκαρπούς σε σάπισμα και δυσοσμία. "Η Εστία", η εφημερίδα που διατηρεί το παρελθόν ζωντανό με την αμετακίνητη μορφή και την παρουσίαση των ειδήσεων για αυτούς που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν, τους δίνει σιγουριά, μια προστασία στο άγνωστο και την μοναξιά.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια βιβλιογραφία δυόμιση σελίδων. Δεν συνηθίζεται τα λογοτεχνικά κείμενα να συνοδεύονται από βιβλιογραφία, σε αντίθεση με τα επιστημονικά που καλούνται να τεκμηριώσουν τα γραφόμενά τους, να παρέχουν ακριβείς αποδείξεις, πού εντοπίστηκε η συγκεκριμένη πληροφορία, ποιος είπε τι και πότε, πώς το στήριξε. Τα λογοτεχνικά είναι δεοντολογικά ελεύθερα να κυκλοφορούν χωρίς τεκμηριώσεις και σημειώσεις, κανείς δεν περιμένει να αποκαλύπτουν τις πηγές έμπνευσής τους. Ίσα ίσα χαίρονται οι κριτικοί και ερμηνευτές να παίζουν το παιχνίδι της αναζήτησης και της ανάλυσης. Οι συγγραφείς στις βιογραφίες τους λένε όπως εκείνο επιλέγουν τα συστατικά τους, τις εμπειρίες και τα διαβάσματά τους. Ο αγράμματος, αντίθετα, έχει κλείσει με βιβλιογραφία των τριών τελευταίων δεκαετιών, ελληνική, μεταφράσεις προς τα ελληνικά, αγγλικά κυρίως και δύο γαλλικά βιβλία και τελευταίο ένα ιταλικό όπως μου κάνει. Δίνει αδίστακτα και απροκάλυπτα τα κείμενα με τα οποία έχει συνομιλήσει, που τον κέντρισαν και του έβγαλαν μια σκέψη, μιαν αντίδραση, φορές μιαν απορία. Αποκαλύπτεται με απλότητα, παίρνει το μυστήριο μακριά και δείχνεται πολυποίκιλος αναγνώστης με δίχτυα που αλιεύουν σε κλασικά και όχι τόσο νερά.
Εντυπωσιάζομαι και που το κάνει και που θυμάται, σημειώνει τις διαδρομές του μπρος πίσω.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Dalibros

Αν το καλοσκεφτείς όλα και όλοι τελικά μπορούν να συνδεθούν με τον κόσμο του βιβλίου.

Μια αόρατη γραμμή που μαγικά ενώνει.

Για να φτιαχτεί ένα παζλ όλα τα κομμάτια χρειάζονται, αν λείπει έστω και ένα το αποτέλεσμα σίγουρα θα απέχει από την τελειότητα.

Λόγος για την έκθεση με τίτλο «Ο Νταλί και τα βιβλία» που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στα 44α Δημήτρια, στην μεγάλη αυτή πολιτιστική γιορτή.

Μια έκθεση, χωρισμένη σε τρία μέρη, για τον αγαπημένο Dali ως αναγνώστη, ως συγγραφέα, ως εικονογράφο. Όχι οι πίνακες του, αλλά τα βιβλία από την προσωπική του βιβλιοθήκη καθώς και η φωτογραφίες του μαζί τους, οι ζωγραφιές στα λευκά περιθώρια των σελίδων, γραμμές μέσα από τις λέξεις, μαγεία.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες απεικονίζουν τον Dali και την αγαπημένη του Gala να ποζάρουν διαβάζοντας, αγαπημένη συνήθεια που είχε από την εφηβική του ηλικία. Η συνήθεια αυτή καλλιεργήθηκε τόσο από τα βιβλία που έπαιρνε από τον θείο του Ανσέλμ Ντομένεκ, ένας πολύ σημαντικός βιβλιοπώλης της Βαρκελώνης, όσο και από την προσωπική βιβλιοθήκη του πατέρα του. Αργότερα ως φοιτητής στην Καλών Τεχνών στη Μαδρίτη σύχναζε στη βιβλιοθήκη της Φοιτητικής Εστίας, όπου έμενε μαζί με τους συγγραφείς Ραφαέλ Αλμπέρτι και Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα.

Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως άναρχος και ανοργάνωτος αναγνώστης. Δεν ακολουθούσε καμία σειρά όταν ερχόταν η στιγμή να επιλέξει τι θα διαβάσει. Τα 4.337 βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης φυλάσσονται στο Κέντρο Μελετών για τον Νταλί στη Φιγκέρες. Τα 228 από αυτά περιέχουν σκίτσα και σημειώσεις του. Η προσωπική του βιβλιοθήκη είχε την τύχη να γλιτώσει από τυχόν διασπάσεις, επιζεί ως σύνολο, σαν ένα κομμάτι του καλλιτέχνη και δικαίως θεωρείται πηγή πληροφοριών για τη ζωή και το έργο του.

Ιδιαίτερα αξιόλογο είναι και το συγγραφικό του έργο που λίγοι γνωρίζουν. Ο ίδιος προβληματιζόταν για το αν θα έπρεπε να αφιερωθεί στη συγγραφή ή στη ζωγραφική. Δυστυχώς η συγγραφή του αντιμετωπίζεται σήμερα ως υποδιαίστερη της ζωγραφικής του. Κι όμως τα άρθρα του, οι διακηρύξεις του, τα βιβλία του, αυτοβιογραφικά, λογοτεχνικά, ποίηση και θεατρικά έχουν κάτι ιδιαίτερο όπως και οι πίνακές του. Είναι οι κανόνες (γραμματικοί, συντακτικοί, ορθογραφικοί) που γι’ αυτόν δεν έχουν κανένα νόημα και καμία ουσία.

Η ιδιαίτερη σχέση του με τα βιβλία και την ανάγνωση διαφαίνεται και στις εικονογραφήσεις του. Πληθώρα βιβλίων και περιοδικών έχουν την υπογραφή του ως εικονογράφου. Κλασικά βιβλία (όπως η εξαιρετική εικονογράφηση του Δον Κιχώτη του Θερβάντες που βρίσκεται και στην ελληνική έκδοση), βιβλία υψηλών πωλήσεων, βιβλία μικρών εκδοτικών οίκων και βιβλία δικά του συνοδεύονται από τα σχέδια του.

Η έκθεση θα έρθει και στην Αθήνα αλλά σίγουρα δεν θα φιλοξενηθεί σε ομορφότερο χώρο από το κτίριο Casa Bianca το γεμάτο ιστορία. Δεν μπορούσα να μην την επισκεφτώ κι ας έπρεπε να ταξιδέψω δύο φορές μέχρι τη Casa Bianca για να πετύχω την έκθεση ανοιχτή. Αναμφισβήτητα μόνο κερδισμένη βγήκα.

Ήταν λες κι αυτή η έκθεση δημιουργήθηκε για να μπει σε αυτό το blog.

Ιδιαίτερα σημαντικός και ο κατάλογος την έκθεσης, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για όλα αυτά, για να μη χαθούν οι πληροφορίες και αυτό το σπάνιο φωτογραφικό υλικό που δε συναντάς συχνά.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Βιβλιοθηκοχρώμα


