Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2008

ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ ΒΟΛΤΑ…


Μακρινός τόπος η Οτάβα του Καναδά. Εκεί, λοιπόν, σε ένα κρατικό κτίριο, σε μία αίθουσα του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, πέφτω πάνω σε δυο πίνακες που με αιχμαλωτίζουν. Κρεμασμένοι αντικριστά, μακριά ο ένας από τον άλλο και όμως, μέσα στο ίδιο θέμα. Οι τυπωμένες λέξεις, και δεν είναι καν κοντά στην Βιβλιοθήκη τους. Απεικονίζουν το θέμα ανεξάρτητα, του δίνουν βαρύτητα συνολικά, έξω και πάνω από την Βιβλιοθήκη. Καρφώνομαι.

Στα αριστερά ο μεγάλος πίνακας τιτλοφορείται «Η Ιδέα της Τυπωμένης Λέξης», με κεφαλαία γράμματα, στα αγγλικά και γαλλικά, τις επίσημες γλώσσες του κράτους. Στα γαλλικά η απόδοση διαφέρει: «Η Λάμψη του Τυπωμένου». Το κέντρο καταλαμβάνει η προσωποποίηση της Τυπωμένης Λέξης. Στα δυο υψωμένα χέρια της κρατά έναν πυρσό που φωτίζει και έναν καθρέφτη, να καθρεφτίσει τον λόγο σκέψη, και τον προφορικό λόγο στην γραπτή του έκφραση (σκέφτομαι). Γυναίκα μα όχι ιδιαίτερα θηλυκή, μονοκόμματη, με έμφαση στο κεφάλι που φορά χρυσή περικεφαλαία και κρύβει τα μαλλιά. Ο πίνακας στις γωνίες και στον ουρανό του αφήνει χώρο για ένα πλήθος μηνυμάτων. Πάνω πετάνε ένα λευκό και ένα μαύρο πουλί. Στις άκρες δεσπόζουν απόκρημνοι βράχοι, βάρβαροι. Μπροστά από την Τυπωμένη Λέξη δυο παιδικές φιγούρες, η μια κρατά δεσμίδες χαρτιού και η άλλη μια τυπογραφική κάσα. Και πιο μπροστά δυο υδρόγειες σφαίρες ακινητοποιημένες σε διαφορετικά σημεία, ώστε να αποτυπώνουν τον κόσμο όλο. Η Ιδέα της Γραπτής Λέξης που κυριαρχεί μυθοποιείται, παίρνει την μορφή αρχαίας θεάς. Ως θεά, μια εφεύρεση, μια τεχνολογική κατάκτηση του σύγχρονου κόσμου, συνοδευμένη με σύμβολα. Μιας θεάς τοποθετημένης στον χώρο των ιδεών, σε ένα τοπίο ονειρικό, άχρονο, απροσδιόριστο.

Ο πίνακας στα δεξιά είναι εντελώς αλλιώτικος. Βγάζει δημιουργική ενέργεια, δύναμη, ρεαλισμό (σχεδόν σοσιαλιστικό). Βρισκόμαστε σε ένα τυπογραφείο, την στιγμή ακριβώς που έχει τυπωθεί η εφημερίδα. Ο αρχιεργάτης ανοίγει ένα φύλλο της εφημερίδας και ελέγχει με προσοχή, κοιτάζει ερευνητικά, ψάχνει το αποτέλεσμα της παραγωγής. Ο τίτλος εδώ: «Η Τυπωμένη Λέξη». Η τυπογραφική μηχανή σε δεύτερο πλάνο ρωμαλέα. Οι τέσσερις άνθρωποι σε πρώτο πλάνο, ακόμα πιο στιβαροί και σοβαροί στον ρόλο τους. Η τυπωμένη λέξη είναι εφημερίδα, είναι είδηση, πληροφορία που θα διαδοθεί. Η παράδοση των εφημερίδων ριζώνει και εξαπλώνεται. Η δύναμη της ενημέρωσης, της γνώσης που διώχνει τον φόβο, διαδίδεται. Η τυπογραφία εισέβαλε στην ζωή των ανθρώπων, φέρνοντας θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο της σκέψης τους σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Ο καρπός της πρόσβασης στις ιδέες, και στην γνώση ήταν, σταδιακά, για όλους. Η διευρυμένη ικανότητα της ανάγνωσης κατέλυσε παραδεδομένες αξίες, όλο και περισσότεροι μπορούσαν να πλησιάσουν οι ίδιοι, χωρίς μεσάζοντα κείμενα. Για παράδειγμα, η Βίβλος και τα Ιερά Κείμενα των διαφόρων πολιτισμών δεν απαγγέλλονται μόνο τελετουργικά. Οι άνθρωποι γίνονται μέτοχοι στο μύθο, στην Τέχνη, βλέπουν τον κόσμο με μάτι κριτικό. Τα κείμενα είναι προσιτά, διαβάζονται, μελετιόνται, κρίνονται. Σηματοδοτείται η εποχή της μαζικής μοναχικής ανάγνωσης, ο σιωπηλός εσωτερικός διάλογος. Στους δύο πίνακες της Μακρινής Βόλτας στην Οτάβα, η Τέχνη εικονοποιεί μία εφεύρεση, την εντάσσει σε μια σύγχρονη μυθολογία με καταλυτική εφαρμογή στην καθημερινότητα. Ένα δίπολο από τον κόσμο του ιδεατού στον κόσμο της πραγματικότητας.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Κάπου στην Ιπποκράτους

