Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

Δεν μου είναι δυνατόν να απομακρυνθώ ακόμα από τα γεγονότα. Στέκονται εμπόδιο σε όλα όσα έκανα με χαρά και ένα αίσθημα κοινωνίας. Να συνεχίζει κανείς σαν να μην συμβαίνει τίποτα γίνεται; δεν γίνεται. Να προσθέσω κάτι περισσότερο, δεν είμαι έτοιμη. Επωάζεται. Μπορεί να βγει, μπορεί πάλι όχι. Θα δείξει. Από την άλλη να απομακρυνθώ για πολύ από τις Voltitses και πάλι δεν γίνεται.
Πριν συμβούν όλα αυτά, στο πρόγραμμα ήταν ένα παιδικό βιβλιοβιβλίο, λόγω των εορτών και του εμφατικά παιδικού χαρακτήρα που τους δίνονται. Έμεινε στα σχέδια αυτό, δεν αποκαλύπτω τον τίτλο του, και παραμένει για το μέλλον γιατί το κυνήγι δεν έχει τελειώσει. Για παιδικό βιβλίο θα γίνει λόγος, όχι όμως της τάξης των βιβλιοβιβλίων.
Τα παιδικά ανάμεσα στα άλλα είναι προβολές των μεγάλων που πιάνουν το νήμα ξανά και ξανά απαρχής, σε μια ατέρμονη προσπάθεια διάπλασης πιο ανθρωπερών ανθρώπων μέσα από ιστορίες ζώων, φανταστικών πλασμάτων σε κόσμους αλλοπαρμένους, εξωγήινους και βάλε. Τεχνική γνωστή από τα πανάρχαια χρόνια, πλατιά διαδεδομένη, αποτελεσματική μάλλον και αξεπέραστη. Τα παιδικά είναι παιχνίδια της πραγματικότητας και της φαντασίας, των φόβων και των προσδοκιών, του ξύπνιου και του ύπνου, των ζωγραφιών και των λέξεων και κουβαλάνε, σε διαφορετικό βαθμό ασύνειδα, μηνύματα διάφορα. Συχνά προσπαθούν να αμβλύνουν και να ξεκόψουν το λεγόμενο ζωώδες μας (ενώ στην διήγηση πρωταγωνιστούν ζώα, μια παράξενη αντίφαση), τα πρωταρχικά ένστικτα και την βία με την οποία εκφράζονται και ενισχύουν αισθήματα συλλογικότητας και συντροφικότητας, κατανόησης του περιβάλλοντος, ανθρώπινου, φυσικού, τεχνητού...



Παλιός και σταθερός τροφοδότης βιβλίων ο Λεωνίδας πάτησε και στην χώρα των παιδικών με τον Μεγάλο Λύκο και τον Μικρό Λύκο της Nadine Brun-Cosme, σε εικονογράφηση Olivier Tallec, μετάφραση της Γεωργίας Τσάκωνα, από τις εκδόσεις Ηλίβατον του 2008.
Ανοίγω το βιβλίο των λύκων και με πιάνει η μυρωδιά του φρεσκοτυπωμένου χρώματος, με πιάνουν και τα ίδια τα φωτεινά χρώματα. Ο στερεότυπος κακός λύκος (όπως παρουσιάζεται στην Κοκκινοσκουφίτσα, στον Πέτρο και τον Λύκο, στα Τρία Γουρουνάκια, Τα Κατσικάκια, στους μύθους του Αισώπου, και αλλού βέβαια) εδώ είναι μαύρος, μεγάλος με μουσούδα μακρουλή, δεν είναι κακιασμένος, πονηρός, πεινασμένος αλλά μοναχικός, σε μια μοναξιά που δεν θέλει να αλλάξει. Έβλεπε τον μικρό λύκο, μια κουκίδα να πλησιάζει και ανησύχησε. Το μέγεθός του τον καθησύχασε. Στο ίδιο δέντρο από κάτω, δεν μιλούσαν, κοιτάζονταν με πλάγιες ματιές. Μετά ο Μεγάλος Λύκος άρχισε να κάνει χειρονομίες φροντίδας προς τον μικρό λύκο, στον ύπνο, στο φαγητό, στην καθημερινή ζωή. Μετά ο μικρός λύκος εξαφανίζεται και ο Μεγάλος Λύκος νιώθει θλίψη. Τον περιμένει και τον περιμένει ώσπου μια μέρα εμφανίζεται και πάλι. Ο Μεγάλος Λύκος ανησυχεί ότι θα έχει μεγαλώσει σαν και εκείνον αλλά ο μικρός λύκος δεν έχει αλλάξει μέγεθος, δεν είναι νεαρός σε ηλικία λύκος, είναι λύκος άλλης ράτσας που παραμένει μικρόσωμη και φέρνει λίγο προς το μπλε. Τόσο καιρό ήταν εκεί κάτω, μόνος και αυτός, στην άλλη πλευρά του λόφου. Είχαν λείψει ο ένας στον άλλο και τώρα το ήξεραν, δεν είχαν λόγο να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλο. Οι ανόμοιοι λύκοι της ιστορίας, ο Μεγάλος και ο μικρός μπορούν να ζήσουν μαζί και να είναι περισσότερο από καλά. Μάλλον και άλλοι λύκοι και άλλα ζώα, του ίδιου γένους αλλά και άλλων, θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί και τέλος πάντων, αφού το μπορούν οι λύκοι γιατί να μην μπορούν οι άνθρωποι.