Και επειδή η προηγούμενη ανάρτηση δεν είχε καμιά εικόνα και καθόλου χρώμα, ήρθε η σειρά για ζωντανές φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες είναι από ένα πανεπιστημιακό πολυκέντρο που αποτελείται από βιβλιοθήκη, κέντρο πληροφορικής και βάσεων και άλλα. Βρίσκεται περίπου μια ώρα έξω από το Βερολίνο και το μέρος λέγεται Cottbus, ένα τυπικό γερμανικό χωριό που έχει και πανεπιστήμιο. Δεν θα πω πολλά λόγια για να μιλήσουν οι παραστάσεις.
Συναντά κανείς το κτήριο στα δεξιά του πάνω σε ένα μικρό πράσινο ύψωμα. Ξεχωρίζει από μακριά και δίνει το στίγμα του στον περιβάλλοντα χώρο. Το χρώμα του σε τόνους του γκρι που πιάνει και το ασημί και μια αίσθηση του διάφανου. Δένει με φόντο τον ουρανό. Το σχήμα του δίνει την εντύπωση του ρευστού, του κυματιστού και η είσοδος κρυμμένη. Το ύψος του μεγάλο, επιβλητικό, δεσπόζει. Σου μπαίνει η ιδέα ότι ίσως να υπάρχει ένα γραπτό κείμενο πάνω στους τζαμένιους τοίχος που είναι δυνατόν να διαβαστεί, να γράφει κάτι μεγάλο. Μα όχι, θυμίζουν γράμματα στην ευρεία τους έννοια, δεν είναι συγκεκριμένα ενός αλφαβήτου γράμματα.
Μπαίνεις μέσα και σε πιάνει το χρώμα από τα μούτρα. Πολλά, παντού, κυρίως φούξια και λαχανί, κίτρινο, ηπιότερο πράσινο. Οι φόρμες που κυριαρχούν με στρογγυλάδα, κυκλικές, περιστρέφονται ολόγυρα. Το φυσικό φως να εισβάλει από όλες τις μεριές, το όποιο, το όσο. Οκτώ όροφοι και η κεντρική σκάλα, χιτσκοκική σπείρα που στροβιλίζεται στριφογυριστά.

Η πρόσβαση στα ράφια και τα βιβλία ανοιχτή. Σήμανση να καθοδηγεί, να απαντάει στις ερωτήσεις πού, ποια, τι, πριν καν τεθούν. Εξοπλισμός ο καλύτερος, ο τελειότερος, ο πιο φρέσκος και σύγχρονος, σε υπολογιστές, σε σαρωτές, σε αναγνωστικά μηχανήματα μικροταινιών, σε υποδομή να φέρεις τα δικά σου μέσα. Τα καθίσματα, ποικίλες εκδοχές, δίνουν άνετο σχήμα στο σώμα ανάλογα με την ανάγνωση, της συγκέντρωσης και μάθησης, της γραφής, της χαλαρής σχόλης.
Ο αριθμός των τεκμηρίων που δανείζονται φτάνει τα 60, η διάρκεια δανεισμού τέσσερις εβδομάδες με λιγοστές εξαιρέσεις. Τεκμήρια είναι, φυσικά τα βιβλία, αλλά περιλαμβάνονται περιοδικά (ακόμα και τα εβδομαδιαία ευρείας κυκλοφορίας), CD-ROM με μουσική και ταινίες κινηματογραφικές, ή άλλα θέματα, ακουστικά βιβλία (έχουν μεγάλη τράβηξη και κυκλοφορία και είναι πολύ δημοφιλή).
Μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και κέντρο πληροφόρησης που συνομιλεί και με την τοπική κοινωνία. Ανακοινώσεις για όλα και για εκδηλώσεις καλύπτουν τουλάχιστον τρεις επιφάνειες αφιερωμένες στην ενημέρωση. Προθήκες που ακολουθούν θεματικά εκθέσεις που φιλοξενούνται σε άλλα σημεία της πόλης, και λειτουργούν διασυνδεμένες συμπληρωματικά. Ένα κέντρο που δεν κοιμάται, δεν μένει στατικό στην αποστολή του, προσαρμόζεται και συμβαδίζει με τα αιτήματα όπως διαμορφώνοναι, έχει βέβαια και τους κανόνες του.
Τα είδα με τα μάτια μου, τα βλέπετε και εσείς…