Αναρωτιόμουν πώς θα ξεκινήσω, πάντα οι αρχές με δυσκολεύουν. Μήνες αναρωτιόμουν ποια θα είναι η αρχή αλλά δε θα το παραδεχτώ. Μέχρι που τα βήματα μου με οδήγησαν σε ένα γνώριμο μέρος, που όποτε μπαίνω ο χρόνος μάλλον σταματάει ή απλά ξεχνάω ότι κυλάει. Ένας χώρος γεμάτος βιβλία, ναι αλλά βιβλία διαφορετικά από αυτά που συνήθως βλέπω, εκείνα που πια έχω μάθει να αναγνωρίζω από τη ράχη τους.
Να λοιπόν ποια θα είναι η αρχή μου: η βόλτα μου, μια μέρα με ήλιο χωρίς δουλειά, στο παλαιοβιβλιοπωλείο εκείνο που ξέρω ότι θα με περιμένουν βιβλία κρατημένα για εμένα.
Χαρούμενη έκπληξη να ανοίγεις κούτες με βιβλία ξεχασμένα γεμάτα αναμνήσεις ανάμεσα στις σελίδες τους, σημάδια παλιών κατόχων, που ίσως τώρα πια να μη ζουν, βιβλία που φυλακίζουν αρώματα άλλων εποχών. Κοίτα ένα μπλοκ επιταγών του ’50, γέλια, να πας να εξαργυρώσεις μια τέτοια επιταγή να σε κοιτάνε όλοι και να σε θεωρούν τρελό, γιατί δεν είμαι;
Ναι όντως, αυτή η παραλαβή διαφέρει. Ναι όντως ζηλεύω γιατί τα ράφια τα καινούρια είναι γεμάτα γυαλιστερά εξώφυλλα χωρίς σκόνη.
Ανοίγεις ένα άλλο και η πρώτη σελίδα είναι γραμμένη με χοντρά άγρια γράμματα. Μπλε λέξεις χαραγμένες για πάντα στη σελίδα που θα έπρεπε να είναι άσπρη. Και από κάτω ένα όνομα που τυχαίνει να είναι και στο εξώφυλλο, για φαντάσου.
Ράφια γεμάτα με βιβλία που όλοι νομίζουν πεθαμένα και αναζητούν ματαίως σε συστήματα και Διαδίκτυο. Μα ποιος τους είπε ότι πεθαίνουν τα βιβλία;
Περνούσε η ώρα χωρίς να τη σκέφτομαι και οι άνθρωποι μπαινόβγαιναν, δια μαγείας δεν ήταν βιαστικοί, όπως κι εγώ, ήθελαν κουβέντα και ο παλαιοβιβλιοπώλης ήταν πρόθυμος. Δε μιλούσα, μόνο άκουγα και χάζευα τις ράχες, κολλούσα σε κάτι, το βιβλίο αυτό της Μήτσορα είναι εξαντλημένο από τις εκδόσεις Οδυσσέας, για δες, δεν είναι ανάγκη να περιμένω πότε θα επανεκδοθεί από τον Πατάκη, και επανερχόμουν στην κουβέντα που τώρα είχε περάσει στο σινεμά.
Κάπου στην Ιπποκράτους σε ένα μικρό μέρος γεμάτο με παλιά βιβλία, κουβέντες και ζεστούς ανθρώπους ένιωσα ξαφνικά ευτυχία, όπως κάθε φορά εκεί μέσα.
Και να ’μαι τώρα να κρατάω τη σακούλα με τα έξι καινούρια βιβλία μου, που περίμενα να ανοίξω όταν θα έγραφα αυτές τις γραμμές. Έξι καινούρια βιβλία που κάθε φορά που θα τα κοιτώ θα θυμάμαι τη μέρα εκείνη, τις κουβέντες που άκουσα, τις λέξεις που μου διάβασαν χωρίς ακόμα να έχουν εκδοθεί.