Το διάβασμα είναι υγεία, εύχομαι λοιπόν πολύ καλή υγεία σε όλους!


Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Virginia Woolf


Έχουν γραφεί πολλά, για τη ζωή της, για το έργο της, τόσα πολλά που δεν θα βρω τίποτα καινούριο να πω. Όταν όμως με ρωτούν ποιος είναι ο αγαπημένος σου συγγραφέας, ηλίθια ερώτηση έχω τόσους, είναι το πρώτο όνομα που μου έρχεται στο μυαλό.
Είναι οι απόψεις της, που δεν ταιριάζουν σε εκείνη την εποχή, η θέλησή της να αλλάξει κάτι και ίσως να άλλαξε. Είναι η ζωή της, μια μόνιμη θλίψη, που ονόμασαν αρρώστια, μεταπτώσεις στη ψυχολογία της, πονο-
κέφαλοι, φόβοι, αγωνίες για το πώς θα αντιμετωπίσουν οι αναγνώστες τα βιβλία της, τα δημιουργήματά της. Είναι ο τρόπος γραφής της, που οι λέξεις ηχούν σα μελωδία, αρμονικά συνδέονται η μία με την άλλη και δημιουργούν εικόνες που με ταξιδεύουν σε ήχους που άκουσα αλλά δεν πρόσεξα. Σα μαθηματική εξίσωση οι τρεις αυτές έννοιες συνδέονται και οδηγούν στο αποτέλεσμα, που είναι η πρώτη εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό όταν με ρωτάνε για συγγραφείς.
Πριν διαβάσω τα βιβλία της έμαθα για τη ζωή της. Ένα τεύχος του περιοδικού Διαβάζω που κυκλοφόρησε στις 22/10/1986 και έπεσε στα χέρια μου πολύ αργότερα, είχε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στη ζωή και στο έργο της, πλούσιο σε φωτογραφικό υλικό. Στηριγμένο στη ζωή της και σε ένα από τα βιβλία της, το βιβλίο "Οι ώρες" του Michael Cunningham των εκδόσεων Λιβάνης, μου είχε κάνει αρκετή εντύπωση, όπως και η διασκευή του στον κινηματογράφο, η οποία με είχε καθηλώσει, εξαιρετικές ερμηνείες. Η πρώτη βιογραφία της που εντόπισα στα ελληνικά ήταν από τις εκδόσεις Θεμέλιο στη σειρά "Συγγραφείς για πάντα". Δυστυχώς αυτό το βιβλίο, χωρίς να με είχε ικανοποιήσει ιδιαίτερα, το δώρισα και δεν υπάρχει πια στη βιβλιοθήκη μου. Οι εκδόσεις Κασταλία το 2006 εξέδωσαν άλλη μια βιογραφία της σε πολύ κακής ποιότητας χαρτί, που μου θυμίζει τα βιβλία των εκδόσεων Bell, την οποία ποτέ δε διάβασα.
Επιτέλους μετά από πολλά χρόνια που διαβάζω ό,τι πέφτει στα χέρια μου σχετικό με την Virginia Woolf διάβασα ίσως την καλύτερη βιογραφία, η οποία εκδόθηκε πριν μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Μελάνι. Όποτε διαβάζω βιογραφίες συγγραφέων το ίδιο πάντα συναίσθημα: ένα παράθυρο στις ζωές των άλλων, άπληστα κοιτώ, να ανακαλύψω την αλήθεια πίσω από τις λέξεις τους, μήπως και καταλάβω το μυστικό, της συγγραφής το μυστικό. Ο Werner Waldmann στηριζόμενος σε όλα τα βιβλία της και κυρίως στα ημερολόγιά της αποδίδει εντελώς αντικειμενικά μια εποχή, μια ζωή, μια αρρώστια αλλά και υπό ποιες συνθήκες έγραψε όλα της τα έργα.
Στέκομαι στο κεφάλαιο που αναφέρεται στον εκδοτικό οίκο Χόγκαρθ Πρες, που ξεκίνησε την παραγωγή βιβλίων το 1917. Εδώ αποτυπώνεται η αγάπη της Woolf για το βιβλίο και ως αντικείμενο. Η χαρά της να στοιχειοθετεί και να τυπώνει, να επιλέγει κείμενα, να κρατά στα χέρια της το βιβλίο ολοκληρωμένο, είχε σαν αποτέλεσμα την βελτίωση της υγεία της, της ψυχολογίας της:
"Για τους Γουλφ οι εκδόσεις αποτελούσαν ένα χόμπι, ένα αντίβαρο σε άλλες πλευρές της ζωής τους και μία συναρπαστική ασχολία, που ήταν στενά συνδεδεμένη με τη συγγραφή: για παράδειγμα και το πιο επιφανειακό στοιχείο αυτής της δουλειάς, το πώς δηλαδή προέκυπτε μέσα από τη χειρωνακτική εργασία η γλώσσα, γράμμα το γράμμα, ήταν κάτι που πάντα συνάρπαζε τη Βιρτζίνια.".
Θα έδινα πολλά για να αποκτούσα ένα αντίτυπο από το δικό τους εκδοτικό οίκο, πόσο μάλλον για το διήγημα "Kew Gardens" το δεύτερο βιβλίο της που έκδωσε το 1919...
Μέσα στις σελίδες του πέρασα τις χριστουγεννιάτικες ώρες μου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, θαυμάζοντας τη Woolf ξανά και ξανά ως συγγραφέα, ως άνθρωπο.
Μια καλή έκδοση ακόμη και αισθητικά με φωτογραφικό υλικό που κοιτώ και ξανακοιτώ, με ένα εξώφυλλο το κλασικό πορτρέτο της, φροντισμένο έτσι ώστε να δείχνει αλλιώτικο χωρίς να χάνει τη θλίψη, κυρίαρχη πάντα στη ζωή της, στα κείμενα της.