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Διαβάζοντας τις σιωπές

Από το γράψιμο πίσω πάλι στην ανάγνωση. Σε αναλογία με εκείνους που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς το γράψιμο υπάρχουν και εκείνοι που δεν το μπορούν χωρίς την ανάγνωση. Υπάρχουν και εκείνοι που δεν μπορούν ούτε χωρίς να διαβάζουν ούτε χωρίς να γράφουν και να ζουν σε όλους τους χρόνους –πραγματικούς κυριολεκτικούς, και νοερούς μυθοποιητικούς– και σε ένταση. Είδη αναγνώσεων πολλά, πάμπολλα και όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι παθητική ενέργεια κάνουν λάθος, μέγα. Είναι μια συνέργια, μια συνύπαρξη, ένα ερέθισμα πολύτροπο.
Για όσους πάλι ασχολούνται με την έρευνα, με την ιστορία και τα περασμένα χρόνια, το διάβασμα των πηγών είναι συγχρόνως η δουλειά τους. Διαβάζουν συστηματικά, συνέχεια, ψάχνουν, βάζουν ερωτήματα (πώς, πότε, ποιος, τι και το κορυφαίο γιατί) κάνουν σκέψεις, θεμελιώνουν ερμηνευτικές θεωρίες πάνω σε αυτά που διαβάζουν. Ως πηγή νοείται κάθε είδους γραπτό κείμενο (σε πέτρα, μάρμαρο, κεραμίδι, χαρτί, ηλεκτρονικό χαρτί, όπου τέλος πάντων και κάθε περιεχομένου) μα συμπεριλαμβάνονται και άλλου τύπου τεκμήρια, αντικείμενα, τέχνης και καθημερινότητας. Κάνουν συνδυασμούς, συμπληρώνουν ψηφιδωτές πληροφορίες από εδώ και από εκεί. Σήμερα, όλα τα γραπτά μπορούν να αποτελούν δεξαμενές ιχνηλασίας. Η ανάγνωση-μελέτη προσφέρει ξεχωριστές ικανοποιήσεις παρ’ όλες τις δυσκολίες της και εντέλει, καταλήγει σε μια συγγραφή. Κάνει έναν κύκλο δηλαδή.
Κείμενα γραμμένα στον καιρό τους για να υπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό, τώρα διαρρέουν και άλλες πληροφορίες με τις χρήσεις των λέξεων, τους αριθμούς, τις εικόνες τους, τα σχέδια και όσα δεν λένε (έννοιες και πράγματα) άθελά τους γιατί δεν υπήρχαν καν ή δεν είχαν σημασία τότε ή εξεπιτούτου για λόγους πολιτικής, στρατηγικής, απαγόρευσης, φόβου, ισορροπιών (όπως μου λένε τελευταία, τάχα πειστική δικαιολογία).
Ένα λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο για να τέρψει τις αισθήσεις αφήνει στο διάβα του παραστάσεις και αφηγήσεις, αυτονόητες στην εποχή του, γεμάτο κενά κατανόησης για τις επερχόμενες μεταγενέστερες. Συμβαίνει και στους οικονομικούς απολογισμούς και σε ένα σωρό κείμενα επίσης. Στα μεσοδιάστιχα κρύβονται οι σκιές των λέξεων που μόλις διασχίσαμε και αφήνουν επιπρόσθετα νοούμενα. Απόηχοι, αυτό που ονομάστηκε context και ελληνικά αποδόθηκε με τον όρο το παρακείμενο, εκείνο που αποδεσμεύει παρακειμενικά διαφυγόντα. Που επιτρέπει νοήσεις αλλά και παρανοήσεις, εκδοχές ανάλογα με τις συλλογικές και ατομικές μας παραστάσεις. Τα κείμενα μιλάνε το ίδιο με και για βεβαιότητες και αβεβαιότητες. Έχουν υφές και χροιές, τόνους και αποχρώσεις. Οι αλληγορίες τους εφαρμοσμένες σε πραγματικότητες οδηγούν σε αντανακλάσεις, αντιδιαστολές, κρυμμένα και κρυφά, ομολογημένα και μη. Τα κείμενα έτσι με αυτόν τον τρόπο φέρουν στα μέσα τους και άλλα, πολλαπλασιάζουν την αξία τους και το ενδιαφέρον τους. Ο πλούτος τους προκαλεί μια και δυο και περισσότερες φορές. Πόσες κινηματογραφικές ταινίες δεν το δείχνουν με τους χάρτες θησαυρού, με μελάνια που φανερώνονται υπό ειδικές συνθήκες!
Έτσι και οι άνθρωποι αναμεταξύ τους, μιλάνε με λόγια και συζητήσεις, μιλάνε και με τις σιωπές τους, μέσα από αυτά που επιλέγουν να μην πουν και αυτά που αφήνουν να σέρνονται με μισόλογα, αναλογίες, αδιόρατες εκφράσεις του προσώπου, σωματικές κινήσεις, άηχους κώδικες άλλοτε έχοντας συναίσθηση και συνείδηση άλλοτε όχι, αλλά πάντα συμβαίνει. Οι συνομιλητές πρέπει να είναι σε συνεχή εγρήγορση.
Πριν κλείσω, ξαναδιαβάζω, προσπαθώ να μπω στις σιωπές μου και να χωθώ στις αράδες μου, μα τα έκανα τόσο πυκνόσφιχτα που δυσκολεύομαι, ίσως και να μην θέλω. Μην μπείτε τώρα στον κόπο. Κλείνω και την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια.
Αύριο όλοι μας θα διαβάσουμε τις σιωπές των εκλογών, μέσα από τα ψηφοδέλτια…