Ευχαριστω την alef που πρώτη το διάβασε και μου μετέφερε τις σκέψεις της.

Από τα αγαπημένα μου βιβλία της τα Δοκίμια από τις εκδόσεις Scripta και συγκεκριμένα από το δοκίμιο με τίτλο "Πώς πρέπει να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο", το οποίο έχω χρησιμοποιήσει ξανά και ξανά σε ό,τι έχω γράψει, επιλέγω τυχαία ένα κομμάτι για να κλείσω:

"Ονειρεύομαι μερικές φορές πως όταν έλθει η Ημέρα της Κρίσης (...) τότε ο Παντοδύναμος θα στραφεί στον Πέτρο και θα πει, με κάποιο ίχνος ζήλιας, όταν θα μας δει να καταφθάνουμε με τα βιβλία μας στα χέρια: Ιδού κάποιοι που δε χρειάζονται κανένα έπαθλο. Τίποτα φυσικά δεν μπορούμε να τους απομείνουμε εδώ. Αυτοί λατρέψανε το διάβασμα".

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Μαρία Μήτσορα

-->
Ας μιλήσουμε λίγο για Λογοτεχνία, έτσι για να ξεχαστούμε…
Δεν είμαι κριτικός Λογοτεχνίας, ίσως να μην μπορώ καν να ξεχωρίσω την καλή από την κακή λογοτεχνία, ωστόσο θεωρώ έναν συγγραφέα καλό όταν διαβάζοντάς τον μου έρχεται στο νου μια σκέψη: "Αν μπορούσα να γράφω, θα ήθελα να γράφω κάπως έτσι". Αυτή η σκέψη ήταν συνεχώς παρούσα όταν διάβαζα τις λέξεις της Μήτσορα.
Έχω διαβάσει αρκετά λογοτεχνικά βιβλία δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στην ξένη λογοτεχνία, κάτι στην εγχώρια δε με τραβάει, πουθενά όμως δεν έχω συναντήσει το ολόδικό της ύφος. Η γραφή της είναι κάτι σαν ένα παιχνίδι με λέξεις. Τις τοποθετεί χωρίς λογική σειρά αφήνοντας τον αναγνώστη να ερμηνεύσει τις σκέψης της όπως εκείνος θέλει. Να πλάσει εικόνες, να τις ξαναδιαβάσει και να πλάσει άλλες. Λέξεις, πολλές λέξεις, σε διαφορετική σειρά από αυτή που έχω συνηθίσει, ξέρει να τις χειρίζεται σαν να τις έχει δημιουργήσει η ίδια κι εξάλλου δηλώνει ότι θα ήθελε να τη λένε Λέξη, δικαίως.
Με το που εκδόθηκε το "Με λένε Λέξη", το Φεβρουάριο του 2008, ήθελα να το διαβάσω χωρίς να ξέρω τίποτα για τη γραφή της. Κάτι ο τίτλος, κάτι η σειρά "Η κουζίνα του συγγραφέα" από τις εκδόσεις Πατάκη, με έπειθαν. Πάντα με τραβούν οι βιογραφίες, μοιάζουν πιο αληθινές. Πρώτα όμως ήθελα να διαβάσω ένα παλαιότερό της βιβλίο για να τη μάθω. Το "Άννα, να ένα άλλο" κέρδισε κι ήταν το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, απνευστί μέσα σε δύο βράδια. Διηγήματα τόσο διαφορετικά το ένα από το άλλο, αλλά σε όλα το ίδιο ακριβώς παιχνίδι. Τυχαία ήταν και το πρώτο βιβλίο της, που για πρώτη φορά είχε εκδοθεί το 1978. Στη συνέχεια, χωρίς καμία αμφιβολία αγόρασα την αυτοβιογραφία της, το μόνο που έμαθα γι' αυτήν ήταν η επιβεβαίωση για το πόσο πολύ μ' αρέσει η γραφή της. Το αντίτυπο μου είναι ενοχλητικά υπογραμμισμένο, σε όλες τις σελίδες, τόσο που είμαι σίγουρη ότι κανείς δεν μπορεί να το διαβάσει. Μα όλες οι προτάσεις θα ήθελα να ήταν δικές μου, υπογραμμίζοντας είναι σαν να τις κάνω με κάποιο τρόπο...
Το επόμενο ήταν το "Καλός καιρός/ μετακίνηση" εκεί οι ζαριές, αντί για κεφάλαια, ξετύλιγαν μια ιστορία με αρκετό συναίσθημα που με άφηνε λίγο αδιάφορη. Το παιχνίδι όμως συνεχίζεται στις σελίδες κι αυτού του βιβλίου της. Υπογραμμίσεις κι εδώ σε προτάσεις όπως "φυσάει χώμα με αρμυρό νερό από μια μακρινή θάλασσα, που γίνεται κοντινή, τώρα έφτασε και αφρίζει κάτω απ' τα παράθυρα του νου".
Αυτά είναι τα βιβλία της που κυκλοφορούν, όλα από τις εκδόσεις Πατάκη. Υπάρχουν όμως και τρία που δεν υπάρχουν πια, ευελπιστώ σε κάποια επανέκδοση. Υπάρχουν, αλλά με δυσκολία τα βρίσκει κανείς.
Όπως βρήκα το "Ήλιος δύω" των εκδόσεων Οδυσσέας. Κι εκεί υπογραμμίσεις:
"Κι εγώ που έχω κάνει το λάθος να ζω για να ξεχνιέμαι δεν μπορώ να ξεχάσω την ιστορία ενός στόχου που τρέχει να βρει το βέλος του, με βιασύνη να στάξει αίμα".
Γράφοντας αυτές τις γραμμές με χαρά ανακαλύπτω ότι για τη Μήτσορα έχουν γράψει πολλοί και σίγουρα θα συνεχίσουν να γράφουν. Κάποια από αυτά σίγουρα θα έχουν φτάσει και στην ίδια. Σαν για επιβεβαίωση του τίτλου που επέλεξε να δώσει στο τελευταίο της βιβλίο.
Δεν είμαι κριτικός Λογοτεχνίας, ίσως να μην μπορώ καν να ξεχωρίσω την καλή από την κακή λογοτεχνία, αλλά αν μπορούσα να γράφω θα ήθελα να παίζω με τις λέξεις, όπως εκείνη.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Τα γεγονότα δεν λένε να κοπάσουν. Ακόμα και αν έχουν διακυμάνσεις είναι ακόμα εκεί. Έχουν αφήσει ίχνη, πολλά. Σχόλια, τι να κάνω, τόσα έχουν γίνει και γίνονται, γράφονται σε όλους τους τόνους, σε όλα τα είδη, από πλευρές πλευρές. Έτσι, κάτι παρατηρήσεις μου έρχονται.
Στην ηλεκτρονική μου αλληλογραφία έχουν περπατήσει, αφού έχουν περάσει από ένα σωρό διευθύνσεις, φαίνεται καθαρά από τον μακρύ κατάλογο των αλλεπάλληλων κλικ, φωτογραφίες και κείμενα για αυτά του τελευταίου καιρού. Στις φωτογραφίες δεν θα αναφερθώ, τα κείμενα, όμως, που βολτάρουν στο διαδίκτυο απαριθμώ και περιγράφω. Έφτασαν πάνω από μια φορά το καθένα από διάφορες διευθύνσεις, αναμενόμενες μα και απρόσμενες, και τα προώθησα με την σειρά μου σε άλλα γραμματοκιβώτια.