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Γράφοντας

Είναι μέρες, στην σειρά πολλές φορές, που δεν θέλεις να είσαι μέσα στο κάδρο που ποζάρεις, να έχει πάρει το μυαλό σου στροφές χτυπημένες. Τότε, σαν κόλπο άμυνας, αναπροσανοτολίζεσαι, πας αλλού, σε άλλες περιοχές, σε άλλη παραλία για μπάνιο.
Η διδασκαλία γλώσσας, της μητρικής ή ξένης, έχει τεμαχίσει τα πεδία της εκμάθησης σε τέσσερεις τομείς: κατανόηση, ομιλία, ανάγνωση και γραφή. Η σειρά αυτή ακολουθεί (σχεδόν) και την σειρά δυσκολίας. Είναι δυνατόν να καταλαβαίνει κανείς χωρίς να μιλάει, να διαβάζει και να γράφει. Μπορεί να καταλαβαίνει και να αποκρίνεται, χωρίς να διαβάζει και να γράφει και πάει λέγοντας. Το γράψιμο είναι το πιο υψηλό στάδιο κατάκτησης της γλώσσας και γραψίματα υπάρχουν λογιών λογιών, που ικανοποιούν ποικίλες ανάγκες. Η λογοτεχνία, μορφή τέχνης, όπως και κάθε μορφή τέχνης, έχει και δεν έχει κανόνες, είναι γενική και προσωπική. Πολλοί συγγραφείς είναι πρόθυμοι να μοιραστούν, τα βήματα, τις σκέψεις και τα αισθήματα του συγγραφικού τους μίτου, έτσι υπάρχει μακρύς κατάλογος βιβλίων αναμνήσεων εξομολογητικών, σε πολλές μορφές. Νομίζω ότι το εσωτερικό κοίταγμα λειτουργεί και για τους ίδιους κάπως λυτρωτικά και την ίδια στιγμή το είδος έχει μεγάλη αναγνωστική επιτυχία. Όλοι επιθυμούν να κατασκοπεύουν ανθρώπινα ενδότερα (αυτό κάνουν και τα reality shows), να βρουν συνταγές, απαντήσεις.
Ανάμεσα στην πληθώρα αυτού του τύπου βιβλίων συγκαταλέγεται και της Μαργκερίτ Ντυράς με ελληνικό τίτλο Γράφοντας (μετάφραση Χρύσα Τσαμαδού, Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας, 1996, 143 σ.).
Το λεξικό του Petit Larousse, παλιά έκδοση είναι αλήθεια του 1981, μπορεί να έχει αλλάξει τώρα, να θυμηθώ να το κοιτάξω, περιγράφει την Duras (1914-1996) ως «γυναίκα των γραμμάτων και κινηματογραφίστρια». Της αρνείται την καθαρή ιδιότητα του συγγραφέα αν και παρακάτω αναφέρει τους τίτλους των μυθιστορημάτων της. Kλωτσάει κάπως αυτό. Γαλλίδα, λέει, διεκδικώντας την πνευματική της παρουσία, την γαλλοφωνία και γαλλογραφία της, γεννημένη στο Βιέτ-Ναμ όμως, που το έργο της όλο, και θεατρικά και κινηματογράφος καταγγέλλουν τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς αποκλεισμούς και διαχωρισμούς να μην αναφέρεται ως συγγραφέας. Ελαφρά ξένη, διαχωρισμένη και αυτή. Τα λεξικά και οι εγκυκλοπαίδειες λένε πολλά για την εποχή τους και για τις νοοτροπίες, ανάμεσα από τις αράδες τους, τις αποσιωπήσεις, την επιλογή λέξεων, τις τυποποιημένες, με κριτήρια αντικειμενικότητας.