Πρώτος έφτασε ένας κατάλογος με τις «άτυχες στιγμές» της αστυνομίας θυμίζοντας ονόματα θυμάτων, την ηλικία τους, τις περιστάσεις. Ο πρώτος κατάλογος περιλάμβανε ελληνικά ονόματα, ακολούθησε άλλος που αναφερόταν σε όλους, Έλληνες και μη, που βρέθηκαν στην τροχιά μιας σφαίρας (όχι απαραίτητα μιας, μπορεί να είχε προηγηθεί και μεγαλύτερο σκηνικό, τύπου σύλληψη, ξύλο,….) και πάλι τις συνθήκες. Και φυσικά ήταν μακρύτερος, πανελλαδικός.
Δεύτερο έφτασε το γράμμα των παιδιών στην κηδεία του Αλέξη που άρχιζε «Θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο, Βοηθείστε μας», ξεχώριζαν με κεφαλαία τα «Είμαστε τα παιδιά σας», "Θυμηθείτε», «Ξεχάσατε», «Μάταια», «Ύλη παντού, Αγάπη πουθενά-Αλήθεια πουθενά», «Μας σκοτώνουν». Μια κατακραυγή που κατευθυνόταν προς τους γονείς και έκλεινε με μια πρόταση-πρόκληση-έκκληση προς την αστυνομία «Μην μας ρίχνετε δακρυγόνα, εμείς κλαίμε κι από μόνοι μας».
Τρίτο ένα κείμενο με τίτλο «Προσκλητήριο» με συγκεκριμένη δομή και ύφος που παρέπεμπε σε σαφή πολιτικό χώρο, που όμως ήταν, πώς να το πω, επικριτικό με στοιχεία χιούμορ (μαύρου) για τις ατέλειωτες καταστροφές που προκλήθηκαν… πρώτα παίρνουμε για τα χριστουγεννιάτικα δώρα και για να καλύψουμε τις προσωπικές μας ανάγκες από τον Κωτσόβολο, τις Notos Galleries, τις τράπεζες, τρώμε στα McDonald για να καταλήξουμε την προκαθορισμένη ώρα στο Πολυτεχνείο για να σπάσουμε πλάκα. «Μην λείψει κανείς», και έκλεινε.
Τέταρτο φωτογραφίες συλλήψεων της 18 Νοεμβρίου 1985 και κύριο σχόλιο «Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που θεωρεί ότι η αστυνομία δεν γνωρίζει τα μέλη των αντιεξουσιαστικών οργανώσεων».
Τέλος, έφτασε ένα υπογεγραμμένο κείμενο της γενιάς των 45, με κοφτές προτάσεις να λέει για λίγο για όλα.
Το πρώτο και το τέταρτο αφορούσε την αστυνομία, το δεύτερο τα παιδιά και τις οικογένειές τους, τα κενά επικοινωνίας και το τρίτο τις βιαιότητες και καταστροφές, περιπαικτικό και συνδεόμενο με το τέταρτο. Μπορεί να κυκλοφορούν και άλλα ηλεκτρονικά φυλλάδια που δεν μάζεψα (και εδώ δεν μιλάω για τον καταιγισμό σχολίων στην μπλογκόσφαιρα). Αυτά τα εφήμερα ηλεκτρονικά φυλλάδια, που παλιότερα (και ακόμα) μοιράζονταν στους δρόμους, κολλιόντουσαν στους τοίχους, τις στάσεις λεωφορείων, στις κολώνες της ΔΕΗ, πατιόντουσαν από τους περαστικούς, αφήνουν στην απέξω δύο πρωταγωνιστικές ομάδες: τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους. Αυτοί μοιάζει να παίζουν αναμεταξύ τους, φτιάχνουν μόνοι τους το reality show τους στην τηλεόραση κυρίως και στον τύπο μετά, δεν «κατεβαίνουν» στο διαδίκτυο, δεν κατεβαίνουν, καταλαβαίνουν;...

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

Κατερίνα Γώγου

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θάβγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι απ' τον πατέρα
κι ένα κομμάτι απ' τη θάλασσα - αυτά που μ' άφησαν -
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολοΐσια στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
κι είναι - όχι πως φοβάμαι-
μα να θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα, όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως κι εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί
θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ' όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με τον χαρακτηρισμό - μην τους πιστέψεις! -
Προβοκάτορας.

Από την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Γώγου Τρία κλικ αριστερά, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1978.
Η εικόνα είναι το οπισθόφυλλο από την 24η έκδοση της ποιητικής συλλογής. Το ποίημα γράφτηκε το 1985 με αφορμή το θάνατο του 15χρονου Μιχάλη Καλεντζά από πυροβολισμό του αστυνομικού Αθανάσιου Μελίστα.
Πώς μπορεί μετά από 23 χρόνια να μην έχει αλλάξει τίποτα, τουλάχιστον όχι προς το καλό.

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Το βιβλιοβιβλίο του Δεκεμβρίου


George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων, επίμετρο Μισέλ Κρεπύ, μετάφραση Σοφία Διονυσοπούλου, Ολκός, Αθήνα 2008, 86 σ.

Τα βιβλία είναι οντότητες άφωνες από την φύση τους. Προκειμένου να αποκτήσουν ήχο, νόημα και σκέψη είναι απαραίτητη η τεχνογνωσία της ανάγνωσης. Η ανάγνωση των διαφόρων και ποικίλων αλφάβητων παρουσιάζεται αποκλειστικά και μόνον ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος. Σημάδια αναγνωρίζουν όλα τα έμβια –του καιρού και της διάθεσης–, γραπτοί κώδικες όπως τους ξέρουμε είναι των ανθρώπων πράγμα που αποθηκεύει τις προφορικές συμπεριφορές, τους στοχασμούς και τις παρατηρήσεις, τις ανησυχίες και τους φόβους, τις προσδοκίες και τα αισθήματα. Ο γραπτός λόγος υπήρξε καθοριστικός για την διαδρομή των ανθρώπων, δημιούργησε δυνατότητες που δεν υφίσταντο, προσέφερε την διάσταση της χρονικής μεταβίβασης αλλά και ατόνησε άλλα χαρακτηριστικά, κυρίως την μνήμη μα και την αμεσότητα στην επικοινωνία, αυτό που αποκαλούμε διαίσθηση και άλλα.