Η γραφή αναπόσπαστο μέρος του συγγραφέα, δεν μπορεί να νιώσει τον εαυτό του δίχως. Δηλωμένο πλήρως, κάθετα και οριζόντια. Απόσπασμα επιλεγμένο και για το οπισθόφυλλο «Η γραφή ήταν το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη ζωή μου και τη γοήτευε. Το έκανα. Η γραφή δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ.» (και σ. 15). Και την ίδια στιγμή αυτό το απαραίτητο στοιχείο ζωής να είναι ένα ερωτηματικό «Μπορώ να λέω ό,τι θέλω, ποτέ δεν θα βρω γιατί γράφει κανείς και πώς γίνεται να μην γράφει.» (σ. 18).
Το περιβάλλον της γραφής, τα σπίτια, τα τραπέζια, η θέα από τα παράθυρα, τα κρεβάτια, η κατασκευασμένη μοναξιά («Τη μοναξιά δεν τη βρίσκει κανείς, τη φτιάχνει. Η μοναξιά διαμορφώνεται μόνη της.» σ. 17) και η αληθινή αρχική και μόνιμη μοναξιά. Η μοναξιά στην παρουσία άλλων ανθρώπων ένα άλλο δύσκολο «Όταν υπήρχε κόσμος ήμουν λιγότερο μόνη και ταυτόχρονα πιο εγκαταλειμμένη.» (σ. 28). Και εκεί στην χώρα του μόνου, διαυγής προκειμένου να ολοκληρωθεί το γράψιμο.
Η αμεσότητα του συγγραφέα με το χαρτί, χωρίς ενδιάμεσο άνθρωπο ή μέσο για την Duras απαραίτητη προϋπόθεση. Δεμένη εκεί, τα πράγματα να έχουν και να αποκτούν νόημα μόνο σε σχέση με το γράψιμο, έξω από αυτό να μην υπάρχουν, ακόμα και η εκείνη. Να πιέζει αναπόδραστα και αφόρητα. Να μην μπορείς να μιλήσεις σε κανέναν πριν γράψεις για αυτό με τον φόβο μην χαθεί στον δρόμο, μην σβήσει από ξένη εισβολή. Διαδικασία συνεχούς κυοφορίας που δεν ξέρεις ποια πιθανότητα θα κερδίσει άλλες εκδοχές του ίδιου του.
Αυστηρή με τα βιβλία του καιρού της. Τους προσάπτει ανελευθερία, αυτολογοκρισία, κατασκευή απ’ άκρη σ’ άκρη, καλή διατύπωση δηλαδή σαφή και ανώδυνη «… βιβλία χαριτωμένα, χωρίς προέκταση, χωρίς σκοτάδι. Χωρίς σιωπή. Με άλλα λόγια, χωρίς πραγματικό συγγραφέα. Βιβλία της μιας μέρας, για να περνάει η ώρα, για το ταξίδι. Όχι όμως τα βιβλία που ριζώνουν στη σκέψη και μαρτυράνε το μαύρο πένθος κάθε ζωής, την κοινοτυπία κάθε σκέψης.» (σ. 36-37).
Αναφέρεται στα βιβλία της πέρα δώθε, τι ήθελε για την γραφή, τον χρόνο, σε κάποιο σημείο αφήνεται εντελώς και γράφει σύντομες παραγράφους, εικόνες σαν πίνακες ζωγραφικής, ακόμα και διαλόγους, ανακατεμένα, χύμα, σαν να είναι σημειώσεις σκέψεων.
Δύσκολο παίδεμα.

Ήταν τώρα άλλη παραλία τούτη; Χάλια πήγε το κόλπο…