Σημασία της μουσικής, μιας γλώσσας που μεταφέρει τρόπους κοινωνικής οργάνωσης και συναισθημάτων, η σημασία της προφορικότητας και το κύρος του χαραγμένου, σκαλισμένου και τελικά γραπτού λόγου.
Ο Steiner γράφει ότι «γραπτό κείμενο είναι προϊόν μιας σύμβασης. Ενώνει τον συγγραφέα με τον αναγνώστη του μέσω της υπόσχεσης ενός νοήματος» (σ. 14). Το γραπτό ασκεί εξουσία, δένει τον δέκτη του και το ένα κείμενο γεννά το επόμενό του σε έναν ατέρμονο διάλογο (βουβό και αυτόν).
Μιλά για την δύναμη και την δυναμική της μνήμης και σημειώνει ότι η εκπαίδευση δεν βοηθά την απομνημόνευση. Διδάσκει εφήμερες γνώσεις. «Ό,τι δεν μαθαίνουμε και δεν το αποστηθίζουμε,… , μπορούμε να πούμε ότι δεν το αγαπάμε αληθινά». Με άλλα λόγια μου φαίνεται ότι λέει πως δεν μαθαίνουμε να αγαπάμε, να διαλέγουμε όσα μας ακουμπάνε με όποιον μυστηριώδη τρόπο και να τα κάνουμε δικά μας. Το αντεπιχείρημα είναι ότι αξιοποιούμε το μυαλό μας, τον πεπερασμένο σκληρό μας δίσκο, πιο αποτελεσματικά. Αλλά πάλι το αποτελεσματικά αφήνει απέξω κομμάτια εαυτού.
Οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, ο Ιησούς, ο Παύλος θεμελιωτές του Λόγου. Η τυπογραφία και ο Γουτεμβέργιος, η ίδρυση βασιλικών και ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, η ανάπτυξη της μορφωμένης αστικής τάξης είναι το σχήμα που ακολουθεί ο συγγραφέας. Η σημασία της ύπαρξης χρόνου ανάγνωσης δοσμένη στους πανεπιστημιακούς και ερευνητές. Τα ρεύματα, χοντρικά δύο αντίπαλα που κυριαρχούν στον σύγχρονο πολιτισμό σχετικά με τα βιβλία: το ουτοπικό, και το ασκητικό, εχθρικό. Οι πυρές στην Ιστορία, η λογοκρισία, ερωτήματα για τα οποία δεν έχει απαντήσεις, τα συμπεράσματά του θολά, το μέλλον άδηλο, η σχέση έντυπου και ηλεκτρονικού σε νηπιακή ηλικία, αδοκίμαστη. Παρατηρεί ότι «Όπως οι τέχνες της μνήμης, η γυμναστική της συγκέντρωσης, η ύφεση της σιωπής…, ο χώρος της ανάγνωσης στο ευρωπαϊκό πολιτισμό οδεύει προς συρρίκνωση» (σ. 50). Επισημαίνει ότι η μεταβατική εποχή μας κινείται με ρυθμούς πολύ γλήγορους και μας δυσκολεύει να βρούμε το τέμπο της.
Το κλείσιμό του αφήνει δυσάρεστη απόγευση. Οι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί και βιβλιάνθρωποι δεν είναι γενναίοι γιατί δεν «εκπαιδεύονται στην ανδρεία» (σ. 54), ελευθερία θα έλεγα. «... η υπερβολική ενασχόληση με το βιβλίο και η μελέτη είναι φορείς απανθρωπιάς» (σ. 59), κλέβουν την αποφασιστικότητά μας, μπερδεύουν την κρίση μας σε καιρούς δύσκολους όπου εκπέμπονται μηνύματα μονοκόμματα.

Το επίμετρο του Μισέλ Κρεπύ έχει τίτλο «Αυτή η ακόμα ατιμώρητη διαστροφή», εννοώντας την ανάγνωση και στο ξεκίνημά του παραθέτει μια φράση του Πλίνιου του νεότερου που λέει «Μιλώ με τα βιβλία». Για την ανάγνωση με την σειρά του κάνει την δική του βόλτα στα διαβάσματά του, στις εμπειρίες του. Λείπει η υπομονή, ο χρόνος, η πλήξη. Δεν είναι αξία να κρυβόμαστε σε απόμερες γωνιές για να διαβάσουμε, η γλυκιά μοναξιά και αναπόληση δεν επιτρέπονται, όλα τρέχουν, το ίδιο και οι εικόνες στις οθόνες τηλεοράσεων στα σπίτια μας.

Δεν είναι τα βιβλία που πεθαίνουν, δεν είναι που δεν εκδίδονται, είναι που αλλάζουν, για μια φορά ακόμα, οι συνήθειές μας.
Και αν τα βιβλία είναι σιωπηλά, δεν κλείνουν την σιωπή…

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Μουσείο Ηρακλειδών

Οι Κυριακάτικες βόλτες τις ανοιξιάτικες μέρες του χειμώνα στο πιο παλιό σημείο της πόλης με βοηθούν να ξεφύγω από την καθημερινή ρουτίνα. Είναι μάλλον γιατί τις Κυριακές οι άνθρωποι κι εγώ μαζί με αυτούς, δεν τρέχουν πανικόβλητοι κοιτώντας χαμηλά, ψωνίζοντας αλόγιστα προσπαθώντας να διώξουν ένα άγχος, που ξέχασαν γιατί το απέκτησαν. Είναι μάλλον γιατί εκείνο το σημείο της Αθήνας χτίστηκε σε μια άλλη εποχή, με περισσότερη αγάπη, αισθητική και γούστο, που μένει για να μου υπενθυμίζει ότι η Αθήνα εξακολουθεί να είναι όμορφη.
Ευτυχώς τις Κυριακές τα μουσεία παραμένουν ανοιχτά κι έτσι οι βόλτες μου αποκτούν περισσότερη αξία. Στην Ηρακλειδών, δίπλα στις πολύβουες καφετέριες, στέκει ένα δείγμα της παλιάς ΑΘήνας. Ένα νεοκλασικό το 1898 που αξιοποιήθηκε ευτυχώς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το μουσείο αυτό άνοιξε τις πόρτες του τον Ιούλιο του 2004.
Ο Escher ήταν η έκπληξη στην περσινή έκθεση, Toulouse-Lautrec και η Belle Epoque στο Παρίσι και στην ΑΘήνα, που τον είχα ανακαλύψει σε ένα μικρό χώρο στο τέλος της διαδρομής. Η φετινή έκθεση είναι αφιερωμένη εξολοκλήρου στον Escher αλλά θα πρέπει να ξανακάνω αυτήν την Κυριακάτικη βόλτα άλλες τρεις φορές αν θέλω να δω όλα του τα έργα. Ευχαρίστως θα την ξανάκανα για να δω άλλες τρεις φορές την φετινή έκπληξη.
Και να που πέφτω πάλι πάνω στον κόσμο του βιβλίου, πώς θα μπορούσε άλλωστε να μη μου υπενθυμίζει συνεχώς την ύπαρξη του;
Η σημερινή εικονογράφηση παιδικών βιβλίων πάντα το έλεγα ότι είναι έργο τέχνης. Κάποιος μου έλεγε πρόσφατα ότι οι εικονογραφήσεις των ελληνικών παιδικών βιβλίων είναι φτωχές. Διαφωνούσα πολύ αλλά δεν κατάφερα να πείσω. Είναι φτωχές σε σύγκριση με τα παιδικά βιβλία άλλων χωρών αλλά πολύ πλουσιότερες σε σύγκριση με τα ελληνικά παλαιοτέρων εποχών. Τα παιδικά βιβλία που έχω στη βιβλιοθήκη μου μου φαίνονται αστεία, ενώ τα σημερινά πραγματικά αριστουργήματα, μιλώντας πάντα από άποψη αισθητικής. Μπαίνω στον πειρασμό να κόψω τις εικόνες, αλλά η αγάπη μου για το έντυπο δεν μου το επιτρέπει.
Έτσι λοιπόν βρέθηκα μπροστά σε μία έκθεση που μου επέτρεπε να χαζέψω τις εικόνες απαλλαγμένες από το κείμενο και από τη μορφή βιβλίου.
Ο Βασίλεβ Σβετλίν έχει εικονογραφήσει ούτε λίγο ούτε πολύ 27 βιβλία. Στην έκθεση υπάρχουν 35 σελίδες από τις εικονογραφήσεις τεσσάρων βιβλίων. Χρώματα, παραμυθένιες μορφές που σε κάνουν να φαντάζεσαι τις λέξεις χωρίς να τις έχεις διαβάσει. Σε προκαλούν όμως.




Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Το παιχνίδι των 7 αληθειών

Αλήθεια είναι εκείνο το σημείο που φωτίζεται με όποιον τρόπο κάθε φορά. Θα ήθελα τα πράγματα γύρο μου να είναι φωτισμένα.
Αλήθεια μου είναι οι άνθρωποι να βρίσκουν χαρά σε όσα κάνουν, σκέφτονται και αισθάνονται γιατί είναι το πιο δυνατό όπλο για όλα.
Αλήθεια μου είναι να βλέπω την ζωή, το πριν, τα μετά, το μέσα και έξω της, με μάτια μυθικά και πραγματικά μαζί.
Αλήθεια μου είναι να βρίσκω, να χτίζω, να μαθαίνω, να καταλαβαίνω ακόμα και αν χάνω.
Αλήθεια μου οι κόσμοι των βιβλίων, βέβαια, φυσικά, εννοείται.
Αλήθεια είναι πολλές και διάφορές ομορφιές
Αλήθεια μου είναι τα σκαλάκια, τα σινεμαδάκια, οι βολτίτσες….